Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάρνηθα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάρνηθα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Πρωτοχρονιά πρωτότυπη, βουνίσια


Ας κάνουμε κάτι πρωτότυπο και σπάνιο για την Πρωτοχρονιά, περάσαμε όλες τις εορταστικές μέρες σε εσωτερικό χώρο, πάμε λίγο έξω, είπα χτες το πρωί. Πάμε στην άγρια φύση του νομού, πάμε στην Πάρνηθα μια βόλτα, γρήγορα -γρήγορα, πριν νυχτώσει, ας βρέχει κι ας χιονίζει, πάμε να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα!
Το καταφέραμε, ξεκινήσαμε, χρόνια μετά απο την εποχή που ντύναμε τα παιδιά μας ορειβάτες και τα τρέχαμε στα μονοπάτια, παιχνιδάκι ήταν τότε για μας η διαδρομή απο το Μον Παρνές στο Μπάφι. Το πιο εύκολο και προσιτό μονοπάτι, χαμένο τότε ανάμεσα στα έλατα, ξεχωρίζει τώρα απο μακριά, μια λευκή γραμμή στη γκρίζα πλαγιά, σαν ουλή σε ξυρισμένο κρανίο. Τότε το χάναμε, τώρα φαίνεται από παντού, αλλά δεν μας κάνει καρδιά να το περπατήσουμε πλέον. Προχωράμε, αναζητούμε κομμάτια που είναι ακόμα πράσινα, με τα έλατά τους ψηλά και μεγάλα, να μπερδέψουμε τα βήματα μας ανάμεσα στα βράχια, και στα μούσκλια, και στα... ναι, πώς να το κρύψωμεν άλλωστε, στα σκουπίδια που πετάνε ακόμα οι εκδρομείς κοντά στα καταφύγια, και στους πεσμένους κορμούς, και στα γυμνά και ξερά δέντρα που τα έχει φάει σαράκι ή παράσιτο και κανείς δεν ασχολείται να τα φροντίσει, να τα καθαρίσει, να μαζέψει την καύσιμη ύλη που σαπίζει τώρα στο χώμα, αλλά το καλοκαίρι θα ξεραθεί και θα καίγεται ίσως εύκολα.
Πριν τη μεγάλη πυρκαγιά δεν τα φοβόμασταν όλ' αυτά, δεν μας σφιγγόταν η καρδιά στη θέα του γκυ που φυτρώνει απευθείας στους κορμούς των ελάτων, ή εκείνης της πράσινης λειχήνας που τυλίγει τα κλαδιά τους. Τότε το δάσος φαινόταν ανίκητο, είχε ζήσει πυρκαγιές και πυρκαγιές κι είχε επιβιώσει. Δεν μπορούσε η φωτιά να το καταβάλει, ούτε η παραμέληση, ούτε τίποτε, η φύση ήξερε τι έκανε. Τώρα όμως τα βλέπουμε όλ' αλλιώς. Η πυρκαγιά του 2007 δεν ξεπεράστηκε, οι πρώην δασωμένες πλαγιές είναι ακόμα γυμνές. Κάτω απο τα δέντρα το χώμα ήταν φτενό, γεμάτο πέτρα. Πέτρα και βράχια στις απαλές πρώην καταπράσινες κοιλάδες που χαιρόμασταν, σαπίζουν και οι κορμοί που βάλανε για να συγκρατηθεί το χώμα. Μόνο πουρνάρια φύτρωσαν. Τι έγινε η αναδάσωση, τεχνητή ή φυσική; Θα ζήσουμε να δούμε κάτι που να μοιάζει με αυτό που καταστράφηκε; Κάτι που να δίνει μια ελπίδα τέλος πάντων;
Περπατήσαμε λίγο, η υγρασία μας περόνιασε, νύχτωνε και νωρίς, επιστρέψαμε κουβαλώντας το κρύο ανάμεσα απο τα πουλόβερ και τα μπουφάν μέχρι τα φωτισμένα δωμάτια του σπιτιού μας.  Το κρύο και κάτι το ανελέητο που παραμόνευε σε κάθε στροφή, το σκληρό βλέμμα του περαστικού ή του μόνιμου κατοίκου πάνω στη φύση που ανίσχυρη υποχωρεί συνέχεια. Από τη μιζέρια των οικοπέδων που διασχίζει η οδός Καραμανλή, μέχρι την προκλητική ασχήμια των κέντρων διασκέδασης που καμαρωτά σε καλούν για ψητά κρέατα καθώς ο δρόμος προχωρά προς το βουνό, σα να κατέβασαν απο κει πάνω με ρόπαλα τις τελευταίες αρκούδες και να τις σερβίρουν, κι απο το ρήμαγμα του παλιού Ξενία μέχρι τη μετάλλαξη του Μον Παρνές, την παραίτηση των δέντρων απο τα καμμένα, και τα συνθήματα πάνω στις πινακίδες "ολική απελευθέρωση ανθρώπων και ζώων". Κάτι το ανελέητο και κυνικό που σαρκάζει καταστρέφοντας, που μισεί τη δική μου ρομαντική ανάγκη για περίπατο στη φύση, κι όλων των ομοίων μου, που καταστρέφει πινακίδες της τροχαίας, καταπατεί το στενό δημόσιο δρόμο, γράφει συνθήματα στο γυμνό τσιμέντο των πρώην κραταιών κρατικών φιλοδοξιών, δεν φοβάται να πριονίζει κάθε τι κοινό και δημόσιο, υπομονετικά περιμένει την πλήρη πτώση του καπιταλισμού για να κυβερνήσει όπως ξέρει αυτό και δεν ξέρουμε εμείς. Σιωπηλά δίνεται μάχη κάθε μέρα ανάμεσα στον πυρήνα του εθνικού δρυμού που ανασαίνει όλο και πιο δύσκολα και την τσαπατσούλικη, την αδυσώπητη απληστία που ανεβαίνει σαν την πράσινη λειχήνα αργά και σταθερά το βουνό. Στη μικρή αυτή βόλτα τα αναρχικά συνθήματα συνταίριασαν με την άναρχη οικοδόμηση και πολεοδόμηση γύρω απο την Πάρνηθα. Σα να είναι προσωποποίηση του αστικού ιδανικού το βουνό αυτό, τόσο όμορφο και πολυσχιδές, με τα έλατα που δεν τα βρίσκεις ούτε στην Πεντέλη, ούτε στον Υμηττό, ούτε στο ταπεινό Αιγάλεω βεβαίως, σα να είναι η αριστοκρατία της φύσης, έπρεπε να πληρώσει. Με τις σπηλιές του, με τα σπάνια δέντρα του, με τα ελάφια που είναι απόγονοι των βασιλικών ελαφιών, αν δεν κάνω λάθος. Η μιζέρια που μας σερβίρουν όλο και πιο μονότονα τίτλοι και κριτικές, σχόλια και σημειώσεις, αυτή που σήκωσε κεφάλι κι ονειρεύεται να ισοπεδώσει τα πάντα, έρχεται και δένει με το ρήμαγμα της Πάρνηθας, τη μικροϊδιοκτησία που σκαρφαλώνει στις υπώρειές της ασχημίζοντας το περιβάλλον (μα η ασχήμια είναι λαϊκή κατάκτηση, όπως μας διδάσκουν επίμονα και συστηματικά πρώην εστέτ) την αδιαφορία και την πρόκληση, την αυθαιρεσία και την καταστροφή. Κατά λάθος βρέθηκε ένα τέτοιο βουνό δίπλα στη μητρόπολη της ομοιομορφίας, κι αυθόρμητα οι ενοχλημένοι απο το μεγαλείο του κάτοικοι, αργά και σταθερά το ξεπαστρεύουν. 

 Για μια βόλτα στο βουνό παραείναι αβάσταχτη η θλίψη, κι όμως βραδιάζει και την αποθησαυρίζω σαν πολύτιμο λάφυρο, εμπλουτισμένη με παιδικές και λογοτεχνικές αναμνήσεις. Μπορεί και ν' αλλάξουν τα πράγματα, η φύση είναι πιο δυνατή, η ελπίδα πεθαίνει τελευταία, κλπ.







Δευτέρα 24 Οκτωβρίου 2011

Μέρα στο φαλακρό βουνό

Xλιδάτη σκάλα στις εγκαταστάσεις του τελεφερίκ
Το τελεφερίκ της Πάρνηθας είναι τώρα δωρεάν και περνά κάθε ενάμιση λεπτό, ανακαινισμένο εντυπωσιακά. Πόσα χρόνια είχαμε να πάμε; Δεν το αποφασίζαμε, να μη δούμε τα καμένα. Εδώ έχουν φτιάξει ένα σούπερ χλιδάτο κτίριο με πολυελαίους, σκάλες τεράστιες, μέχρι κι ένα μουσειάκι για την Πάρνηθα. Η χρήση του τελεφερίκ είναι δωρεάν.
Μπαίνουμε στο θαλαμίσκο καθώς περνά αργά μπροστά μας με ανοιχτή την πόρτα, μαζί με δυο μαμάδες και μια ξανθιά μεσήλικη κουρασμένη γυναίκα. Καθώς υψώνεται η καμπίνα πάνω απο την απότομη πλαγιά, τα παιδιά ξετρελλαίνονται, σέρνονται απο κάθισμα σε κάθισμα, οι μαμάδες ανησυχούν. Η ξανθιά γυναίκα σχεδόν θρηνεί για το βουνό, τις πυρκαγιές που το κατέστρεψαν, το ξενοδοχείο που ρήμαξε. ‘Δεν αγάπησε κανείς αυτόν τον τόπο λέει κουνώντας το κεφάλι, μόνο ο θεός τον αγαπά’.
Κι όντως ο θεός έχει ξημερώσει πάλι μια ωραία ηλιόλουστη μέρα, ό,τι χρειάζεται για εκδρομή.

Ελάφου αποκάλυψις


Φτάνοντας  επάνω περπατάμε για ώρα σε φαρδείς  διαδρόμους ντυμένους με μοκέτα που στρίβουν και ξαναστρίβουν μέχρι την έξοδο. Προσπερνάμε την είσοδο του Καζίνου. Δεν καταλαβαίνουμε ποιο χώρο καταλαμβάνει. Το παλιό Μον Παρνές, που το βλέπουμε όταν πια βγαίνουμε έξω, είναι σχεδόν ερείπιο. Το μισοκρύβει  ένας πράσινος κτιριακός όγκος, πνιγμένος απο εγκαταστάσεις εξαερισμού που θυμίζει  τσίρκο. Το σύνολο είναι εντελώς σαρδανάπαλο, του γυρίζουμε την πλάτη γρήγορα για να δούμε τι γίνεται στο βουνό.


Μια σταλίτσα κωνωφόρο, θα το δούμε δέντρο σε τούτη τη ζωή;
Προχωράμε στη διαδρομή που κάναμε παλιά, από το ελικοδρόμιο στο καταφύγιο Μπάφι. Είναι μια απλή διαδρομή, πανεύκολη, που κάνει όλος ο κόσμος. Κάποτε ήταν πυκνό δάσος εδώ και δυσκολευόμασταν να βρούμε την αρχή του μονοπατιού. Τώρα δεν υπάρχει το δάσος να μας μπερδέψει. Όλη η πλαγιά είναι καμένη, το μονοπάτι ξεχωρίζει εύκολα. Το παίρνουμε και περπατάμε σε ένα τοπίο που δεν θυμίζει σε τίποτε αυτό που ξέραμε. Από τα έλατα έχουν μείνει κομμένοι κορμοί βαλμένοι στη σειρά, στηριγμένοι με πασαλάκια για να μην παίρνει το χώμα η βροχή, και κομμένα κούτσουρα λίγο πάνω από τη ρίζα, αυτά που ήταν κάποτε τα έλατα, μαύρα κι άραχλα. Στα τέσσερα χρόνια που πέρασαν από την πυρκαγιά, έχουν φυτρώσει πουρνάρια και διάφορα άλλα θαμνώδη. Η Πάρνηθα εδώ γίνεται σαν τα ξερά βουνά των νησιών, με φρύγανα και βράχια. Τα έλατα δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναβγούν από  μόνα τους, αλλά ούτε και πεύκα βλέπουμε. Ξαφνικά αντικρίζουμε ένα ελάφι πάνω στην πλαγιά. Ένα κομψό, μοναχικό ελάφι με μεγάλα λεπτά κέρατα που τα διακρίνουμε κόντρα στο φως, μας κοιτάει από μακριά κι ύστερα περνάει μπροστά μας, φεύγει απέναντι. Είχαμε δει και παλιότερα ένα ελάφι στο δάσος, φευγαλέα. Ποτέ για τόσο πολλή ώρα. Τώρα στο γυμνό βουνό ξεχωρίζουν τα καημένα, γυμνά κι αυτά.
Πόσο αλλιώτικα ήταν τα δέντρα, τι πλούτος μας περιτριγύριζε. Πώς άλλαζαν τα πάντα, κατεβάζανε αεράκια, φέρνανε δροσιές, ήταν ένας κόσμος ολόκληρος, τον μύριζες, τον ένιωθες, τον άκουγες να ψιθυρίζει. Χανόσουν, φοβόσουν, περπατούσες περιδεής και δεν προλάβαινες να παρατηρείς. Τώρα το μάτι αγκαλιάζει ελεύθερο και φτωχό μια απέραντη έκταση γεμάτη μ’ αυτούς τους στρωμένους κορμούς, τα χρήσιμα κουφάρια. Το έδαφος είναι σκέτη πέτρα, κοτρώνια πάνω σε βράχια. Πώς θα βγουν εδώ ξανά δέντρα, πώς καν να τα φυτέψει κανείς;

Επιτέλους έλατα και το Μπάφι στην κορφούλα

Ωστόσο κάμποσοι άνθρωποι περπατάνε όπως εμείς, με τα ορειβατικά μπαστούνια και τα σακίδια,  κι όταν διασταυρωνόμαστε χαιρετιόμαστε. Ακόμα κι αυτό, μετά την αγριάδα της Αθήνας και όλες τις καταθλιπτικές συζητήσεις για το χρέος και τη βία, είναι βάλσαμο στην ψυχή. Σχεδόν μας ξαφνιάζει. Την ώρα που βγάζω μια φωτογραφία περνάνε δυο γυναίκες και ρωτάνε αν θέλουμε να μας βγάλουν όλες μαζί. Οι φίλες μου που περπατούν μπροστά δεν της απαντούν. Δεν κατάλαβαν τι ρώτησε, δεν πήγε ο νους τους ότι θα άκουγαν μια τόσο ευγενική προσφορά. Ευτυχώς την κατάλαβα εγώ και τις φώναξα να γυρίσουν πίσω να στηθούν, να μας φωτογραφίσει. Θα μας περνούσε για πολύ άξεστες.
Σε κάθε στροφή αντικρίζουμε νέες πλαγιές από αυτό το είδος του ξερού βουνού στο οποίο μεταμορφώθηκε η πλούσια, η άγρια δασωμένη Πάρνηθα. Κάτι πευκάκια κοντά στο δρόμο ύψους δέκα εκατοστών, ελάχιστα, είναι η μόνη μαρτυρία πως έγινε προσπάθεια αναδάσωσης.
Στην τελευταία στροφή να τα έλατα. Υπάρχουν εδώ ακόμα, δεν κάηκαν, το δάσος ανασαίνει κι εμείς μπαίνουμε στα πνευμόνια του σα χαρούμενα μικρόβια. Σκαρφαλώνουμε μέσα σε σκιές τα τελευταία μέτρα ως το Μπάφι, εκείνη την απότομη ανηφόρα, συναντάμε ξανά το υγρό χώμα, την αιχμή των φύλλων, την αφή των κορμών. Κάποτε στεναχωριόμασταν για το γκι και τα παράσιτα που τρώγανε τους κορμούς των δέντρων, θυμόμαστε. Πού να ξέραμε;
 Στο καταφύγιο έχει κόσμο που κάθεται στη λιακάδα, έχουν βγάλει τραπεζάκια έξω. Πίνουμε καφέ με θέα τις γυμνές πλαγιές και στο βάθος το παραμορφωμένο Μον Παρνές. Δυο σκυλάκια δεμένα μπροστά μας προσπαθούν μάταια να πηδηχτούν. Ένα παιδάκι κλαίει γιατί δεν θέλει να φύγει. «Εντάξει, του λέει ήρεμα η μαμά του, θα μείνουμε κι άλλο». Του κόβεται ο λυγμός στη μέση και δεν ξέρει τι να τον κάνει. Οι άνθρωποι είναι ήρεμοι και γελαστοί, μέσα στη χαρά και την απόλαυση, καλότροποι κι ευχάριστοι.

Στην Πάρνηθα το 1997

Στην κατάβαση, μια ώρα μετά, προλαβαίνουμε τη μαμά στο μονοπάτι να δείχνει κάτι στο παιδάκι της. Κοιτάμε κι εμείς, είναι ένα κοπάδι ελάφια. Φαίνονται καθαρά στη γυμνή πλαγιά, το πιο σωματώδες με τα κέρατα που θα είναι το αρσενικό, τα άλλα μικρότερα. Τρέχουν πέρα δώθε, στέκονται ακίνητα, το παιδάκι κοιτάζει, η μαμά του μιλά συνεχώς, για τη ζωή των ελαφιών θα του λέει. Συνεχίζουμε στο φαλακρό βουνό, σουρουπώνει καθώς φτάνουμε στο Μον Παρνές και μπαίνουμε ξανά στον μακρύ διάδρομο. Την ώρα που επιβιβαζόμαστε εμείς στο τελεφερίκ φτάνουν από κάτω οι παίκτες του Καζίνου. Είναι Σάββατο βράδυ κι έχει κόσμο. Εύχομαι καλή τύχη στους παίκτες, εύχομαι να συμπαθήσουν λίγο και την Πάρνηθα, αλλά υποπτεύομαι ότι δεν θα μπορούν καν να τη βλέπουν από κείνο το περίκλειστο πράγμα που τους κατευθύνουν για να συγκεντρωθούν στη ρουλέτα και τα λοιπά παιχνίδια.

Μπάφι, το έτος 2000

Το Μον Παρνές είναι πραγματικά για να βλέπεις πώς παρέρχεται η δόξα του κόσμου. Και το δάσος; Να βλέπεις πώς παρήλθαν τα δάση των ευρωπαϊκών βουνών. Μόνο που ετούτο ήταν το δικό μας. Ήταν το βουνό που αγαπούσαμε, που το περπατούσαμε, που δοκιμάζαμε το χιόνι μόλις έπεφτε, που συναντούσαμε τη φύση στα μεγαλεία της. Ο πνεύμονας, η παρηγοριά, το καταφύγιο και το κρυφό απόθεμα δυνάμεων μιας πόλης 5 εκατομμυρίων. Πρωτεύουσας και τα ρέστα. Ενός πληθυσμού πολύ πατριωτικού, έτοιμου να δώσει το αίμα του για τις βραχονησίδες του Αιγαίου, αλλά αμήχανου ως προς το τι να δώσει για να προστατέψει το κοντινό του δασωμένο βουνό, τη μεσογειακή του μοναδικότητα, τον πνεύμονα του, το πράσινο του, το δικό του δάσος.

Γύρω πλαγιές με φρύγανα και πρώτο πλάνο πλαστική δεξαμενή

Πίσω στο σπίτι έψαξα τις φωτογραφίες που είχαμε βγάλει στην Πάρνηθα τότε που πηγαίναμε με τα παιδιά μικρά. Τότε που γκρινιάζαμε για το γκι. Μου φάνηκαν σα λεκιασμένες, σαν ξεθωριασμένες, σα να τις βρήκε η βροχή από στάχτες που έπεφτε στα κεφάλια μας τη νύχτα εκείνη του καλοκαιριού του 2007, τότε που καιγόταν η Πάρνηθα. Είχε γίνει και μια ωραία διαδήλωση τότε, α ναι, από διαδηλώσεις πάμε καλά. Πιστεύουμε ότι κάνουν θαύματα οι διαδηλώσεις, ενώ χρειάζονταν βόλτες, περιπλανήσεις, εκδρομές, χρειαζονταν μαθήματα φυτολογίας. Να μαθαίναμε πώς λέγονται όλα αυτά τα δέντρα. Να έρχονταν συνέχεια τα σχολεία εκδρομές. Να ήταν συνήθεια οι ορειβασίες, να νιώθανε όλοι οι αθηναίοι ότι το βουνό τους ανήκει. Ήμασταν λίγοι αυτοί που την ξέραμε, την αγαπούσαμε και αισθανόμασταν πως τη δικαιούμαστε.

Στη δεκαετία του 90 τα παιδιά μας ήταν μικρά και τα έλατα μεγάλα

Η λογική μας λέει ότι το βουνό δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν. Είναι πολυ αδιάφοροι οι έλληνες, εδώ δεν μπόρεσαν ένα μικρό κέντρο της πόλης τους να προστατέψουν. Αλλά χωρίς ελπίδα δεν ζει κανείς, θα ξαναρθουμε να δούμε, όσο τα πόδια μας βαστάνε λέμε πως θα ερχόμαστε.







Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...