Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταινίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταινίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

Μια ιστορική τοιχογραφία


Άραγε ήταν πάντα ίδιος με τον Λίνκολν ο Ντάνιελ Ντέι Λιούις, ή τώρα γερνώντας έγινε; Αυτό είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεται κανείς βλέποντας την ταινία "Λίνκολν". Κι ύστερα αρχίζει η προσπάθεια να καταλάβει την πολιτική κατάσταση της εποχής, πράγμα που δεν είναι κι εύκολο αν δεν ξέρει λεπτομέρειες απο την αμερικανική Ιστορία. Ο πόλεμος Βορείων και Νοτίων δεν έλυσε αυτόματα το θέμα της δουλείας, υπήρχαν αντιθέσεις, αποχρώσεις, διαβαθμίσεις στο πόσο πίστευε κανείς στην ιδέα της ισότητας ακόμα και μεταξύ των νικητών. Είναι η μία φυλή απόλυτα ίδια με την άλλη; Εμπαινε αυτό το μέγα φιλοσοφικό δίλημμα, διότι βλέπετε ο χωρισμός των ανθρώπων σε φυλές εθεωρείτο τότε βαθιά επιστημονική αλήθεια. Πράγμα που δεν πρέπει να μας παραξενεύει, αφού στην Ευρώπη τον επόμενο αιώνα, εφτά δεκατίες αργότερα ξεκίνησε πόλεμος με στόχο την επιβολή της ανώτερης φυλής στις άλλες. Μετά από ωκεανούς μελάνι που ξοδεύτηκαν για την επιστημονική στήριξη των φυλετικών θεωριών, ουσιαστικά στις μέρες μας πια καταρρίφθηκε επιστημονικά η ύπαρξη τους. Κι εδώ που τα λέμε, πόσοι και πόσοι μορφωμένοι ανθρωποι γύρω μας δεν χρησιμοποιούν ακόμα τον όρο  "φυλή";
Στο περίπλοκο λοιπόν σκηνικό των πολιτικών δυνάμεων της εποχής που ο αμερικανικός εμφύλιος τελειώνει, ο Λίνκολν προσπαθεί να περάσει μια τροπολογία στο Σύνταγμα που θα καταργεί τη δουλεία ξεκάθαρα για ολόκληρη τη χώρα και για το μέλλον. Για να το πετύχει δεν του φτάνουν οι ψήφοι και πρέπει να εξαγοράσει βουλευτές του αντιπάλου κόμματος. Επιπλέον πρέπει να διατηρήσει τις ισορροπίες στο δικό του, πείθοντας τους πιο ακραίους να φανούν διαλλακτικοί. Ετσι ο υπέρμαχος της πλήρους ισότητας αρχηγός της ριζοσπαστικής πτέρυγας, που τον ενσαρκώνει ο Τομι Λι Τζόουνς, αναγκάζεται να βάλει νερό στο κρασί του, πράγμα που του κοστίζει αλλά το κάνει με τόσο έξυπνο τρόπο που κατακεραυνώνει εκείνους που του προσάπτουν την υποχώρηση.
Κι έτσι αυτή η συνταγματική αρχή πέρασε με ψήφους εξαγορασμένων βουλευτών, όπως το θέτει ένα απο τα πρόσωπα της ταινίας. Η οποία είναι πραγματικά ρα μελετημένα, και τη βαθιά αξία της επιμονής του Λίνκολν να διαπερνά το έργο χωρίς κραυγές. Οι αναφορές του βέβαια σε πολιτικές αρχές χρησιμότατες για την εποχή κρίσης που περνάμε.
Η ταινία θα μπορούσε πολύ εύκολα να είναι αγιογραφία του προέδρου ο οποίος παρουσιάζεται στην ανθρώπινη του διάσταση, πασίγνωστη επίσης στην αμερικανική παράδοση. Ωστόσο έχει μια ιστορική γωνία θέασης, βάζει το ερώτημα των δικαιωμάτων ενός ηγέτη. Μπορεί να καταλύσει λειτουργίες της δημοκρατίας επικαλούμενος απευθείας τον λαό, όπως έκανε εκείνος που είχε εξαιρετικο ρητορικό χάρισμα; Σε  αφήνει με ερωτηματικά που ίσως έχουν απαντηθεί στις ΗΠΑ αλλά όχι αλλού.
Θαυμάζεις τη σκηνοθεσία, την ιστορική έρευνα που έχει γίνει, την αναπαράσταση της εποχής, θαυμάζεις και το ταλέντο του πολιτικού που διέθετε ο Λίνκολν μαζί με μερικά ακόμα, όπως ας πούμε τους αφηγητή, και τρέχεις μετά να διαβάσεις ιστορικές λεπτομέρειες. Είναι από τα έργα που σε οδηγούν κατευθείαν στο Googl  και τις εγκυκλοπαίδειες που διαθέτεις.
Κάτι που παθαίνω εγώ προσωπικά μετά από κάθε ταινία με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις είναι η νοσταλγία που με πιάνει να ξαναδώ την "Αβάσταχτη ελαφρότητα του είναι", τότε που ήταν νέος και ωραίος και πολύ πειστικά αβάσταχτα ανάλαφρος.
http://www.imdb.com/title/tt0443272/ μ

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2012

Θάνατος τα μεσάνυχτα


Στο σκηνικό της ταινίας 'Το λιβάδι που δακρύζει'

Μάλλον τα νεύρα μου είναι σπασμένα. Δεν μπορώ να δουλέψω όσο θέλω, χαζεύω, δεν με ικανοποιούν αυτά που κάνω, όλη μέρα διαβάζω πολιτικά άρθρα και απελπίζομαι. Μάλλον γι αυτό με πιάσανε τα κλάματα μέσα στα μαύρα μεσάνυχτα μόλις διάβασα ότι πέθανε ο Θόδωρος Αγγελόπουλος μετά το ατύχημα που είχε σε τροχαίο.
Θέλω να πω, δεν είναι νορμάλ. Δεν μου άρεσαν οι ταινίες του εδώ και καιρό, αν και προσπαθούσα, έβλεπα κάθε τόσο μία, ξεχώριζα κάποιες σκηνές, αλλά γενικά έβρισκα κυρίως ένα μπλοκάρισμα στο λόγο του. Έλεγε πράγματα βεβαίως σημαντικά, έλεγε έδειχνε, αλλά όλες αυτές οι σιωπές, τα μεγάλα πλάνα, κάτι άλλο έπρεπε να πει επίσης, κάτι κάλυπταν που δεν έβλεπε, δεν ήξερε να το πει, δεν ήθελε, ίσως να είχε αποφασίσει και πως δεν χρειαζόταν.
Πήγαινα ξανά και ξανά να δω ταινίες του επειδή οι πρώτες με είχαν συγκλονίσει. Ο Θίασος, η Αναπαράσταση, οι Μέρες του 36. Ήμουν φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, τις είχαμε δει στο φεστιβάλ. Οι Μέρες του 36 είχαν προβληθεί επί χούντας, κάθε πλάνο και κάθε λέξη και κάθε στιγμή μας φαινόταν φορτωμένη νοήματα και μηνύματα που έπρεπε να καταλάβουμε. Θυμάμαι ακόμα να βγαίνω από το σινεμά φορτωμένη εντυπώσεις κι απορίες και στόχους για τη σκέψη, κι εκείνο το αίσθημα της αδυναμίας που ζούσαμε στη χούντα να έχει πυκνώσει και ταυτόχρονα ταρακουνηθεί. Η Αναπαράσταση, τι τέλεια φτιαγμένη ταινία. Ύστερα ο Θίασος, ένας θρίαμβος της ελευθερίας μόνο να τον βλέπεις, η ελληνική τραγωδία ζητούσε τη θέση της επιτέλους. Τέρμα η χαζοχαρούμενη λήθη. Ζητούσε τη θέση της και την κατακτούσε. Στη Γαλλία μαγεύτηκαν άπαξ δια παντός με το σκηνοθέτη. Τα δυο χρόνια που έμεινα στο Παρίσι προβλήθηκαν τα πάντα γύρω απ’ αυτόν.
Στις επόμενες ταινίες του δεν ξαναβρήκα αυτή την συγκλονιστική συγκίνηση. Υπήρχαν στιγμές που ξεχώριζαν, αλλά το όλο πράγμα μου ξέφευγε. Στο τέλος δεν πήγαινα πια να τις δω,  με ξάφνιασε ο εαυτός μου, γιατί να με πιάσει τέτοιο παράπονο τώρα; Είναι ο θάνατος απαράδεκτος ούτως ή άλλως. Δεν ήταν και γέρος να πεθάνει έτσι ξαφνικά, ταινία γύριζε. Τον παρέσυρε μοτοσικλέτα, όπως ένα σωρό πεζούς στην πόλη των οχημάτων.
Αλλά βέβαια είναι και ένα κομμάτι της νεότητάς μας που χάνεται έτσι ξαφνικά. Η εμμονή στο μάταιο έπος της Αριστεράς, η προσπάθεια να γίνει έπος ένας πόλεμος με τόσο σκοτάδι, να βγουν από τη βία κομμάτια ποίησης, να δικαιωθούν τα  λάθη από τον πόνο των ανθρώπων. Να έχουμε να λέμε ότι δεν ήταν μόνο αγριότητες και λάθη όλ’ αυτά που μας απασχόλησαν, υπήρχαν οι καλλιτέχνες που μας έπαιρναν από το χέρι να μας δείξουν την ανθρώπινη αδυναμία στις ιστορικές εκφάνσεις, ο Τσίρκας που έγραψε, έλεγε, τις Ακυβέρνητες Πολιτείες για να δικαιώσει το κίνημα του Απρίλη, ο Αγγελόπουλος που βρήκε πτυχές και πτυχές στα τόσα ακατανόητα σούρτα φέρτα του Εμφυλίου.
Δεν φαντάζομαι να τον ξεχάσουν οι Γάλλοι, ανάμεικτα συναισθήματα θα μολύνουν σήμερα το Σηκουάνα, θα δείτε.  
Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.proswpa&id=12064

Παρασκευή 13 Ιανουαρίου 2012

Δυο φορές ξένος

Αθηνα, 1922, ο μπαμπάς μου και η
θεια μου προσφυγάκια
Το ντοκιμαντέρ του Ανδρέα Αποστολίδη "Δυο φορές ξένος" βασισμένο στο βιβλίο του Μπρους Κλαρκ με τον ίδιο τίτλο με έκανε να χάσω το μάθημα κιθάρας που είχα την ίδια ώρα, αλλά μόνο μια φορά γινόταν η προβολή στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Πήγαμε μεγάλη παρέα, και κάναμε το λάθος να μείνουμε κι όταν τέλειωσε, αλλά ήμασταν τόσο φορτισμένοι, συγκλονισμένοι, έκανε και κρύο, πώς να σηκωθείς να φύγεις;
Η ταινία ήταν εξαιρετική. Στα ίχνη του βιβλίου, έδειχνε ανθρώπους κι απο τις δυο μεριές, γέρους πρόσφυγες που είχαν μνήμες απο την πατρίδα τους, Τούρκους με καταγωγή απο την Κρήτη και τα Γρεβενά, Έλληνες με καταγωγή απο τη Μικρά Ασία. Μια γυναίκα έδειχνε το λέυκωμα της γιαγιάς της, μαντινάδες στα ελληνικά γραμμένες με αραβική γραφή.
 Είχε μια θαυμάσια ιστορική εισαγωγή και επεξήγηση, πώς έφτασαν ως εκεί οι δυο χώρες, μιλούσαν ιστορικοί, άγγλοι, έλληνες και τούρκοι. Καταπληκτική δουλειά, και μάλιστα απο έλληνα, αξιοθαύμαστη πώς μοίραζε δίκαια τις ευθύνες, πώς έδινε σε μια ώρα μέσα, μια πλήρη εικόνα. Υπήρχαν λεπτομέρειες σπαρακτικής ευαισθησίας, που δεν τις ήξερα ούτε εγώ η οποία έχω διαβάσει ένα σωρό βιβλία γύρω απο το θέμα κι έχω ακούσει άπειρες διηγήσεις απο μικρό παιδί. Για παράδειγμα, δεν ήξερα ότι τα ξένα πλοία στη Σμύρνη είχαν βάλει μουσική να παίζει δυνατά για να μην ακούν οι ναύτες τις κραυγές των θυμάτων..
Μόλις τέλειωσε η προβολή δώσανε το λόγο στο κοινό. Παίρνει ένας το μικρόφωνο και λέει: "Να μην ξεχνάμε απο πού έρχονταν αυτές οι ιδέες που οδήγησαν σε αυτή την υπόθεση... να μην ξεχνάμε πώς έρχονταν απο τη Δύση...οι ιδέες του εθνικισμού..."
Το άφησαν έτσι αυτό, γιατί τι να πούν; Έπρεπε να φτάσουν στην ελληνική επανάσταση. Και να πουν ότι εν τοιαύτη περιπτώσει, δεν έπρεπε να γίνει. Ούτε και η γαλλική ούτε και καμία. Την άφησαν τη συζήτηση, ίσως ένοιωσαν όλοι ότι θα οδηγούσε σε επικίνδυνα μονοπάτια..
Παίρνει μια γυναίκα το λόγο, εγώ έχω καταγωγή απο τη Σμύρνη, λέει. Είμαι πολίτης του κόσμου κι έχω να σας πω ότι τη σφαγή στη Σμύρνη δεν τη δείξατε σωστά!"
Παίρνει άλλος: "Δεν αναφερθήκατε καθόλου στη γενοκτονία των Αρμενίων"
Κι ο γάλλος φίλος μου από δίπλα να μου λέει: "Μήπως έφταιγαν τα τεχνολογικά μέσα που οδήγησαν στην ιδέα της ανταλλαγής, διότι αν δεν υπήρχαν δεν θα τη σκέφτονταν οι ηγέτες;" Αυτόν τουλάχιστον τον έπεισα ότι κάνει λάθος, διότι ο πατέρας μου και οι συμπατριώτες του, γυναικόπαιδα, περπάτησαν οκτώ μέρες απο τα Σπάρτα στην Αττάλεια, κι ύστερα οκτώ μέρες ταξίδευαν με πλοίο ως τον Πειραιά, αλλά εκείνου η μανία είναι να θεωρεί πως η Δύση βλάφτει τον κόσμο επειδη προχωρά τεχνολογικά.
Η οικογένεια του πατέρα μου στην Ξάνθη το 1931, όπου ο παπούς
εργαζόταν ως γιατρός στο Νοσοκομείο Αμερικανίδων Κυριών,
ένα ίδρυμα για την περίθαλψη των προσφύγων
Άλλος απο το κοινό: "Τον Ποντιακό Ελληνισμό δεν τον αναλύσατε" κι έτσι συνέχεια.
 Ο σκηνοθέτης άρχισε να απολογείται, μια ταινία με ένα θέμα συγκεκριμένο έκανα, δεν χωρούσε όλος αυτός ο προβληματισμός κλπ... Δεν περίμενε τέτοια υποδοχή προφανώς, μετά τη δουλειά που είχε κάνει. Αλλά είναι δύσκολο να θες να ξεκουνήσεις τους ανθρώπους απο τις σιγουριές τους. Αυτό ήταν και το πρόβλημα του τύπου που μίλησε για τις δηλητηριώδεις ιδέες απο τη Δύση.
Εχει γίνει της μόδας τώρα τελευταία να τα βάζουν όλοι με το Διαφωτισμό και τις προσπάθειες για αλλαγές και πρόοδο σε όλες τους τις εκφάνσεις. Φέτος, στην επέτειο του Πολυτεχνείου, για πρώτη φορά τόλμησαν διάφοροι και κατηγορούσαν τη γενιά του Πολυτεχνείου για όλα τα κακά που μας έχουν τύχει, και για κανένα καλό. Το υπονοούμενο είναι ότι το βλαβερό πράγμα ήταν η εξέγερση, αυτή μας έβλαψε κυρίως απ' όλη την πεντηκονταετία.
Κι ο Διαφωτισμός, οι ιδέες για ανεξαρτησία των εθνών, για χειραφέτηση των ατόμων, σε τι περιπέτειες δεν οδήγησαν την ανθρωπότητα, ε; Τι ευτυχισμένη που ήταν πριν, ο κόσμος ζούσε στη στοργική αγκαλιά των αυτοκρατοριών, Οθωμανική, Αυστροουγγρική, κλπ, τι τις ήθελε τις εξεγέρσεις; Για όλα φταίει ο Βολταίρος, για όλα φταίει ο Ρουσώ! Μας ξεγέλασαν να μπλεχτούμε με το ναρκωτικό της ελευθερίας που θέλει εγρήγορση και υπευθυνότητα... τι κακό μας βρήκε... Δεν ήμασταν εμείς για τέτοια. Να ζούσαμε αθώοι κι ανέμελοι στην παιδική ηλικία της αιώνιας καθυστέρησης, να μην μπλέξουμε με την παρακμή της Δύσης....
Τι νοσταλγία κι αυτή... Αλλά τι να κάνεις. δεν υπάρχει επιστροφή φίλε μου. Γι αυτό σκάσε και κολύμπα. Άσε που αν το καλοσκεφτείς το κακό άρχισε με τη διάλυση της μίας και μόνης Αυτοκρατορίας που κατάφερε να ενώσει την ατίθαση Ευρώπη, της Ρωμαϊκής... Και ποιος έφταιγε γι αυτήν, αν όχι ο τύπος που έφερε την πρωτεύουσα ανατολικά και παράτησε τη Δύση στους βαρβάρους να προοδεύει μοναχή της, όπως έλεγε κι ο Προγκίδης;
Ας μην πάμε πίσω στο Μεγαλέξαντρο, όπως είπε κι ένας απο το κοινό στο Γαλλικό Ινστιτούτο.

Τρίτη 1 Μαρτίου 2011

Bασιλικότερη του βασιλέως

Με τον Κόλιν Φερθ είμαι ερωτευμένη σταθερά μετά το σήριαλ «Περηφάνια και προκατάληψη». Χάρηκα το ΄Οσκαρ του σαν γνήσια γκρούπι. Στο ρόλο του βασιλιά είχε λιγότερο σεξαπίλ αλλά η συγκινητική του βασιλική αδυναμία άξιζε δέκα θρόνους. Αν και πρέπει να παραδεχτούμε ότι οι ιστορίες με βασιλιάδες συγκινούν γενικότερα, κατά προτίμηση όταν είναι βρετανοί. Δεν είναι καλύτεροι από τους άλλους, απλώς εικονογραφήθηκαν εγκαίρως περισσότερο και πιο πειστικά, πήραν τη θέση των βασιλιάδων των παραμυθιών, κατά κάποιο τρόπο, χάρις στο Σαίξπηρ και άλλους σεναριογράφους, σα να κατάλαβαν πρώτοι ότι αν παράγουν εικονογραφία επιπέδου δεν θα μείνουν ποτέ χωρίς δουλειά.
«Γιατί διαβάζεις συνέχεια παραμύθια με βασιλιάδες;» μου είχε ριχτεί κάποτε, προ αμνημονεύτων χρόνων, μια θεία μου φανατική βενιζελική στον καιρό της, πιάνοντας με επ’ αυτοφώρω με το βασιλιά Κοκκινοτρίχη, ή κάποιον άλλον από τους άπειρους παραμυθοβασιλιάδες. Έπαθα σοκ, είχα καταπιεί τη γλώσσα μου, δεν βρήκα τίποτε να απαντήσω. Δηλαδή τι παραμύθια να διάβαζα, αφού όσα δεν είχαν βασιλιάδες είχαν πριγκίπισσες, βασιλόπουλα, ρηγάδες, όλα μέλη της ίδια τεράστιας γαλαζοαίματης οικογένειας των παραμυθιών; Μόνο στην Πεντάμορφη και το Τέρας ο πατέρας είναι έμπορος που ταξιδεύει, αλλά το ίδιο το Τέρας δεν γίνεται κάτι σαν πρίγκιπας στο τέλος; Αδύνατον να βρεις παραμύθια με προέδρους Δημοκρατίας και πρωθυπουργούς. Η σχέση μου με τα παραμύθια γέμισε ενοχές. Ήμουνα παιδί πολιτικοποιημένο, προσπαθούσα να ακολουθώ τις απόψεις της οικογένειας, που μου φαίνονταν οι καλύτερες του κόσμου, αλλά εκείνη τη φορά δυσκολεύτηκα πολύ. Ευτυχώς, πολλά χρόνια μετά βρήκα την απάντηση στο βιβλίο του Μπετελέμ «Ψυχανάλυση των παραμυθιών». Ο βασιλιάς συμβολίζει κάτι πολύ καλό, έναν άνθρωπο που κυριαρχεί στη μοίρα του και βγάζει από τον εαυτό του ό,τι καλύτερο μπορεί. Θέλησα να το πω στη θεία μου, αλλά φυσικά δήλωσε ότι δεν θυμόταν να έχει πει κάτι τέτοιο. Στο μεταξύ είχε ξεπεράσει τα πάθη του Διχασμού, προς τιμήν της. Μπορούσα ελεύθερα να επιδοθώ στην αναδρομική απόλαυση παραμυθιών, ή αληθινών ιστοριών, όπως στο Λόγο του βασιλιά.

Τρίτη 28 Σεπτεμβρίου 2010

Κυνόδοντας

(ΑΝΑΛΩΣΙΜΑ)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: 28 Σεπτεμβρίου 2010 http://www.tanea.gr/gnomes/?aid=4596356


Αφού η Ελλάδα απέκτησε τόση δηµοσιότητα µε την κρατική της οικονοµική καταστροφή, κι αφού απασχόλησε πολύ κόσµο για το πώς και το τι, ίσως αξίζει να κερδίσει κι ένα Οσκαρ για τον «Κυνόδοντα».
Αυτή η παράξενη ταινία, που λένε ότι έχει ίδια υπόθεση µε µια παλιά µεξικάνικη, και έχει κερδίσει πολλά βραβεία ώς τώρα, εξηγεί πολλά για την ελληνική ψυχοσύνθεση. Είναι βέβαια αφηρηµένη, διηγείται ένα περιστατικό που θα µπορούσε να συµβεί οπουδήποτε, δεν έχει ούτε ένα τοπικό γνώρισµα πέρα από τη γλώσσα, κι όµως µοιάζει µε βυθοσκόπηση της ελληνικής ιδιαιτερότητας. Αυτό το κλειστό σπίτι µε τα παιδιά που δεν τα αφήνουν να βγουν στον κόσµο είναι τόσο χαρακτηριστικά ελληνικό.
Παράξενο κι αντιφατικό βέβαια, τώρα που πολλές οικογένειες προσπαθούν να στείλουν τα παιδιά τους σε χώρες µε µεγαλύτερη αξιοκρατία και καλύτερες ευκαιρίες µόρφωσης και δουλειάς, αλλά το κλείσιµο στο στρείδι της φαµίλιας και του αλλοιωµένου της συστήµατος αξιών δεν αλλάζει ακόµα και για πολλούς που ταξιδεύουν µέχρι την άλλη άκρη του κόσµου. Αυτή η κλειστή οικογένεια είναι η ιδεολογία µας, ο τρόπος που αντιµετωπίζουµε την υφήλιο. Είναι η εξωτερική µας πολιτική, αν και δεν την υποπτεύονται όσοι γνωρίζονται µόνο µε τους διπλωµάτες, όπως είναι στο έργο ο πατέρας. Αλλά πάνω απ' όλα η τερατώδης αυτή κατάσταση θυµίζει έντονα τον τρόπο που µεγαλώνουµε τα παιδιά µας. Αν µπορούσαµε ίσως όλοι θα τα κλείναµε σ' ένα σπίτι και θα τα εµποδίζαµε να µεγαλώσουν, θα εξαφανίζαµε τις πιθανότητες να χρειαστεί να συγκρουστούν µε τον κακό µεγάλο κόσµο.
Αλλά δεν µπορούµε, οπότε τα βγάζουµε στον κακό µεγάλο κόσµο θρηνώντας από πριν για τα κακά που θα τα βρουν, πείθοντάς τα ότι θα είναι θύµατα, ευνουχίζοντάς τα εξαρχής µε την τροµερή µας κλάψα.

Πριν μήνες είχα δει μια άλλη ελληνική ταινία που δεν έχει ελπίδες να διακριθεί έτσι. Αφηγείται κι αυτή ιστορίες του κλειστού μας κόσμου:
 Εννοώ την τελευταία ταινία του Χούρσογλου στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος. Είναι η πρώτη στην οποία παίζει, και παίζει πολύ καλά. Ο διαχειριστής του είναι ένας γλυκός σαρανταπεντάρης εκσυγχρονιστής. Αναλαμβάνει απο καθήκον την πολυκατοικία της μάνας του, εκείνη τα έχει κάνει θάλασσα. Πήρε λεφτά, πλήρωσε - ή μήπως δεν πλήρωσε;- έναν υδραυλικό για να φτιάξει τις αποχετεύσεις, δεν εχει αποδείξεις και οι αποχετεύσεις έχουν πάλι χαλάσει. Πάει ο γιος της στον υδραυλικό, φίλο του πατέρα του, τον γδέρνει και τον ξεγελά. Πάει να τα φτιάξει μόνος του, τα κάνει χάλια. Και πλημμυρίζουν στα σκατά. Κανένας δεν κατάλαβε ότι είχε καλές προθέσεις και ότι ήθελε να κάνει μια καινούργια τιμια αρχή. Μόνο μια κοπέλα στο φυτώριο όπου αγόρασε μπουκαμβίλιες για τον ακάλυπτο. Αυτή όμως τόσο καλά το κατάλαβε που τον ερωτεύτηκε, Κι έμπλεξε χειρότερα ο διαχειριστής μας, δεν μπορεί να διαχειριστεί τίποτα, ούτε την οικογένεια του, ούτε κανέναν.
Πώς να μη θυμάμαι τι τράβηξα εγώ σαν διαχειρίστρια βλέποντας το; Τι κερατιάτικα πλήρωσα και τι διασυρμό υπέστην... Ευτυχώς βρέθηκε κάποια άλλη που ήθελε να είναι βασίλισσα της πολυκατοικίας, όπως η μάνα του διαχειριστή στο έργο, και ανέλαβε στη συνέχεια. Ίσως να βρήκε μπροστά της θεσμούς πιο ξεκάθαρους, τι να πώ.
Φυσικά τον άλλον που σκεφτόμουν ήταν ο Σημίτης. Διαχειριστή τον ανέβαζαν, λογιστή τον κατέβαζαν. Οι άλλοι βλέπεις ήταν υψιπετείς. μεγαλειώδεις, ιδεολόγοι, κλπ κλπ Κι ως λογιστής και διαχειριστής πήρε τη χλεύη και την αχαριστία και πήγε σπίτι του.
Αχ να είχαμε άλλον έναν διαχειριστή να τα βγάλει πέρα με τα σκατά που μας πλημμύρισαν, έναν λογιστή με μπλοκάκι να τα βάλει κάτω και να βρει την άκρη στο μπουρδέλο που βρεθήκαμε...

Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...