Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά


Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά
Κι αρχή καλός μας χρόνος
και ιθαγένεια στα παιδιά
να φέρει ο νέος νόμος
στ' αγόρια που με ξύπνησαν
τα κάλαντα να πούνε
να πάει η χρονιά γλυκά
κακία να μη δούνε
κουράγιο πάντα νά' χουνε
σε τούτη εδώ τη χώρα,
πού' ναι για όλους μας σκληρή
και μητριά Πανδώρα
Του χρόνου να ξανάρθουνε
και νά' ναι ελληνάκια
πολιτογραφημένα πια,
να μην πίνουν φαρμάκια!
Στείλε θεέ λίγο μυαλό
και στους ελληναράδες
αν δεν δεχτούνε τα παιδιά
πού θα βρεθούν παράδες;
ποιος θ' απομείνει εδώ σε μας
αφού και τα παιδιά μας
φεύγουνε να γλυτώσουνε
τα χάλια τα δικά μας;
Ποιος θα δουλέψει στις δουλειές
ένσημα ποιος θα βάλει
πώς θα γεμίζουν τα σχολειά
κι η άδεια μας αγκάλη;

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Αγαααάπη μου!


Μέρες αποχαιρετισμού λαμπικαρισμένες. Αποχαιρετάμε τη χρονιά. Ο ήλιος κάθε μέρα μας τιμά, μας καλεί να βγούμε έξω, να συγχρωτιστούμε, κι έχει ο θεός αυτός, ο θεός του ήλιου. Χτες το πρωί ξόδευε τη γενναιοδωρία του στο πάρκο, σε λιγοστές παρέες που είχαν βγει να παίξουν τα παιδιά τους. Είδα το γειτονάκι που συνήθως κυκλοφορεί με μια φασαριόζικη παρέα, να κάνει ποδήλατο μόνο του. Πήγαινε αργά, βαριόταν, έκανε την πίσω πεταλιά που κρατάει ακίνητο το παδήλατο, κοίταζε γύρω του άσκοπα. Κάποιον θα περίμενε που δεν ερχόταν ίσως, δεν πήγε πολύς κόσμος στο πάρκο. Πίσω μας ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, «αγάπη μου, έλεγε, αγάπη μου, αγάαααπη μου» με κείνο το σύρσιμο που έχει το δεύτερη άλφα όταν απευθύνεται σε παιδιά ή σε μωράκια, και είδα στο πρόσωπο του αγοριού, που είναι γύρω στα οκτώ, να περνάει για δευτερόλεπτα ένα είδος ικανοποίησης, σα να άκουσε αυτό που ήθελε να ακούσει. Για δευτερόλεπτα τίποτε δεν του φάνηκε πιο φυσικό κι αναμενόμενο παρά να τον λέει μια γυναίκα «αγάπη της» και κείνο να πρέπει να πέσει στην αγκαλιά της. Για δευτερόλεπτα, για κλάσματα του δευτερολέπτου, η ευχαρίστηση έδωσε τη θέση της σε μια κάποια ενόχληση, σα να έλεγε, ναι, βέβαια αγάπη σου είμαι, αλλά έχουμε και δουλειές… Λάμψανε τα μάτια, πήγε το στόμα να γελάσει, σηκώθηκε το κεφάλι, κι ύστερα είδε τη γυναίκα, η οποία μιλούσε σε ένα σκυλί. Κι αμέσως το ύφος άλλαξε, το χαμόγελο έγινε ξινίλα, η απογοήτευση δεν έπρεπε βέβαια να φανεί, γιατί είναι ένα ζόρικο παιδάκι, ένα μικρό αντράκι που δεν χρειάζεται αγάπες και λουλούδια, σιγά τώρα, αλλά να, ξεχάστηκε. Και μόνο εγώ το είδα το ξεγέλασμα, που περνούσα γρήγορα, φορούσα και γυαλιά ηλίου, δεν με είδε που το είδα. Είδα την ξινίλα να απλώνεται μαζί με κάποια έκπληξη στο πρόσωπο του παιδιού, απορία για τον εαυτό του που θα ήθελε ίσως τη μεγαλόφωνη εκείνη αγάπη για πάρτη του, κι ύστερα θα βλεπε τι θα την έκανε, ή απορία για το πόσο πια μπορείς να αγαπάς ένα σκύλο. Τον είδα να κάνει στροφή επί τόπου, με κείνη την πεταλιά προς τα πίσω που βοηθάει το ποδήλατο να ισορροπεί χωρίς να τρέχει, να στρέφει την αμηχανία του προς την αντίθετη κατεύθυνση, να φεύγει αργά στη λιακάδα, να πηγαίνει προς το κεντρικό σιντριβάνι που λειτουργούσε, πετούσε στήλες νερού με δύναμη, λες κι ήταν καλοκαίρι.  Μα να μη μπορεί να πετάξει λίγη αγάπη στον αέρα, να δούνε όλοι πόσο το μικρό αγόρι δεν τη χρειάζεται καθόλου μα καθόλου;

Παρασκευή, 23 Δεκεμβρίου 2011

Τα κάλαντα του Καλομοίρη, άλλος καημός μεγάλος...

 
Τα κάλαντα του Καλομοίρη τα τραγουδούσε η χορωδία στο σχολείο, σε κάθε χριστουγεννιάτικη γιορτή. Στο Γυμνάσιο της Αηδονοπούλου που πήγαινα, είχαμε μια χορωδία, στην οποία η καθηγήτρια της Ωδικής δεν προσπάθησε ποτέ να με βάλει. Τα κορίτσια που συμμετείχαν μπορούσαν να φεύγουν απο το μάθημα όποτε τις φώναζαν, προς μεγάλη ζήλεια των υπολοίπων. Διάλεγαν συνήθως τις καλύτερες μαθήτριες, αλλά ήμουν κι εγώ στις καλύτερες μαθήτριες. Και δεν ζήλευα που έφευγαν απο το μάθημα, ζήλευα που τραγουδούσαν. Ήθελα τόσο πολύ να τραγουδήσω! Στις εκδρομές ξελαρυγγιαζόμουν, ήξερα απ' έξω τα περισσότερα τραγούδια, και δεν κουραζόμουν να συνεχίζω όταν οι άλλες είχαν πια βραχνιάσει, αλλά η χορωδία είχε μείνει άβατο για μένα. Μυστήριο πράγμα.
Αυτά τα κάλαντα ειδικά με ξετρέλαιναν. Τα έλεγε η χορωδία με δυο φωνές, εκστασιαζόμουν. Πήγαινα σπίτι και τραγουδούσα μόνη και τις δυο φωνές. Τόσα χρόνια μετά τα τραγουδάω κάθε Χριστούγεννα μόνη μου, πράγμα που δεν είναι και τόσο εύκολο. Όσο περνάνε τα χρόνια το τραγούδι γίνεται όλο και πιο πολύ νοερό, δηλαδή τραγουδάω απο μέσα μου.
Αναρωτιέμαι αν κάποια απο τις άλλες τυχερές καλλίφωνες της χορωδίας τα θυμάται ακόμα και τα τραγουδάει ποτέ αυτά τα κάλαντα. Κι ακόμα δεν καταλαβαίνω, μετά απο τόσα χρόνια, γιατί δεν είχα βρει το θάρρος να πω και να επιμείνω ότι ήθελα να πάω στη χορωδία. Αν εκείνη η καθηγήτρια με είχε λιγουλάκι ενθαρρύνει, θα είχα γίνει τραγουδίστρια. Αλλά φαίνεται δεν με συμπαθούσε. Οι μόνες καθηγήτριες που με συμπάθησαν στο σχολείο ήταν οι φιλόλογοι. Έτσι έγινα γραφιάς. (και το τραγούδι έχασε μια σπουδαία ερμηνεύτρια).
Επειδή δύσκολα ξαναμαζεύεται η χορωδία του σχολείου, τ' ακούω σ' αυτή την εκτέλεση με τα Μουσικά Σύνολα της ΕΡΤ στο Μέγαρο Μουσικής, μουσικη διευθυνση του Μιχαλη Οικονομου και σολίστ τον βαρύτονο Χαρη Ανδριανο και τις σοπράνο  Κίρα Λαμπρακη και Χριστινα Πουλιτση.

Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Άγιο κιτς σε περιμένω…

Μέσα στο σκοτάδι το γωνιακό μπαλκόνι μας οδηγεί. Αγγελάκια, αγιοβασίληδες, κεράκια, αστεράκια, λαμπιόνια πάσης φύσεως. Και τι δεν έχει επάνω, όλα τα φωτεινά αντικείμενα που πουλήθηκαν εν Ελλάδι την τελευταία εικοσαετία. Είναι ορόσημο της γειτονιάς, δειγματολόγιο της αγοράς και μου ζεσταίνει την καρδιά. Το λατρεύω όπως αρμόζει στα είδωλα της μεγαλύτερης νύχτας του χρόνου. Είναι κρύα, είναι σκοτεινή, είναι ανελέητη, αλλά τα φωτάκια παρηγορούν, το φως θα ξανάρθει. Γεννιέται στην ίδια την καρδιά του σκοταδιού, την πιο μεγάλη νύχτα του χρόνου, όπως γεννιόταν ο θεός του ήλιου, της φωτιάς, του φωτός, που κάποτε λεγόταν Μίθρας, και προηγουμένως κάπως αλλιώς.
Ποιοι το εμπνεύστηκαν πρώτοι δεν θα μάθουμε ποτέ, αν ήταν στα ασιατικά υψίπεδα που κατάλαβαν το πέρασμα του χρόνου, που έδωσαν όνομα και σχήμα ανθρώπου στο φως και την ενέργεια, ή κάπου αλλού. Εκεί πάνω πάντως θα έκανε κρύο αρκετό για να τους  κατέβει η ιδέα με μερικά από τα συμπαρομαρτούντα που ακόμα μας παραστέκουν, τα φώτα, τις μικρές φλόγες, τις μεγάλες μαζώξεις, ίσως και το πρώτο χοιρινό. Ύστερα ήρθαν οι Ρωμαίοι με τις αυτοκρατορικές μανίες, να αποκτήσουν μια θρησκεία που θα μπορούσε να ελεγχθεί κεντρικά, που θα τις περιείχε όλες, προηγούμενες κι επόμενες. Κι ο κλήρος έπεσε στο Χριστιανισμό, ο οποίος τα περιέλαβε όλα, ήθελαν δεν ήθελαν. Τα γενέθλια του Μίθρα έγιναν γενέθλια του Χριστού, μέσα στη μεγάλη νύχτα αυτός είναι που γεννιέται και το άστρο οδηγεί τους μάγους του προηγούμενου θεού στην κούνια του. Ακαταμάχητος, αφομοιώνει τις λατρείες και τις φιλοσοφίες, φέρνει το φως μέσα στη μεγάλη νύχτα και την άνοιξη, όταν μεγαλώνει η μέρα, φέρνει το σκότος του θανάτου, έστω κι αν τελικά ανασταίνεται, κλέβοντας πάλι τις γιορτές των παλιών θεών. Γι αυτό μαζεύει στη φάτνη του τα πάντα, δεν υπάρχει παιχνιδάκι και στολιδάκι που να μην καταδέχεται. Κουκλίτσες, ξωτικά, νεραϊδούλες, μαγισούλες, ταμπούρλα, μπάλες, σβούρες, να γυρίζει ο χρόνος, να γυρίζει η γιορτή, όλα τα καλά μέχρις αηδίας. Τίποτε δεν είναι αρκετό για τα Χριστούγεννα. Όσα τραγούδια κι αν υπάρχουν, κάπου κρύβονται περισσότερα. Όσα φαγητά κι αν μαγειρευτούν, όσα φώτα κι αν ανάψουν, κάτι διαφεύγει, κάτι φωτεινό και μαγικό, κάτι άπιαστο και νοσταλγικό. Δεν υπάρχει άνθρωπος που να μπορεί να αντισταθεί σ’ αυτή τη γιορτή, κι όσοι τη βαριούνται κάποτε έρχεται η στιγμή που μεταμελημένοι προσκυνούν τα μελομακάρουνα. Είναι αταβιστική ανάγκη η άτιμη, είναι η μνήμη του είδους.
Καλά όλ’ αυτά, αλλά σε μας εδώ παραμένει άλυτη η μεγάλη απορία: τι θα γίνει με τον Άγιο Βασίλη; Θα μετακομίσει στα Χριστούγενννα, ή θα αντισταθούμε στην παγκοσμιοποίηση και θα τον κρατήσουμε με νύχια και με δόντια στην Πρωτοχρονιά;


http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.dolce&id=11238

Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

Ελαφρά πέφτει το χιόνι

Όταν ήμουν παιδί περνούσαμε γερμανικά Χριστούγεννα, αλλά δεν το ήξερα. Νόμιζα ότι όλοι έκαναν όπως εμείς, δηλαδή στόλιζαν το ψεύτικο χάρτινο έλατό τους και άκουγαν γερμανικά τραγούδια με παιδικές χορωδίες στο ηλεκτρόφωνο τους. Η αυταπάτη άρχισε να διαλύεται όταν κάποιος μεγάλος με κοίταξε μια μέρα βλοσυρά και μου είπε: «Το έλατο είναι γερμανική συνήθεια!»
Τι κακό κι αυτό, να είναι το έλατο γερμανική συνήθεια! Και πού να το υποπτευτούμε, όταν το κατεβάζαμε κάθε χρόνο από το πατάρι μετά μεγάλης προσοχής και συγκινήσεως, και στην αρχή φαινόταν σαν ένα παλούκι άχαρο, κι ύστερα σιγά- σιγά, καθώς ανοίγαμε ένα- ένα τα κλαριά και στρώναμε στο καθένα μια λουρίδα βαμβάκι, και μετά βάζαμε τα στολίδια και τα λαμπάκια, κι αφού τελικά το τυλίγαμε με ένα διάφανο αφράτο υλικό που δεν έχω ξαναδεί από τότε, το λέγαμε πάχνη κι έκανε τα φώτα να θαμπώνουν σαν μέσα από ομίχλη, καθόμασταν να το χαζεύουμε με τις ώρες μαγεμένοι, και μας φαινόταν σαν ένα όνειρο που ζωντάνεψε μέσα στο σπίτι μας από τα ίδια μας τα χέρια; Κι εκείνα τα γυάλινα στολίδια που ήταν τότε πανάκριβα, και τρέμαμε μη σπάσουν, και βέβαια πάντα έσπαγαν, τι λαχτάρα, τι ομορφιά τι δέος.
-Οι Έλληνες δεν είχαν έλατο, είχαν καραβάκι, απεφάνθησαν οι λαογράφοι. Και μέσα στη λαογραφική μας μανία απαρνηθήκαμε το έλατο και βαλθήκαμε να ανακαλύπτουμε τα καραβάκια των άλλων. Γιατί εμείς καραβάκι δεν είχαμε, ούτε κι είχαμε δει κανένα να κυκλοφορεί, όταν ήμασταν παιδιά.
Σα να μην έφτανε το έλατο, είχαμε κι εκείνο το δίσκο με τα Weihnachtslieder, θυμάμαι τον τίτλο κι ας μην ήξερα γερμανικά. Κάποια παιδική χορωδία τραγουδούσε έξι τραγούδια, και μας ξετρέλαινε. Δεν υπήρχε άλλο τραγούδι να αγάπησα με τέτοιο πάθος όσο αυτά τα έξι χριστουγεννιάτικα, με τα παιδάκια της χορωδίας της Βρέμης νομίζω. Από το πολύ παίξιμο ο δίσκος είχε καταγρατζουνιστεί, αλλά επέζησε μέχρι την εποχή των ψηφιακών μετατροπών, και τον κατέγραψε ο αδερφός μου σε σιντί μια μέρα, με όλα του τα σκρατς σκρουτς. Είναι θαύμα πώς πέρασε τόσες δεκαετίες, αλλαγές στα γούστα μας, μετακομίσεις, νεανικές απορρίψεις των Χριστουγέννων, κι εκ νέου εκτίμηση και ανακάλυψη τους.
Και είναι τώρα τόσο εύκολο να βρίσκεις τα λόγια των τραγουδιών στο Ιντερνετ με ένα κλικ, κι όλες τις εκτελέσεις που θες. Πόσο είχα βασανιστεί να αποστηθίσω τα λόγια τους σε μια γλώσσα που δεν ήξερα! Διαλέγω αυτή την εκτέλεση, σε μια πλατεία με κόσμο. Ελαφρά πέφτει το χιόνι, λέει το τραγούδι. Leise rieselt der Schnee. Το έχει τραγουδήσει και η Μούσχουρη, αλλά μου άρεσε περισσότερο αυτή η νεαρή.
Να λεω πως μεγάλωσα στο χωριό της γιαγιάς μου;
Ευτυχώς τώρα πια κανείς δεν επιμένει για τα έλατα πως είναι γερμανική συνήθεια, κανένας μεγάλος δεν θα μπορεί να πει στα σημερινά παιδιά κάτι τέτοιο, ειδικά όταν υπάρχουν ολόκληρα ελληνικά χωριά που ζουν από την καλλιέργεια ελάτων για τα Χριστούγεννα. Το έλατο είναι παγκόσμιο έθιμο προ πολλού.
Αντίθετα με τα τραγούδια, το ελατάκι μας χάθηκε. Αντεξε ολόκληρη την παιδική μας ηλικία, κι ύστερα θα το πέταξε η μητέρα μου. Τώρα αγοράζουμε κάθε χρόνο ένα αληθινό έλατο, που είναι πανέμορφο και χωρίς στολίδια. Θα μπορούσα μάλιστα να τροποποιήσω τις αναμνήσεις μου, αντί για το πατάρι στο τριάρι μας να ονειρεύομαι πως κατεβάζαμε το έλατο απο κάποιο βουνό και το στήναμε στη μονοκατοικία μας. Θα πρέπει να ανεβαίνω κάθε χρόνο τέτοιο καιρό στην Πάρνηθα ίσως, για να φτιάξω παραστάσεις. Kαλή ιδέα δεν είναι αυτή;


Nα και οι νότες για αρχαρίους
Kι αν σας αρέσει να τραγουδάτε όπως εμένα, να και τα λόγια του τραγουδιού:
 Leise rieselt der Schnee
Still und starr ruht der See
Weihnachtlich glänzet der Wald
Freue dich, Christkind kommt bald


In den Herzen ist's warm
Still schweigt Kummer und Harm
Sorge des Lebens verhallt
Freue dich, Christkind kommt bald


Bald ist die heilige Nacht
Chor der Engel erwacht
Hört nur wie lieblich es schallt
Freue dich, Christkind kommt bald

Κοινωνική αλληλεγγύη, το πείραμα της Κυψέλης

 

Πριν δυο χρόνια ο Μένης Κουμανταρέας, κάτοικος Κυψέλης, στάθηκε μπροστά στη Δημοτική Αγορά στη Φωκίωνος Νέγρη, είδε μια αφρικάνα που κρατώντας το μωρό της αγκαλιά, μάθαινε το ελληνικό αλφάβητο, κι έγραψε ένα άρθρο περί ανθρωπισμού και ισότητας. Από τότε συχνά περνά και στέκεται λίγο μπροστά στην τάξη ελληνικών που έχει εγκατασταθεί ακριβώς επάνω στη Φωκίωνος, και κάθε βράδυ φαίνεται φωτισμένη, όπως φαινόταν παλιότερα η βιτρίνα του μαγαζιού.
Στην Κυψέλη υπήρξαμε τυχεροί με το πείραμα αυτό, του Ανοιχτού Σχολείου. Η έννοια κοινωνική αλληλεγγύη είναι πολύ παρηγορητική σε περιόδους κρίσης και φτώχειας, αλλά δεν υλοποιείται εύκολα. Πώς να βοηθήσεις τον άλλον χωρίς να τον ταπεινώσεις; Χωρίς να αποκτήσεις εξουσία επάνω του; Χωρίς να θέλεις να τον προσηλυτίσεις στη θρησκεία σου, πράγμα για το οποίο είναι ύποπτες όλες οι εκκλησίες; Τι κερδίζεις εσύ δίνοντας, τι χάνει εκείνος παίρνοντας; Στην πράξη όλα αυτά τα ερωτήματα δεν βρίσκουν εύκολες απαντήσεις. Γι αυτό υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν να πεινάσουν παρά να καταφύγουν σε ανθρωπιστικές προσφορές, κι αυτό σε χώρες με πολύ οργανωμένη κοινωνική αλληλεγγύη, όχι εδώ που ποτέ δεν θεσμοποιήθηκε αρκετά.

Aπό την επίσκεψη στην Ακρόπολη το 2010

Για να ξαναγυρίσουμε στη Δημοτική Αγορά και το πείραμά της, πρέπει να πω ότι ο χώρος παίζει καθοριστικό ρόλο. Η Φωκίωνος Νέγρη είναι το καμάρι της περιοχής, ένα ρέμα που δεν μπαζώθηκε, ένας φαρδύς πεζόδρομος που παραμένει γεμάτος ζωντάνια, καφενεία και μαγαζιά, δέντρα και παγκάκια, κόσμο κάθε ηλικίας που κάνει βόλτα. Αληθινή αρτηρία της συνοικίας, η οποία εδώ και τέσσερα χρόνια διαθέτει μια πρόταση ένταξης και αντιμετώπισης των μεταναστών: το Ανοιχτό Σχολείο της Αγοράς. Μια ομάδα εθελοντών που οργανώνουν δωρεάν μαθήματα ελληνικής γλώσσας για αρχάριους και προχωρημένους, και δέχεται διαρκώς προτάσεις συμμετοχής, είτε για διδασκαλία, είτε για μαθητεία.
Το Σχολείο ξεκίνησε πριν πέντε χρόνια, με λίγα τμήματα στην αρχή και λειτουργεί με δεκαπέντε τμήματα έως είκοσι τμήματα εδώ και τρία χρόνια. Οι δάσκαλοι είναι εθελοντές, κάτοικοι της περιοχής, εκπαιδευτικοί, φιλόλογοι, φοιτητές και φοιτήτριες, δημοσιογράφοι, οι οποίοι μάλιστα έχουν αρκετά διαφορετικές μεταξύ τους πολιτικές απόψεις. Αλλά η δράση ξεπερνά τις διαφορές. Καλύπτουν μόνοι τους τα έξοδα του σχολείου και όλες τις υπόλοιπες ανάγκες, καθαριότητα, βάψιμο, κλπ. Έχουν περάσει πάνω από 500 μετανάστες από τα θρανία του, και πολύ περισσότεροι έμαθαν το ελληνικό αλφάβητο σε ειδικά ταχύρυθμα μαθήματα αποκρυπτογράφησης του ελληνικού αλφαβήτου που δημιουργήθηκαν τα πρώτα χρόνια. Πέρα από τη γλώσσα στους μετανάστες, διδάσκει και στους ντόπιους έναν άλλο τρόπο αντιμετώπισης των μεταναστών και των προβλημάτων ένταξης που αντιμετωπίζουν. Η θέση του Σχολείου πάνω στον κεντρικό πεζόδρομο, το πόσο εύκολα είναι προσβάσιμο, το κάνει μια πολιτική πρόταση και διέξοδο για τους καταπιεσμένους από το ρατσισμό ντόπιους και ξένους. Εκτός από μαθήματα, οργάνωσε βόλτες γνωριμίας της πόλης, επίσκεψη στην Ακρόπολη, στο Αρχαιολογικό Μουσείο, τον Εθνικό κήπο, το Πεδίο του Άρεως, και στο θέατρο.
Ένα σχολείο λύνει με τον ίδιο του το χαρακτήρα τα πρακτικά προβλήματα της κοινωνικής αλληλεγγύης. Δεν υπάρχει κίνδυνος να νιώσει ταπεινωμένος κανείς, διότι ο ρόλος του δασκάλου είναι δεδομένος. Κι αφού ο στόχος είναι συγκεκριμένος και μακρόπνοος, δημιουργεί  θεσμό από μόνος του. Οι μαθητές- μετανάστες δεν μαθαίνουν μόνο, προσφέρουν τη δική τους κουλτούρα σε ένα χώρο που τους αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια. Στα πέντε αυτά χρόνια εκατοντάδες μετανάστες προσέγγισαν την ελληνική γλώσσα, γραπτή και προφορική, και δεκάδες έλληνες έμαθαν να εκτιμούν την παρουσία ανθρώπων από διαφορετικούς πολιτισμούς καθώς και  τη δυνατότητα να συνυπάρχουν έστω και σε γειτονιά τόσο πυκνοχτισμένη, όπως η Κυψέλη. Η κλίμακα του πειράματος είναι μικρή, αλλά ενδεικτική του αν μπορούν πρακτικά οι πολίτες να βρουν τρόπους να ξεπεράσουν ακόμα και το δημόσιο λόγο, ο οποίος είναι πολύ πιο εγκλωβισμένος σε στερεότυπα, να δημιουργήσουν έργο με το οποίο συμφωνούν οι πολιτικές και ανθρωπιστικές αντιλήψεις τους.

Δημοσιεύτηκε στο ΒΗΜΑ της Κυριακής στις 18 Δεκεμβρίου 2011 

Παρασκευή, 16 Δεκεμβρίου 2011

Kαημένα κακομαθημένα

Σταματά το πούλμαν του ιδιωτικού σχολείου στην Αλεξάνδρας και κατεβαίνουν δυο αγοράκια γύρω στα οκτώ, χαριτωμένα, γλυκύτατα, με τα φρυδάκια τους σουφρωμένα.
-Γιατί δεν έφερες κουλούρι λέει το ένα θυμωμένο στο μπαμπά που τα περίμενε στο πεζοδρόμιο και τα παρέλαβε.
Μπορεί να είναι και παππούς, είναι μεγάλος στην ηλικία. Μπορεί και μπαμπάς από αυτούς που τεκνοποιούν μετά τα σαράντα, ή και τα πενήντα, δεν είναι σαφές. Εκείνο που είναι σαφές είναι ότι δεν ενοχλείται με το επιθετικό ύφος του μικρού, ή, τουλάχιστον, δεν το δείχνει. Απαντά τρυφερά ότι υπάρχουν στο σπίτι μουστοκούλουρα. Πριν προλάβει να τελειώσει η φράση, τα θυμωμένα παιδιά έχουν βγάλει τα μπουφάν τους και του τα έχουν ρίξει στα χέρια.
Περιμένουμε μαζί να περάσουμε απέναντι, τους ακούω χωρίς να το θέλω. Τα πιτσιρίκια δεν αρκούνται να φορτώσουν τον μπαμπά ή παππού με τα μπουφάν τους. Φαίνεται ότι εκείνος κάπως αντέδρασε, κάτι είπε που δεν άκουσα, και του λέει το πιο μαχητικό από τα δύο, με ύφος τόσο αυστηρό που κόντεψα να βάλω τις φωνές:
-Να μάθεις να τα κρατάς, να μάθεις, να μάθεις…
Ο πατέρας ή παππούς δεν απάντησε. Δεν είπε ότι δεν είναι σωστό να μιλάς έτσι σε μεγαλύτερους ή κάτι τέτοιο κλασσικό. Θα του φαινόταν ίσως πολύ μπανάλ να πει μια τέτοια φράση, ωστόσο ακριβώς αυτό έπρεπε να πει, διάολε. Αν όχι σαν παρατήρηση, έστω πληροφοριακά. Ενημερωτικά. Να ξέρουν τα παιδιά ότι δεν είναι σωστό να μιλάς έτσι σε μεγαλύτερους. Να το ακούσουν μια φορά, κι ας μην το δεχτούν. Να είναι όμως ενημερωμένα.
Όχι, ο κύριος που παρέλαβε τα παιδιά δεν είχε όρεξη για συγκρούσεις μαζί τους. Άλλαξε απλώς κουβέντα, έστρεψε αλλού την προσοχή τους κι εγώ είχα σκάσει πια να ανάψει εκείνο το ρημάδι το φανάρι να απομακρυνθώ, να μην παρασυρθώ κι αρχίσω εγώ να ουρλιάζω μέσα στην Αλεξάνδρας ότι δεν μιλάνε έτσι σε μεγαλύτερους, πατεράδες, παππούδες, ας είναι και σοφέρ, ας είναι οτιδήποτε.
Άναψε επιτέλους το φανάρι κι έφυγα τρέχοντας, να μην ακούσω άλλα. Δεν μπορείς να αποφύγεις τις θλιβερές σκέψεις όταν πετυχαίνεις κάτι τέτοια. Στην αρχή λυπήθηκα τον ενήλικα που δεν τολμούσε να τα βάλει με τα ανήλικα και δεχόταν αδιαμαρτύρητα την κακή τους συμπεριφορά. Τι τρομερό να αποχτάς παιδιά για να νοιώσεις την ευτυχία να μεταδίδεις τα πράγματα που αγαπάς απ’ αυτό τον κόσμο, και πιο πολύ απ’ όλα μια συμπαθητική εικόνα του εαυτού σου, κι αντί γι αυτό να περνάς τέτοιες δοκιμασίες…
Αλλά γιατί οι μεγάλοι παραιτούνται έτσι από το έργο της διαπαιδαγώγησης; Επειδή είναι χαριτωμένα και ακαταμάχητα τα παιδιά; Μα δεν τα λυπούνται;
Γιατί εδώ που τα λέμε, τα παιδιά είναι εντέλει αξιολύπητα. Αν δεν είναι μόνο μια στιγμή κούρασης που ο γονιός δεν αντιδρά, αν συχνά συμβαίνει να φέρονται έτσι και να τα αφήνουν στην πλάνη τους- γιατί πρόκειται για πλάνη- αν είναι αυτό συστηματική συμπεριφορά, τα παιδιά είναι χαμένα.

Μεγαλώνουν χωρίς να συνειδητοποιούν ότι υπάρχουν κανόνες στον κόσμο των ανθρώπων για τον οποίο προορίζονται. Δεν τους μαθαίνουν, κινδυνεύουν να μην διδαχτούν ότι οφείλουν να σέβονται εκείνους που κοπιάζουν για το χατίρι τους, να τους υπολογίζουν, να συγκρατούν το θυμό, να μη λένε ό,τι τους κατέβει. Οφείλουν να μετράνε την παρουσία και την αξία των συνανθρώπων τους. Δεν είναι το σχολείο που τους μαθαίνει αυτούς τους κανόνες, οι γονείς έχουν την ευθύνη, κακά τα ψέματα.

Κινδυνεύουν να μεγαλώσουν και να αρχίσουν να κυκλοφορούν στον κόσμο των ενηλίκων αγνοώντας ότι υπάρχουν. Είναι τρομερή άγνοια αυτή, σε κάνει να μην μπορείς να ζήσεις με τους άλλους ανθρώπους. Άσε που σε καταδικάζει να ασχολείσαι διαρκώς με τον εαυτό σου και να πλήττεις θανάσιμα.
Τα παιδιά είναι τα δυστυχισμένα της υπόθεσης τελικά. Τα περιμένει μεγάλο σοκ όταν αντιμετωπίσουν τον κόσμο, για τον οποίο συνεχώς θα σκέπτονται ότι δεν τα εκτιμά αρκετά, δεν τα αγαπά, δεν τα καταλαβαίνει… Ενώ αυτά θα είναι που δεν θα έχουν μάθει τη γλώσσα επικοινωνίας με τους άλλους ανθρώπους και την κοινωνία και θα νοιώθουν διαρκώς περιθωριακά και ακατανόητα.
Τι δυστυχία… Και πόσο διαδεδομένη κατάσταση εδώ που τα λέμε. Γιατί αν πρόσεξα αυτή τη συνομιλία στο φανάρι, είναι επειδή μου θύμισε ένα σωρό άλλες που έχω ακούσει ως μητέρα, όταν πήγαινα τα παιδιά μου στο πάρκο ή σε άλλα μέρη, κι άκουγα τους γονείς.

Πόσες φορές δεν με έπνιξε αυτή η ανάγκη να ουρλιάξω ότι δεν πρέπει να αφήνουν τα παιδιά τους ανυπεράσπιστα απέναντι στον ίδιο τον εαυτό τους με αυτό τον τρόπο; Από την επιθυμία να μην τα καταπιέσουν, τα αφήνουν να καταπιέζονται από τις ανεξέλεγκτες συμπεριφορές και την άγνοια των ορίων, από την λανθασμένη εντύπωση ότι όλα τους επιτρέπονται και την προδιάθεση να δυστυχούν με την παραμικρή αμφισβήτηση.
Τουλάχιστον αυτή η συμπεριφορά εξηγεί ένα σωρό καταστάσεις που μας βασανίζουν καθημερινά, ένα σωρό γαϊδουρινές συμπεριφορές που κοντεύουμε να συνηθίσουμε. Ίσως να είναι τόσο απλό λοιπόν, να ταλαιπωρούμαστε επειδή οι Έλληνες μεγαλώνουν κακομαθημένα παιδιά.
Ίσως να είναι και πιο περίπλοκο.

Είχε δημοσιευτεί στα ΝΕΑ όταν εργαζόμουν εκει, στα blog των συντακτών, εκ των οποίων το δικό μου εχει γίνει άφαντο στο διαδίκτυο
http://www.tanea.gr/blogs/blogger/post/?aid=4505851

Πέμπτη, 15 Δεκεμβρίου 2011

Hρωικά μαγαζιά

Σε μια βιτρίνα στην Ομόνοια μια παρέα πολικές αρκούδες ανεβασμένες σε πλαστικά παγόβουνα κουνάνε πάνω κάτω τα κεφάλια τους. Περνάνε μπροστά δυο γυναίκες, η μία ξαφνικά τραβά την άλλη, να της δείξει τη βιτρίνα. Στέκονται μπροστά της σαν παιδιά μαγεμένα, γελάνε, βγάζουν μια φωτογραφική μηχανή και προσπαθούν να τραβήξουν φωτογραφία. Τις χαζεύω καθώς χαζεύουν τη βιτρίνα και ξαφνικά ο απρόσμενος ενθουσιασμός τους με ταξιδεύει στο χρόνο, σε μια προηγούμενη ζωή, όταν μπορούσα κι εγώ να ξετρελαθώ με κούκλες που κουνιούνται σε βιτρίνες. Εδώ ήταν, στο Λαμπρόπουλο στην Ομόνοια, και πιο κάτω, στο Μινιόν, και απέναντι, στον Κατράντζο. Τα περασμένα μεγαλεία της Πατησίων, τα ξεχασμένα μεγαλεία. Όχι ότι ήταν γειτονιά πολυτελείας η Ομόνοια, αλλά μπορούσες να χαζέψεις σε πέντε μαγαζιά. Το Μινιόν ήταν μεγάλη ατραξιόν τα Χριστούγεννα, με αγιοβασίληδες και διάφορα καινούργια παιχνίδια και θεάματα κάθε φορά, ο δε Κατράντζος στη γωνία ήταν κάτι πολύ προχωρημένο, ήταν σπορ, το έλεγε κι η φίρμα, Κατράντζος- σπορ, εισήγαγε μια έννοια πρωτοποριακή και ελαφρώς εξωτική πριν κάμποσες δεκαετίες, το σπορ. Κι έλεγες, ζω σε μια πόλη με τα όλα της, έχει και πολυκατάστημα για τα σπορ!
Για μερικά χρόνια, τέτοια εποχή, Δεκέμβρη πριν τα Χριστούγεννα, γινόταν και διαγωνισμός βιτρίνας του Δήμου Αθηναίων. Είχαμε μεγάλη έγνοια να περπατήσουμε σε όσο γινόταν περισσότερους δρόμους, από Πατησίων Σταδίου και Πανεπιστημίου, Ερμού και Κολωνάκι, για να έχουμε προσωπική άποψη ποια βιτρίνα άξιζε να πάρει το βραβείο. Απίστευτες ιστορίες ε; Πόσο ματαιόδοξοι τύποι ήμασταν, πόσο επιπόλαιοι κι αβάσταχτα ελαφροί… Αντί να μελετάμε τας γραφάς παντός τύπου και να αποστρέφουμε το πρόσωπο από τη μάταιη λάμψη του καταναλωτισμού, ξεποδαριαζόμασταν μήπως χάσουμε καμιά βιτρίνα!
Πάλι καλά που δεν μας ανακάλυψαν οι τιμωροί της πολιτείας αυτής να μας μαστιγώσουν για παραδειγματισμό. Διότι, όλες αυτές οι τάσεις πολυτελείας των μικροαστών και λοιπών χαμηλών στρωμάτων τιμωρήθηκαν στην περιοχή συνειδητά και αποτελεσματικά. Μέσα σε μια νύχτα κάηκαν Μινιόν, Κατράντζος κι ακόμα ένα ή δυο πολυκαταστήματα, Δεκέμβρη του 1980, λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα, κι έκτοτε δεν συνήλθε ποτέ η περιοχή. Ναι, για θυμηθείτε, το κάψιμο καταστημάτων είναι παλιά επαναστατική παράδοση στην πόλη αυτή. Και δεν έχει μελετηθεί καταλλήλως από το παγκόσμιο κίνημα, κρίμα. Οι λαϊκές μάζες πρέπει να υποφέρουν για να επωάζουν την επανάσταση, δεν κάνει να ονειρεύονται λίγη καλοπέραση και να αφήνουν να τις εκμεταλλεύεται το λιανεμπόριο. Γι αυτό τώρα προσέχουν όλοι να είναι σοβαροί στους δρόμους, όχι σαν αυτές τις δυο γυναίκες που χαζογελάνε προκλητικά.
Θυμάμαι το Μινιόν αργότερα, φυτοζωούσε ως προβληματική μέχρι το 98. Από τότε μέχρι τώρα είναι μια πληγή στην καρδιά του προβληματικού κέντρου. Ο Κατράντζος πάει, δεν ξαναχτίστηκε ποτέ. Το οικόπεδο ρημάζει, κι ακόμα με εντυπωσιάζει πόσο μικρό είναι, πώς χωρούσε εκεί ένα τόσο μεγάλο μαγαζί. Κάποιος έγραψε στον τοίχο, με μεγάλα γράμματα, «Βασανίζομαι». Ποιος είναι αυτός που βασανίζεται, αν όχι ο ανανήψας καταναλωτής που μαστιγώνεται κάθε μέρα κι ύστερα φορά τις παρωπίδες του και βγαίνει στο δρόμο με σκυφτό το κεφάλι;
Λίγο παραπάνω στη Σταδίου οι τοίχοι γράφουν πολύ χειρότερα, λέξεις βουτηγμένες σε μίσος για τα μαγαζιά και τη ματαιοδοξία τους, τους μικροαστούς και τις επιθυμίες τους. Οι κάποτε φιλόδοξες προσόψεις αντέχουν στωικά τη χλεύη τους. Συχνά μιλάμε για τους πουριτανούς εμείς οι δήθεν ανοιχτοί έλληνες, κι αυτό τον υποκριτικό πουριτανισμό, τον δήθεν αριστερό, που μας χλευάζει κι έχει εξαθλιώσει τη ζωή μας, τον κάνουμε γαργάρα.
 Καημένη Αθήνα, καημένη Ομόνοια, καημένες βιτρίνες ηρωικών μαγαζιών που αντιστέκεστε στο σκοτάδι του Δεκέμβρη. Ας βρεθούν μερικά παιδάκια να σταθούν μπροστά στις αρκούδες, να τις αφήσουν να τα θαμπώσουν, όπως δικαιούται να θαμπώνει τα παιδιά κάθε λαμπερό μαγαζί, όπως δικαιούται κάθε άνθρωπος να επιθυμεί, να λαχταρά, να παρηγοριέται από το φως και τις συναλλαγές, να καταναλώνει.

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Γυναίκες ως ερωτευμένοι άντρες

 
Faites lui mes aveux, portez mes voeux...
Ο Ζίμπελ μιλά στα λουλούδια που θα αφήσει στη Μαργαρίτα, κι όλοι ξέρουμε ότι μάταια ελπίζει, η Μαργαρίτα προορίζεται για τον Φάουστ. Επιπλέον ο ρόλος του Ζίμπελ πάντα παίζεται απο γυναίκα, και στην εποχή μας αυτό φαίνεται ξεκάθαρα, οι κάμερες πλησιάζουν στο πρόσωπο, δεν υπάρχει αμφιβολία. Μα τι τρέλα ήταν αυτή, να βάζουν γυναίκες να τραγουδούν ρόλους νέων εραστών; Ο Χερουμπίνι ας πούμε στους Γάμους του Φίγκαρο να είναι γυναίκα; Σε πιάνουν τα γέλια, δεν μπορείς να μπεις στο κλίμα. Ήταν, λέει, πολύ νέοι οι άντρες, ήταν έφηβοι και έπρεπε καλύτερα να είναι κορίτσια, φωνές μέτζο σοπράνο ή κοντράλτο, αν βρισκόταν κάτι σε κοντράλτο, δηλαδή την πιο βαθιά φωνή που έχει γυναίκα, και που σπανίζει.

Τώρα αυτό με τους έφηβους πάλι δεν το καταλαβαίνουμε. Στην εποχή μας οι έφηβοι είναι απλώς άχαροι, κάθε άλλο παρά χερουβείμ, όπως υπαινίσεται ο Μότσαρτ. Κι έτσι οι ρόλοι αυτοί μας ξενίζουν και μας μεταφέρουν σε άλλες εποχές, άλλες αντιλήψεις, μας αναγκάζουν να σκεφτούμε άλλα στερεότυπα. Εχτες στο Μέγαρο που είχε αναμετάδοση απο τη Μετροπόλιταν το Φάουστ του Γκουνό, μια συγκλονιστική παράσταση, κατάλαβα επιτέλους το ρόλο του Ζίμπελ. Είναι τόσο νέος που δεν καταφέρνει να προστατεύσει τη Μαργαρίτα. Γι αυτό εξάλλου δεν πάει και στον πόλεμο. Κι η Μαργαρίτα δεν μπορεί να τον αγαπήσει, δεν είναι ο ανδρισμός του ολοκληρωμένος. Ο ολοκληρωμένος ανδρισμός όμως, όπως μας λέει η ιστορία αυτή κι ένα σωρό άλλες, έχει  κάτι το απειλητικό.
Θα ήθελα να ήμουν τραγουδίστρια της όπερας και να παίζω τέτοιους ρόλους. Απ' όλο το Φάουστ μόνο αυτούς τους λίγους στίχους έμαθα να τραγουδάω. Αυτό το διφορούμενο του εφήβου, πόσο ενδιαφέρον έχει. Ευτυχώς, σκέφτομαι τελικά, που ήταν αυστηρές οι μουσικές οδηγίες στις όπερες και δεν μπορεί κανείς να τις αλλάξει. Έτσι πάντα θα παίζονται οι ρόλοι αυτοί απο γυναίκες, κι οι θεατές, μέσα στη συγκίνηση, θα σπάνε το κεφάλι τους να λύσουν το μυστήριο.
Πάντως μην ανησυχείτε, δεν θα γράψω στο Γιουτιούμπ εκτελέσεις δικές μου, περιορίζομαι να  τραγουδώ στο μπάνιο. Ή στη βροχή.

Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

Μακεδονίγια

Η σημαία του συμβιβασμού, αν θυμάστε στην αρχή
ειχαν βάλει τον ήλιο της Βεργίνας

Η ψυχολογία του θύματος είναι απαραίτητο στοιχείο στην εθνική συνείδηση, θα  σκεφτεί ο καθένας που διαβάζει μια οποιαδήποτε εθνική ιστορία. Οι εθνικές ιστορίες δύσκολα γράφονται, επειδή τα έθνη όλα άργησαν να δημιουργηθούν, και πάντα μπλέκονται στο παρελθόν με άλλα έθνη, ακόμα κι αν στο παρόν έχουν ξεμπλέξει, όταν όμως βρουν μια μάχη, έναν πόλεμο, μια επίθεση, μια πολιορκία, μια συκοφαντία, μια περίοδο φτώχειας, μια κάποια δυστυχία τέλος πάντων που έπληξε όλη την ομάδα, από τη φτωχολογιά μέχρι το βασιλιά, τότε παίρνουν τη μαγιά για να φτιάξουν συνειδήσεις εθνικές και συλλογικές.
Τα λέω αυτά επειδή πάλι κουβεντιάζουμε για τη Μακεδονίγια. Τη γράφω έτσι για να συνεννοούμαστε και για να προτείνω μια απλή σύνθετη ονομασία. Αφού δεν μας άρεσε εκείνη η σύνθετη που είχαν το 1990 και κάναμε όση επίδειξη δύναμης κάναμε ως κράτος και ως έθνος. Νομίζοντας ίσως ότι τονώνουμε τη δική μας εθνική συνείδηση, λες και δεν είχαμε αρκετές περιόδους που να προσφέρονται για συλλογική θυματοποίηση και άρα τέτοιου είδους τόνωση. Ή λες και ήταν τόσο αδύνατη η εθνική μας συνείδηση που μόνο με επίδειξη δύναμης σε κάποια άλλη, ακόμα πιο αδύνατη, θα ένιωθε καλά. Κι από ονόματα δεν μας έφτανε η Ελλάδα και τα παράγωγά της (για να θυμηθούμε κι άλλη ένδοξη έννοια της αξέχαστης εκείνης περιόδου και των μεγαλειωδών αδιεξόδων που πολυτελώς δημιούργησε) Έπρεπε να τα μονοπωλήσουμε όλα, σύνθετα, παράγωγα, συνώνυμα κι ομώνυμα, για να δικαιώσουμε το ανάδερφο κλείσιμο στον εαυτό μας.
Εκείνο που κάναμε και πετύχαμε λοιπόν με όλ’ αυτά, και τώρα νομίζω το βλέπουμε πια ξεκάθαρα, είναι να προσφέρουμε στη γείτονα χώρα την περίοδο θυματοποίησης που χρειαζόταν για να χαλυβδώσει και γαλβανίσει (κι όποιο άλλο ρήμα σχετικό θέλετε) τις εθνικές της συνειδήσεις. Για φανταστείτε μια μικρή χώρα με ανθρώπους που νιώθουν λίγο Βούλγαροι και πολύ Γιουγκοσλάβοι, αλλά πάει η Γιουγκοσλαβία, τους τέλειωσε και τους άφησε ορφανούς, για φανταστείτε τι πρόβλημα ταυτότητας έχει… Καταθέτει το όνομά της, αυτό που χρησιμοποιούσε τόσα χρόνια, και ξαφνικά η περιφερειακή υπερδύναμη, η εκλεκτή της Δύσης, με τα λεφτά και τους μεγάλες δρόμους, και τις μεγάλες ιδέες, της λέει, α, όχι, δεν μπορείς να το χρησιμοποιείς!
Κι αρχίζει η καταδίωξη, τα βέτο, οι επιθέσεις στους διεθνείς οργανισμούς, τα εμπάργκο. Πώς να μην αναπτυχθεί μετά απ’ αυτά η απαραίτητη αίσθηση καταδίωξης που τρέφει τις εθνικές συνειδήσεις;
Αν η Ελλάδα δεν είχε δείξει τόσο εχθρικές διαθέσεις για την αδύναμη γείτονα, θα έπρεπε να την εφεύρει η αδύναμη γείτων. Οι άνθρωποι εκεί δεν ένοιωθαν απόγονοι του Μεγαλέξαντρου το 1995, όταν είχαν γλιτώσει τη μικρή τους χώρα από τον εμφύλιο της Γιουγκοσλαβίας, αλλά τώρα, μετά τις άοκνες προσπάθειες του Σαμαρά και των επιγόνων του, είναι σίγουροι πως κατάγονται απευθείας από τους αρχαίους Μακεδόνες.
Κι εμάς τι μας νοιάζει ωστόσο; Αν δεν τους δεχόμαστε σαν αδέρφια, πράγμα που μερικοί από μας μπορούν να το κάνουν χάρις στη διεθνιστική κουλτούρα τους, θα πρέπει να συνεχίσουμε να τρέφουμε με την καταδίωξη μας την εθνική τους συνείδηση. Με δικά μας έξοδα και ενέργειες. Ίσως αυτό είναι πιο αδερφικό κατά βάθος, ίσως να είναι του Σαμαρά ο έφιππος ανδριάντας στα Σκόπια, αν το καλοσκεφτεί κανείς. Η άλλη λύση είναι να πάψουμε σιγά- σιγά να ασχολούμαστε με αυτή την υπόθεση, διακριτικά και φιλικά να αλλάξουμε τακτική. Είμαστε και απόγονοι του Οδυσσέα στο κάτω- κάτω, όχι μόνο του Μεγαλέξαντρου. Διαλέγουμε και παίρνουμε.  

Βόλτα στην πλατεία Κοτζιά

Συνεχόμενες λιακάδες κι όλο ξεφεύγω και βολτάρω. Η τελευταία μου ανακάλυψη είναι πως το υπογάστριο της πόλης είναι καλύτερο απο το στήθος, ας το πούμε, δηλαδή το εμπορικό τρίγωνο, Αθηνάς, Μοναστηράκι, Ψυρρή και τα πέριξ των τουριστικών περιοχών πολύ πιο ευχάριστα απο Σταδίου, Πανεπιστημίου και τις λαμπρές οδούς που ανατίθενται στους ντόπιους αστούς και μικροαστούς να ζωντανέψουν.
Στην Κοτζιά μπήκα στο κτίριο αυτό που έχουν ανακαινίσει μια παρέα καλλιτέχνες, ανέβηκα στον πρώτον όροφο με τα πόδια και βρέθηκα σε μια ψηλοτάβανη αίθουσα γεμάτη μικρούς πίνακες που πουλιούνται όλοι στην ίδια χαμηλή τιμή: 80 ευρώ! Καταπληκτική ιδέα και τολμηρή στην εφαρμογή της. Με 80 ευρώ αποκτάς ένα μικρό έργο τέχνης, (μοναδικό αντίτυπο και εγγυημένα χειροποίητο) Τα χάζεψα όλα μέχρι κορεσμού, κι ομολογώ ότι θα ήταν δύσκολο να διαλέξει κανείς.
Το καλύτερο πάντως είναι κάτι που δεν αγοράζεται, η αίσθηση του χώρου. Πώς ζούσαν οι άνθρωποι σε κτίρια χωρίς σκάλες και τόσο ψηλοτάβανα δωμάτια; Συχνά μπαίνουμε σε τέτοια κτίρια, αλλά συνήθως είναι σχολεία, μουσεία, νοσοκομεία, δημαρχεία, θέατρα, κυριαρχεί δηλαδή η λειτουργία τους. Σε αυτή την ανακαινισμένη απο τους καλλιτεχνες μεγάλη αίθουσα όπου μπορούσες να προσηλωθείς σε μικρές εικόνες επί ώρες, παίρνεις μια γεύση του μεγέθους σου μέσα σε άλλες διαστάσεις, σα να περνας για λίγο σε κάποιο παράλληλο κόσμο, πολύ ίδιο αλλά και πολύ διαφορετικό, κι ύστερα να επιστρέφεις.
Πολύ μου άρεσε. Και η θέα της πλατείας απο το μπαλκόνι, θησαυρός!

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Ένα διακριτικό πλήθος

Τι δείχνει αυτή η φωτογραφία ακριβώς; Αν την προσέξτε, στο βάθος υπάρχει ένα πλήθος που ανεβαίνει απο την Σταδίου στο Σύνταγμα. Παρασκευή απόγευμα, ήταν περίπου χίλιοι Σύριοι, στην αριστερή λουρίδα της Σταδίου, με σημαίες όλοι τους, που φώναζαν "Δημοκρατία στη Συρία" Πήγα να τους φωτογραφίσω απο κοντά και ύστερα σκέφτηκα καλύτερα όχι. Μπορεί να δημιουργηθούν προβλήματα με τις φωτογραφίες ανθρώπων σε διαδήλωση κατά του δικτάτορα στη χώρα τους. Να τις καταγράφουν μυστικές υπηρεσίες, να τους περιμένουν στο αεροδρόμιο, ή να βρουν συγγενείς τους στον τόπο τους. Οι δικτατορίες τα κάνουν κάτι τέτοια, δεν είναι φαντασία μου. Έχω ζήσει σε δικτατορία. Όχι τριάντα χρόνια βέβαια, μόνο εφτά. Ήμασταν τυχεροι εδώ στην Ελλάδα, ακόμα και στην ατυχία μας.
Γι αυτό τους φωτογράφισα όταν απομακρύνθηκαν.
"Στη Συρία, στη Συρία, τριάντα χρόνια δικτατορία!" φώναζαν άντρες, γυναίκες και παιδιά ρυθμικά. Και "Η Συρία, η Συρία, θέλει ελευθερία! Η Συρία, η Συρία θέλει Δημοκρατία!" Απο μπροστά τους είχαν με περιπολικό, απο πίσω άλλο περιπολικό, ε, δεν είναι και ντόπιοι να κλείνουν το δρόμο, πράγμα που εκτίμησα πάντως. Και όσο και να το λένε, και να το διαβάζεις, άλλο είναι να το βλέπεις μπροστά σου, να τους ακούς με τ' αυτιά σου να φωνάζουν ότι θέλουν Δημοκρατία.
Αυτή τη δημοκρατία την κουρασμένη βρε παιδιά; Δεν βλέπετε αυτούς που την έχουν κι όλο κάτι ακόμα τους λείπει;
Αυτή, αυτή θέλουν οι σύριοι, και να δούμε πώς θα το πετύχουν με όλον τον κόσμο να προτιμά τη Συρία αμίλητη, ακούνητη κι αγέλαστη.
Στην αρχή μου φάνηκαν για Παλαιστίνιοι, απο μακριά.  Οι σημαίες έμοιαζαν λίγο. Ύστερα κατάλαβα, περίμενα να περάσουν από μπροστά μου, στο φανάρι της Βουκουρεστίου. Ξαφνικά ένιωσα πως η Αθήνα είναι κάπως κοσμοπολίτικη, αφού φιλοξενεί διαδήλωση για Δημοκρατία στη Συρία! Το δίκιο τους σάρωσε τη Σταδίου απελπισμένα, αλλά πόσο λίγες ελπίδες έχουν. Κανείς δεν θέλει να τα βάλει με το καθεστώς της Συρίας. Ωστόσο και μόνο που τα κατάφεραν οι εν Αθήναις Σύριοι να μαζευτούν, να πορευτούν και να φωνάξουν, θα ήταν μεγάλο βήμα. Για τους ίδιους, διότι οι αθηναίοι έχουν τόσες πορείες δει και τόσες φωνές ακούσει που δεν προσέχουν πια τίποτε.

Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2011

Φυλλα ξερά και μελαγχολικά



Ένα πράγμα με έκανε πάντα περήφανη για την Κυψέλη, με όλα της τα χάλια, πως έχει καλές συγκοινωνίες. Μεταχειρίζομαι ακόμα ενεστώτα, αν και καταργήθηκε το τρόλει 9, και τα άλλα αραιώνουν πολύ, δεν προσλαμβάνουν οδηγούς μάλλον. Τελευταία χρησιμοποιώ μια συγκοινωνία που ουσιαστικά δεν είναι της Κυψέλης, το λεωφορείο 224, Καισαριανή- Πολύγωνο. Κατεβαίνω στην Ευελπίδων, στη Γεωγραφική Υπηρεσία. Έχει καταντήσει αυτό το λεωφορείο να περνάει με την ίδια συχνότητα που έχουν τρία τρόλεϊ μαζί. Το παίρνω από τη Σόλωνος, πότε στο Κολωνάκι, πότε στη Νομική. Μέσα στα καυσαέρια περιμένω, βαρέθηκα, είπα χτες θα πάω πάλι στην Πανεπιστημίου για τρόλεϊ.
Είχε νυχτώσει κι ήταν έρημη όπως πάντα η Πανεπιστημίου, κακοφωτισμένη, όπως πάντα. Αμηχανία μας φέρνει αυτός ο δρόμος με τα μεγάλα πεζοδρόμια. Πάντα άδειος τη νύχτα, κι όσοι περνάνε βιάζονται, να φύγουν να γλιτώσουν. Ένας μουσικός κάτι βρήκε να τον κάνει, έπαιζε σαξόφωνο μπροστά στον Άγιο Διονύση. Έπαιζε το Les feuilles mortes. Η μελαγχολία του με τσάκισε. Του έδωσα μισό ευρώ, κι απομακρύνθηκα μέσα στην κατάθλιψη. Φύλλα του φθινοπώρου σα να ήταν ολόκληρη η πόλη γύρω μου, σκοτεινή, έρημη, αναγάπητη. Υπάρχει τέτοιο επίθετο; Φύλλα του φθινοπώρου που ξεράθηκαν και πέσανε, και τώρα πρέπει να τα μαζέψει κάποιος με ένα φτυάρι. Οι φιλοδοξίες των αρχιτεκτόνων και των ευεργετών που έφτιαξαν τον Άγιο Διονύσιο, την Ακαδημία, το Πανεπιστήμιο και τη Βιβλιοθήκη, και κατάφεραν να κρατήσουν τόσο χώρο ελεύθερο μπροστά τους, φύλλα ξερά.
Δεν την αγάπησαν την Αθήνα οι κάτοικοι της. Δεν μπόρεσαν να εκπαιδευτούν στον τρόπο που αγαπάς μια πόλη. Ήθελαν όλοι να έρθουν εδώ, την κομμάτιασαν όσο δεν έπαιρνε άλλο, και στο τέλος έπαψε να είναι πόλη, την παράτησαν, αφού την έκαναν κομματάκια και μοσχοπούλησαν τον αέρα και τη γη της, το κάθε τετραγωνικό της, επεκτείνοντας τις ιδιοκτησίες τους πάνω, κάτω και πλαγίως, μέχρι που πια να μη μπορούν να τις ιδιοκατοικήσουν.
Στη στάση έχει κόσμο, άρα περιμένουν πολλή ώρα,  θα περάσει όπου να’ ναι. Αμ δε. Είμαι κουρασμένη,  κάθομαι στο μαρμάρινο ερεισίνωτο της πρασιάς, δίπλα σε έναν ασιάτη που πουλάει κάλτσες. Έχει απλώσει ένα σεντόνι κάτω και τις έχει βάλει ταχτικά στη σειρά. Το τρόλεϊ αργεί, μελετάω προσεχτικά τη διάταξη των καλτσών. Είναι τόσο πολύ ταχτικά, τόσο τέλεια βαλμένες, δεν εξέχει καμία από την αράδα της, δεν υπάρχει ούτε ένα χιλιοστό ύφασμα του σεντονιού να φαίνεται από κάτω. Τον κοιτάζω, είναι μικρόσωμος και σκουρόχρωμος, με ευρωπαϊκά, καθώς λένε, χαρακτηριστικά. Μπάνγκλαντές μάλλον παρά Πακιστάν. Τρίβει τα χέρια του να ζεσταθεί. Πόση ώρα άραγε  του παίρνει να ταχτοποιεί έτσι το σεντόνι του;
Να πού βρέθηκε κι άλλη χρήση για το πεζοδρόμιο.
Αχ, μην αρχίστε να με βρίζετε αμέσως, για τα παραεμπόριο, το φόρο που δεν πληρώνουν, τους λαθρομετανάστες που λαθροφέρνουν όλα τα κακά της γης στα άγια χώματα μας. Μπορώ να θαυμάσω για μια στιγμή την επιμέλεια του μικροπωλητή χωρίς να σκέφτομαι τη γκρίνια σας; Ευχαριστώ.
Περνάει ένας μαύρος με τη δική του πραμάτεια στον ώμο, φεύγει αυτός, σχόλασε. Χαιρετάει τον δικό μου στα ελληνικά, του λέει «γειά σου» κι απομακρύνεται. Ο δικός μου του κουνάει το χέρι χωρίς χαμόγελο, είναι κουρασμένος. Τα ελληνικά είναι η lingua franca της γης των κολασμένων. Λαθραία ελληνικά, γλιστράνε από τις χαραμάδες της σκληρότητας μας και γίνονται όργανο επικοινωνίας των ασιατών με τους αφρικάνους.
Έρχεται το τρόλεϊ, ανεβαίνουμε παγωμένοι και στριμωχνόμαστε. Στο πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου το ταλέντο της ταχτοποίησης εκτίθεται μάταια, όσο αντέχει. Περνάμε το Ρεξ, κλειστό, με αυτοκίνητα παρκαρισμένα μπροστά στην είσοδο του. Δουλεύει, δεν δουλεύει, δεν ξέρω. Ξαφνικά, δίπλα του, τα φώτα του ξενοδοχείου Τιτάνια με τυφλώνουν. Καημένοι σκηνοθέτες τουριστικών θεαμάτων, πώς να ζωντανέψετε κι εσείς αυτή την εγκατάλειψη;
Εύχομαι να βρεθούν δυο τουρίστες να πάνε βόλτα ρομαντική στο σκοτάδι της Πανεπιστημίου, να αγοράσουν κάλτσες από κείνες που έβαλε τακτικά ο Μπαγκλαντεσιανός πίσω από τη στάση της Κυψέλης.
 Νομίζω αύριο θα ξαναπάρω λεωφορείο.

http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=10635

Μικρή γαλλική επανάσταση

Τώρα εγώ, να σας πω την αλήθεια, τη θεωρώ μεγάλη, αλλά ας μην προκαλούμε, όσο γίνεται. Πολλοί συμπολίτες μας θορυβήθηκαν με το ζεύγος Μακ...