Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 3 Ιουλίου 2018

Η βιογραφία του κοσμου μας

Βιβλίο που φτουράει, αδύνατον να το διαβάσεις μονομιάς. Η βιογραφία της Ιερουσαλήμ είναι πραγματικά η ιστορία του κόσμου. Μοντεφιόρε γράφει συναρπαστικά και σε παρασέρνει παρακάτω, αλλά καταλαβαίνεις ότι πρέπει να ξαναπάς πίσω, δεν αφομοιώνονται όλα με την πρώτη. Και μέσα στους αιώνες παρακολουθείς τις περιπέτειες των θεών και των ανθρώπων, κατανοείς τη βαθύτερη φύση τους.( των ανθρώπων)

Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013

Η τελευταία σελίδα


Στο τρίτο του βιβλίο ο Γαζμέτ Καπλάνι συνεχίζει να περνάει σύνορα, με την κυριολεκτική και με τη μεταφορική έννοια. Μετά την περιπέτεια του μετανάστη που έφτασε με τα πόδια απο την Αλβανία στην Ελλάδα πριν είκοσι χρόνια, την οποία διηγήθηκε με χιούμορ στο "Μικρό ημερολόγιο συνόρων", το πρώτο του βιβλίο, μετά την καθημερινή και συστηματική προσπάθεια εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας και νοοτροπίας στο "Με λένε Ευρώπη", το δεύτερο βιβλίο του, υπάρχει τώρα μια επιστροφή. Ο ήρωας του, μετανάστης χρόνια εγκατεστημένος στην Ελλάδα, πρέπει να γυρίσει πίσω, στην Αλβανία, για την κηδεία του πατέρα του. Κι εκεί τον περιμένουν περιπέτειες παλιές, κρυμμένες αλλά όχι ξεχασμένες, πληγές της βαλκανικής και της ευρωπαϊκής Ιστορίας που ζητούν αποκάλυψη, δικαίωση, κατανόηση. Εκεί ο μετανάστης ανακαλύπτει ότι και ο πατέρας του ήταν πρόσφυγας στην Αλβανία. Τα πάθη του παρελθόντος ζωντανεύουν σε ένα παρόν που έχει κι αυτό ένα σωρό δικά του.
Εκείνο που απολαμβάνω πάντα όταν διαβάζω βιβλία ή δημοσιογραφικά κείμενα του Καπλάνι, είναι η μοναδική στο είδος της αφέλεια της ματιάς του πάνω στα ελληνικά ή και στα αλβανικά πράγματα. Αυτός ο υπήκοος της απολυταρχικής Αλβανίας έχει κατακτήσει μια εσωτερική ελευθερία που διαρρηγνύει ό,τι πιο πολύ από κάθε τι τον καταπίεσε και τον καταπιέζει: τα σύνορα που το κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας του θέλησε να κάνει αδιαπέραστα, και που η σημερινή Ελλάδα συχνά νοσταλγεί. Γιατί οφείλουμε να ομολογήσουμε πως και η δική μας απομόνωση από τους βόρειους γείτονες πολύ δύσκολα έσπασε μέσα στο μυαλό μας. Μπορεί να σύνορα να άνοιξαν, τα σημεία εισόδου και εξόδου να πολλαπλασιάστηκαν, αλλά οι νοοτροπίες οχυρώθηκαν με ενισχυμένη ξενοφοβία και μπήκαν σύνορα μέσα στα μυαλά.
Εκείνοι οι χάρτες με τους οποίους μεγαλώσαμε στο σχολείο, όπου η Ελλάδα περιτριγυριζόταν απο λευκό περιθώριο με ονόματα, καμία άλλη χώρα δεν είχε βουνά, ή πόλεις, χρώματα κανενός είδους, μας έχουν στοιχειώσει το μυαλό. Όταν διαβάζω κείμενα του Καπλάνι είναι σα να χρωματίζονται επιτέλους τα λευκά περιθώρια. Πίσω απο τη γραμμή των συνόρων δεν υπάρχουν φαντάσματα, είναι χώρες κι εκεί, ζωντανοί άνθρωποι, ιστορίες, ζωές, στεναχώριες και χαρές.
 Εχει μια λοξή καθαρή ματιά ο Καπλάνι πάνω στην ελληνική πραγματικότητα, ισως επειδή έμαθε τα ελληνικά στο πανεπιστήμιο, δεν πέρασε απο το εργοστάσιο παραγωγής ομοιόμορφου τόπου σκέψης που είναι τα σχολεία μας. Ανοίγει τα αδιαπέραστα σύνορα που ακόμη έχουμε στο μυαλό μας με τις γειτονικές χώρες και μπαινοβγαίνει όπως κάνουν χιλιάδες άνθρωποι γύρω μας χωρίς να μπορούν να βρουν όμως διόδους για την γραπτή έκφραση. Είναι συγγραφέας διεθνής που γράφει στα ελληνικά. Είναι η υπεραξία της ευμάρειας που ζήσαμε, ένα κομμάτι του συσσωρευμένου δυναμικού που η κρίση δεν καταστρέφει.
Θησαυροί ιστοριών ζουν γύρω μας βουβά. Άνθρωποι απ' όλον τον κόσμο βασανίστηκαν, δούλεψαν σαν σκυλιά, ερωτεύτηκαν και ξεκίνησαν μικρά σπιτικά στα δυαράκια της Αθήνας, έκαναν παιδιά και τα έβαλαν κι αυτά στο μεροκάματο της υπαρξιακής αγωνίας που σου εξασφαλίζει η ζωή στην Ελλάδα χωρίς σωστά χαρτιά και πιστοποιητικά γεννήσεως και υπάρξεως. Βουβοί θησαυροί κυκλοφορούν και ξεχνάνε, αγωνίζονται, πονάνε και θυμούνται, αλλά πόσο λίγοι βρίσκουν το δρόμο να γράψουν, να μιλήσουν, να συγκεντρώσουν κόσμο με το ίδιο πρόβλημα και να καταγράψουν ιστορίες, όπως είχε κάνει ο Καπλάνι στο "Με λένε Ευρώπη". Αντί να ακούσουμε τον πλούτο αυτό που ανασαίνει δίπλα μας, ακούμε δυστυχώς ρατσιστικά παραληρήματα. Ο Καπλάνι είναι πολύτιμος, κι είναι δυστυχώς μοναδικός ακόμα. Εύχομαι, γι άλλη μια φορά το εύχομαι, καθώς μας ανοίγει την όρεξη για ιστορίες τόσο κοντινές και ταυτόχρονα τόσο φρέσκες και πρωτότυπες, να βοηθήσει να ανοίξουν δρόμους γραφής και γι άλλους. Οι μετανάστες, παλιοί και νέοι, έχουν να μας πουν πολλά.

Παρασκευή 12 Οκτωβρίου 2012

H ασημένια Βίβλος

Ξεκούραση στο καφενείο της βιβλιοθήκης της Ουψάλας

Στη βιβλιοθήκη της Ουψάλας έχουν ένα χειρόγραφο που το λένε «Η ασημένια βίβλος». Μετάφραση της Βίβλου στα γοτθικά από τον επίσκοπο Ουλφίλα για τον βασιλιά Θεοδώριχο. Για να το δεις, μπαίνεις στο μουσειάκι της Βιβλιοθήκης, τρία μικρά δωμάτια όλα κι όλα, και το θαυμάζεις σε ειδική βιτρίνα και ειδικό ημίφως, να μη χαλάσει η περγαμηνή. Υπάρχουν ακόμα μερικές βιτρίνες στο μουσειάκι, μικρές θεματικές εκθέσεις, όπου με λίγη προσπάθεια μπορείς να ξοδέψεις ένα εικοσάλεπτο. Ύστερα βγαίνεις στην είσοδο του κτιρίου όπου μπορείς να αγοράσει σουβενίρ και βιβλιαράκια από το μαγαζάκι της Βιβλιοθήκης. Ακόμα κι αν δεν μπεις στο αναγνωστήριο ή στη γραμματεία, παίρνεις μια ιδέα της ατμόσφαιρας, ειδικά αν πας  και αριστερά, στο καφενείο της Βιβλιοθήκης και πιεις τον καφέ ή το τσάι σου καθισμένος στα παλιά παράταιρα έπιπλα που θυμίζουν σαλόνι. Έχεις να λες ότι επισκέφτηκες τα σεβάσμια ιδρύματα μιας παλιάς πανεπιστημιακής πόλης, την οποία ενίσχυσες με τον οβολό σου.

Στην Αθήνα  πάλι μπορείς να λύσεις ακαδημαϊκές απορίες, όπως: Τι παθαίνουν τα πόδια των ανθρώπων όταν γίνονται χρήστες ηρωίνης; Κάνοντας μια βόλτα μπροστά στην περίφημη αθηναϊκή τριλογία, η οποία σχεδιάστηκε για να είναι αφιερωμένη στη γνώση. Ακαδημία, Πανεπιστήμιο, Βιβλιοθήκη, τα πρότυπα και πρωτότυπα αυτά νεοκλασσικά κτίρια το ένα δίπλα στο άλλο, θα σας απαντήσουν ότι οι χρήστες ναρκωτικών παθαίνουν εκζέματα στα πόδια, κοιμούνται με αγκυλωμένα άκρα, κι όταν προσπαθούν να περπατήσουν δυσκολεύονται, τρεκλίζουν, τα γόνατά τους λυγίζουν, αλλά περνάει πολλή ώρα μέχρι να βρουν κάπου βολικά να σωριαστούν και να παραδοθούν στους κόσμους των παραισθήσεων.

Ωστόσο η Εθνική Βιβλιοθήκη έχει καταπληκτικά χειρόγραφα βιβλία, εξίσου παλιά και παράξενα και πολύτιμα με την «Αργυρή Βίβλο» της Ουψάλας. Θα μπορούσε κι αυτή να κάνει ένα μουσειάκι, να μπαινοβγαίνει  κόσμος, να μαθαίνει, να θαυμάζει, και να κάθεται να πίνει καφέ, να αγοράζει και κανένα σουβενίρ. Κάποτε που το είχα γράψει αυτό, είχα μαζέψει αγανακτισμένα σχόλια με το τσουβάλι από κάτω. Τι ξεφτιλισμένα πράγματα πρότεινα για τα σεβάσμια ιδρύματά μας!  Εμείς νομίζουμε ότι η γνώση είναι ένα αποστειρωμένο, απόμακρο πράγμα που πρέπει να προστατεύεται από τα αδιάκριτα βλέμματα. ΄
Ωστόσο, η αθηναϊκή τριλογία συνεχίζει να διδάσκει: αν  έχετε απορίες για το πώς διακινούνται τα ναρκωτικά στην ένδοξη πόλη, θα τις λύσετε περνώντας από το ίδιο σημείο. Βαποράκια και άλλα μέσα μαζικής μεταφοράς δόσεων εκτίθενται τοις πάσι στο σεβάσμιο απ’ όλους χώρο μεταξύ των ευαγών ιδρυμάτων.  Για περισσότερες λεπτομέρειες  θα χρειαστείτε μια πιο τεχνολογική προσέγγιση, γι αυτό λάβετε τον κόπο να περάσετε από το Πολυτεχνείο, που έχει ειδικότητα σε κατασκευές, επεξεργασίες και αναλυτικές περιγραφές μεθόδων κατανάλωσης κάθε ισχυρού ναρκωτικού που παράγεται στην υφήλιο.
Έχουμε αποκτήσει ένα είδος παγκόσμιας βιτρίνας ναρκωτικών σε φόντο επιβλητικό, κολόνες, γλυπτά, τρίγλυφα, μετώπες, και δεν συμμαζεύεται. Η Αθήνα είναι ίσως η μόνη πόλη που προσφέρει ένα τέτοιο περιβάλλον μελέτης της διακίνησης και των αποτελεσμάτων ναρκωτικών ουσιών, γιατί πού αλλού θα δει κανείς χρήστες υπό την σκιά και την προστασία τέτοιων αρχιτεκτονημάτων; Είναι κρίμα που κανείς αρμόδιος δεν κάνει κάτι να προβάλει αυτή την τόσο μοναδική εικόνα της πρωτεύουσας μας.
Υπάρχει, υποτίθεται, μεγάλος προβληματισμός για το πώς να αξιοποιηθεί ο χώρος της τριλογίας, και συνέχεια αναρωτιέμαι, κανείς δεν ενδιαφέρεται να τον ζωντανέψει; Αυτή τη στιγμή περνάμε σαν κυνηγημένοι όλοι από μπροστά, και το βράδυ λες αμάν να περάσει κανα αυτοκίνητο να ηρεμήσουμε. Αν κάνουν και την Πανεπιστημίου πεζόδρομο, πώς θα αποφύγουν να δημιουργήσουν το μεγαλύτερο πρεζόδρομο του κόσμου;
Κι όμως το Πανεπιστήμιο έχει χώρο μπροστά, απόδειξη ότι φιλοξενούσε όλες τις συγκεντρώσεις μέχρι να γίνει τρέντι το Σύνταγμα, χώρο όπου θα κάθονταν οι τουρίστες να φάνε το παγωτό τους αφού θα είχαν δει το δικό του μουσειάκι, θα είχαν αγοράσει από το δικό του μαγαζάκι κάποιο σουβενίρ, και θα ήθελαν να απολαύσουν τη λιακάδα.
. Ίσως αξίζει να το δοκιμάσουμε.

Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

H υπόσχεση


Σα να πλησιάζει ένας μεγεθυντικός φακός στις φωτογραφίες πλήθους, κυνηγημένου, τρομαγμένου πλήθους, να βρίσκει ένα μικρό κορίτσι χαμένο για ώρες από το σπίτι του, να παίρνει ανάσα και να διηγείται μια ιστορία, έτσι είναι το παιδικό βιβλίο της Anna Conomos Η υπόσχεση. Τα χρώματα που έχει βάλει επάνω στις παλιές ασπρόμαυρες φωτογραφίες η Ντανιέλα Σταματιάδη ζωντανεύουν τα δυο μικρά κοριτσάκια. Δυο φιλενάδες, δυο γειτονοπούλες αντιστέκονται στον υποχρεωτικό χωρισμό, στο υποχρεωτικό μίσος, με μια απλή υπόσχεση. Θα καταφέρουν να την τηρήσουν;
Τα χρώματα στις φωτογραφίες είναι που με κάνουν να θυμάμαι τη γιαγιά μου, ή ο απλός τρόπος αφήγησης μιας ιστορίας ζωής; Διηγόταν κι εκείνη παράξενα πράγματα από τη μακρινή της πατρίδα. Για τη φιλία της με τους τούρκους γείτονες, για τη βοήθεια που της έδωσαν, για το θυμό της με την ελληνική πολιτική. Καμιά φορά τη μάλωναν τα ίδια της τα παιδιά, ο πατέρας και οι θείες μου. Ήταν απόψεις αιρετικές, μακριά από την επίσημη εκδοχή, όπως κατάλαβα πολύ αργότερα, όταν προσπαθούσα να λύσω το μυστήριο των διαφορών τους. Εξηγήσεις δεν μου έδιναν. Ήμουν όμως αφοσιωμένη στη γιαγιά όπως σε μια προφήτισσα, σε μια θεότητα που φυλάς τα λόγια της για να σου αποκαλύψουν αργότερα τη σημασία του. Η γιαγιά μιλούσε για τον πόνο των ανθρώπων, για την αμηχανία και τη σκληρότητα του πανικού τους, για την ειρηνική της συνύπαρξη με αλλόθρησκους στην ίδια πόλη και στην ίδια ζωή μέχρι ο πόλεμος να τους χωρίσει, εκδήλωνε πεισματικά τη διαφωνία της για την απόφαση να χωριστούν οι χριστιανοί από τους μουσουλμάνους σαν κοπάδια εριφίων και προβάτων. Είχε δίκιο η γιαγιά, σκέφτομαι συχνά, όλο και συχνότερα όσο περνούν τα χρόνια.
Είναι πολύ δύσκολο ακόμα και τώρα, ενενήντα χρόνια μετά, να μιλήσουμε για λογαριασμό και των δυο πλευρών, να αντιμετωπίσουμε με ψυχραιμία την άποψη του άλλου. Οι παλιοί γείτονες χώρισαν για πάντα κι έζησαν σε διαφορετικά μέρη, σε δυο διαφορετικές χώρες με πληθυσμούς που είχαν ύψιστο στόχο την ομοιομορφία. Είναι δύσκολο να φανταστούμε μια κατάσταση διαφορετική, είναι δύσκολο να κάνουμε το ταξίδι προς τα πίσω. Το βιβλίο της Anna Conomos προτείνει το ταξίδι αυτό με πολύ απλά μέσα, και μάλιστα το προτείνει για παιδιά. Είναι μια καλλιτεχνική αστραπή αισιοδοξίας. Τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να ακούσουν πράγματα που κάποτε δεν επιτρεπόταν  να ακούγονται. Όπως, ας πούμε, ότι μπορείς να έχεις μια φιλενάδα που δεν έχει την ίδια θρησκεία με σένα, και να μην θέλεις να τη χάσεις. Κάτι τόσο απλό και τόσο σημαντικό. Κι ακόμα και κάποιες ιστορικές λεπτομέρειες της μεγάλης εκείνης ανθρωπιστικής καταστροφής που δεν ήταν μόνο ελληνική τελικά, πήρε σβάρνα και πληθυσμούς μουσουλμάνων στον ελληνικό χώρο που τους έστειλε στην Τουρκία με το στανιό, λεπτομέρεια την οποία θα αγνοούσαμε αν δεν επιμέναμε να μάθουμε ιστορικές λεπτομέρειες, γιατί μόνο οι έλληνες έπρεπε να κρατήσουν το προνόμιο του πόνου.
Ναι, τα παιδιά μπορούν να καταλάβουν την αξία της φιλίας και το βάρος μιας υπόσχεσης.  Μπορούν μάλιστα να το προχωρήσουν το πράγμα, να δουν την απλή μικρή ιστορία μέσα στο πλαίσιο της μεγάλης Ιστορίας. Κι αν τα βεβαιώσουμε πως αξίζει τον κόπο η παιδική φιλία και η τήρηση των υποσχέσεων θα καταφέρουν κάποτε καλύτερα να προσεγγίσουν και την επιστημονική, τη ‘μεγάλη’ Ιστορία.
Μικρασιατικής καταγωγής κι εγώ, πήγα μόλις πριν δυο χρόνια στην πατρίδα του μπαμπά μου, επειδή πάντα υπάρχει μια υπόσχεση, μια εκκρεμότητα. Κι εκεί, χωρίς να τον αναζητήσω, συνάντησα έναν άνθρωπο δίπλα στην ερειπωμένη εκκλησία των ελλήνων, ο οποίος μιλούσε ελληνικά που τον είχε μάθει η γιαγιά του, μουσουλμάνα των Γρεβενών ανταλλαχθείσα. Δεν ήταν η γιαγιά του φίλη της δικής μου, αλλά η εκκρεμότητα υπήρχε, και κάπως την αντιμετωπίσαμε, κάπως προσπαθήσαμε. Μπορεί και να ανανεώσαμε την υπόσχεση.
Θα ήθελα να έχω διαβάσει αυτό το βιβλίο όταν ήμουν παιδί. Κατά προτίμηση στα γόνατα της γιαγιάς μου. Δεν πειράζει όμως, κάποια λουλούδια χρειάζονται χρόνο για ν’ ανθίσουν, όπως χρειάστηκε χρόνο κι εκείνη η υπόσχεση.

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

Ο μικρόκοσμος στη φαντασία του

Το πηλίκιο είναι πολύ μεγάλο στην εικόνα του εξωφύλλου και με απωθούσε. Έχω αλλεργία στα στρατιωτικά σύμβολα φαίνεται, έτσι δεν πλησίαζα να ανοίξω το βιβλίο. Δεν πρόσεχα ότι παρακάτω το κλισέ άλλαζε. Κάποια στιγμή πάντως δεν υπήρχε τίποτε άλλο στο επαρχιακό βιβλιοπωλείο, κι έτσι πλήρωσα το βιβλίο του Χωμενίδη ένα 25% παραπάνω από ό,τι θα έδινα στην Αθήνα, αλλά εντάξει, άξιζε τα λεφτά του. Και τελικά η προσέγγιση στο πηλίκιο, στο μιλιταρισμό, δεν ενόχλησε την αλλεργία μου.
Προσέγγιση στο μιλιταρισμό εννοώ την προσέγγιση σε πολλά χαρακτηριστικά της νεοελληνικής δημόσιας ζωής, και κάμποσα της ιδιωτικής βεβαίως πλεγμένα ανάμεσα, μιλάμε για λογοτεχνία. Θαύμασα το εύρημα του συγγραφέα: η Ελλάδα κάτοχος νησιού στον Ατλαντικό, αποικιακή χώρα με αποικιακές συμπεριφορές. Σάτιρα και αλληγορία μαζί. Στο νησί να συμβαίνουν απίθανα πράγματα, σαν σε ένα μικρό παραμορφωτικό καθρέφτη. Η φαντασία οργιάζει με υλικό πραγματικά στοιχεία της ελληνικής ιστορίας και κουλτούρας, φαντασία δημιουργική που ανακαλύπτει κρυμμένες όψεις των πραγμάτων, ή απλώς τα παραμορφώνει έτσι που να συναντάς μέσα τους άλλες αλήθειες. Τέτοιο παιχνίδι με τα σύμβολα, με τα κλισέ, με τις πινακοθήκες ηρώων και μύθων, εμένα με κράτησε χαμογελαστή, με ένα πικρό αν και- λόγω μεγάλης απόστασης του νησιού απο την Ελλάδα- αποστασιοποιημένο χαμόγελο.
Το διάβασα τον Ιούλιο, κι έκτοτε τραγουδάω φανατικά όλο το ρεπερτόριο του Χιώτη που θυμάμαι. Το γιατί θα το καταλάβετε.
 Προς το παρόν ακούστε το τραγούδι αυτό του Χιώτη, που είναι απο τα πιο ρεμπέτικα και προσπαθείστε να φανταστείτε τη λέξη 'Πατρίδες' αντί για 'παρτίδες'.


Πέμπτη 23 Αυγούστου 2012

Προβλέποντας την απομυθοποίηση


Διάβασα συμπτωματικά δυο βιβλία απανωτά που περιγράφουν το θάνατο του συγγραφέα τους, δυο πολύ διασήμων συγγραφέων. Το ένα είναι το «Θέρος» του Κουτσί (μετάφραση Αθηνά Δημητριάδου, ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ) και το άλλο «Ο χάρτης και η επικράτεια» (μετάφραση Λίλα Σιπητάνου ΕΣΤΙΑ) του Ουελμπέκ. Στο πρώτο ένας νεαρός προσπαθώντας να γράψει μια βιογραφία του Κουτσί επισκέπτεται μερικές από τις γυναίκες της ζωής του. Αποκαλύπτεται ότι αυτές που ήταν για τον συγγραφέα «γυναίκες της ζωής του» δεν τον είχαν δει καθόλου σαν άντρα της ζωής τους. Τις περισσότερες τις άφησε αδιάφορες, όσες συγκίνησε κάπως δεν μπόρεσε να τις κρατήσει, και μια απ’ αυτές, την οποία ο ίδιος αγάπησε φλογερά, απλώς την ενοχλούσε υπερβολικά. Η υποψία ότι οι συγγραφείς είναι άτομα αφοσιωμένα στην τέχνη και ανίκανα να γοητεύσουν στη ζωή, ανίκανα να εμπνεύσουν έρωτες, ανίκανα εν τέλει να προσαρμοστούν στην καθημερινότητα, επιβεβαιώνεται από την αδέξια νεανική φιγούρα που σχεδιάζει ο Κουτσί για τον εαυτό του. Με όλες τις γυναίκες ήταν άχαρος, απογοητευτικός, έκανε λάθος κινήσεις, κι όσο κι αν το ήθελε, πράγμα για το οποίο αμφιβάλλουμε τελικά, δεν κατάφερε να δεσμευτεί σε βάθος, ή να δεσμεύσει. Διαβάζοντας το βιβλίο μια νεαρή ψυχή μπορεί να πειστεί πως δεν αξίζει κανείς να ερωτευτεί συγγραφέα, και να αποφασίσει να προσέχει να μην τρελαίνεται από καλλιτέχνες γενικά. Παρόλο που το κεντρικό πρόσωπο είναι νεκρό, ο αναγνώστης σίγουρα νιώθει κάποια στοργή γι αυτό, και θα ήθελε, όπως συμβαίνει συχνά όταν διαβάζουμε βιογραφίες δυστυχισμένων καλλιτεχνών, να τον πάρει από το χέρι και να του εξηγήσει μερικά απλά πράγματα, μερικές οδηγίες. Οι γυναίκες που δίνουν συνεντεύξεις πάντως είναι ολοζώντανες, κι η θλίψη τους που δεν κατάφερν να εξανθρωπίσουν, να εξημερώσουν αυτόν τον αδέξιο άνδρα είναι συγκινητική. Αλλά το λάθος δεν είναι δικό τους.
Η γραφή του Κουτσί προσφέρει πάντα πολύ λεπτή ευχαρίστηση, είτε στις αυτοβιογραφικές αφηγήσεις είτε στα καθεαυτού μυθιστορήματα του. Η οξυδέρκεια δεν του αφαιρεί τον ανθρωπισμό. Χιούμορ και επιείκια για το ανθρώπινο είδος και τις αδυναμίες του διαπνέουν τη γραφή του. Καθόλου δεν μοιάζει με τον σαρκασμό του Ουελμπέκ, που σίγουρα δεν συστήνεται για διάβασμα σε μεγάλες δόσεις.
Πριν προλάβω να σκεφτώ τι ώθησε τον Κουτσί να γράψει αυτό το βιβλίο, πέρα από την ιδέα ότι τον διασκέδαζε ή τον παρηγορούσε σχεδόν διαστροφικά, όπως όταν παιδιά ονειρευόμαστε να βλέπαμε από κάπου την κηδεία μας, σαν τον Τομ Σώγερ, είχα πιάσει και το δεύτερο ‘μετά θάνατον’ βιβλίο, του Ουελμπέκ. Δεν το έκανα επίτηδες, τυχαία έπεσα σε δυο βιβλία που είχαν κατά κάποιο τρόπο την ίδια οπτική. Εδώ  ο ήρωας είναι ένας ζωγράφος που κάνει το πορτραίτο του Ουελμπέκ σε κάποια φάση της καλλιτεχνικής του πορείας. Συναντάει έναν άνθρωπο απολύτως απομονωμένο και δυστυχή, που με δυσκολία σέρνει στο τέλος της κάθε μέρα, και ο οποίος κάποια στιγμή βρίσκεται δολοφονημένος στο σπίτι του με τρόπο νοσηρότατο. Ο αστυνόμος ο οποίος αναλαμβάνει την υπόθεση και δεν την ξεδιαλύνει, γίνεται κι ο ήρωας του τρίτου μέρους. Κουρασμένος, πικραμένος, και χορτάτος όπως ο ζωγράφος και όπως όλοι οι προηγούμενοι ήρωες του βιβλίου και των περισσότερων βιβλίων του Ουελμπέκ, μας βομβαρδίζει με τα συνήθη μηδενιστικά του αποφθέγματα, τόσο μανιακά, που είπαμε, πρέπει να διαβάζεται σε μικρές δόσεις. Η ανθρώπινη πρόοδος, οι δυτικές κοινωνίες, όλα τα πράγματα για τα οποία οι άνθρωποι μοχθούν απλώς επιτείνουν τη δυστυχία τους. Εντάξει, ως φιλοσοφική άποψη δεν είναι πρωτότυπη, αλλά οι ειδικοί επί των πραγμάτων στοχασμοί έχουν διεισδυτικότητα, χιούμορ και πίκρα. Υπάρχει μια υπερβολική δόση πίκρας. Ομολογώ ότι δεν καταφέρνω συχνά να τελειώνω τα βιβλία του, και υποπτεύομαι ότι αυτό το κατάφερα όχι επειδή σκοτώνει τον εαυτό του με φριχτό τρόπο μέσα, αλλά επειδή μεγαλώνοντας εκνευρίζομαι κι εγώ λιγότερο εύκολα, και μπορώ να απολαύσω ακόμα τον ευφυή σαρκασμό ακόμα και κάποιου που καταντά να θυμίζει επαρχιώτη γυμνασιάρχη ο οποίος θρηνεί νυχθημερόν τις χαμένες αξίες.
Τελειώνοντας και το δεύτερο βιβλίο αναρωτήθηκα πάντως αν ο καθένας από τους δύο έμαθε ότι ο άλλος είχε ένα παρόμοιο εύρημα και πώς του φάνηκε. Να την πούμε φαινόμενο αυτή τη σύμπτωση, ή να μη δώσουμε σημασία; Αυτοί οι τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους συγγραφείς μοιάζει σα να βάλθηκαν ταυτόχρονα να μας πείσουν για το πόσο άχαρη είναι η δουλειά τους και πόσο πρέπει να αποφεύγουμε να γνωρίσουμε από κοντά ανθρώπους σαν αυτούς. Εμένα τα κατάφεραν να με πείσουν. Αν αποφασίσω ποτέ να απολαύσω τη συντροφιά ενός ανθρώπου που με γοήτευσε η γραφή του, θα προσπαθήσω να βρω κάποιο ακόμα γραφτό του.

Παρασκευή 3 Αυγούστου 2012

Ο "αιρετικός" και ο "παραβάτης"

Photo of Vidal by Carl Van Vechten, 1948
Διαβάζω στα ΝΕΑ για τον Γκορ Βιντάλ, που πέθανε πριν δυο ή τρείς μέρες:
"...Κοιμήθηκε με τον Τζακ Κέρουακ, έκανε παρέα με την Τζάκι Ωνάση, έπαιξε μπουνιές με τον Νόρμαν Μέιλερ, υποδύθηκε τον εαυτό του στη «Ρόμα» του Φελίνι, αλληλογραφούσε με τον βομβιστή της Οκλαχόμα Τίμοθι ΜακΒέι, υπήρξε υποψήφιος των Δημοκρατικών για τη Γερουσία, ζήτησε την καταδίκη του Τζορτζ Μπους ως εγκληματία πολέμου, ήταν σε πόλεμο με τους «Νιου Γιορκ Τάιμς».. "
Βρε για δες, ιδέα δεν είχα για όλ' αυτά τα κατορθώματα. Μια καλοκαιρινή μέρα όμως, πριν αρκετά χρόνια, βρήκα σε ένα ράφι, σε ένα πολυσύχανστο εξοχικό, τον έκδοση τσέπης του "Ιουλιανού" στα αγγλικά, την πήρα και τη διάβασα. Ένιωσα να ανακαλύπτω την Αμερική, ή απλά τον Ιουλιανό και τον Γκορ Βιντάλ με τη μία. Απολαυστικό και διαφωτιστικότατο βιβλίο, με οδήγησε και σε άλλα δικά του, τα οποία με οδήγησαν σε περαιτέρω διαφωτιστικές απολαύσεις. Κανένα δεν με συγκλόνισε όσο το πρώτο εκείνο που είχα διαβάσει, ίσως επειδή ανέτρεπε όσα ήξερα μονομιάς για το χριστιανισμό και πώς επιβλήθηκε, για την ιστορία του αυτοκράτορα Ιουλιανού και για το σόι του, τον Κωνσταντίνο και τους διάφορους Κωνστάντιους μεταξύ αυτών, για τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία και την Ανατολή, για ολόκληρη εκείνη την περίοδο που τόσο μας έχει καθορίσει και τόσο μας αρέσει να την κάνουμε κλισέ.
Δεν ήξερα το όνομα του συγγραφέα όταν μάζεψα το ξένο βιβλιαράκι; Το ήξερα μάλλον, κάτι μου θύμιζε αόριστα, αλλά δεν είχα συγκεκριμένη εικόνα. Και δεν απόκτησα εικόνα του προσώπου του παρά μετά, όταν πια τον είχα γνωρίσει απο τα βιβλία. Άρα, όταν τον είχα δει νέο στη Ρόμα του Φελίνι δεν τον είχα προσέξει. Κι όταν έκανε δηλώσεις για τον Μπους που δημοσιεύονταν, η φωτογραφία τον έδειχνε γέρο φυσικά.
Ιδού λοιπόν πώς ήταν στα νιάτα του. Έζησε πολύ γεμάτη -και γαμάτη- ζωή. Ντροπή να μην τον ξέρω καθόλου ως άνθρωπο. Αλλά πάλι, κι η χαρά να ανακαλύπτεις ένα βιβλίο χωρίς την πίεση της μόδας, ή της βιογραφίας, ή της συζήτησης των πάντων γύρω απ' αυτό, είναι μεγάλη. Νιώθεις σαν εξερευνητής που ανακαλύπτει μια καινούργια χώρα, κι όταν σε καλοδέχονται σα να είσαι ο μοναδικός επισκέπτης, γιατί κάπως έτσι συμβαίνει με ένα καλό βιβλίο, η εμπειρία είναι μοναδική.
Κάποτε είχα παρακολουθήσει μαθήματα του Ρολάν Μπαρτ στο Κολλέγιο της Γαλλίας για τη λογοτεχνία και τους λογοτέχνες. Η βιογραφία, έλεγε, το πρόσωπο των συγγραφέων, πολύ συχνά επιζεί σαν μύθος ερήμην του έργου. Υπάρχουν συγγραφείς διάσημοι για τη ζωή τους που δεν τους διαβάζουν παρά ελάχιστοι. Το κοινό διψά για τη βιογραφία των συγγραφέων, ενώ εκείνοι βασανίζονται για να παράγουν έργο.
Θέλω να πω ότι είναι προφανώς σημαντικό να κοιμηθείς με τον Τζακ Κέρουακ, αλλά τελικά χαίρομαι που το μαθαίνω δεκαετίες μετά την προσωπική μου ανακάλυψη του βιβλίου για τον Ιουλιανό στο παλιό εξοχικό.

Αυτό που διάβασα στα ΝΕΑ http://www.tanea.gr/politismos/article/?aid=4742507
Η βιογραφία του στη Wikepedia http://en.wikipedia.org/wiki/Gore_Vidal


.

Κυριακή 22 Ιουλίου 2012

Σαν σπάνιο κοχύλι στην άμμο

Πέρασα δέκα μέρες δίπλα στη θάλασσα, τις μέρες του καύσωνα διαβάζοντας αδιακρίτως ό,τι βιβλία είχα αγοράσει, βρει, ξεθάψει. Τα βιβλία, ακόμα κι όσα μπορείς να κριτικάρεις εκ των υστέρων, σου χαρίζουν πάντα μια διαφυγή για όσο τα κρατάς, τουλάχιστον αν ξέρεις να μην τους αντιστέκεσαι.
Μόλις ξεκίνησα τα "Παιχνίδια κρίκετ" του Βασίλη Λαδά ένιωσα ένα αίσθημα ευγνωμοσύνης, βρίσκοντας πρόσωπα που η επικαιρότητα αλλοιώνει σε βαθμό απανθρωπιάς, πρόσωπα μεταναστών εννοώ. Κι ύστερα απο λίγο ξεπέρασα κι αυτή την ευγνωμοσύνη, τα πρόσωπα έγιναν πιο αληθινά απο τους αληθινούς μετανάστες, και τα παρακολούθησα όπως τους ήρωες τραγωδιών απο τους οποίους τίποτε δεν μπορεί να σε προστατεύσει γιατί το δράμα τους είναι η πανανθρώπινη αδυναμία. Ξέχασα και τις αποφάσεις μου, να αποφεύγω τα πολύ δραματικά, να αναζητώ κάτι ανάλαφρο κλπ. Μεγάλο βιβλίο αυτό το μικρό βιβλιαράκι. Και στην πραγματικότητα οι ήρωες του είναι ανάλαφροι, όπως είμαστε όλοι όταν τσαλαβουτάμε αθώα στην κινούμενη άμμο της πραγματικότητας.
Αναρωτιέμαι αν θα βρει την αναγνωριση που του αξίζει. Ήξερα τον Βασίλη Λαδά  ως ποιητή, πάντα ό,τι έγραφε ήταν εξαιρετικό, αλλά επειδή ζει στην Πάτρα ίσως, δεν είναι ιδιαίτερα γνωστός. Αυτό το πεζό είναι ένα μικρό διαμάντι, ελπίζω να το ανακαλύψουν οι αναγνώστες πεζογραφίας. 

Δευτέρα 25 Ιουνίου 2012

Βιβλιοθηκών το ανάγνωσμα

Το μαγαζάκι στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σκωτίας

Επισκέπτομαι τις βιβλιοθήκες σαν τουρίστας και μόνο. Δεν παίρνω βιβλία να καθίσω να διαβάσω. Δεν το συνήθισα, δεν το έκανα ποτέ αφότου τέλειωσα το σχολείο τουλάχιστον. Τη βιβλιοθήκη του σχολείου την είχα εξαντλήσει, αλλά ως εκεί. Στη Νομική Σχολή Θεσσαλονίκης δεν διάβηκα το κατώφλι της βιβλιοθήκης. Ας το σημειώσουν όσοι πιστεύουν ότι πρέπει να συνεχίσει η δωρεάν παροχή βιβλίων στα ΑΕΙ. Οι φοιτητές αποστηθίζουν το δωρεάν τους και δεν μαθαίνουν ποτέ να αναζητούν κάτι άλλο, δεν μαθαίνουν να μαθαίνουν. Αλλά τώρα το θέμα μας είναι άλλο.
Τα βιβλία που έχω διαβάσει στη ζωή μου ήταν πάντα δικά μου ή δανεισμένα. Δεν πήγαινα στη δανειστική βιβλιοθήκη της γειτονιάς μου, εξάλλου δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Στο Παρίσι πλησίαζα με δέος τις μικρές βιβλιοθήκες του τμήματος που σπούδαζα, νιώθοντας πάντα ότι κάτι εύθραυστο θα αναποδογυρίσω με τον αγκώνα μου, ή ότι θα πω κάποια βλακεία. Η σοφία του κόσμου συγκεντρωμένη στα ράφια με κοίταζε αβάσταχτα αυστηρά.
Για έναν άνθρωπο που του αρέσει το διάβασμα καταντά διχασμός προσωπικότητας. Αποφάσισα κάποια στιγμή να κάνω ρεπορτάζ στην Εθνική Βιβλιοθήκη, για να το ξεπεράσω. Έκανα το ρεπορτάζ, αλλά δεν το ξεπέρασα. Επισκέφτηκα τη Γεννάδειο, αλλά πάλι δεν γιατρεύτηκα. Είδα και τη Βιβλιοθήκη του Δήμου Αθηναίων στο σταθμό Λαρίσης, εκεί δεν έπαθα τίποτε, αλλά δεν με έπεισε καν ότι είναι βιβλιοθήκη. Οι βιβλιοθήκες πρέπει να έχουν κάποια ατμόσφαιρα, δεν γίνεται να μοιάζουν με αποθήκες. Ένα δέος να το υποβάλουν, αλλά όχι τρόμο. Όπως οι εκκλησίες, που σέβεσαι μεν, προχωράς δε. Περισσότερη άνεση νιώθω σε εκκλησίες δυστυχώς, παρά σε βιβλιοθήκες, παρόλο που θα ήθελα να είναι αντίστροφο.
Συνεχίζω τα ρεπορτάζ. Μέχρι να φτάσω στο σημείο να ξυπνάω με την επιθυμία ενός βιβλίου και να το αναζητώ σε κάποια βιβλιοθήκη, θα πηγαίνω σαν τουρίστρια όπου βρίσκομαι και θα φωτογραφίζω εξωτερικά και εσωτερικά βιβλιοθηκών. Αν μπορώ να πίνω καφέ επί τόπου και να αγοράζω κάποιο σουβενίρ, θα το κάνω κι αυτό. Το χειμώνα είχα γράψει για πωλήσεις σουβενίρ στις βιβλιοθήκες επειδή είχα αγοράσει ένα από τη βιβλιοθήκη της Ουψάλας, και με είχαν ειρωνευτεί καταλλήλως οι αναγνώστες του Protagon. Δεν πειράζει. Στο Εδιμβούργο πήγα στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Σκωτίας, ήπια καφέ, έφαγα κέικ και είδα μια μεγάλη έκθεση με σκωτσέζικες ταινίες και αφίσες. Θα έχουν και εδώ οικονομικά προβλήματα, πρέπει να προσελκύουν κόσμο, αν και δωρεάν καλοδέχονται κάποιο κέρδος, και θέλουν να θυμίζουν ότι σε κάτι χρησιμεύει η ύπαρξη τους. Απέναντι έχει μια άλλη βιβλιοθήκη, πιο σεμνή, λιγότεροι καφέδες και σουβενίρ, εκθέσεις αρκετές. Αυτές τις μέρες έχει έκθεση για το Κοράνι, που επιμελήθηκε η μουσουλμανική κοινότητα.
Τα παιδικά στο μαγαζάκι της Βιβλιοθήκης
Στη δική μας, την εθνική εννοώ, θα μπορούσαν να αρχίσουν πειραματικά με ένα κιόσκι εκεί μπροστά, στην τουαλέτα περιστεριών που είναι η πρόσοψη της, να πουλάνε κάρτες και καταλόγους των χειρογράφων που έχει μέσα, διότι έχει μερικά εξαιρετικά χειρόγραφα απ’ ότι θυμάμαι. Αντί για τα προεκλογικά περίπτερα και γενικότερα τις πολιτικολογούσες εγκαταστάσεις, θα είχε ενδιαφέρον κάτι τέτοιο, και θα ωφελούσε τον τουρισμό. Μπορείτε να με βρίσετε πάλι, δεν έχω πρόβλημα, αρχίζω να συνηθίζω αυτή τη λειτουργία του διαδικτύου, που είναι κυρίως να σε κάνει ανθεκτικό σε επιθέσεις. Να δούμε πότε θα συνηθίσω και τις βιβλιοθήκες που σε καλωσορίζουν θερμά και σε ενθαρρύνουν να ανοίξεις τα βιβλία. 
Από το Protagonhttp://www.protagon.gr/?i=protagon.el.vivlia&id=16367

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Φεστιβάλ Βιβλίου: επιστροφή στο σπίτι



Το Φεστιβάλ Βιβλίου επιστρέφει κι αυτό ‘στο σπίτι του’. Αυτή η έκφραση, που ακούστηκε πολύ σχετικά με διάφορες πολιτικές επιστροφές, μου ήρθε στο μυαλό βλέποντας τα περίπτερα να στήνονται ξανά, μετά από τόσα χρόνια, στη φαρδιά αλέα του πάρκου, πίσω από το άγαλμα του Κωνσταντίνου. Εκεί που γινόταν επί σειρά ετών το Φεστιβάλ και ζωντάνευε τα εαρινά μας απογεύματα και τις βόλτες μας με τα παιδιά. Στη στρογγυλή του πλατεία ερχόταν ένα συγκρότημα Ινδιάνων που έπαιζε μουσική των Άνδεων με πνευστά, έκτοτε έχει γίνει διάσημο. Τα παιδιά ξετρελαίνονταν, βράδιαζε και προσπαθούσαμε οι μεγάλοι να κερδίσουμε λίγο χάζεμα βιβλίων και τα παιδιά χάζεμα της μουσικής τους.
Πέρασε πολύς καιρός από τότε, και το πάρκο πέρασε πολλές περιπέτειες. Τότε, θυμάμαι, γκρινιάζαμε που οι υπεύθυνοι του Φεστιβάλ αργούσαν να μαζέψουν τα υλικά όταν τέλειωνε η έκθεση. Πού να φανταστούμε τι θα ακολουθούσε; Το Πεδίο του Άρεως πέρασε από σαράντα κύματα. Κάποια στιγμή είχε γίνει διαρκής χώρος εκθέσεων, ερχόταν η έκθεση φυτών, η πασχαλινή αγορά, η χριστουγεννιάτικη αγορά. Αυτή η τελευταία το είχε καλύψει ολόκληρο, τρόμαζες πια να βρεις το πράσινο. Για μια περίοδο το Πεδίο Άρεως είχε γίνει κάτι σαν ελεύθερο οικόπεδο, περνούσαν από μέσα ανενόχλητα αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες, οι φύλακες στις παιδικές χαρές πήραν σύνταξη και δεν αντικαταστάθηκαν, μια εικόνα εγκατάλειψης άρχισε να κυριαρχεί. Ψάχναμε τότε να βρούμε αρμόδιους, ήταν το ΥΠΕΧΩΔΕ; Ήταν κάποιος οργανισμός; Πού να αποταθούμε; Κι ανεπαίσθητα η γκρίνια έγινε κάτι σαν ακραίο κίνημα, δεν αρκούσε να ζητάμε να είναι καθαρό το Πεδίο Άρεως και ασφαλείς οι κούνιες κι οι τραμπάλες. Μερικοί ήθελαν να γκρεμιστεί κι ο Πανελλήνιος, να κλείσουν τα καφενεία, να μην υπάρχει τίποτε. Κι οι άλλοι, της άλλης πλευράς οι ακραίοι, να μπουν κάγκελα, να μην περνά κανείς, να μπαίνεις με εισιτήριο. Κάποια στιγμή μπήκαν τα κάγκελα, σηκώθηκε φράχτης ακόμα και στις πόρτες! Άντε ξανά διαμαρτυρίες, φωνές, ακτιβισμός που ξεκινούσε για να ανοίξει τις πόρτες και πήγαινε να τα σαρώσει όλα. Το Πεδίο του Άρεως έγινε πεδίο αναμέτρησης όλων των φαινομένων κρατικής κακοδιαχείρισης από τη μία και ακροτήτων των ακτιβιστικών ομάδων από την άλλη. Μια μικρογραφία ασυνεννοησίας στα πιο απλά και ουσιώδη πράγματα, τόσο χαρακτηριστική των εμμονών που έχουν φτάσει να μας ταλαιπωρούν παντού.
Τώρα έχει πια τελειώσει η ανάπλαση, είναι πιο πράσινο από πριν το πάρκο, ένα χάρμα, αλλά έχει πια γίνει κλισέ δημοσιογραφικό, μόδα να γκρινιάζουν όλοι. Σε κάθε έντυπο, εκπομπή, κανάλι, σταθμό, σάιτ, σέρνεται μια γκρίνια που καταντά δυσφήμηση. Που δεν είναι όλα τέλεια τέλος πάντων, που δεν τρέχει συνέχεια καθαρό κρυστάλλινο νερό στα ποταμάκια, που δεν τα κλαδεύουν όλα καθημερινά, που … που… που…
Για να δούμε τώρα, που γυρίζει το Φεστιβάλ Βιβλίου στο σπίτι του, μάλλον στον κήπο του, μετά τόσα που περάσαμε, θα εκτιμήσουν αυτή τη ζωντάνια, ή θα βρουν πάλι να γκρινιάξουν;

Σάββατο 10 Μαρτίου 2012

Οι αναγνώσεις και οι γραφές του Δημήτρη Φύσσα


Προσέξτε το εξώφυλλο του βιβλίου
Πώς να αντισταθείς σε ένα βιβλίο που έχει τίτλο «Ο αναγνώστης του Σαββατοκύριακου»; Δεν αντιστέκεσαι. Σε τραβάει στην ευρηματική του ιστορία. Οι ήρωες του είναι αναγνώστες, ή γίνονται αναγνώστες από ανάγκη, αλλάζουν από την ανάγνωση, διαβαίνουν τα στάδια της προσέγγισης με τα βιβλία ή της απομάκρυνσης από αυτά. Η αφήγηση είναι θελκτική, αλλά δεν κατέληξα αν αυτό συμβαίνει επειδή έχει να κάνει με την ‘άκακη λόξα της Λογοτεχνίας’ όπως την ονομάζει ο συγγραφέας, μια λόξα που μοιράζομαι, ή επειδή η ζωντάνια των ηρώων τους κάνει ακαταμάχητα οικείους. Ίσως και τα δυο μαζί, με κάποιο τρόπο.
Η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου εκτός από το να διαβάζει κάνει και διαδρομές με τον ηλεκτρικό. Βικτώρια –Κηφισιά, μεταξύ άλλων. Κάνει βέβαια και διαδρομές στη ζωή της, αλλά δεν θα γράψω εδώ κι όλη την πλοκή. Οι ιστορίες του Φύσσα έχουν πάντα πολύ πρωτότυπες ιδέες, θυμάστε την «πλατεία Λένιν πρώην Συντάγματος»; Εντάξει, εκείνη είχε πολλή φαντασία, ξεκινώντας από την υπόθεση ότι ο ελληνικός εμφύλιος είχε διαφορετική έκβαση. Ο ‘αναγνώστης’ διαδραματίζεται στον αληθινό μας κόσμο, αλλά πάλι υπάρχει μια υπερβατική, ας πούμε, ιδέα, η δυνατότητα της ηρωίδας να προσεγγίσει τη λογοτεχνία σε σχετικά ώριμη ηλικία. Δεν είναι και μικρό πράγμα.
Μιλώντας για βιβλία το βιβλίο αναγκαστικά μιλάει και για συγγραφείς, κι επ’ αυτού θαύμασα άλλη μια φορά την ακριβοδίκαιη νηφαλιότητα του Φύσσα. Δεν είναι καθόλου απλό σε μια χώρα που οι συγγραφείς επιδεικνύουν για τους ομοτέχνους τους κυρίως απαξίωση, άγνοια και αδιαφορία, όταν δεν γίνονται επιθετικοί, να μπορείς να έχεις τέτοια στάση. Ο Φύσσας είναι γενναιόδωρος, ή μάλλον αντικειμενικός, εκτιμά τη δουλειά των συναδέρφων του και το λέει χωρίς κόμπλεξ. Σπάνια στάση.
Πρέπει να πω, μια και μιλάω για τον συγγραφέα, ότι θαυμάζω και την εργατικότητα του. Πότε προλαβαίνει και γράφει βιβλία, κείμενα σε εφημερίδες, σε περιοδικά, σε λεξικά, ετοιμάζει τώρα και μια εκπομπή στο σάιτ της Athens Voice; Και κυρίως διαβάζει, τόσα βιβλία από τα οποία δίνει μια γεύση στο δικό του, και τη δίνει χωρίς τον ψυχαναγκασμό της πολυξεροσύνης, σα μια μπουκιά γλυκό που σου προσφέρει μια μαγείρισσα βγαίνοντας για λίγο από την κουζίνα της και καλώντας σε να δοκιμάσεις. 

Δευτέρα 5 Μαρτίου 2012

Unmarried Athens

To ξεκίνησα πριν ένα μήνα. Το διαβάζω αργά, ταυτόχρονα με άλλα βιβλία,δεν το βιάζομαι. να το ευχαριστηθώ. Έχει ήρωες φοιτητές, έχει απλή γλώσσα, όχι όπως τα προηγούμενα του Ευγενίδη, απλή ιστορία επίσης. Φοιτητική ζωή στην Αμερική τη δεκαετία του 80.
Χτες βράδυ ήμουν στη μέση περίπου, όπου ο ένας ήρωας, ο αυτοβιογραφικός ήρωας,  γυρίζει την Ευρώπη με το φίλο του και επισκέπτεται την Ελλάδα, χώρα των προγόνων του:

By late November they reached Greece. From Brindisi they had taken a ferry smelling of diesel fuel for Piraeus and found a room in a hotel not far from Syntagma Square. Gazing from the balcony of this hotel, Mitchell had a revelation. Greece wasn’t part of Europe. It was the Middle East. Flat-roofed gray high-rises like the one he was in extended all the way to the hazy horizon. Steel girders protruded from the roofs and exteriors, making the buildings look barbed, bristling against the arid atmosphere. He might have been in Beirut... 
Σταμάτησα απότομα το διάβασμα κι έκλεισα το βιβλίο. Θα το συνεχίσω στο πάρκο νομίζω αυτό το κομμάτι. Μια μέρα με λιακάδα, να το αντέξω. Είναι σκληρό σαν τις σελίδες της επιβίβασης των αδερφών αιμομικτών στο πλοίο, στο Middlessex. Mπορεί να τ' αφήσω και για το καλοκαίρι, σε μια παραλία. Αισθάνομαι το χιούμορ μου να έχει πιάσει πάτο.

Κυριακή 26 Φεβρουαρίου 2012

Η Femme Fatale του φεμινισμού


Ανάμεσα στη φήμη και στη διαστρέβλωση, στα βιβλία που έχουμε διαβάσει και στη θεοποίηση, η πυκνή αφήγηση της ζωής της Σιμόν ντε Μπωβουάρ από την Υγκέτ Μπουσαρντώ πλέκει ένα νήμα που δίνει νόημα, θέση και ερμηνεία στα φεμινιστικά και στα πολιτικά ζητήματα της εποχής της και στις επιλογές της. Σχεδιάζει έτσι μια πολύπλευρη πραγματική προσωπικότητα στις πραγματικές διαστάσεις της. [ΤΒJ]

Από το  Books' journal
Παρουσίαση του βιβλίου της 
Huguette Bouchardeau, Σιμόν ντε Μπωβουάρ, μετάφραση: Μήνα Πατεράκη – Γαρέφη, Κίχλη, Αθήνα 2010, 480 σελ.


Μια Κυριακή του 1921, η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, δεκατεσσάρων χρονών, κόρη καλής οικογενείας, αρνήθηκε να πάει στην εκκλησία με τους γονείς της. «Έχασα την πίστη», τους δήλωσε. Δεν ήταν περήφανη  για το γεγονός και δεν μίλησε με αναίδεια. Ήταν λυπημένη που είχε χάσει κάτι πολύτιμο, κάτι με το οποίο είχε μεγαλώσει. Επιπλέον ήταν αποφασισμένη να είναι ειλικρινής με τους δικούς της. Θα της ήταν εύκολο να πει ψέματα, ότι πάει στην εκκλησία, και να κάνει κοπάνα, όπως ήδη είχε κάνει μια φορά. Τότε, είχε πάει σε μια γέφυρα του Σηκουάνα, χάζεψε πολύ, στοχάστηκε πολύ και πήρε μια απόφαση που θα τηρούσε σε όλη της τη ζωή: να λέει την αλήθεια για τα πράγματα που της συνέβαιναν, να εξηγεί, να προσπαθεί να διατυπώσει τις ιδέες της, να διεκδικεί την αποδοχή της αληθινής προσωπικότητάς της.
Υπήρξε συνεπής. Όλη η ζωή της ήταν η περιπέτεια της ειλικρίνειας  απέναντι στον κόσμο και στον εαυτό της, η περιπέτεια ενός ανθρώπου που αποφασίζει να ζήσει ελεύθερα, σε αρμονία με τις επιθυμίες και τις φιλοδοξίες του, διεκδικώντας επιπλέον το δικαίωμα αυτό πολιτικά και φιλοσοφικά. Θα μπορούσε, εκείνη την Κυριακή της εφηβείας της, να κάνει κάτι πιο απλό: να προσποιηθεί πονοκέφαλο, να συμβιβαστεί με λίγη υποκρισία. Κάτι που θα έκαναν πολλοί άνθρωποι στη θέση της. Αλλά επέλεξε άλλο δρόμο.
Με την αφήγηση αυτής της μέρας αρχίζει η Υγκέτ Μπουσαρντώ τη βιογραφία της Σιμόν ντε Μπωβουάρ. Μια ακόμα βιογραφία της. Πώς το σκέφτηκε να γράψει αυτό το βιβλίο; Δεν έχουν ειπωθεί τα πάντα για τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ; Η ίδια πρώτα απ’ όλα κατέγραψε εξονυχιστικά τη ζωή της, όχι μόνο στα μυθιστορήματα, που ήταν αυτοβιογραφικά τα περισσότερα, αλλά και στα ημερολόγια, τις σημειώσεις, τις επιστολές της. Όταν ακόμα ζούσε είχαν εκδοθεί τόμοι επί τόμων, η ζωή της ήταν πασίγνωστη στα πέρατα του κόσμου, πολύ περισσότερο κι από το έργο της. Στα γεράματά της γνώρισε δυο βιογράφους της, ή μάλλον τρεις, δυο που αποτελούσαν ομάδα και μία ακόμα ξεχωριστά, με τις οποίες πέρασε λίγο καιρό καθώς γράφονταν ταυτόχρονα δυο βιογραφίες. Χώρια οι άλλες, οι ανεπίσημες, χώρια οι συνεντεύξεις, οι αφηγήσεις, τα άρθρα, τα ρεπορτάζ, οι φωτογραφίες, οι αναφορές στον Τύπο σε όλη τη διάρκεια της ζωής της. Τι έμενε να ειπωθεί και να γραφτεί ακόμα;
Η Υγκέτ Μπουσαρντώ, πολιτικός της Αριστεράς, του τροτσκιστικού χώρου, υποψήφια πρόεδρος το 1981, ύστερα υπουργός Περιβάλλοντος στην κυβέρνηση του Μιττεράν, εκδότρια, ακτιβίστρια του φεμινιστικού κινήματος, βιογράφος πολλών ξεχωριστών γυναικών, από τη Γεωργία Σάνδη ώς τη φιλόσοφο Σιμόν Βέηλ και τη Σιμόν Σινιορέ, δηλώνει και τις δικές της επιφυλάξεις, θυμίζοντας στην εισαγωγή πόσο πολύ αυτοβιογραφήθηκε η Σιμόν ντε Μπωβουάρ, και στα μυθιστορήματά της και στα Απομνημονεύματά της. Τα χρόνια του φεμινιστικού κινήματος την είχε γνωρίσει, είχαν συνεργαστεί σε γυναικείες ομάδες, αλλά η συστολή την εμπόδιζε να προσπαθήσει να την πλησιάσει περισσότερο. Αποφάσισε να γράψει τη βιογραφία με όλη τη «δέουσα περίσκεψη», όπως λέει, η οποία ευτυχώς δεν την εμποδίζει να είναι ολοζώντανη και ενδιαφέρουσα. Στις σελίδες της ξαναβρίσκουμε τη Σιμόν ντε Μπωβουάρ με ανθρώπινες διαστάσεις, παρακολουθούμε τις δυσκολίες και τα διλήμματά της, διασχίζουμε μαζί την εποχή της και καταλαβαίνουμε περισσότερο τη στάση της σε διάφορα ζητήματα, φεμινιστικά και πολιτικά. Καταλαβαίνουμε και τη μεταμόρφωσή της σε ένα είδος ειδώλου που αλλοίωνε το αληθινό της πρόσωπο. Ανάμεσα στη φήμη και στη διαστρέβλωση, στα βιβλία που έχουμε διαβάσει και στη θεοποίηση, η πυκνή αυτή αφήγηση της πραγματικής ζωής ενός ανθρώπου πλέκει ένα νήμα που δίνει νόημα, θέση και ερμηνεία σε όλ’ αυτά, και σχεδιάζει μια πολύπλευρη προσωπικότητα.


Ελευθερία και αντιφάσεις
Υπάρχει ένα παράδοξο στη ζωή και στο έργο της Σιμόν ντε Μπωβουάρ: στο ξεκίνημά της υπήρξε το παιδί - θαύμα μιας αστικής οικογένειας που αποφάσισε να αποτινάξει τα δεσμά της τάξης του και να ζήσει όσο πιο ελεύθερα και πιο έντονα γινόταν. Στη συνέχεια, όμως, βρέθηκε στρατευμένη σε κινήματα, στο κίνημα της Απελευθέρωσης των Γυναικών κυρίως, αλλά όχι μόνο σ’ αυτό, καθώς ο δεσμός της με τον Σαρτρ την οδηγούσε και σε αριστερές πολιτικές δεσμεύσεις. Συχνά ο τρόπος ζωής της ήταν απολύτως αντίθετος με τα καθεστώτα που βρέθηκε να υποστηρίζει. Είχε σκανδαλίσει τη μοντέρνα Γαλλία, ολόκληρο τον δυτικό κόσμο, όταν, ενώ διεκδικούσε απόλυτη ατομική ελευθερία, από την άλλη βρισκόταν να συντρώγει με τον Φιντέλ Κάστρο στην Κούβα ή να υπερασπίζεται τους λεγόμενους κινεζόφιλους στο Παρίσι, να ενισχύει δηλαδή καθεστώτα ανελεύθερα. Αν προσπαθεί κανείς να καταλάβει εκ των υστέρων την εποχή και τις παρεξηγήσεις της, τις ουτοπίες και τις ψευδαισθήσεις της, η πυκνή και απολαυστικά γραμμένη αυτή βιογραφία είναι ένα θαυμάσιο βοήθημα αναστοχασμού. Σε μια εποχή που μπαίνει θέμα ελευθερίας να φορούν οι γυναίκες μπούργκα στους δρόμους των ευρωπαϊκών πόλεων, η ιστορία της ζωής μιας γυναίκας που ξεκίνησε χειραφετώντας τη ζωή της και, εν συνεχεία, γράφοντας το Δεύτερο φύλο, το βιβλίο που υπήρξε η βίβλος του φεμινισμού, μας βοηθά να τα ξανασκεφτούμε όλα από την αρχή.
Η Υγκέτ Μπουσαρντώ εξηγεί ότι επειδή είχε πάρα πολύ υλικό επέλεξε να χτίσει κάθε κεφάλαιο γύρω από μια ημερομηνία της ζωής της Μπωβουάρ, τεχνική που είχε ακολουθήσει και στη βιογραφία της Γεωργίας Σάνδη, περιγράφοντας επάλληλους κύκλους γύρω από αυτό το γεγονός. Η πρώτη τέτοια ημερομηνία είναι η Κυριακή εκείνη κατά την οποία η Μπωβουάρ, στα δεκατέσσερα χρόνια της, δήλωσε ότι είχε χάσει την πίστη. Η δεύτερη είναι η ημερομηνία που βρίσκεται γραμμένη στο πρώτο γράμμα της πλούσιας αλληλογραφίας της με τον Ζαν-Πωλ Σαρτρ. Τον γνώρισε στο Πανεπιστήμιο μαζί με άλλους νεαρούς διανοούμενους και πέρασαν μαζί τις εξετάσεις του εθνικού διαγωνισμού πρόσληψης καθηγητών μέσης εκπαίδευσης, την περίφημη Agrégation. Πρώτος πέρασε ο Σαρτρ, ένα χρόνο μεγαλύτερος, που είχε ξαναδώσει, δεύτερη η Μπωβουάρ. Ο Σαρτρ ήταν απόφοιτος των πιο περιζήτητων Λυκείων και της Εκόλ Νορμάλ, ενώ η Μπωβουάρ είχε φτάσει ως εκεί από πολύ πιο άσημους δρόμους, από σχολές σχεδόν περιθωριακές, όπως ήταν η μοίρα των περισσότερων γυναικών που ήθελαν εκείνα τα χρόνια να σπουδάσουν.
Η φοιτητική της ζωή υπήρξε συναρπαστική. Από τη μία συσσώρευε τα διπλώματα, από την άλλη έκανε την επανάστασή της με διάφορους τρόπους: από το να ξενυχτάει σε κακόφημα μέρη, να πίνει και να κάνει τρέλες, μέχρι να στρατευτεί σε μια ομάδα επιμόρφωσης εργατών και να παραδίδει μαθήματα γαλλικής λογοτεχνίας σε εργάτριες. Ταυτόχρονα, από τη στιγμή που είχε αποφασίσει να γίνει συγγραφέας, έκανε διάφορες απόπειρες συγγραφής μυθιστορημάτων με ηρωίδες που της έμοιαζαν. Ο εαυτός της υπήρξε πάντα ο αγαπημένος της ήρωας, και πρέπει να παραδεχτούμε ότι η ριψοκίνδυνη στάση της ειλικρίνειας που είχε υιοθετήσει την έκανε εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ακόμα και στα ίδια της τα μάτια. Παρατηρούσε τη ζωή της ενώ τη ζούσε, και η παρατήρηση τη βοηθούσε να στέκεται στο ύψος των δύσκολων περιστάσεων.
Τη χρονιά που γνώρισε τον Σαρτρ και συνδέθηκε μαζί του έχασε τη φίλη των σχολικών της χρόνων, τη Ζαζά, η οποία είχε στα μάτια της όλα όσα εκείνη νόμιζε ότι στερούνταν. Είχε φυσική γοητεία, ανεμελιά και χάρη, ήταν έξυπνη, ήταν πρόσχαρη, τολμηρή, γοητευτική, και διέπρεπε χωρίς κόπο στα μαθήματα, εκεί που η Σιμόν έπρεπε να μελετήσει πολύ για να διακριθεί,. Τα είχε όλα δηλαδή, ακόμα και χρήματα, ανήκε σε μια μεγάλη, πλούσια οικογένεια με πολλά παιδιά που απολάμβαναν ελευθερίες αδιανόητες για τη Σιμόν και την αδελφή της, την Πουπέτ. Η Σιμόν και η Ζαζά είχαν περάσει τη σχολική ζωή τους μέσα στις χαρές, τιςλύπες και τις συγκινήσεις της άμιλλας για τις επιδόσεις στα μαθήματα. Σε όλη τη ζωή της η Σιμόν είχε να αναμετριέται με τέτοιες ακαταμάχητες γυναίκες, ιδίως για τον έρωτα του Σαρτρ, και χρησιμοποιούσε τα ίδια όπλα που είχε στην άμιλλα με τη Ζαζά. Ήταν εργατική, απίστευτα έως ψυχαναγκαστικά οργανωμένη, αφοσιωμένη σε στόχους, γεμάτη επιθυμίες και ανοιχτή σε ιδέες και εμπειρίες.
Ο ερωτικός δεσμός της Μπωβουάρ με τον Σαρτρ σφραγίστηκε με ένα μυστικό συμβόλαιο μη δεσμού, που περιλάμβανε ωστόσο πολύ σοβαρές δεσμεύσεις. Μια από αυτές ήταν η συμφωνία για πλήρη ειλικρίνεια μεταξύ τους. Η Σιμόν είναι για τον Σαρτρ η βασική σχέση, κατά δήλωσή του. Την ονομάζει «αναγκαία σχέση» και διατηρεί το δικαίωμα να έχει κι άλλες σχέσεις που δεν είναι αναγκαίες – για την ακρίβεια το διατηρούν και οι δυο, αλλά ο Σαρτρ έκανε πολύ περισσότερη χρήση. Βεβαίως, και η Μπωβουάρ έζησε παράλληλα έναν ή δύο μεγάλους έρωτες και μερικούς μικρότερους, για τους οποίους τον ενημέρωνε ανελλιπώς, αλλά κυρίως εκείνος ήταν ο μέγας γόης. Τον ενδιέφεραν δε μόνο οι γυναίκες – και δεν είχε προβλήματα σαν εκείνα της Μπωβουάρ, που ενέπνεε έρωτα σε γυναίκες και δυσκολευόταν να ανταποκριθεί.
Η καθημερινότητα της επιλογής αυτής, το 1929, έστω κι αν έγινε στο Παρίσι, μια πόλη με παράδοση ελευθερίας, δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε ένας αγώνας που κράτησε ως το θάνατο του Σαρτρ. Αγώνας ισορροπίας των προσωπικοτήτων τους, δικαιοσύνης στη σχέση, κατανόησης και σύμπλευσης. Το ζευγάρι θα γίνει διάσημο σιγά σιγά, το μυστικό του συμβόλαιο θα γίνει πασίγνωστο, ο τρόπος ζωής του θα δημιουργήσει σκάνδαλο που θα το κάνει ακόμα πιο διάσημο, προπαγανδίζοντας την ελευθερία στις ερωτικές σχέσεις. Εννοείται ότι, όπως με όλους τους νεωτεριστές, το ζεύγος Μπωβουάρ-Σαρτρ θα εμπνεύσει τρομερές αντιπάθειες, θα συκοφαντηθεί και θα κατηγορηθεί για τα πάντα και τα αντίθετά τους – καθώς μάλιστα, σαν ζεύγος φιλοσόφων, δεν προτείνει απλά έναν τρόπο ζωής αλλά ένα πρότυπο. Όσες αντιρρήσεις κι αν έχει κανείς, όσο κι αν σκανδαλίζεται, δεν μπορεί να μην παραδεχτεί ότι η αντοχή του σε όλ’ αυτά και η μακροημέρευση της σχέσης ταρακούνησαν τους παραδοσιακούς θεσμούς όσο χρειαζόταν η εποχή με τις τεράστιες αλλαγές της.
Τα χρόνια πριν από τον πόλεμο Μπωβουάρ και Σαρτρ ήταν καθηγητές σε Λύκεια. Φρόντιζαν να συναντιούνται κάθε τόσο, απέκτησαν τη συνήθεια να κάνουν μεγάλες διακοπές μαζί. Όχι όμως πάντα μόνοι τους. Υπήρχαν στην παρέα, συχνά, οι παλιές αγαπημένες του Σαρτρ, γυναίκες ξεχωριστές, με τους νέους εραστές τους, κι όταν εξαντλήθηκε το πάνθεον των παλιών εγκαινιάστηκε το πολύ μεγαλύτερο των καινούργιων. Γύρω τους σχηματίστηκαν κύκλοι φίλων, κάποιες εκ των οποίων ήταν ερωμένες του Σαρτρ και σπανιότερα, και διακριτικότερα, κάποιοι εραστές της Μπωβουάρ. Με τα χρόνια, όσες σχέσεις από αυτές αποδειχτούν ανθεκτικές θα δημιουργήσουν μια μικρή, ή μάλλον μια μεγάλη, οικογένεια. Μπορεί κανείς να σκεφτεί, διαβάζοντας την ιστορία αυτής της ζωής, ότι και με ανθρώπους που επιλέγουν οι μεν τους δε και προσπαθούν όλοι μαζί να επινοήσουν νέες σχέσεις, έξω από τα στερεότυπα της φιλίας, του ζευγαριού, της οικογένειας, γεννιούνται τα ίδια πάνω-κάτω προβλήματα ανταγωνισμού, ζήλειας, ευθιξίας, εγωισμών που υπάρχουν και στα στερεότυπα. Πάντως, οι φιλόσοφοι το πάλεψαν.  Η Μπωβουάρ προσπαθούσε να περιγράψει και να αναλύσει τα πάντα, και στον Σαρτρ και στα ημερολόγια και στα βιβλία της, εξημερώνοντας τα πάθη με το λόγο. Ως το τέλος της ζωής της θα γράφει ημερολόγια και επιστολές, αναλύοντας και τακτοποιώντας τα συναισθήματά της, τις σχέσεις με τους ανθρώπους και τις ιδέες της. Δύσκολη δουλειά η απόφαση να ζήσει κανείς με απόλυτη ειλικρίνεια, με ελευθερία στον έρωτα και σεβασμό στην ελευθερία του άλλου. Δύσκολη και χειρωνακτική. Ένας λόγος που η Μπωβουάρ την έβγαλε πέρα ήταν, προφανώς, η εργατικότητά της, αυτό το συνεχές γράψιμο.
Η τρίτη ημερομηνία που διάλεξε η βιογράφος είναι πάλι από ένα γράμμα που στέλνει η Μπωβουάρ στον Σαρτρ από την εξοχή. Ήταν δεινή οδοιπόρος, περπατούσε μόνη της ή με παρέα που συχνά εξοντωνόταν να την ακολουθεί, χωρίς ειδικό εξοπλισμό αλλά με αυστηρό πρόγραμμα, και εκεί. Θυμίζει τον οδοιπόρο Ζαν-Ζακ Ρουσώ, που επίσης διέσχισε την Ευρώπη με τα πόδια. Ο Σαρτρ την ακολουθούσε μερικές φορές, όπως όταν είχαν περπατήσει στην Αλσατία την οποία θεωρούσε χώρα των προγόνων του. Η Μπωβουάρ λάτρευε τη φύση από παιδί, την είχε αγαπήσει τα καλοκαίρια που πήγαινε στο κτήμα του παππού της. Μόλις πλησίαζε η άνοιξη έπρεπε οπωσδήποτε να φύγει για μεγάλες φυσιολατρικές εξορμήσεις.
Ξεκινώντας την καριέρα της ως καθηγήτρια διορίστηκε στη Μασσαλία, την οποία περπάτησε εξαντλητικά τις ελεύθερες ώρες της για να τη γνωρίσει καλά. Όταν εξάντλησε την πόλη, πήρε τα βουνά. Περπατούσε μόνη της, χωρίς ιδιαίτερο ορειβατικό εξοπλισμό αλλά με τέλεια οργανωμένο πρόγραμμα. Η πειθαρχία τής χάριζε ελευθερία. Συνέχισε να πεζοπορεί σε όλη της τη ζωή, όσο την κρατούσαν τα πόδια της.
Στις προπολεμικές  εκείνες διακοπές ταξίδευαν με τον Σαρτρ. Επισκέφθηκαν την Ιταλία, ύστερα την Ισπανία, τέλος το Βερολίνο. Ενοχλήθηκαν από την παρουσία των φασιστών στην Ιταλία και των ναζί στη Γερμανία, αλλά γενικά δεν ήθελαν να ασχολούνται με την πολιτική. Για την Μπωβουάρ, που άρχισαν να τη φωνάζουν όλοι Κάστορα, επειδή υποτίθεται ότι το όνομα Μπωβουάρ θυμίζει την αγγλική λέξη beaver, αλλά κι επειδή «σαν κάστορας χτίζει και διαρκώς δουλεύει μεθοδικά», η πολιτική θα μπορούσε να τους εμποδίσει να είναι παραγωγικοί. Κι εκείνοι είχαν συγγραφικές φιλοδοξίες. Ο Σαρτρ ξεκίνησε να γράφει τη Ναυτία και ο Κάστορας δούλευε ξανά και ξανά τα δικά του μυθιστορήματα. Γοητευτικές γυναίκες από το παρελθόν του Σαρτρ διασταυρώνονται στη ζωή τους, κι εμφανίζεται και μια «καλεσμένη» για το μέλλον: η Όλγα Κοζάκιεβιτς που ήταν δική της μαθήτρια, η οποία θα συνδεθεί με τον Σαρτρ. Και ο Κάστορας θα συνδεθεί με τον Μποστ, έναν μαθητή του Σαρτρ, ο οποίος αργότερα θα παντρευτεί την Όλγα. Γράφει η Υγκέτ Μπουσαρντώ:



Στο διάστημα των ετών 1935-1939, η Μπωβουάρ και ο Σαρτρ εξακολούθησαν να υφαίνουν ένα δίκτυο περιορισμένων αλλά έντονων σχέσεων. Δεν είναι ακόμη τα δημόσια πρόσωπα που θα γίνουν στο μέλλον, αλλά δεν έχουν εγκλωβιστεί στη ζωή του παραδοσιακού ζευγαριού. Αυτά ακριβώς τα χρόνια συγκροτείται η «οικογένεια», όπως θέλουν να την αποκαλούν μεταξύ τους. Όρος ακριβής, αν λάβουμε υπ’ όψη ότι παίζουν ρόλο «γονέων» στους κατά δέκα και δεκαπέντε χρόνια νεώτερούς τους, ότι, σαν γονείς, μεριμνούν σε μεγάλο βαθμό για τις υλικές ανάγκες των «παιδιών» που έχουν οι ίδιοι επιλέξει· όρος ανακριβής φυσικά αν λάβουμε υπ’ όψη ότι κανένας δεσμός, κανένα αίσθημα δεν θεωρείται ταμπού για τα μέλη της ομάδας, πλην της αποκλειστικότητας.

Μετά τη Μασσαλία η Μπωβουάρ πήγε στη Ρουέν, ενώ ο Σαρτρ εργαζόταν στη Χάβρη. Λίγο πριν ξεσπάσει ο πόλεμος είχαν επιστρέψει και οι δυο στο Παρίσι.



Drôle de guerre
Η Γαλλία βίωσε παράξενα την είσοδό της στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο φόρος αίματος στον Α’ Παγκόσμιο ήταν πολύ μεγάλος και στη συνείδηση του πληθυσμού δεν είχε δικαιωθεί. Η απόφαση για ειρηνική ζωή, για την ίδρυση της Κοινωνίας των Εθνών ήταν σχετικά πρόσφατη. Το θυμίζω, εκφέροντας την αντίρρησή μου για τον όρο «αστείος πόλεμος» που έχει επιλέξει η μετάφραση του βιβλίου. Η γαλλική έκφραση drôle de guerre θα μεταφραζόταν, νομίζω, πιο λογικά, σε κάτι σαν «δήθεν πόλεμος», επειδή οι Γάλλοι κατά κάποιον τρόπο άργησαν να συνειδητοποιήσουν σε τι πόλεμο είχαν μπλέξει – ή, έστω, «παράξενος πόλεμος», επειδή τον βίωσαν όντως έτσι.
Η εμπειρία του πολέμου και της αιχμαλωσίας σημάδεψαν τον Σαρτρ και τον άλλαξαν. Η προσωπική πορεία δεν είναι πια το παν γι’ αυτόν, θέλει να συμμετέχει στην πολιτική, στο συλλογικό γίγνεσθαι. Όταν επέστρεψε στο Παρίσι άρχισε, μαζί με την Μπωβουάρ, μερικές προσπάθειες να συγκροτήσουν ένα αντιστασιακό δίκτυο διανοουμένων.  Η ημερομηνία της επιστροφής του είναι ο τέταρτος σταθμός της βιογραφίας. 1941.  Οι δυο τους με ανύπαρκτα μέσα, με ποδήλατα κυρίως, ταξίδεψαν σε πολλές πόλεις, συνάντησαν πολλούς ανθρώπους, προσπάθησαν να στήσουν μια οργάνωση, δεν κατάφεραν όμως και σπουδαία πράγματα. Δεν μπόρεσαν να μεταμορφωθούν σε ανθρώπους της δράσης. Στο εξής, όμως, έχουν συνειδητοποιήσει ότι δεν μπορούν να συνεχίσουν να αγνοούν την πολιτική. Η ανάγκη της στράτευσης, με όλες τις έννοιες, άλλαξε τους χαρακτήρες τους, τη δουλειά και τη ζωή τους.
Ο επόμενος σταθμός της αφήγησης, τον Ιανουάριο του 1945, είναι η συνάντηση της Σιμόν με τον υπουργό που είναι αρμόδιος να αποδεσμεύσει μια ποσότητα από τα αποθέματα χαρτιού για να μπορέσουν να εκδώσουν το πολιτικό περιοδικό τους Μοντέρνοι καιροί (Les temps modernes). Τον τίτλο τον εμπνεύστηκαν από την ταινία του Τσάρλι Τσάπλιν, και είναι ό,τι πρέπει. Τι άλλο είναι η ομάδα του περιοδικού παρά απόστολοι και ερευνητές, πιστοί και εξερευνητές των μοντέρνων καιρών; Καιροί της απελευθέρωσης όχι μόνο της Ευρώπης από το ναζισμό αλλά και των ατόμων από τα δεσμά της συμβατικότητας, των προκαταλήψεων, της άγνοιας και της ευπιστίας. Η σύνταξη του περιοδικού τούς απασχολεί πολύ, δέχονται πολιτικές επιθέσεις εκ δεξιών αλλά και εξ αριστερών. Οι ευθύνες όμως δεν τους εμποδίζουν να κάνουν και οι δυο παράλληλα ταξίδια στην Αμερική, να πιουν νερό στην πηγή των μοντέρνων καιρών. Η Μπωβουάρ συναντά και ερωτεύεται εκεί τον συγγραφέα Νέλσον Άλγκρεν, ζει μαζί του μια συγκλονιστική σχέση. Αλλά ο Άλγκρεν δεν ήταν ο άνθρωπος που θα μπορούσε να δεχτεί τις απόψεις του Κάστορα για τον έρωτα.
Στο ίδιο αυτό μεγάλο ταξίδι αρχίζει να κρατά σημειώσεις παρατηρώντας τις γυναίκες, οι οποίες θα οδηγήσουν αργότερα στη συγγραφή του Δεύτερου φύλου. Για τον εργατικό και μεθοδικό Κάστορα, το Δεύτερο φύλο αντιπροσώπευε εργασία μόνο δυο χρόνων. Συγκέντρωσε στοιχεία ξεκινώντας από την εντύπωση που της έκαναν οι Αμερικανίδες. Δεν μπορούσε να φανταστεί ότι θα γινόταν το εμβληματικό έργο της. Ήταν η στιγμή που ο δυτικός κόσμος περίμενε ένα τέτοιο βιβλίο να αμφισβητήσει τον παραδοσιακό ρόλο των γυναικών.  Την πρώτη εβδομάδα πούλησε 220.000 αντίτυπα. Ωστόσο, δεν είναι ακριβώς το βιβλίο στο οποίο είχε επενδύσει τις φιλοδοξίες της η συγγραφέας, αλλά μάλλον ένα δοκίμιο παράπλευρο στην κυρίως συγγραφική δραστηριότητά της, το οποίο οφείλεται στην εργατικότητά της. Αμέσως ξεκινά μια πολεμική που θα κρατήσει πολύ καιρό, που κατά κάποιον τρόπο συνεχίζεται ώς τις μέρες μας. Δεν είναι απλό πράγμα το 1949 να καταγγέλλεις το γάμο, να υπερασπίζεσαι την έκτρωση, να αναδεικνύεις κάθε θεσμό που θεωρεί αυτονόητη την κατωτερότητα των γυναικών. Όλα αυτά που μας φαίνονται σήμερα από αυτονόητα μέχρι ξεπερασμένα, τότε ξεσήκωσαν θυελλώδεις πολεμικές και, ταυτόχρονα, ενθουσιασμό και επαναστατικότητα. Το βιβλίο άνοιξε δρόμους στους οποίους ακόμα βαδίζουμε.
Από κει και πέρα πια, θέλοντας και μη, η Μπωβουάρ θα γίνει η άτυπη ηγέτιδα του φεμινιστικού κινήματος, ενός κινήματος που ξεκίνησε όταν οι πρώτες αναγνώστριες του Δεύτερου φύλου ωρίμασαν, τη δεκαετία του 1970.
Εκείνη βέβαια συνέχιζε να γράφει, να ταξιδεύει και να ερωτεύεται. Πήρε το βραβείο Γκονκούρ για το μυθιστόρημα Οι Μανδαρίνοι, όπου εύκολα ανιχνεύει κανείς στις ερωτικές περιπέτειες των ηρώων τη σχέση της με τον Άλγκρεν. Από το 1958 ετοιμάζει ένα καθαρά αυτοβιογραφικό έργο, τις Αναμνήσεις καθωσπρέπει κόρης, ένα από τα πιο πετυχημένα και αγαπητά βιβλία της, όπου περιγράφει το γεμάτο προκαταλήψεις και μειωτικές για τις γυναίκες αντιλήψεις και συνήθειες αστικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε.
Για να μπορεί να ζει απελευθερωμένη από τις φροντίδες του σπιτιού έζησε πολλά χρόνια της ζωής της σε ξενοδοχείο. Τα μέλη της «οικογένειας» έμεναν για ένα διάστημα σε ανεξάρτητα δωμάτια γύρω της. Ευφυής και πρωτότυπος διακανονισμός που εξασφάλιζε ταυτόχρονα συνάφεια και ανεξαρτησία. Μόνο για το χατίρι του Άλγκρεν η Σιμόν βρήκε ένα σπίτι, αλλά θα έπρεπε επιπλέον να θυσιάσει και τη σχέση της με τον Σαρτρ – κι αυτό της ήταν αδύνατον.
Ένας από τους ανθρώπους που επηρέασε ο φεμινισμός της Μπωβουάρ πρέπει να ήταν η ίδια η μητέρα της, η οποία, ως χήρα, καθόλου δεν υπέκυψε στην απραξία ή την κατάθλιψη, αλλά έζησε όσο μποέμικα της επέτρεπε η ηλικία της, αλλάζοντας σπίτι και συνήθειες. Η Σιμόν βρέθηκε πολύ κοντά στη μητέρα της στο τέλος της ζωής της – και στο βιβλίο Ένας γλυκός θάνατος, το οποίο ο Σαρτρ θεωρούσε το καλύτερό της, περιγράφει την ανήμπορη αγανάκτηση του ανθρώπου μπροστά στο θάνατο, αυτό το συμβιβασμό που δεν μπορεί να κάνει. Στο πένθος της συμπαραστάθηκε η καινούργια της φίλη Συλβί λε Μπον, την οποία αργότερα θα υιοθετήσει και θα ορίσει κληρονόμο της. Ο Σαρτρ έχει κι αυτός υιοθετήσει τη νεαρή Αρλέτ, με την οποία η Μπωβουάρ δεν θα τα πάει ποτέ καλά.

Γιατί η Μπωβουάρ ήταν σημαντική
Η δεκαετία του 1970 τη βρίσκει ξανά να στρατεύεται, στο γυναικείο κίνημα αυτή τη φορά, και στις παρέες των γυναικών που μαζεύονται συχνά σπίτι της για να συντάξουν μανιφέστα ή περιοδικά, να οργανώσουν πορείες και παρεμβάσεις – όπως η δήλωση των 343 διάσημων γυναικών ότι έχουν κάνει έκτρωση. Ξαναβρίσκει έτσι τη συντροφικότητα που παρηγόρησε τα νεανικά της χρόνια σε δύσκολες καταστάσεις. Το κίνημα κερδίζει την απελευθέρωση των εκτρώσεων κι ένα σωρό άλλους νόμους που καταργούν τη θεσπισμένη ανισότητα των γυναικών. Ακαταμάχητο, απλώνεται σε όλη την Ευρώπη και στην Αμερική. Μένει να νικηθούν η αδικία και η προκατάληψη στη δουλειά και σε ένα σωρό άλλους τομείς, μένει να κατακτηθεί η ισότητα στην καθημερινότητα… Πράγμα που ακόμα μένει, μαζί με πολλά άλλα τα οποία ανέκυψαν στο μεταξύ σε βάρος των γυναικών, ανισότητες που αγνοούνταν εκείνες τις δεκαετίες, σε άλλες πλευρές του κόσμου…
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του Σαρτρ, η Σιμόν του παίρνει μια σειρά συνεντεύξεις προσπαθώντας να ξεκαθαρίσει ακόμα μια φορά τις ιδέες του, ιδέες που κι εκείνη επεξεργάστηκε μαζί του. Ο Σαρτρ πεθαίνει το 1980, η Μπωβουάρ το 1986. Η κηδεία της μαζεύει περισσότερο κόσμο κι από του Σαρτρ, ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο. «Γυναίκες της χρωστάτε τα πάντα!», λένε πως φώναξε η Ελιζαμπέτ Μπατιντέρ, την ώρα που κατέβαζαν το φέρετρο στον τάφο.
Της χρωστάμε τα πάντα; Ήταν η στιγμή πολύ φορτισμένη και ώθησε την τόσο σοβαρή αυτή φεμινίστρια που είχε αγωνιστεί μαζί της για την αλλαγή των νόμων να ξεσπάσει έτσι; Της χρωστάμε πάντως αυτή την αναστάτωση που τόσο μεθοδικά προετοίμασε με το Δεύτερο φύλο και με την ίδια τη ζωή της. Της χρωστάμε την τόλμη και την επιμονή, την αντοχή στις επιθέσεις που στιγμή δεν έλειψαν από τους κάθε είδους συντηρητικούς, την επιβίωση τέλος των ιδεών, και των συνηθειών της (που ήταν κατά κάποιον τρόπο έμπρακτη εφαρμογή των ιδεών της), από όλες τις προσπάθειες να χρησιμοποιηθούν πολιτικά από αυταρχικά καθεστώτα. Η Μπωβουάρ μπορεί να πήγε στην Κούβα, αλλά λίγο μετά δήλωσε την πίκρα της από τον Κάστρο. Μπορεί να υπερασπίστηκε κινεζόφιλους στο Παρίσι αλλά ήταν επειδή την εποχή του Ψυχρού Πολέμου οι δυτικοί κομμουνιστές υφίσταντο διάφορες διώξεις και αδικίες. Μπορεί να ήταν συχνά ακραία στα γραπτά της, ακόμα και η περίφημη ρήση: «Γυναίκα δεν γεννιέσαι, γίνεσαι!» είναι μια παραδοξολογία καθεαυτή, αλλά βοήθησε να ταρακουνήσει τη σκέψη. Τι θα μπορούσε τώρα να φέρει τόσες αλλαγές εκεί όπου χρειάζονται, στα μέρη όπου οι γυναίκες είναι ακόμα θύματα στερεοτύπων πολύ πιο βίαιων και ισχυρών από εκείνα που καταπίεζαν τότε τις Δυτικές; Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση, όπως δεν υπάρχει απάντηση και στο ερώτημα κατά πόσον η απελευθέρωση των γυναικών στη Δύση ώθησε το αντρικό κατεστημένο στην Ανατολή σε ακόμα μεγαλύτερη καταπίεση, από φόβο μήπως χάσει τα προνόμιά του. Είναι πολύ σύνθετα αυτά τα ιδεολογικά προβλήματα και δεν μπορείς εύκολα να καταλάβεις τι επιδρά σε τι. Κατά κάποιον τρόπο, η εποχή της Μπωβουάρ είχε το προνόμιο μιας κάποιας απλότητας. Εκείνη, πάντως, δεν βίωσε τίποτε απλά και προβληματιζόταν για το κάθε τι ώς την τελευταία στιγμή που η σκέψη της εργαζόταν.
Η βιογραφία της Μπουσαρντώ μας χαρίζει την ιστορία μιας πολύπλευρης και πλούσιας ζωής, πέρα από αυτά τα ιδεολογικά ερωτήματα. Την ιστορία μιας γυναίκας που, πάνω απ’ όλα, διψούσε για ζωή, είχε μεγάλες φιλοδοξίες, πολέμησε τις προκαταλήψεις μέσα της, εργάστηκε ακούραστα, ήταν εξαιρετικά οργανωμένη, δεν έπαψε ποτέ να αναζητά την επαφή με τη φύση, ήταν ανοιχτή σε όλους τους ορίζοντες.
Έχοντας ξεκινήσει το διάβασμα του βιβλίου, με τις επιφυλάξεις που απέκτησα για τους δογματισμούς της Μπωβουάρ, ομολογώ ότι με βοήθησε τελικά να συμφιλιωθώ με την προσωπικότητα της γυναίκας η οποία, στο κάτω- κάτω, μου έσωσε τη ζωή στα δεκατέσσερα, με κείνο το βιβλίο της, το Δεύτερο φύλο. Ο τρόπος που εργαζόταν και διεκδικούσε στη ζωή της, ο τρόπος που την απολάμβανε, η επιμονή στις αρχές της με όλες τις συναισθηματικές επιπλοκές που επέφερε, η πάλη της για ειλικρίνεια και διαφάνεια, είναι πράγματα που ακόμα μπορούν να εμπνεύσουν.

Δημοσιεύτηκε στο  Book's journalνούμερο 17 Μάρτιος 2012

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Φόντο ερωτικό η Αθήνα


Η Ντομινίκ Σαντά και η Στεφανία Σαντρέλι θα ταίριαζε να
το γυρίσουν ταινία το βιβλίο
Κρεβατωμένη με γρίπη ή γενική αδυναμία αντίδρασης στην κατάθλιψη, το μόνο που κατάφερα να κάνω ήταν να διαβάσω το βιβλίο της Ντόρας Ρωζέτη «Η ερωμένη της», και να περιπλανηθώ στην καημένη την Αθήνα του 1920. Η παθιασμένη και τυραννισμένη Ντόρα έδινε ραντεβουδάκια με την ερωμένη της στη ρομαντική λεωφόρο Αλεξάνδρας. Πήγαινε εξοχικές βόλτες στη Λιοσίων, περπατούσε κάτω απο τα πεύκα, έβρισκε εκεί μικρά ταβερνάκια. Νοίκιαζε δωμάτια που τα μοιραζόταν, δυο κρεβάτια σε ένα δωμάτιο. Πήγαινε βόλτες στο Ζάππειο, έκανε μπάνια στο Φάληρο. Πήγαινε σε χορούς που γίνονταν σε αίθουσες με θεωρεία γύρω- γύρω. Στα σπίτια πήγαιναν σε απρεμιντί. Έκανε μια μεγάλη, σπάταλη εκδρομή στο Λουτράκι με το τραίνο. Έτρωγε σε μαγειρεία, αγόραζε στραγάλια για να ξεγελάσει την πείνα της, και δεν άντεχε να απομακρυνθεί από την Αθήνα της ελευθερίας, την πόλη όπου μπορούσε ν’ αγαπά την ερωμένη της. Δεν υπήρχε βέβαια και τόση ελευθερία τελικά, το κουτσομπολιό και η κατακραυγή κυνήγησαν τον έρωτά τους, στο τέλος του βιβλίο φεύγουν μαζί για την Ιταλία, για μεγαλύτερη ελευθερία, αλλά και πάλι. Στην Αθήνα είχε γνωρίσει η συγγραφέας την ερωμένη της,  την είχε πλησιάσει, την είχε δει να κάνει την κοσμική ζωή της κατά περιόδους, που  την απομάκρυνε από κοντά της.
Η φρασεολογία και ο τρόπος που χρησιμοποιεί στο κείμενο μερικές λέξεις μου θύμισε τον πατέρα μου τις σπάνιες φορές που μιλούσε για τα νεανικά του χρόνια. Πήγαινε κι εκείνος σε απρεμιντί, σε θέατρα, σε χορούς, και έλεγε το πεσιμιστικό πεσιμίστικο, το περισσότερο πιότερο, και διάφορα άλλα που θεωρούνταν τότε μοντέρνα και σιγά- σιγά ξέφτισαν ή υποχώρησαν στη διαρκή αντεπίθεση των συντηρητικών. Η μοντέρνα ΑΘήνα του μεσοπολέμου ξεχάστηκε με την πολεμική ισοπέδωση. 
Η γλώσσα και το στυλ του βιβλίου, το άμεσο, κοφτό στυλ ήταν το όπλο του αγώνα που έδινε σε όλα τα επίπεδα  η συγγραφέας και ηρωίδα του. Έρωτας, συμβάσεις, επιστήμη, ανισότητες, απολαύσεις, δικαιώματα, ειλικρίνεια, δυνατότητες έκφρασης, όλα έπρεπε να κατακτηθούν με κόπο και τόλμη. Βγάζεις το καπέλο στη γυναίκα αυτή που κάθισε κι έγραψε κάτι τόσο άμεσο και τολμηρό στην Αθήνα του 1920- 30, και δεν μπορεί ο νους να μην ξαναγυρίσει στο αντικείμενο της θλίψης αυτών των ημερών, την ίδια την απαρνημένη Αθήνα. 
Και μια λεπτομέρεια: η συγγραφέας και ηρωίδα είναι φοιτήτρια. Τότε πλήρωναν δίδακτρα στο Πανεπιστήμιο και φυσικά αγόραζαν τα βιβλία. Γι αυτό όταν οι γονείς έμαθαν τα νέα της κόρης τους έκοψαν  το επίδομα, και τότε ήταν που χρειάστηκε να πεινάσει και να δουλέψει.

Παρασκευή 17 Φεβρουαρίου 2012

Ηρακλής αντιήρωας


Υπήρχε πάντα κάτι παράξενο στις ιστορίες με τον Ηρακλή, κάτι πολύ σκοτεινό. Γιατί είχε σκοτώσει τα παιδιά του; Τον κυνηγούσε η Ήρα, λέει η Μυθολογία, εξάλλου για να ξεπληρώσει εκείνους τους φόνους έκανε τους 12 άθλους. Ο Καλλιφατίδης έγραψε την ιστορία του Ηρακλή σαν ένα παραμύθι για μεγάλους χωρίς να καταφεύγει στην εξήγηση αυτή της κακιάς μάγισσας. Σίγουρα η Ήρα τον καταδίωξε πριν γεννηθεί κι όταν ήταν μωρό, αλλά όταν μεγάλωσε είχε μέσα στην ίδια την ψυχή του την απειλή της καταστροφής. Ήταν υπερβολικά δυνατός, δεν μπορούσε να ελέγξει το σώμα του και τη δύναμή του, η ζήλεια του κι οι φόβοι του κατάφερναν να τον οδηγούν σε εγκλήματα,δεν χρειαζόταν η παρέμβαση των θεών.
Η σωματική ρώμη του Ηρακλή δεν έχει τίποτε το ηρωικό σ’αυτή την αφήγηση. Είναι μια βαριά μοίρα που τον οδηγεί στα όρια της ανθρώπινης υπόστασης. Πάει να αγγίξει κάποιον και τον χτυπάει. Αν σηκώσει χέρι να χτυπήσει μπορεί να σκοτώσει, όπως σκότωσε τον δάσκαλό του όταν ήταν νέος. Νικάει τα τέρατα, αλλά αυτό το σκοτεινό πράγμα που έχει μέσα του δεν μπορεί να το νικήσει, είναι διαρκώς νικημένος. Δεν έχει τη δύναμη να καταλάβει τι του συμβαίνει. Είναι το γενετήσιο ένστικτο που τον καταστρέφει, η ηδονή του φόνου, δεν ξέρει. Δεν μαθαίνει ποτέ. Γύρω του οι άνθρωποι μπορούν να ζουν με κάποιο μέτρο, εκείνος που το έχει ξεπεράσει συνέχεια βρίσκει μπροστά του τη δυστυχία και δεν τη νικάει.
Ωστόσο περνάει μερικά ωραία χρόνια οργώνοντας τα χωράφια του και ζώντας δίπλα στη γυναίκα του. Πριν τον πιάσει η μανία αυτά, πριν αναγκαστεί να γίνει ένα είδος περιφερόμενου τσίρκου. Ενα μικρό διάλειμμα σε μια ταραγμένη ζωή. Από φόνο σε φόνο κι από τιμωρία σε τιμωρία, από άθλο σε άθλο κι από ήπειρο σε ήπειρο, αναζητούσε το μυστικό της καταγωγής του και το νόημα των παθών της ζωής. Δεν βρήκε τίποτε από τα δύο. Σκότωσε πολλούς, υπέφερε πολύ, δοξάστηκε πολύ από μια κούφια δόξα. Ο Kαλλιφατίδης τον έχρισε άγιο εξαιτίας των παθών του. Δεν τον προτείνει για σωτήρα της κατάστασης με τίποτε. Μάλλον σαν παράδειγμα προς αποφυγή. Δεν είναι ο ήρωας που θα έρθει να μας σώσει. Μάλλον σαν τους εξοπλισμούς ένα πράγμα, ένα βαρίδι δύναμης που μας τραβά στον πάτο, αν θέλουμε να διαβαστεί 'εθνικά'.
Το καλοκαίρι συζητούσα για τον Καλλιφατίδη με τους Σουηδούς που είχα γνωρίσει. Τον αγαπούν πολύ στη Σουηδία, όπου ζει, με διαβεβαίωσαν. Κι εκείνος γράφει τα εξής για τη χώρα των Υπερβορείων, τη Σουηδία δηλαδή, την οποία επισκέφτηκε ο Ηρακλής όταν κυνηγούσε την έλαφο:
»Σ’ εκείνη τη μακρινή χώρα με τις πολλές λίμνες, ο ήλιος ήταν απαλός σα μάγουλο μικρού παιδιού, οι άνεμοι σαν χάδι, τα δέντρα κι οι θάμνοι θέριευαν, οι αγροί έδιναν σοδειά δυο φορές το χρόνο, στα ποτάμια και στις λίμνες έπαιζαν μεγάλα ψάρια με σφιχτή σάρκα, τα κορίτσια ήταν ψηλά, λιγνά και τολμηρά. Του μιλούσαν χωρίς φόβο, απαντούσαν στις ερωτήσεις του, τον καλούσαν σπίτι τους να τον γνωρίσουν οι γονείς τους, που ήταν ευγενικοί και γενναιόδωροι. Ο έρωτας ήταν ελεύθερος αλλά όχι ελευθέριος. Βασιζόταν σε αμοιβαία αισθήματα που έτσι έβαζαν ένα όριο στην ελευθερία. Κανείς δεν ήταν φτωχός, κανείς δεν ήταν πλούσιος, οι περισσότεροι ήταν μακρόβιοι κί όταν ερχόταν η ώρα τους να πεθάνουν πήγαιναν σε ένα ψηλό βράχο και στεφανωμένοι με λουλούδια ρίχονταν στη μεγάλη θάλασσα, που είχε ένα σπάνιο γκριζοπράσινο χρώμα από όλους τους ευτυχισμένους ανθρώπους που πέθαναν εκεί..

Κυριακή 5 Φεβρουαρίου 2012

Χιονίζει ήσυχα, ή μήπως ανήσυχα;


Για το βιβλίο του Δημήτρη Ψυχογιού «Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες», η Καλλιόπη Ρουσομάνη, συνάδελφος του συγγραφέα ως φυσικός, αλλά και ως γραφιάς, μου έστειλε ένα κείμενο που θα ήθελα να δημοσιεύσω σε εφημερίδα αν ήμουν ακόμα κάπου συντάκτης ύλης, συνεργάτης κλπ. Αλλά αφού δεν είμαι πια κάτι απ' όλ' αυτά, το βάζω εδώ:
 "Ο τίτλος "Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες" πρόκειται να αποδειχθεί παραπλανητικός. Το παραπλανητικό του στοιχείο δεν βρίσκεται στο «χιονίζει», αλλά στο «ήσυχα». Μας μπερδεύει το «ήσυχα» στον τίτλο του βιβλίου, πράγμα που, θέλω να πιστεύω ότι δεν είναι στις προθέσεις του συγγραφέα. Απλώς εμείς οι άνθρωποι είμαστε όντα που έχουμε την τάση να επεκτείνουμε τις έννοιες και πέρα από τις προτάσεις όπου εμφανίζονται. Δεν αρκούμαστε στο να φαντασθούμε ένα χειμωνιάτικο τοπίο όπου το χιόνι πέφτει απαλά και ήσυχα πάνω σε κάθε μικρή ή μεγάλη επιφάνεια, στέκεται και συσσωρεύεται σε κάθε γωνία και γραμμή του τρισδιάστατου χώρου μας. Φανταζόμαστε ότι τα πάντα είναι  ήσυχα στις Αγριόλευκες και τα πέριξ αυτής. Όμως αυτό δεν αληθεύει γιατί το Πήλιο είναι ένα βουνό όπου συναντώνται διαφορετικοί κόσμοι, με άλλους φυσικούς νόμους, άχρονος ο ένας ο αλλόκοτος, ο παράξενος, εν χρόνω ο άλλος, ο ανθρώπινος, ο οικείος, ο προβλέψιμος. Και στο όριο των δύο κόσμων οι ονειροφύλακες αυτοί που μπορούν να παρεμβαίνουν στα όνειρα των ανθρώπων ώστε αυτά να γίνονται τροφή για τα όντα του άλλου κόσμου, τους ονειροτρόφους, παρεμβαίνοντας έτσι και στις ζωές τους.
Λογοκρισία ονείρων; Σύμφωνα με μια δική μου ερμηνεία, ναι. Τέλος στη πεποίθηση ότι τα όνειρα είναι προσωπική υπόθεση του ονειρευόμενου. Τα όνειρα των ανθρώπων είναι τροφή για τα όντα ενός άλλου κόσμου και άρα δημόσιο αγαθό στον κόσμο αυτό, και ως δημόσιο αγαθό, οφείλουμε να το σεβασθούμε. Αλλιώς θα υποστούμε τις κυρώσεις των διακοσμικών κανόνων. Αυτό ακριβώς συνέβη σε ορισμένους από τους πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος. Έτσι το βιβλίο μπορεί να εκληφθεί και ως μια προειδοποίηση για όσους πιστεύουν ότι μπορούν να ονειρεύονται χωρίς συνέπειες. Ίσως αυτό να ακούγεται πολύ αντιδημοκρατικό και περιοριστικό για την ελευθερίας μας, ωστόσο θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι η ελευθερία έχει και μια εσωτερική πηγή η οποία αν δεν ανοίξει, θα παραμείνουμε δέσμιοι σε έναν κατά τα άλλα ελεύθερο κόσμο. Εν ολίγοις υπάρχουν όνειρα και όνειρα, άλλα σε σκλαβώνουν και άλλα σε ελευθερώνουν.
            Παράξενος μύθος! Στα όρια του πραγματικού με το φανταστικό, μίγμα δυνατής και μη-δυνατής εμπειρίας. Και ο αναγνώστης απορεί με το πως οι ήρωες του μύθου, άνθρωποι του δικού μας Unwelt, εμπλέκονται σε περιπέτειες που παραβιάζουν θεμελιώδεις νόμους της φύσης, όμως παρασύρονται όλο και πιο βαθιά στο παράλογο γιατί τους καθοδηγεί η επιθυμία, το πάθος, ο εγωισμός και σε μερικές ίσως περιπτώσεις η απλή περιέργεια. Απορεί, αλλά δεν ανησυχεί. Ο μυθοπλάστης με δεξιοτεχνία επεκτείνει τη γλώσσα πέρα από τα όρια του κόσμου μας, ώστε οι αλλόκοτες περιπέτειες των ηρώων του να εξελίσσονται «ήσυχα», σχεδόν «φυσιολογικά» και σίγουρα διασκεδαστικά.
            Αυτά όλα βέβαια δεν συμβαίνουν οπουδήποτε. Συμβαίνουν στο Πήλιο και οι εξελίξεις δρομολογούνται γύρω από τη Δράκεια, την έδρα των ονειροφυλάκων. Ο μύθος είναι επίσης και ένα ευχάριστο ταξίδι στο Πήλιο τόσο που δεν είμαστε βέβαιοι αν οι πραγματικές επιδιώξεις του συγγραφέα ήταν ο μύθος ή μια ξενάγηση με αφορμή τον μύθο. Αλλά αυτό δεν έχει και μεγάλη σημασία. Σημασία έχει το ότι αυτός ο μύθος πλάστηκε για να ταιριάζει στο Πήλιο από κάποιον που γνωρίζει αυτό το βουνό πολύ καλά, και που φαίνεται να το καταλαβαίνει κιόλας!
            Ένα ταξίδι στο Πήλιο είναι πάντα μια ευχάριστη εμπειρία. Αρκεί να μη συναντήσει κανείς τη Μαρία Σπηλιάδη. Η Μαρία Σπηλιάδη είναι το μοιραίο πλάσμα του Πηλίου. Κορίτσι για πάντα, γοητευτικό και ακατανίκητο, παρασύρει τα θύματα της μέχρι την τελική καταστροφή. Βέβαια διαλέγει τα θύματα, μόνο που δεν είμαι απόλυτα σίγουρη για το κριτήριο της επιλογής της. Είναι η περισσή ματαιοδοξία τους, η επιρρέπεια τους σε σχέση με την πολλά υποσχόμενη ομορφιά της;
            Αγαπητέ επισκέπτη του Πηλίου, αν τύχει και ο νους σου περάσει στην άλλη διάσταση και σε αφήσει να δεις μια νεαρή δυναμική γυναίκα να τριγυρνάει στα Χάνια με φούστα και πάνινα παπούτσια καλό θα ήταν να την αποφύγεις. Αν και πολύ φοβάμαι ότι αν την δεις τότε είναι ήδη πολύ αργά…
            Κατά τα άλλα «Χιονίζει ήσυχα στις Αγριόλευκες» μόνο για τους ανυποψίαστους, αυτούς που θα βρεθούν στην ήρεμη πλευρά του βουνού, την πλευρά που στρέφεται προς τον Παγασητικό κόλπο. Για τους άλλους όμως, αυτούς που θα βρεθούν στην πλευρά του πελάγους, η περιπέτεια αρχίζει γιατί εκεί παραμονεύει η Μαρία Σπηλιάδη. "


Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Για την αγάπη της ισορροπίας


Με την ηρωίδα του τελευταίου βιβλίου της Σώτης Τριανταφύλλου είχα το πρόβλημα που μου δημιουργούσαν και άλλες ηρωίδες της. Φταίει βέβαια η συνάφεια, οι ηρωίδες αυτές είναι σχεδόν συνομίληκες μου, οπότε περιμένω να μου μοιάζουν, αλλά είναι εντελώς διαφορετικές από την έφηβη που υπήρξα. Σαν παιδί αριστερής οικογένειας, ή μάλλον αριστερού πατέρα και σιωπηλής υπομονετικής συμβιβαστικής μητέρας, ήμουν αφοσιωμένη στην υπόθεση της ήττας του και πικραινόμουν με τις συμμαθήτριες μου και τον αμερικάνικο τρόπο ζωής τους. Έκανα κριτική στα γούστα τους, που περιλάμβαναν άλμπουμ με φωτογραφίες από το βασιλικό γάμο (Κωνσταντίνου- Αννα Μαρίας) αλλά και τα άλμπουμ των Μπητλς και του Πεπίνο ντι Κάπρι. Ευτυχώς ο μπαμπάς δεν ήταν πολύ δογματικός, κι έτσι υποχώρησα τουλάχιστον στους Μπητλς, και σε μερικά πράγματα ακόμα. Αλλά είχα μονίμως ελλείψεις στον τομέα αυτό, διότι έδωσε βάρος στη γαλλική κουλτούρα και πάντα έχανα στην αποστήθιση των αγγλικών στίχων.
Για όλους αυτούς τους λόγους λοιπόν δυσκολεύτηκα να ταυτιστώ με την ανυπότακτη στην αριστερή οικογένεια θυγατέρα του βιβλίου. Αλλά η οικογένεια εκεί παραείναι αυταρχική, ο πατέρας ρίχνει ξύλο με τη σέσουλα, κι η μικρή δεν προλαβαίνει ποτέ να χτίσει στοιχειώδη άμυνα, κάθε προσπάθεια στρέφεται τελικά εναντίον της. Κι η εποχή είναι τόσο ζωντανή στο βιβλίο που έβλεπα τον εαυτό μου να περιφέρεται στην περιοχή, να ψάχνει την ηρωίδα να κουβεντιάσουν, έστω  περί Γεωμετρίας. Η Γεωμετρία και μένα μου άρεσε μέχρι να την απαρνηθώ για το «Κλασσικό» όπως λέγαμε τότε τα τμήματα που κάνανε κυρίως φιλολογικά μαθήματα. Όμως στην αληθινή ζωή τέτοια πλάσματα δεν είχαμε. Ή τις παρέες που ήταν εντελώς προσανατολισμένες στο λεγόμενο αμερικάνικο τρόπο ζωής, ή τις άλλες που πολιτικοποιούνταν νωρίς και απαρνούνταν ένα σωρό χαρές της νιότης πριν τις χορτάσουν, επειδή τις είχαν κεραυνοβολήσει ως αμερικάνικες.
Παρόλη αυτή τη δυσκολία ταύτισης ομολογώ ότι απόλαυσα το βιβλίο και την εικόνα που δίνει, των αυστηρών κοντόφθαλμων κομμουνιστών των βυθισμένων στις αντιφάσεις τους που μπορούν να σε τρελάνουν αν έχουν πάνω σου εξουσία. Η καλύτερη κριτική στη δογματική στάση που ακόμα βασανίζει παιδιά και άλλες ευάλωτες κατηγορίες στη χώρα του ανύπαρκτου σοσιαλισμού. Για την αγάπη της ισορροπίας, απο την πλευρά των παιδιών, μετά τα τόσα έπη και μυθιστορήματα που εξιστορούν την καταπίεση των αριστερών, χρειαζόταν κι αυτή η όψη. 

Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...