Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σινεμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σινεμά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Δεν ήξερα πως μ’ άρεσε η μουσική των Κούρδων


Καμιά φορά θυμάμαι ότι έγινα δημοσιογράφος για να εξημερώνω τη δύναμη της τέχνης που πέφτει πάνω μου σαν κύμα, να μαθαίνω τα μυστικά των καλλιτεχνών και να μη με κυβερνούν τόσο εύκολα με το παραμύθι τους, να αντιστέκομαι. Να μάθω κόλπα. Δεν έμαθα τίποτε, αλλά τουλάχιστον κατάλαβα ότι η προσπάθεια είναι μάταιη. Κι έτσι ξανά κλείνω τα μάτια και αφήνω μια ταινία σαν αυτές του Γκομπαντί να με κουκουλώσει πάλι, σαν κύμα, να με αφήσει στην παραλία άφωνη από συγκίνηση. Αυτή είναι η θητεία που συνιστώ στο θεατή, καλύτερα να μην αντιστέκεσαι όταν το κύμα έρχεται, είναι πιο δυνατό από σένα, άστο να σε πάρει.
Είναι η συμβουλή που δίνω πια στους πιο δύσκολους, σ’ αυτούς που καταφέρνουν και σκέφτονται ενώ στην οθόνη ο καλλιτέχνης ξεδιπλώνει όπως μπορεί καλύτερα τα αλφάβητά του. Τρομάζω κι οι άλλοι γελάνε, κλαίω και ειρωνεύονται, κλείνω τα μάτια και αναστενάζουν με επιείκεια. Κάποτε με πήγαιναν σε θρίλερ μόνο και μόνο για να διασκεδάσουν με τις αντιδράσεις μου. Ήταν ο διαγωνισμός που περνούσα στις παρέες, θα καταφέρω να κρατήσω την ψυχραιμία μου;
Δεν τα κατάφερα ποτέ. Αλλά ωριμάζει κανείς, κι η χαρά της ωριμότητας είναι να μαθαίνεις να υπερασπίζεσαι την αφέλεια σου. Δεν με νοιάζει πια να τα καταφέρω. Μπορεί το καλύτερο που μου έτυχε στη ζωή να είναι τα βιβλία που διάβασα και τα έργα που είδα.
Έτσι παραδόθηκα στη δύναμη που έρχεται από το Ιράν, σε σκηνοθέτες που ο ένας είναι πιο υποβλητικός από τον άλλον. Τους συναντάς στις συνεντεύξεις, χαμογελούν συμπαθητικά, μιλάνε για τις δυσκολίες τους, αλλά εκείνο που μετράει είναι να σε σέρνουν στα χιονισμένα σύνορα του Κουρδιστάν μαζί  με τους ποιητές και τους τραγουδιστές που πασχίζουν μάταια να τα περάσουν. Να συνθλίβεσαι από την κούραση της ανάβασης στα γυμνά βουνά, να σε διαπερνά το κρύο του χιονιού, να σε πνίγει το τραγούδι που δεν ακούστηκε στη σκηνή, κι ο καημός του καλλιτέχνη να σε καθηλώνει. Να ανακαλύπτεις ότι η κουρδική μουσική είναι καταπληκτική, πώς δεν το ήξερες; Ότι η κουλτούρα των χωρών αυτών σε ενδιαφέρει, πώς δεν το υποπτευόσουν;
Κουρδικής καταγωγής ιρανός που ζει πια στην Κωνσταντινούπολη κι απορεί πώς καταφέρνουν στην πατρίδα του να γυρίζονται ταινίες. Κι εμείς απορούμε μαζί του, αλλά δεν υπάρχει απάντηση, η τέχνη έτσι κι αλλιώς δεν έχει εξηγήσεις, παραμένει θαυματοποιός που συντηρεί μυστήρια.  

Από την εφημερίδα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης "Πρώτο πλάνο"

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Άσε το κουλό να μπει

Το κουλό περιμένει μπροστά στην πόρτα

Μα τι κάνει αυτός ο άνθρωπος; Βυθισμένοι στις πολυθρόνες της αίθουσας «Ολύμπιον», αμέσως μετά τη σεμνή τελετή επίσημης έναρξης του φεστιβάλ, με διευθυντή, με δήμαρχο, και τον Κώστα Γαβρά, δυσκολευόμαστε να παρακολουθήσουμε το νόημα της ταινίας Holy motors. Μερικοί σηκώνονται και αποχωρούν διακριτικά μετά τα πρώτα είκοσι λεπτά. Είναι ο χρόνος που απαιτείται για να αποφασίσεις, αν είσαι έμπειρος θεατής, πως η ταινία δεν κατάφερε να βρει μια χορδή να κρούσει εντός σου. Ίσως το κάνει επίτηδες, υποψιάζεσαι, δεν θέλει να μεταχειριστεί συναισθήματα, τη γλώσσα του σινεμά, μόνο να παίξει με την τάση που έχουμε όλοι να γλιστράμε πάνω τους. Αλλά γιατί; Κι αν όχι τα συναισθήματα, τι θα χρησιμοποιήσει; Σκηνές που θυμίζουν άλλες ταινίες, με τον πρωταγωνιστή να περιφέρεται από ρόλο σε ρόλο αλλάζοντας κοστούμι στη λιμουζίνα του. Αντί να παρασέρνεσαι σε μια αφήγηση, καλύτερα να νιώθεις σαν εξεταζόμενος που καλείται να κάνει αναγωγές.
Στα τριάντα λεπτά πολλοί σηκώνονται και φεύγουν, το πράγμα είναι φανερό, ο μοντέρνος σκηνοθέτης εκμεταλλεύεται τη σκοτεινή αίθουσα, τις συνθήκες προβολής, τη σύμβαση που μας κρατάει στανικά στις πολυθρόνες. Αναίτια βία, ασύνδετες ιστορίες, γρίφοι χωρίς λύση. Σηκώνονται κι άλλοι, η σειρά  αδειάζει. Κοιτάζω πίσω, υπάρχουν ακόμα πολλοί. Δεν φεύγω. Θα μείνω ως το τέλος. Ένα τέλος που υποδεχόμαστε με γέλια, το παιχνίδι τέλειωσε, ο σκηνοθέτης μας χαρίζει την αμηχανία του. Βγαίνω στην υγρασία της Αριστοτέλους ελαφρώς απογοητευμένη.
Στο Φεστιβάλ θα προβληθούν δεκάδες ταινίες, ταυτόχρονα, σε όλη την πόλη, μέρα- νύχτα. Όποτε το παρακολούθησα είχα το άγχος, να πετύχω τη σπουδαία, να προλάβω τις περισσότερες, να δω τις καλύτερες. Όμως είναι αδύνατον, όσο κι αν είσαι πληροφορημένος, διαπιστευμένος και καλά δικτυωμένος. Παρακολουθώντας το Φεστιβάλ, αποκτάς ακτίνες για μέρη που δεν θα περάσεις καν απ’ έξω, νευρικά τρέχεις κι όταν σταματήσεις συναντάς συγκινήσεις διαφορετικές από κείνες που περίμενες. Μοναχικός και ταυτόχρονα κοινωνικός, ιδανικά κοσμικός, παίζεις συνέχεια ρόλους, ακριβώς σαν εκείνον τον τύπο που στην ταινία τρέχει στα απίθανα ραντεβού του…
Την άλλη μέρα το πρωί ξυπνάω με την αίσθηση μιας νέας διευθέτησης της προσωπικής μου εικονοθήκης. Περιέργως ο Λεός Καράξ κάτι έβαλε στη φαντασία μου, με την παράξενη ταινία που χρειάστηκε να εξαντλήσω την υπομονή μου για να την παρακολουθήσω ως το τέλος. Ίσως αυτό να είναι το νόημα ενός Φεστιβάλ, η πολυτέλεια του χρόνου που χαρίζεις σε έναν απρόσμενο επισκέπτη, η ευγένεια με την οποία του επιτρέπεις να σε απασχολήσει, κι ύστερα ανακαλύπτεις ότι ενώ νόμιζες πως ξοδευόσουνα, τελικά βγήκες κερδισμένος.  
Από το εφημεριδάκι του Φεστιβάλ "Πρώτο πλάνο"

Αν μπορούσαν όλοι να δουν


Πλανόδιοι μουσικοί στα Λαδάδικα
Αν κάποτε η κλιματική αλλαγή συντελεστεί στ’ αλήθεια όπως την περιγράφουν οι πιο θερμοί θιασώτες της, αυτό το φεστιβάλ κινηματογράφου θα το θυμούνται όσοι το έζησαν σαν το πιο καλοκαιρινό μέσα στο χαμένο φθινόπωρο. Συλλαμβάνω με τον ταπεινό φακό μου επισκέπτες της πόλης να κάνουν ηλιοθεραπεία στην Αριστοτέλους με τα μάτια κλειστά, σαν ένα μικρό διάλειμμα ανάμεσα σε δυο προβολές. Βοηθάει και το πρόγραμμα που είναι κάπως πιο συμμαζεμένο. Οι προβολές ξεκίναγαν στις εννιά το πρωί, τώρα ξεκινάνε στη μια το μεσημέρι. Προλαβαίνεις να θαυμάσεις το πέρασμα μιας πόλης φημισμένης για τη συννεφιά της, στην αιώνια λιακάδα ενός καθαρού μύθου.
Λιακάδα πεισμωμένη απέναντι στις αντιξοότητες, να τραβάει από το μανίκι τους απεργούς που μαζεύονται κι αυτοί στο κέντρο, τις νεανικές παρέες που αγωνίζονται να προλάβουν όσο το δυνατόν περισσότερες ταινίες, περιφρονώντας την ανάγκη να πάρουν ανάσα ανάμεσα τους, αφήνοντας την αφομοίωση για μετά. Αεικίνητα παιδιά, διασταυρώνουν απόψεις στα γρήγορα, ανανεώνουν το ραντεβού, τρέχουν από την πλατεία στην προβλήτα κι από την προβλήτα στην πλατεία, τρώγοντας στα όρθια μια τυρόπιτα, ή μάλλον μπουγάτσα με τυρί, για να είμαστε ακριβείς. Έχουν μπροστά τους το σινεμά της κρίσης, αυτό που δεν χρειάζεται να ανακαλύπτει θέματα, γιατί του πέφτουν σωρηδόν στο κεφάλι. Ακόμα περισσότερο έχουν να εξερευνήσουν τη νέα ήπειρο που εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια με σταθερή γοητεία, μαγεία και απομάγευση, τις ταινίες ασιατικών χωρών. Το αφιέρωμα στον Μπαχμάν Γκομπαντί τους μετατρέπει σε λάτρεις της ανατολίτικης μουσικής, τους γεμίζει συμπόνια για τη δύσκολη ζωή στα οροπέδια του Κουρδιστάν, τους οδηγεί να καταλαβαίνουν τις αιτίες που ξεριζώνονται οικογένειες  ολόκληρες και καταλήγουν ανεπιθύμητοι πρόσφυγες στα δικά τους μέρη. Αν μπορούσαν τις συγκινήσεις των έργων τέχνης να τις απλώνουν γύρω τους, να τις μεταφράζουν σε πολιτικές απόψεις και να τις μεταβιβάζουν παντού, δεν θα υπήρχε ρατσισμός στην Ελλάδα, θα μπορούσαμε να απολαμβάνουμε κάθε συνάντηση με κάθε ξένο.
Υπάρχουν οι λύσεις εδώ σε ό,τι μας ταλανίζει. Το πολυσύνθετο των Βαλκανίων γίνεται απλό και κατανοητό στις προβολές του Πανοράματος, ο γόρδιος δεσμός των ασιατικών φανατισμών δεν κόβεται, λύνεται, στις όλο και καλύτερες ταινίες, οι νέοι ηρεμούν στη Νεανική σκηνή, σ’ όλα βρίσκεται άκρη. Έξω, δίπλα, τα μεγάφωνα καλούν σε αγωνιστικές κινητοποιήσεις με μονότονη φρασεολογία, και στις ουρές των ταμείων τα παιδιά μπορεί να αναρωτιούνται αν όλ’ αυτά θα καταφέρουν να γίνουν κάποτε έστω και μια ταινία της προκοπής. ΄

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Θεσσαλονίκη, ξανά

Γωνιες για φωτογραφιση και στο βάθος στραφταλίζει η θάλασσα

Πάντα κανείς νοσταλγεί τα νιάτα του, αλλά τη Θεσσαλονίκη που γνώρισα στα δικά μου νιάτα, δεν τη νοσταλγώ. Ούτε την άγνοια που κουβαλούσα για την πόλη όταν κατέβηκα πρώτη φορά από το τρένο στα δεκαοχτώ μου, μετά από δωδεκάωρο ταξίδι, σε μια πόλη που την ακούγαμε σαν ‘συμπρωτεύουσα’. Ψάχναμε να βρούμε αναλογίες λοιπόν, αλλά σάμπως ξέραμε και την Αθήνα; Πόσο κλισέ και μαζί πόση υποκρισία δεν έκρυβε αυτή η ισοπεδωτική λέξη.
Η Θεσσαλονίκη δεν ήταν ποτέ ‘συμπρωτεύουσα’, και με τον τίτλο αυτό μπορούσε να βρίσκεται συνέχεια στη θέση του παραπονεμένου συγγενή, και ποτέ να μη σταθεί σ’ αυτή που της ανήκει. Είναι μια πόλη ξεχωριστή, πολύ παλιότερη από την Αθήνα, με δική της ιστορία και χαρακτήρα.
Σαν κλεισμένο στρείδι μου φαινόταν τα χρόνια που την έζησα ως φοιτήτρια.  Ήταν χούντα τα πρώτα χρόνια, οι φίλοι μου έπαιζαν χαρτιά με τις ώρες, σα να θέλανε να ξεχάσουν πού βρίσκονται. Μια δυο φορές ακούστηκε ότι μας έλεγαν ‘αθηναίους’, ότι τα κορίτσια ήμασταν ‘ευκολότερες’ από τις ντόπιες. Ως τότε δεν είχα ποτέ σκεφτεί πως ήμουν αθηναία. Περπατούσα στους δρόμους ψάχνοντας ένα σημάδι, μια εξήγηση για τις παράξενες γωνίες της πόλης. Έβγαλα χιλιάδες φωτογραφίες με την Κόντακ Ινσταμάτικ μου. Μάζευα ξέφτια αποφθεγμάτων, κλεισίματα ματιού που δεν ήξερα τι εννοούσαν, αλλά τα ανταπέδιδα μη τολμώντας να ρωτήσω. Έμπαινα στα βιβλιοπωλεία. Μια μέρα ανακάλυψα διηγήματα του Γιώργου Ιωάννου. Σα να άνοιξαν κάποιες πόρτες και ν’ άκουσα μερικές καλημέρες. Ιστορίες σαλονικιών που περνούσαν δίπλα από τα μυστήρια. Χαραμάδες φωτός.  
Εικόνα που δεν θα ήταν συγκινητική ούτε σε μια μικρού μήκους ταινία, μια αθηναία φοιτήτρια στην πλήξη της χούντας τριγυρίζει στην πόλη αμήχανη. Αν και η άγνοιά της θα μπορούσε να γεννήσει ένα σωρό αστείες παρεξηγήσεις.
Επιστρέφω στη Θεσσαλονίκη ξανά και ξανά, με την πολυτέλεια των γνώσεων πλέον. Το παράδοξο της είναι πως κάθε φορά, ενώ τη βρίσκω αλλαγμένη προς το μέλλον, έχει κατακτήσει και λίγο περισσότερη συνείδηση του παρελθόντος της. Το πιο δύσκολο για μένα αποδεικνύεται να ξαναβρώ τις γειτονιές που έζησα στα αμήχανα φοιτητικά μου χρόνια. Μια πόλη καινούργια με καλωσορίζει, πιο μοντέρνα, πιο συντονισμένη και δικτυωμένη, με αυτογνωσία. Δεν νοσταλγώ τίποτε από αυτά που έζησα εδώ, ξεφλουδίζω τα στρώματα του χρόνου. Εκείνα τα βουβά σπιτάκια της Αγίας Τριάδας που δεν κατάφεραν να μου ομολογήσουν τις περιπέτειες τους, θα νόμιζα πως δεν υπήρξαν ποτέ αν δεν τα είχα φωτογραφίσει. Κάποτε θα τα δω σε μια ταινία να ζωντανεύουν, είμαι σίγουρη.
Από το περιοδικό του ΦΘ Πρώτο Πλάνο

Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...