Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα PROTAGON. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα PROTAGON. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 5 Δεκεμβρίου 2014

Σοφιανός Χρυσοστομίδης

Ο Σοφιανός ήταν οι τοίχοι της Αυγής, οι διάδρομοι και τα γραφεία της. Το χιούμορ του, το ανοιχτό του μυαλό. Το γέλιο του, το μάτι που σπίθιζε. Μιλούσε με κάποια ίχνη γαλλικής προφοράς, σε κάθε του συλλαβή άκουγες τον κοσμοπολιτισμό. Ήξερε τους πάντες, έφερνε σε αμηχανία τους κολλημένους. Δεξιούς κι αριστερούς. Ζώντας μαζί του δεν είχαμε καμιά αμφιβολία πως η αριστερά ήταν ανθρωπιστική, απελευθερωτική, μοντέρνα, ανοιχτή, αντιδογματική, γενναιόδωρη, έξυπνη και καλλιεργημένη.
Στην Αυγή τα πρώτα χρόνια, είκοσι χρονώ και κάτι εμείς, η φουρνιά της μεταπολίτευσης, εκστασιασμένοι και ψαρωμένοι, τον είχαμε σαν πατέρα. Μας πείραζε, μας δίδασκε, μας βοηθούσε, κι ήταν φυσικό να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Έμπειρος, ψημένος σε φυλακές και ταλαιπωρίες, γνώστης και πασίγνωστος, ποτέ δεν ειρωνεύτηκε την άγνοια και την αφέλεια μας. Άκουγε τις προτάσεις μας, τις δεχόταν. Τα παράπονα, τις απαιτήσεις. Τις αναλύσεις μας. Τις φιλοδοξίες μας. Τις μη φιλοδοξίες μας.
Δεν ξέραμε τότε ότι ήταν σπάνιος. Το καταλάβαμε στη συνέχεια.
Έψαξα να βρω φωτογραφίες από εκείνα τα χρόνια στην Αυγή. Βρήκα λίγες, και σε καμία το Σοφιανό. Εγώ να φοράω κάτι δαντελένιες μπλούζες μέρα -νύχτα. Κάτι φούστες τσιγγάνικες διαφανείς. Ήμασταν λίγο ούφο, σκέφτομαι τώρα, τόσα χρόνια μετά. Αλλά εκείνου δεν ίδρωνε τ' αυτί. Μας άκουγε, μας έβαζε να γράφουμε, έτσι όπως ήμασταν. Όταν του ανακοίνωσα ότι με ενδιαφέρει το πολιτικό ρεπορτάζ, με πήρε μαζί του στα μπρίφινγκ που γίνονταν τότε, και δεν υπήρχε άλλο κορίτσι ακόμα. Εκείνος έκανε την αρχή, μ' εμένα. Του χρωστώ ευγνωμοσύνη, γι αυτό και για ένα σωρό άλλα.
Ήταν σαν ήρωας της Τριλογίας του Τσίρκα. Ζούσες μαζί του την απαίτηση των Αιγυπτιωτών να κάνουν ευγενική την Αθήνα. Κι όχι μόνο των Αιγυπτιωτών, εδώ που τα λέμε.
Τα καλοκαίρια τον συναντούσα στο Σούνιο, στην παραλία του Ασημάκη. Μισόκλεινε τα μάτια κοιτάζοντας τη θάλασσα κι απολαμβάνοντας βαθιά τη ζωή.


Κυριακή 30 Νοεμβρίου 2014

Επιστροφή της Ηλέκτρας

Είχα δει όλες τις ταινίες της Φρίντας Λιάππα όταν πρωτοπαίχτηκαν. Περισσότερα από είκοσι χρόνια έχουν περάσει. Το βράδυ της Τρίτης είδα και τη μοναδική που δεν είχα δει, “Τα χρόνια της μεγάλης ζέστης”. Καταπώς φαίνεται, την είδα σε πρώτη προβολή, έστω κι αν είχε γυριστεί πριν 24 χρόνια. Κι αυτή η απόσταση την έκανε να μοιάζει με ταξίδι στο χρόνο, γιατί υπήρχε η αίσθηση αυτή, της πρώτης προβολής μιας ταινίας 24 χρόνια μετά που γυρίστηκε.
Ατόφια ξαναβρίσκω στην οθόνη τις μεγάλες αγάπες της νεότητας μας, τη φύση, τον έρωτα, τα πάθη, την ειλικρίνεια και την ελευθερία. Βλέπω στην πρώτη νιότη τους ηθοποιούς που είχα τότε γνωρίσει, την Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου, τη Μαριτίνα Πάσαρη, βλέπω τη θάλασσα όπως τη βλέπαμε, το παρελθόν, τις αφηγήσεις, τα ερείπια, όπως τα βλέπαμε. Όπως εγώ τα έβλεπα τουλάχιστον. Με μπόλικο δέος, σαν ιερουργία κάπως ακατανόητη. Όμως ο καιρός έχει περάσει, έχω αλλάξει, κι ενώ ξαναβρίσκω κομμάτια του νεαρού μου εαυτού στις εικόνες της οθόνης, βλέπω το έργο με τα μάτια που έχω τώρα, τόσα χρόνια μετά.
Η ηρωίδα λέγεται Ηλέκτρα, κι όχι μόνο επειδή έτσι λένε και την ηθοποιό. Είναι αναφορά στην αρχαία Ηλέκτρα, την κόρη του πατέρα της, εκείνη που εκδικήθηκε το θάνατό του. Στο παρελθόν αυτής της Ηλέκτρας υπάρχουν επίσης νεκροί, αλλά εκείνη δεν τους θυμάται. Δεν της έχουν πει την αλήθεια. Δεν είναι θεματοφύλακας της μνήμης, όπως η αρχαία Ηλέκτρα. Θεματοφύλακας ίσως άλλων πραγμάτων ναι, του πώς καθαρίζεις τα λαχανικά ας πούμε, πώς ανοίγεις τους αχινούς. Στην παραλία όπου ζει φτάνουν διάφοροι άνθρωποι που ίσως αναζητούν καταφύγιο από τη ζέστη, η οποία διευκολύνει την εξάπλωση ενός ιού που χτυπάει τα κέντρα της μνήμης. Οι άνθρωποι ξεχνάνε. Φτάνει ένας νεαρός με μεγάλα κενά μνήμης, τη συναντά, ερωτεύονται. Κι ενώ οι άλλοι ξεχνούν η Ηλέκτρα θυμάται σιγά -σιγά. Θυμάται τι ήταν αυτό που την άφησε χωρίς μνήμη: ένας φόνος. Ο πατέρας της δολοφόνησε τη μητέρα της και τον εραστή της μπροστά στα μάτια της όταν ήταν νήπιο. Με αυτή την ανάμνηση τελειώνει η αναζήτηση της μνήμης για την Ηλέκτρα. Δεν έχει να εκδικηθεί για τίποτε, δεν έχει να κάνει τίποτ' άλλο παρά να ζήσει τη δική της ζωή. Ξέρει πια τι συνέβη. Δεν έχει καθήκον άλλο απέναντι στο παρελθόν. Συγκλονίζεται, αλλά συνεχίζει. Ερωτεύεται τον νέο με τα κενά της μνήμης, μένει μαζί του κοντά στη θάλασσα.
Έχει ένα έγκλημα πίσω της η νέα Ηλέκτρα, ένα έγκλημα ανάμεσα στους γονείς της, όπως η αρχαία Ηλέκτρα. Δεν είναι η μητέρα που σκότωσε τον άντρα της με τη βοήθεια του εραστή της, είναι ο πατέρας της που σκότωσε τη μητέρα της και μαζί και τον εραστή της. Και ο φόνος όταν πια έρχεται στη μνήμη της, όταν τον ξαναβλέπει, δεν την αφορά. Ελευθερώνεται με την ανάμνηση από το βάρος της άγνοιας. Στην τελευταία σκηνή στέκεται με τον δικό της εραστή στο σημείο που είχε γίνει ο φόνος χρόνια πριν, γεμάτη θλίψη, αλλά ελευθερωμένη. Ελευθερωμένη από το παρελθόν, ελευθερωμένη από το καθήκον απέναντί του, ελευθερωμένη από τη μνήμη.
Έτσι είδα σήμερα την ταινία αυτή για πρώτη φορά. Φορτωμένη σύμβολα με πολύ πραγματικό βάρος, το ωραίο και σκληρό τοπίο του νησιού, τα ερείπια από κερκίδες αρχαίου θεάτρου όπου η άλλη Ηλέκτρα εγκλωβισμένη στο φόνο και την εκδίκηση τριγυρίζει μέχρι να εκδικηθεί στο όνομα του πατέρα, την τόσο γνώριμη και απελπιστική ζέστη που είχε καταφέρει να βάλει στην εικόνα η σκηνοθέτης. Σ' αυτή την τραγωδία όμως, που ο φόνος κινηματογραφείται, η μητέρα είναι το θύμα. Και η κόρη δεν εκδικείται. 
Πάντα με αφήνει αμήχανη η Ηλέκτρα των τραγικών, αυτή η προσήλωση στο στόχο να εκδικηθεί για τον πατέρα της, αυτή η αφοσίωση στον πατέρα. Βάζει τον έρμο τον Ορέστη να σκοτώσει τη μάνα τους χωρίς έλεος. Μια εξήγηση του Λεκατσά μόνο με φώτιζε, ότι η Ηλέκτρα είναι παιδι της νέας, πατριαρχικής τάξης πραγμάτων, και δεν αναγνωρίζει την αξία της μητερας. Πρέπει οπωσδήποτε να αποδώσει τη δικαιοσύνη αρνούμενη τη σχέση της με τη μητέρα της. 
Γι αυτό μου φάνηκε λυτρωτική η ταινίας της Λιάππα, αυτή η αντιστροφή των φόνων. Τα πράγματα είχαν γίνει ανάποδα στο παρελθόν της δικής της Ηλέκτρας, κι επιπλέον, ακόμα πιο λυτρωτικό, η σημερινή Ηλέκτρα δεν έχει καθήκον να εκδικηθεί. 
Μπορεί αν έβλεπα την ταινία τότε που γυρίστηκε, όπως είχα δει τις άλλες, να είχα σκεφτεί άλλα πράγματα. Θα με γοήτευαν περισσότερο οι εικόνες, φαντάζομαι. Ίσως δεν διέκρινα τον παραλληλισμό με τις Ηλέκτρες. Και ήθελε να τον κάνει η Φρίντα Λιάππα; Δεν θα μάθουμε ποτέ. Αλλά δεν έχει σημασία. Τα αληθινά έργα τέχνης προσφέρονται σε πολλές αναγνώσεις.
Το βέβαιο είναι ότι πέρασε μια σπουδαία καλλιτέχνης από το ελληνικό σινεμά, η οποία αντιμετώπισε ατέλειωτες δυσκολίες στη ζωή και στην καριέρα της μόνο και μόνο επειδή ήθελε να μιλήσει ελεύθερα. Φυλακή στη χούντα, κι εξορία, κι ύστερα, αφού είχε δουλέψει, και βραβευτεί και καταξιωθεί, και πια θα ήταν λογικό να συνεχίσει να εργάζεται σαν καταξιωμένη σκηνοθέτης, ξέσπασε εκείνο το σκάνδαλο με την κατηγορία για κακοποίηση παιδιού που πίκρανε τα τελευταία της χρόνια. Τι κρίμα κι άδικο.
Η ταινιοθήκη της Ελλάδος πρόβαλε τις ταινίες της στα πλαίσια φεστιβάλ Πρωτοπορειακού κινηματογράφου. Ήταν πρωτοποριακή, ήταν μοντέρνα, ποιητική και τολμηρή, ήταν απλώς δυνατή καλλιτέχνης που έψαχνε το δικό της δρόμο έκφρασης; Τουλάχιστον η προβολή αυτή που ανέσυρε το έργο της από τη λήθη ήταν μια μικρή δικαίωση. Άσε που η περιπέτεια της ταινίας θα μπορούσε να είναι ένα άλλο σενάριο από μόνη της, μια άλλη ταινία, με τον τρόπο του Φασμπίντερ μάλιστα, σε κείμενο Χάινριχ Μπελ.
Υπάρχει ακόμα κάτι. Όπως προσπαθώ να φέρω στη μνήμη μου το πρόσωπο της Φρίντας Λιάππα, την οποία είχα γνωρίσει, μου έρχεται στο νου μόνο η εικόνα της με το μπερέ, τότε που είχε χάσει τα μαλλιά από τις χημειοθεραπείες, και τη συναντήσαμε μια μέρα σε κάποιο καφέ, ή ταβέρνα, δεν θυμάμαι. Φορούσε αυτό το μπερέ, και κατάλαβα τι σήμαινε. Να πάρει η ευχή, μόνο αυτή η εικόνα της απέμεινε καθαρή, τις άλλες φορές που την έβλεπα γερή και δυνατή, το πρόσωπό της να θολώνει από το χρόνο.



Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Σκεφτείτο το ξανά!

Εκείνο που θα περίμενα από μια νέα και τολμηρή περιφερειάρχη αριστερoύ κόμματος, θα ήταν να πάρει νέες και τολμηρές αποφάσεις για τα σκουπίδια, κι ας ήταν πολύ διαφορετικές από τις συνηθισμένες νοοτροπίες. Να αναγγείλει και να αναλύσει τα δύσκολα, να εκπαιδεύσει τους πολίτες, τους δημότες, τους περιφερειαρχόμενους και περιφερόμενους σε σύγχρονες λύσεις. Κι ας τους ξεβολέψει. Να χρησιμοποιήσει ένα παράδειγμα σαν στόχο, όπως το Σπιτελάου της Βιέννης, τον ενεργειακό σταθμό που χρησιμοποιεί σκουπίδια. Πείτε άλλες λέξεις αν δεν σας αρέσουν. Απορρίμματα. Μεταχειριστείτε τα διαφορετικά αν δεν σας αρέσουν. Μην τα ανακατώνετε με την ανακύκλωση επειδή βαριέστε. Και μην ονειρεύεστε ότι μπορείτε ακόμα να τα πετάτε μακριά, έξω από δω, στην αυλή του γείτονα, στην Κίνα, στο διάστημα, στη Σελήνη. Δεν γίνεται. Όσο αποστρέφετε το πρόσωπο και κλείνετε τη μύτη, τόσο περισσότερο βρωμάνε και τόσο περισσότερο μας πλησιάζουν. Αντιμετωπίστε τα.
Οι φωτογραφίες από το Σπιτελάου είναι δικές μου. Πήγα εκεί με το μετρό κι έφυγα με τα πόδια, από τον ποδηλατόδρομο - περίπατο που έχει δίπλα στο κανάλι. Έκανα ωραίο, ρομαντικό περίπατο ξεκινώντας από τον απίθανο αυτό σκουπιδότοπο. Αν στ' αλήθεια σκύβουμε το κεφάλι οριστικά και λέμε ότι αυτά δεν είναι για μας, ας έχουμε μια εικόνα, τι δεν είναι για μας. Σταθμός ενεργειακός σε σχέδια Χουντερβάσερ, του αρχιτέκτονα που έχει φτιάξει κι εκείνα τα υπέροχα δημοτικά διαμερίσματα. Και μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για πόλη υπόδειγμα σοσιαλισμού για δεκαετίες. Αν δεν βάλουμε αυτήν πρότυπο, ποια να βάλουμε;
Σκεφτείτο το ξανά!

Περισσότερες φωτογραφίες στο Πρόταγκον  http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ellada&id=36691

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Κάτι φτιάξανε κι οι σοσιαλδημοκράτες

Για να πάμε βόλτα στο βουνό κοντά στη Βιέννη, πήραμε το μετρό 4 όπως συμβούλευε ο τουριστικός οδηγός και κατεβήκαμε στο τέρμα. Απέναντι, σημείωνε ο οδηγός σε δυο σειρές, υπάρχει το ιστορικό συγκρότημα κατοικιών Karl Marx Hof, μνημείο του 20ου αιώνα, όπου δόθηκε μάχη το 1934 μεταξύ αριστερών και ναζί.
Το όνομα είναι γραμμένο ψηλά στον τοίχο με κόκκινα γράμματα και η χρονολογία ανέγερσης δίπλα. 1927- 1930. Συνηθίσαμε πια να βλέπουμε σε κτίρια της Βιέννης αυτά τα γράμματα, την ίδια επιγραφή, μια λέξη που σημαίνει δημοτικές κατοικίες, τις χρονολογίες ανέγερσης. Από το 1918 που διαλύθηκε η αυτοκρατορία, στη Βιέννη κυριαρχούν οι σοσιαλδημοκράτες στο Δήμο της πόλης, εκτός από το θλιβερό διάλειμμα του εθνικοσοσιαλισμού και του πολέμου. Χτίζουν σπίτια ανελλιπώς, όχι απρόσωπες πολυκατοικίες εξορισμένες σε ομοιόμορφα προάστια όπως στο Παρίσι, αλλά συγκροτήματα με αρχιτεκτονική προσωπικότητα, με προτάσεις διαβίωσης και συμβίωσης, με τοιχογραφίες και γλυπτά στους τοίχους, με κοινές αίθουσες, παιδικές χαρές, παιδότοπους, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς. Είδαμε ήδη πολλά τέτοια στην πόλη, αλλά κανένα σαν αυτό που έχει το όνομα του Μαρξ. Είναι κάτι το τελείως ξεχωριστό, και μόνο με τον όγκο του και το χώρο που διαθέτει. Και μόνο με τη λέξη Karl Marx γραμμένη εκεί σε μια εποχή που στην Ελλάδα ίσως ακόμα δεν ακουγόταν.
Κάνουμε το γύρο. Δεν είναι εύκολη υπόθεση, έχει μήκος ένα χιλιόμετρο και δυο μεγάλες εσωτερικές αυλές. Παίρνει τη θέση της βόλτας στο βουνό. Στοά στο κτίριο μας οδηγεί στην πλατεία, έχει το μπρούτζινο άγαλμα ενός σπορέα- νομίζω είναι σπορέας- το ύφος του θυμίζει τον Δαβίδ του Μικελάντζελο. Στους τοίχους άλλα αγάλματα, λεπτά, εύθραυστα σώματα που όμως μοιάζουν να στηρίζουν τον φέροντα σκελετό αυτού του κολοσσού, θυμίζουν Κλιμτ και Αρ νουβώ.
Μπαίνουμε στις αυλές, χαζεύουμε παιδικές χαρές και παγκάκια, διαβάζουμε επιγραφές με τα ονόματα των αρχιτεκτόνων, άλλες με τα ονόματα των θυμάτων του πολέμου και της εξόντωσης των Εβραίων, ξαναβγαίνουμε, προχωρούμε κάτω από τη σκιά μιας δεντροστοιχίας ως το τέλος που στρογγυλεύει το κτίριο μετά από μια σειρά μαγαζιά. Βγάζω φωτογραφίες συνέχεια. Ανακαλύπτω την Αμερική, βεβαίως, διότι θα έπρεπε να ξέρω την ύπαρξη του συγκροτήματος αυτού, τόσα χρόνια στην αριστερή κουλτούρα έζησα, υποτίθεται, στην Αυγή εργάστηκα μια εικοσαετία. Κι είχα περάσει την Πρωτομαγιά στη Βιέννη το 1967, τότε που ένα εκατομμύριο κόσμος στους δρόμους, με τα ρούχα της δουλειάς, συντεταγμένος, φώναζε και ζητούσε ελευθερία στην Ελλάδα.
Ναι, η Βιέννη από το 1918, από τη διάλυση της αυτοκρατορίας κι ύστερα, είχε πάντα σοσιαλιστές δημάρχους, με εξαίρεση την περίοδο 34-45. Συχνά διέθεταν απόλυτη πλειοψηφία στο Δημοτικό συμβούλιο και προβληματίζονταν τι να φτιάξουν, πώς να παρέμβουν στην καθημερινότητα των ανθρώπων που ήταν ιδιαίτερα δύσκολη σε πολλές περιόδους. Κι αυτό που αποφάσισαν από τότε και το συνεχίζουν μέχρι σήμερα μεταξύ άλλων, ήταν να χτίζουν συγκροτήματα στέγασης, με πρώτο και πιο ξακουστό αυτό που φέρει το όνομα του Μαρξ. Φυσικά είχε αλλάξει την εποχή του Άνσλους, αλλά το ξαναπήρε το 1950 και επισκευάστηκαν οι ζημιές των εμφύλιων συγκρούσεων.
Αυτά όλα δεν τα έμαθα επί τόπου, στο μουσειάκι του κτιρίου, στην έκθεση «Κόκκινη Βιέννη» που στεγάζεται στα παλιά κοινά πλυσταριά (ή πλυντήρια), γιατί παρόλη την εξερεύνηση δεν το ανακαλύψαμε. Το βράδυ, στο σπίτι με την Google, κάλυψα το κενό των γνώσεων. Έμαθα επιπλέον ότι το 1934, στον εμφύλιο εκεί και σε μερικά ακόμα μέρη, μεταξύ σοσιαλιστών και δεξιών εθνικιστών είχε βομβαρδιστεί το κτίριο.
Για τους σοσιαλιστές αυτούς, τους σοσιαλδημοκράτες της Αυστρίας η εικόνα που έχω από την αριστερή μου διαφώτιση είναι αρνητική. Η απόρριψη της λενινιστικής πλευράς είχε περάσει και στην ανανεωτική πτέρυγα όπου ανήκα, και δεν την είχα ποτέ αρκετά αποκαταστήσει στο μυαλό μου. Χρειάστηκε να πέσω πάνω στο εντυπωσιακό αυτό κτίριο, που φέρει με περηφάνια το όνομά του, τυχαία κιόλας, για να ξανακοιτάξω αυτή την περίοδο της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας. Δένονται τώρα οι αναμνήσεις της Πρωτομαγιάς των δεκατεσσάρων μου χρόνων με τα προηγούμενα και τα επόμενα. Αλλά πόσα δεν ξέρουμε, πόσα δεν καταλαβαίνουμε από την ευρωπαϊκή Ιστορία, πόσο ακόμα οι παπαγαλίες κάθε είδους μας θολώνουν το μυαλό.
Κάτι φτιάξανε κι εκείνοι οι σοσιαλδημοκράτες στην πόλη των αυτοκρατόρων. Κι αν δεν μαζεύονται στο Karl Marx Hof τουρίστες, ίσως κάποιος τους λέει ότι το καταπληκτικό συγκρότημα Χουντερβάσερ, αυτό με τα τολμηρά χρώματα και σχέδια όπου στριμώχνονται τα γκρουπ και φωτογραφίζουν μανιωδώς την ονειρεμένη οικιστική πρόταση, είναι επίσης δημοτικές κατοικίες, του 1989 αυτές.
To βράδυ στο προαύλιο του Δημαρχείου, έναν τεράστιο χώρο με πράσινο όπου έχουν στηθεί περίπτερα για πρόχειρο φαγητό όλων των ειδών, καρέκλες, τραπεζάκια, μέχρι και σάκοι πουφ για κουρασμένους (όπως είμαστε του λόγου μας) τρώμε σνίτσελ και βλέπουμε στη γιγαντοοθόνη παράσταση του Ντον Τζοβάνι. Ο Δήμος δεν αρκείται στην παροχή αγαθών πρώτης ανάγκης, φροντίζει και της δεύτερης, και της τρίτης. Είναι η πολιτική φύση των σοσιαλδημοκρατών ή το πολιτιστικό επίπεδο των Βιεννέζων, αναρωτιέμαι καθώς ο Ντον Τζοβάνι αρνείται γενναία να υποχωρήσει στην απειλή της κόλασης για την ακολασία του. 

Από το Protagon http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ta3idia&id=36075 

Rethink Athens via Vienna


Ξαναπήγα φέτος ταξίδι στη Βιέννη μετά από χμ, μερικές δεκαετίες. Ήμουν εκεί την Πρωτομαγιά του 1967. Θυμόμουν μόνο τη διαδήλωση της Πρωτομαγιάς, κυρίως επειδή είχα γράψει γι αυτήν πολλές φορές. Τον κόσμο που φώναζε "Freiheit in Griechenland", «Ελευθερία στην Ελλάδα», το κολοσσιαίο πορτραίτο του Γλέζου μπροστά στο νεογοτθικό Δημαρχείο και του Mίκη Θεοδωράκη μπροστά στη νεοκλασική Βουλή. Το μέγεθος αυτών των φωτογραφιών δυο ανθρώπων που στην Ελλάδα διώκονταν, απαγορευόταν να προφέρεις το όνομά τους.
Αναγνώρισα αμέσως αυτά τα δυο κτίρια, τη Βουλή και το Δημαρχείο, μόλις τα ξαναείδα. Μου φάνηκαν μεγαλύτερα, προφανώς είχαν μικρύνει στη μνήμη μου προσαρμοζόμενα στην εικόνα της πόλης που ζω, στα μεγέθη της Νεοκλασικής Τριλογίας στην Πανεπιστημίου. Ο αρχιτέκτονας είναι ο ίδιος, ο Δανός Θεόφιλος Χάνσεν. Αλλά, βέβαια, τα μεγέθη στη Βιέννη είναι ασύλληπτα.
Τοποθετώ, λοιπόν, σε σωστή θέση τα κτίρια της αξέχαστης εφηβικής μου ανάμνησης. Είναι στη Ρινγκστράσε, τον δρόμο που τριγυρίζει την παλιά πόλη, αυτόν που έγινε στη θέση του παλιού της τείχους. Πολύ εκτεταμένο το παλιό τείχος, πολύ φαρδιά η Ρινγκστράσε, επιβλητικά τα οικοδομήματα. Χώρος άπλετος ανάμεσά τους, ευτυχώς για το μάτι που θα παραξενευόταν πολύ με τη γειτνίαση του νεογοτθικού με το νεοκλασικό. 
Μπροστά στην αυστριακή Βουλή, γύρω από το άγαλμα της Αθηνάς, συναντάμε πάλι μια μικρή πολιτική συγκέντρωση. «Κατά του πολέμου», μας ενημερώνουν. «Τίνος πολέμου;» ρωτάμε. «Όλων των πολέμων». Συμφωνούμε απολύτως. Παραμένει εκεί χώρος πολιτικής έκφρασης.
«Σχεδίασα ένα κτίριο όπου θα λειτουργούσε η Δημοκρατία», είχε πει ο Χάνσεν για τη Βουλή. Η προτομή του βρίσκεται δίπλα στην είσοδο, πολύχρωμη. Δεν θα πρέπει να υπάρχει πιο τέλειο κλασικό κτίριο στον κόσμο, απ' όσο εγώ αντιλαμβάνομαι. Τις δυο πλευρές της κλίμακας (δεν τη λες σκάλα) την πλαισιώνουν καθιστοί ανδριάντες ιστορικών, από τον Θουκυδίδη μέχρι τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Πολύβιο. Καλή ιδέα, καθώς ανεβαίνουν, να σκέφτονται οι βουλευτές την Ιστορία.
Στις τοιχογραφίες και στο σύμπλεγμα της κρήνης μπροστά στην κλίμακα πνέει αεράκι αρ νουβώ πάντως. Αλλά δεν καταφέρνουν να μας εμποδίσουν να αισθανθούμε τη συγγένεια που έχουμε με το έργο αυτό και τις φιλοδοξίες του. Αθήνα, Δημοκρατία, κολώνες, τριλογία, Χάνσεν και λοιποί.
Κι ύστερα ανακαλύπτουμε τον Χάνσεν σε διάφορα σημεία της Βιέννης, αλλά δεν είναι εύκολο. Τα έργα του, αν και μεγάλα, αν και χαρακτηριστικά, δεν είναι πια της μόδας, δηλαδή ούτε οι τουρίστες δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να μάθουν ποιος σχεδίασε το Musiκverein ή το σημερινό Καζίνο. Όλ' αυτά τα κτίρια είναι εδώ και αιώνες το αυτονόητο περιβάλλον στην πόλη, μάλιστα κάπως άκαμπτο και υπερβολικά αυστηρό, αυτό που έπρεπε να απαντηθεί με τις τολμηρές προτάσεις των επιγόνων. Πολύ πιο ελκυστικά είναι τα κτίρια Γιούγκενστιλ και για τα γκρουπ και για το βιβλιαράκι που μας καθοδηγεί.
Όμως εμείς ως Αθηναίοι συγκινούμαστε από τον Χάνσεν, που έχτισε το πρώτο του κτίριο σε αθηναϊκό λόφο. Είναι το παλιό Αστεροσκοπείο. Κι ύστερα σχεδίασε την Ακαδημία και τη Βιβλιοθήκη της αθηναϊκής τριλογίας, ενώ ο αδερφός του ανέλαβε το Πανεπιστήμιο. Στη Βιέννη ήρθε μετά, κι έφτιαξε αρκετά νεοκλασικά μέγαρα. Αλλά και τον βυζαντινότροπο ναό της Αγίας Τριάδας για τους Οθωμανούς πολίτες Έλληνες τότε, διότι όσο έμεινε στην Αθήνα είχε μελετήσει και τη βυζαντινή αρχιτεκτονική.
Στον τάφο του, που βρίσκεται σε περίοπτη θέση στο κεντρικό νεκροταφείο της πόλης, απεικονίζεται καθιστός φορώντας χλαμύδα, ανακαλώντας κάπως κραυγαλέα τις αρχαίες επιτύμβιες στήλες. Ας πούμε ότι πήγα να επικαλεστώ την ευλογία του για το αθηναϊκό μέλλον. Αρχίζουν όπου να 'ναι οι εργασίες της πεζοδρόμησης στην Πανεπιστημίου, και κάπως πρέπει όχι απλώς να ξανασκεφτούμε, αλλά να ξαναζήσουμε την Αθήνα, τις νεοκλασικές της όψεις, κάπως πρέπει να την ξαναβάλουμε στη ζωή μας.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ta3idia&id=36205

Τετάρτη 20 Αυγούστου 2014

Tα πράσινα κύματα του Δουνάβεως

Συγγνώμη για την καθαρεύουσα. Μοιάζει λίγο με κύμα αυτή η κατάληξη -εως και μου έχει μείνει απο παλιά. Από τότε που πρωτοακούσαμε τα βαλς του Στράους στο ραδιόφωνο. Ακούμε χρόνια εξάλλου την ειρωνία σχετικά με το Δούναβη, που δεν είναι γαλάζιος αλλά καφέ ή πράσινος, όπως διαπίστωσα επιτέλους κι εγώ με τα ίδια μου τα μάτια. Και κύματα δεν έχει, αφού είναι ποτάμι, τουλάχιστον όσο τον είδα, δηλαδή ανάμεσα στις πόλεις Μελκ και Κρεμς της Αυστρίας, κοντά στη Βιέννη, όπου δεν είναι ακόμα πολύ φαρδύς.
Εκείνο που δεν είχα ακούσει και δεν είχα φανταστεί είναι οι πεζούλες με αμπέλια στις όχθες του, αυτά τα πράσινα κύματα άλλου είδους. Είχα ακούσει για κρασιά του Ρήνου, για κρασιά του Δούναβη όμως ποτέ. Και μάλιστα από κλήματα καλλιεργημένα έτσι, σε αναβαθμίδες, σε αιμασιές, όπως τις λένε σε μερικά ελληνικά νησιά. Κι όποια άλλο ονομασία τους ξέρετε, τη γράφετε παρακαλώ στα σχόλια, διότι ήξερα κάποιες ακόμα κι εγώ, τις οποίες έχω ξεχάσει.
Ολόκληρη αυτή η περιοχή έχει κηρυχθεί από την Unesco παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά. Οι πεζούλες καλλιεργούνται κανονικά, και στα χωριά στις όχθες του Δούναβη (εδώ δεν χρειάζεται η καθαρεύουσα) υπάρχουν ταβέρνες που μπορείς να δοκιμάσεις το κρασί του παραγωγού. Δεν είναι ακριβώς ταβέρνες αλλά ένα είδος δοκιμαστηρίων του κρασιού. Μικρά πρατήρια, ας πούμε, των παραγωγών. Σιγά -σιγά βέβαια έχουν εξελιχτεί σε ταβέρνες.
Δεν κατάλαβα αν η προστασία της Unesco περιλαμβάνει μισθούς εργατών για τη δύσκολη περιποίηση των αμπελιών πάνω στις βαθμίδες. Αμφιβάλλω. Αλλά θα βλέπω με άλλο μάτι στο εξής τις πεζούλες στα νησιά που περιζώνουν λόφους και ρεματιές, τις περισσότερες φορές παρατημένες, και θα αναρωτιέμαι πλέον αν η Unesco μπορεί να τις συμπεριλάβει στην παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά και πώς θα μπορούσαν να οργανωθούν κρουαζιέρες ή βόλτες μόνο και μόνο για να τις θαυμάζουν και να τις εκτιμούν περισσότερο επισκέπτες και ντόπιοι. Ή πώς θα μπορούσαν να στηθούν πρατήρια- ταβέρνες μόνο για να δοκιμάζουν τα προϊόντα τους και να γίνουν σιγά -σιγά κανονικές ταβέρνες. Και τι ωραία που θα ήταν, να φτάνεις ως εκεί όχι με ποταμόπλοια αλλά με καΐκια, να ανεβαίνεις τα μονοπάτια ανάμεσα στις ξερολιθιές, να δοκιμάζεις κρασιά σε προ- ταβέρνες, και να μη χρειάζεσαι τραίνο για να πας στην πρωτεύουσα του νησιού αλλά κάτι σαν γαϊδουράκι ας πούμε, άλλη παγκόσμια πολιτιστική κληρονομιά αυτό. 
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ta3idia&id=35915  

Δευτέρα 21 Ιουλίου 2014

Ταξιδεύουμε πάντα στο παρελθόν

Κάθε ταξίδι είναι ταξίδι στο χρόνο, ταξίδι στο παρελθόν. Βλέπουμε τις ξένες χώρες όπως βλέπουμε αστέρια στον ουρανό που μπορεί να έχουν σβήσει.
Ξέρουμε από παιδιά τα ονόματα των πόλεων, τα μνημεία και τα μεγάλα αξιοθέατα, Υπομονετικά περιμένουμε σε ουρές για να τα δούμε με τα μάτια μας. Λες κι αμφιβάλουμε αν βρίσκονται στη θέση τους. Ιερή στιγμή της τρισδιάστατης διαπίστωσης, τίποτε δεν την αντικαθιστά, ούτε το σινεμά, ούτε η φαντασία.
Τα ταξίδια στην Ευρώπη είναι κατ' εξοχήν ταξίδια στην Ιστορία, οι ευρωπαίοι φροντίζουν και αναδεικνύουν το παρελθόν τους. Όσο το αντέχουν βέβαια, ας πούμε στο Παρίσι δεν υπάρχει οδός Ροβεσπιέρου, είναι απόφαση του συμβουλίου της πόλης. Η μνήμη του ναι, οδός όχι.
Το Εδιμβούργο δεν είναι γνωστό ακριβώς για τα μνημεία του, είναι ολόκληρη η πόλη που προσφέρει γνήσιο μεσαιωνικό περιβάλλον για καθημερινή χρήση. Οι φοιτητές του ζουν ανάμεσα σε κτίρια στυλ Χόγκουαρτς, του σχολείου του Χάρυ Πότερ, σαν αληθινοί μαθητευόμενοι μάγοι. Κι η Ρόουλινγκ εδώ έγραψε το βιβλίο της, χαζεύοντας το κάστρο από το παράθυρο του καφενείου το οποίο τώρα έχει ουρά πελατών που θέλουν να καθήσουν λίγο στο τραπέζι της.
Αιματηρά γεγονότα του παρελθόντος, πολλές θρησκευτικές διαμάχες, πολλοί πόλεμοι ανεξαρτησίας, αναφέρονται ανελλιπώς σε εντοιχισμένες πλάκες, επιγραφές, αγάλματα, μνημεία. Ίσως η συνήθεια αυτή να είναι το φυλαχτό της Ευρώπης από τους πολέμους του μέλλοντος. Ίσως όμως να φτιάχτηκαν στην αρχή για τον αντίθετο λόγο, να εξάπτουν τα πάθη. Ποιος μπορεί να ξέρει; Πάντως τώρα οι ευρωπαίοι είναι τόσο απομακρυσμένοι από τα πάθη που μνημονεύονται στις πόλεις τους, ώστε λειτουργεί αποτρεπτικά η μνήμη.
Είμαι περίεργη για το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος περί απόσχισης από το Ηνωμένο Βασίλειο που θα γίνει στη Σκωτία το Σεπτέμβριο. Θέλω να μην αποσχιστεί. Όπως το βλέπω εγώ, αν αποφασίσουν να παραμείνουν στο Η.Β. οι Σκωτσέζοι θα αποδείξουν ότι έχουν ξεπεράσει τα πάθη του παρελθόντος, τον εθνικισμό που πια δεν προσφέρει τίποτε. Κι αυτό μου φαίνεται μεγάλη πρόοδος, για όλη την Ευρώπη.

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Μια ήσυχη φωνή, μια περήφανη δασκάλα

Ήταν πριν πέντε χρόνια που γνωρίσαμε τη Δέσποινα- Σοφία Στάμος, Ελληνοαμερικανίδα χορεύτρια και χορογράφο που ζει στη Νέα Υόρκη και είχε έρθει να στήσει μια παράσταση στη χώρα καταγωγής της. Αναζητούσε χορευτές απ' όλο τον κόσμο, για την ακρίβεια ανθρώπους που θα ήθελαν να χορέψουν, όχι επαγγελματίες απαραίτητα.
Προσφέραμε από τότε μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες στην Αγορά της Κυψέλης, κι αυτό το είχε μάθει, εκεί λοιπόν σκέφτηκε να ρωτήσει αν κάποιος ενδιαφερόταν να χορέψει μαζί της. Μιλήσαμε στους μαθητές και τις μαθήτριές μας, εξήγησε κι η ίδια τι ήθελε, πολλοί θα ήθελαν να δοκιμάσουν, όλοι ντρέπονταν. Παροτρύναμε τους μαθητές να ξεπεράσουν τη συστολή τους, τελικά, μετά από αρκετές προσπάθειες πήγαν αρκετοί στην ομάδα της Δέσποινας- Σοφίας και είδαμε στην Αγορά, λίγους μήνες μετά, μια πολύ ωραία παράσταση με θέμα το πέρασμα από τη χώρα τους στη δική μας. Την ίδια την ιστορία τους δηλαδή, εκφρασμένη από κινήσεις που έμαθαν να κάνουν, ή ανακάλυψαν και εμπιστεύτηκαν μόνοι τους. Ήταν μεγάλη πρόοδος για τα παιδιά αυτά που φοβούνταν ν' ανοίξουν το στόμα τους να μιλήσουν, και βέβαια η σωστότερη προσέγγιση, αφού με τη γλώσσα του σώματος εκφράζονταν πολύ καλύτερα, έχοντας την ευκαιρία να αποταθούν στην ταλαντούχα χορογράφο που ήξερε να καταλαβαίνει και να αναδεικνύει.
Κι ύστερα πολλοί απ' αυτούς συνέχισαν την προσπάθεια να μάθουν χορό και χορευτική έκφραση με διάφορους τρόπους, και μερικοί τα κατάφεραν εξαιρετικά. Και να, που την Τρίτη το βράδυ μπορέσαμε να δούμε δύο απ' αυτούς στην παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών A quiet voice, σε σκηνοθεσία της αλβανίδας χορογράφου Ερμίρα Γκόρο, που είχε θέμα πάλι, κατά κάποιο τρόπο, αυτό το πέρασμα. Αυτή τη σκληρή ιστορία που ζουν προσπαθώντας να φτάσουν, να ζήσουν και να δουλέψουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη οι πρόφυγες και οι μετανάστες, και που τη ζούμε εμείς πεισματικά από την άλλη μπάντα, ως αμυνόμενοι σε εισβολείς.
H παράσταση ήταν εξαιρετική, κι ήταν όπως έλεγε ο τίτλος της: Μια ήσυχη φωνή. Χωρίς κραυγές, χωρίς ούτε μια στιγμή ευκολίας ή κοινοτοπίας, τα σώματα των ανθρώπων είπαν όλη την ιστορία τους κι όχι μόνο τη δική τους, χωρίς τη χρήση ούτε μιας κατανοητής λέξης. Ίσως υπήρχαν μαγικά ξόρκια που επένδυαν τη μουσική του Κυπουργού, άλλο μαγικό έργο, θα έπαιρνα όρκο ότι ήταν κάποια βαλκανικά ή αφρικανικά φολκλόρ μπερδεμένα με την αφέλεια τολμηρού παιδιού. Κι όλ' αυτά χωρίς καν ξεκάθαρες αναφορές σε εικόνες μετανάστευσης. Το θέμα είναι τόσο δραματικό που καλλιτεχνικά στήνει παγίδες εύκολης συγκίνησης, κι όμως στην παράσταση αυτή ήταν σα να το αντιμετώπιζες πρώτη φορά, να ανακάλυπτες πρώτη φορά αυτό που ζεις δίπλα του μια ζωή και το αγνοείς.
Δεν ξέρω πού να κατατάξω το έργο, στο μοντέρνο χορό, σε κάτι άλλο; Ίσως οι θεατές που γέμισαν την αίθουσα και τις δυο βραδιές και χειροκρότησαν θερμά για πολλή ώρα, όλοι αυτοί οι νέοι που, αρέσει δεν αρέσει, ήδη διαμορφώνουν την πολυεθνική πρωτεύουσα, να ξέρουν περισσότερα.
Εμένα με πλημμύριζε συγκίνηση, να βλέπω ανάμεσα στους χορευτές τους παλιούς μαθητές μου, να αναπτύσσουν στη μεγάλη σκηνή το ταλέντο της παρουσίας τους, να καμαρώνω τις κινήσεις τους, την έμφυτη και την επίκτητη αρμονία τους, να αναλογίζομαι την πορεία που κατάφεραν να διανύσουν, τόσο διαφορετική από άλλων συντρόφων τους που ακόμα δεν βρίσκουν μέσα έκφρασης, και τόσο ίδια με όλων βέβαια αφού ακόμα δουλεύουν στις πιο βαριές κι ανθυγιεινές δουλειές. Ανήκουν πια στο δυναμικό της (αθηναϊκής; ελληνικής; ευρωπαϊκής; παγκόσμιας;) τέχνης, κι αυτό χάρις στην Ελληνοαμερικανίδα Δέσποινα -Σοφία που τους είχε αναζητήσει πριν πέντε χρόνια, και χάρις στο Σχολείο της Αγοράς όπου μπόρεσε να έρθει να τους συναντήσει. (Και χάρις σ' εμάς τις δασκάλες που πιέζαμε να δοκιμάσουν. Να τα λέμε κι αυτά!)
Κάπου διάβασα ότι το Φεστιβάλ Αθηνών επειδή φέτος προσπαθεί να κάνει οικονομία, στρέφεται περισσότερο προς τις ντόπιες δυνάμεις. Κι έτσι ανακαλύπτουμε πράγματα που μπορεί να χάνουμε ενώ βρίσκονται δίπλα μας, και ζουν ανάμεσά μας, αλλά δεν βρίσκουν τρόπο να μας προσεγγίσουν. Ένα τέτοιο ρόλο αν καταφέρει να παίξει το Φεστιβάλ Αθηνών, με τόλμη και φαντασία, χαλάλι όλα τα διεθνή αστέρια που μπορούμε να τα βλέπουμε και στις οθόνες.

Δευτέρα 28 Απριλίου 2014

Ας μιλήσουμε λοιπόν για μειονότητες


2011 μαθητές της Σμίνθης, νικητές πανελλήνιου διαγωνισμού
Θα μπορούσε να βγει και κάτι καλό απ' αυτή την ιστορία με την Σεντιχά Σουλεϊμάν. Αφού ξεκίνησε η συζήτηση περί μειονοτήτων θα μπορούσε να συνεχιστεί, να προχωρήσει και να τις αναφέρει όλες, να απαριθμήσει τα προβλήματά τους.
Πολλοί όμως φωνάζουν ακριβώς το αντίθετο, να σταματήσει αμέσως, διότι είναι επικίνδυνη. Αν βλέπεις τις μειονότητες σαν εσωτερικό εχθρό, βεβαίως, κάθε αναφορά στην ύπαρξή τους είναι επικίνδυνη, κι η ίδια τους η ύπαρξη ακόμα πιο επικίνδυνη. Αν θεωρείς ότι είναι εν δυνάμει Σουδήτες που θα δώσουν κάποια στιγμή την αφορμή στην εχθρική χώρα που τους διεκδικεί να εισβάλει στο έδαφός σου, βεβαίως, τους κάνεις τη ζωή μαύρη, μέχρι να φύγουν, ή να μείνουν και να γίνουν στ' αλήθεια εχθρός, έστω κι αν δεν είναι εποχή τέτοιων εισβολών. (Αν και δεν ξέρουμε ποτέ τι εποχή είναι, όπως αποδεικνύει ο Πούτιν). Κάθε καταπιεσμένος άνθρωπος μπορεί να γίνει εχθρός ενός αυταρχικού καθεστώτος.
Αν δεν μιλήσουμε τώρα για όλ' αυτά, που είναι ευρωεκλογές, πότε θα μιλήσουμε; Η Ευρώπη αυτό κάνει, προσπαθεί να δημιουργήσει τις συνθήκες για κάθε εθνότητα, πλειονότητα και μειονότητα, να ζει αρμονικά στην επικράτειά της. Με ειρήνη, πρωτίστως, και με ίσα δικαιώματα. Λοιπόν η στιγμή είναι θαυμάσια να μιλήσουμε για τη μειονότητα Ρομά και για όλες τις άλλες. Πομακική, τουρκική, μακεδονική, βλαχική, κλπ.
Ουπς, έγραψα ήδη δυο απαγορευμένες λέξεις. Τουρκική και μακεδονική μειονότητα! Ορίστε, πώς να μιλήσεις για κάτι που δεν επιτρέπεται καν να το αναφέρεις με τις λέξεις που αυτοπροσδιορίζεται; Διότι ναι μεν το ελληνικό κράτος διδάσκει τούρκικα στα σχολεία ολόκληρης της μουσουλμανικής μειονότητας (με δική του απόφαση όμως, όχι με πιέσεις του τουρκικού προξενείου, όπως δημιουργήθηκε η εντύπωση) αλλά δεν επιτρέπει να λέγονται τούρκοι οι μαθητές. Είναι αυτή η παράξενη κατάσταση που δεν κάνει να θίξουμε διότι ο εχθρός καραδοκεί. Δεν μιλάμε γι αυτά, αισθανόμαστε απειλούμενοι, αγοράζουμε όπλα, ύστερα καταρρέουμε οικονομικά, και μόλις πιάσουμε δυο φράγκα ξαναγοράζουμε όπλα. Έτσι τα βρήκαμε, έτσι θα τ' αφήσουμε. Τα παιδιά μαθαίνουν τούρκικα λοιπόν στο σχολείο, και βεβαίως ελληνικά, και με λίγο ταλέντο και πολλή μελέτη μπορεί να βγουν πολύγλωσσα στο τέλος της εκπαίδευσής τους. Ειδικά αφότου με το “πρόγραμμα εκπαίδευσης μουσουλμανοπαίδων” γίνεται σοβαρή προσπάθεια να μάθουν ελληνικά. Διότι την εποχής της μπάρας (ας την ονομάσουμε έτσι χάριν συντομίας, υπήρχαν ένα σωρό ακόμα θεσπισμένες διακρίσεις μέχρι την τολμηρή αλλαγή πολιτικής που έκανε ο Γιώργος Παπανδρέου επί κυβέρνησης Σημίτη, και δεν ξέρω αν έχουν όλες καταργηθεί) ο στόχος ήταν να μη μαθαίνουν τίποτε. Έχω συναντήσει φοιτητές με εξαιρετικές ικανότητες που μπόρεσαν να μορφωθούν και να γίνουν πολύγλωσσοι χάρις σ' αυτή τη συγκυρία. Είναι πραγματικά ενδιαφέρουσα κατάσταση. Άλλοι όμως δυσκολεύονται πολύ, και θα ήταν δίκαιο κι ακόμα πιο ενδιαφέρον να διδάσκονται στο σχολείο εκτός από ελληνικά τη μητρική τους γλώσσα ο καθένας. Όχι μόνο τούρκικα και όχι μόνο εκεί πάνω, επειδή έτσι λέει η συνθήκη της Λωζάννης. Πομακική, ρομά, σλαβομακεδονική, βλάχικη. αλβανική, όποια είναι αυτή. Κάτι είχε προσπαθήσει να κάνει στο σχολείο της, στην Αθήνα, η Στέλλα Πρωτονοταρίου, όχι με μειονότητα, με τα παιδιά των μεταναστών, να τους διδάσκει τις μητρικές τους γλώσσες, και παύθηκε, κατηγορήθηκε, πέρασε από δίκη, και γενικά υπέφερε αρκετά για να μάθει να κάνει την προοδευτική σε χώρα που σέβεται τις παραδόσεις. Του αυταρχισμού κυρίως.

Έχουμε ευρωεκλογές, είναι καλή στιγμή να θυμηθούμε ότι είμαστε ευρωπαίοι, που σημαίνει ότι ζούμε ειρηνικά με όλες τις ποικίλες μας ταυτότητες, ότι προσπαθούμε να βρούμε πώς γίνεται κάτι τέτοιο. Με φοβέρες δεν γίνεται. Με ραμμένο στόμα δεν γίνεται. Με απαγορευμένες λέξεις δεν γίνεται. Αν βλέπεις τη μειονότητα σαν εσωτερικό εχθρό, κι αναδεικνύεις καταπιεστικά της χαρακτηριστικά πριν παραδεχτείς την καταπίεση που της ασκείς ως κράτος, πάλι δεν γίνεται. Δεν έχει καν νόημα.
Αντί για τη συνθήκη της Λωζάννης, θα έλεγα να κοιτάζαμε την ίδια τη Λωζάννη. Την Ελβετία γενικότερα. Στη χώρα με τις τέσσερις επίσημες γλώσσες δεν μιλάνε καν για πλειονότητες και μειονότητες, κι ας υπάρχουν περισσότεροι γερμανόφωνοι και πολύ λίγοι ρωμανόφωνοι. Η Ευρώπη έχει πρότυπα. Εμείς πάλι, αν θέλουμε, μπορούμε να συνεχίσουμε να βλέπουμε τον εαυτό μας ως ευαίσθητο, ευερέθιστο, επικίνδυνο και απειλούμενο ταυτόχρονα, Βαλκάνιο. Είναι θέμα απόφασης, πολιτικής βεβαίως.

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Καντάτα ανάμεσα σε δυο πολέμους


Φέτος συμπληρώνονται εκατό χρόνια από τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, την αρχή του πολέμου, εκείνη την τόσο επιπόλαια αρχή. Με πόση ελαφρότητα μπλέχτηκαν τα κράτη, με πόση απερισκεψία έστειλαν οι κυβερνήσεις χιλιάδες ανθρώπους να περάσουν στα χαρακώματα χρόνια και χρόνια φρίκης, να σκοτωθούν μαζικά, ποτέ δεν θα το κατανοήσουμε πλήρως. Όμως το προσπαθούμε, κι αυτό έχει σημασία έναν αιώνα αργότερα. Ο πόλεμος εκείνος ήταν σφαγείο για τα νιάτα της Ευρώπης. Αλλά ήταν και ο πρώτος ίσως πόλεμος που ξεσήκωσε τις συνειδήσεις σε τέτοιο βαθμό, που οι πολίτες τον βίωσαν ως το απόλυτο κακό, που οδήγησε τους ανθρώπους να αποφασίσουν ότι δεν θέλουν να πολεμούν. Αυτούς που είχαν εμπλακεί τουλάχιστον.
Μετά από τον πόλεμο αυτό, μετά απο εκατομμύρια νεκρούς, μετά από κινήματα ειρήνης, έργα τέχνης, καταγγελίες, απώλειες απερίγραπτες, οι εμπόλεμοι έγιναν πολίτες, οι επιζήσαντες έγιναν πολίτες, και η βούληση που επικράτησε ήταν να μην ξαναγίνει πόλεμος.
Αν το καλοσκεφτούμε, δηλαδή ανατρέξουμε στους περασμένους πολέμους, ίσως να μην ήταν και ο πιο πολύνεκρος. Η Ευρώπη έχει ποτιστεί αίμα επί αιώνες. Όμως έγινε σε μια στιγμή που οι κάτοικοι της ηπείρου αποκτούσαν πολιτική δύναμη. Κάποτε δεν μπορούσαν ν' αντιδράσουν, τους έστελνε στον πόλεμο ο βασιλιάς, ο πάπας, ο φεουδάρχης, δεν υπήρχε δυνατότητα αμφισβήτησης. Αυτή είναι η διαφορά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου από τους προηγούμενους.
Στο σχολείο στην Ελλάδα μαθαίνουμε τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο υπό το πρίσμα των ελληνικών συμφερόντων. Οι Έλληνες πολεμούσαν και πριν, για να μεγαλώσουν την επικράτεια της χώρας στους Βαλκανικούς, κι όταν ξεκίνησε ο Α' παγκόσμιος το θέμα ήταν τι συνέφερε τη χώρα. Πάνω εκεί συγκρούστηκε ο Βενιζέλος με τον Κωνσταντίνο και ξεκίνησε ο διχασμός. Άλλο θέμα είχε δηλαδή η Ελλάδα. Βρέθηκε στο πλευρό των νικητών, είχε κέρδη, και ζημίες μετά λόγω της Μικρασιατικής εκστρατείας που οδήγησε στην Καταστροφή. Η εικόνα που έχουμε είναι ότι οι Έλληνες δεν είχαν ακριβώς μπουχτίσει και σιχαθεί τον πόλεμο, δεν είχαν πάρει την απόφαση να μην ξαναπολεμήσουν. Δεν μετέχουμε στην ευρωπαϊκή συνείδηση με τα βιβλία της Ιστορίας.
Με τον τρόπο αυτό δεν καταλαβαίνουμε γιατί οι Γάλλοι, ας πούμε, έλεγαν Pourquoi? όταν ο πόλεμος τους ξαναχτύπησε την πόρτα, γιατί οι Γερμανοί του Χίτλερ μπόρεσαν να προχωρήσουν τόσο γρήγορα εισβάλλοντας σε κάθε κατεύθυνση, γιατί άργησαν τόσο πολύ οι άλλοι ν'αντιδράσουν. Ερμηνεύουμε ότι οι Γάλλοι και οι άλλοι ήταν δειλοί, λαπάδες, κλπ, ξεχνώντας την ιστορική συνέχεια, την απόφαση να μην πολεμήσουν ξανά, αυτή που οδήγησε ουσιαστικά στην Ευρωπαϊκή Ένωση μετά από τις νέες περιπέτειες.
Μαθαίνοντας τον Α' πόλεμο με αυτή την οπτική δεν τον καταλαβαίνουμε και δεν καταλαβαίνουμε την Ευρώπη, την ιστορική συνείδηση των Ευρωπαίων.
Τα σκέφτομαι συνέχεια όλ' αυτά τους τελευταίους μήνες, καθώς μαθαίνουμε στη χορωδία Αthens Singers την καντάτα του άγγλου συνθέτη RalphVaughn Williams, “Dona nobis pacem”. Φράσεις ικεσίας για ειρήνη από το Ευαγγέλιο, πασίγνωστες φράσεις, “ Δος ημίν ειρήνη, και Δόξα εν υψίστοις θεώ και επι γης ειρήνη εν ανθρώποις ευδοκία”, λατινικά στο πρώτο μέρος και αγγλικά στο τελευταίο, πλαισιώνουν τρία ποιήματα του Ουώλτ Ουίτμαν με αναφορές στον πόλεμο. Για μένα ήταν μια εξαιρετική μαθητεία όλο αυτό, και στη μουσική, και στο νόημα της επετείου του Α' πολέμου. Θυμόμουν, μαθαίνοντας τις νότες και τους στίχους, πόσα κείμενα έχω διαβάσει για τον πόλεμο αυτό χωρίς όμως να τα εντάσσω κάπου, συνειδητοποιούσα πόσο βαθιά είναι χαραγμένος στην ευρωπαϊκή ταυτότητα.
Και στην Ελλάδα; δεν μάτωνε, δεν υπέφερε ο κόσμος εδώ; Οι κραυγές του διχασμού και ο θρήνος της Καταστροφής θολώνουν τη γνώση μας. Δεν ξέρουμε λεπτομέρειες.
Απόψε, Παρασκευή 11 Απριλίου το αποτέλεσμα των προσπαθειών της χορωδίας θα ακουστεί στο Μέγαρο Μουσικής, με διεύθυνση του Ρότζερ Τάιλι και σολίστ την σοπράνο Χέδερ Χέλιγκερ και τον βαρύτονο Βαγγέλη Μανιάτη. Στο πιάνο θα είναι ο Δημήτρης Βεζύρογλου. Θα ακουστούν και άλλα έργα του συνθέτη πριν την Καντάτα αυτή, που απορεί κανείς, καθώς η μουσική τον παρασέρνει στο μεγαλείο της ικεσίας, της επιθυμίας για ειρήνη, πώς είναι δυνατόν να γράφτηκε ανάμεσα στους δυο μεγάλους πολέμους, πώς είναι δυνατόν να έγινε ξανά πόλεμος μετά.
Αλλά έτσι έχουν τα πράγματα. Η τέχνη δεν σώζει. Παρηγορεί και βοηθά την κατανόηση μόνο, του εαυτού μας και των άλλων.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.mousiki&id=33166
 

Τετάρτη 15 Ιανουαρίου 2014

Εγκώμιο του σκι

Υποθέτω ότι η ιδέα να κλείσουν δυο ή τρεις μέρες τα σχολεία το χειμώνα θα απορριφθεί μετά πολλής βδελυγμίας και κανενός επαίνου, γι αυτό σπεύδω να καταθέσω ένα μικρό εγκώμιο στο σκι, με την ελπίδα ότι κάποτε θα επανέλθει η πρόταση πιο σοβαρά και μελετημένα. 
Κατ' αρχήν νομίζω θα έπρεπε να πούμε μια καλή κουβέντα για το υπουργείο Παιδείας που πρώτη φορά σκέφτηκε, έστω και έμμεσα, να αλλάξει με κάποιον τρόπο την ύλη των μαθημάτων. Μέσα στην ακινησία που βασιλεύει η εκμάθηση του σκι θα έφερνε επανάσταση. 
Γελάτε, αλλά σοβαρολογώ. Είναι αλήθεια ότι ο χρόνος της σχολικής χρονιάς είναι κουτσουρεμένος, αλλά γι αυτό δεν φταίνε οι ξενοδόχοι. Χρόνια τώρα κουτσουρεύεται το ωράριο, πότε με τις αργίες που σιωπηρά εγκαθίστανται, όπως τ' Αη Γιαννιού που μόλις πέρασε, πότε με τις γιορτές, πότε με τις απεργίες, πότε με τις συνελεύσεις των καθηγητών και δασκάλων, πότε με τις καταλήψεις, και πάντα με την προετοιμασία στο Λύκειο για τις Πανελλήνιες, όταν οι καθηγητές παθαίνουν υπαρξιακό πρόβλημα διδάσκοντας σε τάξεις φαντασμάτων. Οι γονείς ξέρουν καλά ότι στις κανονικές κι επίσημες ώρες του σχολείου τα παιδιά δεν μαθαίνουν ούτε τα βασικά, και προσπαθούν με κάθε τρόπο, είτε να τα στείλουν σε ολοήμερο, βάλτε εισαγωγικά στη λέξη αυτή, είτε σε ιδιωτικό, είτε να τους κάνουν ιδιαίτερα, είτε να περνάνε τ' απογεύματα μαζί τους, ό,τι μπορεί ο καθένας. Στη γειτονιά μας το δημόσιο δημοτικό σχολάει στις 12.45, βάλτε όλη τη φύρα που ανέφερα, πότε να μάθουν γράμματα τα παιδιά; Τα μαθήματα στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο σταματούν από το Μάιο, δεν είδα κανέναν να διαμαρτύρεται γι αυτή την απαράδεχτη συρρίκνωση του σχολικού έτους. Το πρόβλημα είναι τεράστιο, αλλά δεν το δημιουργεί η πρόταση για τη 'λευκή εβδομάδα', αυτή απλώς κάνει πολλούς παθόντες να βγαίνουν απ' τα ρούχα τους. Κατανοητό. Αλλά εγώ θα επιμείνω στο εγκώμιο του σκι.
Λένε πολλοί ότι είναι σπορ ακριβό και δεν το ξέρουμε κιόλας, είναι ξένο στην κουλτούρα μας. Στη δική μας ναι, είναι απολύτως εξωτικό, όχι όμως και στων νεώτερων την κουλτούρα. Όταν ήμουν φοιτήτρια δεν πιστεύαμε στα μάτια μας βλέποντας τη χρυσή νεολαία της Θεσσαλονίκης να κατεβαίνει με πέδιλα του σκι από πούλμαν στην Τσιμισκή, τώρα όμως τα πράγματα έχουν αλλάξει. Στα βουνά που κάποτε σήμαιναν μόνο την τραχύτητα του βίου, έχουν ανοίξει ένα σωρό χιονοδρομικά, κι ένα σωρό νέοι ξέρουν σκι πλέον, το έμαθαν εγκαίρως. Όχι πως είναι εύκολο, όμως όταν ξεκινά κανείς απο παιδί μπορεί να το μάθει σαν παιχνίδι. Γιατί; Επειδή είναι καταπληκτικό σπορ, δυναμώνει το σώμα, σε μαθαίνει να το ελέγχεις, χαρίζει αυτή τη μοναδική αίσθηση του να γλιστράς στο χιόνι, την επαφή με τη φύση, με το βουνό, ναι, αυτά τα πανέμορφα βουνά της Ελλάδας. Και μπορεί να σας σοκάρει, αλλά εμένα με συγκινεί να βλέπω τα εγγόνια των ανθρώπων που ανεβοκατέβαιναν και μοχθούσαν στις πλαγιές του Πηλίου από τα μονοπάτια για να δουλέψουν στο σκληρό μεροκάματο, να μαθαίνουν σκι στις εξημερωμένες Αγριόλευκες, να δοκιμάζουν αυτή τη χαρά στο ίδιο βουνό που παίδεψε τους παππούδες τους. Αυτό το πράγμα εγώ το θεωρώ μεγάλη κατάκτηση, όσο ανευλαβές κι αν φαίνεται.
Είναι  δύσκολο κι επικίνδυνο; Για τους μεγάλους ναι, για τα παιδιά, αν διδαχτεί σωστά, όχι. Ακριβό; Ναι, αλλά φτηναίνει συνέχεια και γίνεται προσιτό. Εδώ ήρθε φέτος παγοδρόμιο στην Κυψέλη, άλλο απίθανο εξωτικό πράγμα, που κάποτε έπρεπε να πας στα ακριβά προάστια για να βρεις το ένα και μοναδικό. Μαθαίνουμε πράγματα, όσο κι αν κλαιγόμαστε και δεν το παραδεχόμαστε. 
Επί της ουσίας οι ξενοδόχοι έχουν δίκιο. Τα βουνά είναι καταπληκτικά, κι είναι κρίμα να μην μάθουν σκι τα παιδιά τώρα που μπορούν. Αλλά βέβαια δεν κάνει να τα λέμε αυτά, χαλάνε το κλίμα της μιζέριας. 

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Παιδιά στο τρόλεϊ χρονιάρα μέρα



Στο τρόλεϊ υπήρχαν παιδιά χτες το απόγευμα, ελληνόπουλα μάλιστα, με έλληνες γονείς! Πολύ σπάνιο φαινόμενο, δυο ελληνόπουλα ταυτόχρονα σε τρόλεϊ. Να σημειώσω την ημερομηνία. Το ένα δύσκολα θα το ξαναβάλουν οι γονείς του σε δημόσιο μέσο συγκοινωνίας, πάντως, αν κρίνω απο τον τρόπο που το αγκάλιασε ο πατέρας του καθώς προχώρησαν και στάθηκαν όρθιοι οι δυο τους δίπλα σε δυο μετανάστες ασιάτες πολύ ταλαιπωρημένους. Ήταν ένα κοριτσάκι γύρω στα έντεκα, ο μπαμπάς του το τύλιξε κυριολεκτικά για να μην κινδυνέψει να έρθει σε επαφή με τα φθαρμένα ρούχα των ξένων, να τους κρύψει κι απο τη θέα της, να την κρύψει κι αυτήν από τη δική τους θέα. Ήταν πολύ φανερή η αποστροφή του, με έκανε να ντραπώ, και πλησίασα εγώ κοντά τους επίτηδες, να παρεμβληθώ κατά κάποιο τρόπο ανάμεσα στο σοκαρισμένο γονέα με το ωραίο του μοντγκόμερι και τους τρεις ταλαίπωρους ανθρώπους που δεν είχαν τη δυνατότητα να αγοράσουν ρούχα που να τους πηγαίνουν. Και δεν είχαν καθόλου σκεφτεί να μην στέκονται έτσι κοντά- κοντά ο ένας στον άλλον, να τονίζεται η μιζέρια τους. Αν ο καθένας είχε πιάσει απο μια γωνία δεν θα φαίνονταν τόσο τρομαχτικοί, και δεν θα έκαναν τον έλληνα πατέρα να σκεφτεί ότι δεν θα ξαναπάρει ποτέ τρόλεϊ με την κόρη του, όπως θα σκεφτόταν σίγουρα τώρα. 
Ωστόσο, δεν είναι και τόσο φριχτοί αν τους καλοκοιτάξεις. Ο ένας είναι αφρικάνος, σχετικά ηλικιωμένος, πολύ αδύνατος, πολύ ταλαίπωρος. Πώς να βρέθηκε εδώ άραγε, συνήθως είναι νέοι αυτοί που κατορθώνουν να φτάσουν στην Ελλάδα. Φοράει πολύ φθαρμένα σκούρα ρούχα, το πρόσωπό του είναι ταλαιπωρημένο, τα φρύδια του ζορίζονται να κρατήσουν τα μάτια του ανοιχτά κι αυτό του δίνει μια όψη δυσάρεστη. Αν ντυνόταν με κάτι ανοιχτόχρωμο, καθαρό και καινούργιο, αν ηρεμούσε το πρόσωπό του, θα φαινόταν πόσο γέρος και ανήμπορος είναι και δεν θα προκαλούσε φόβο, αν μη τι άλλο. 
Στηρίζομαι στο στύλο των καθισμάτων πίσω απο την πλάτη του κι αισθάνομαι το μπράτσο του μέσα απο το μανίκι του, ή μάλλον δεν το αισθάνομαι καν. Τόσο λεπτό πρέπει να είναι αυτό το μπράτσο, σα να έχει περάσει ένα καλάμι μέσα στο μανίκι για να το κρατάει όρθιο. Θα ήθελα να ανοίξω γραφείο στυλίστα στη γειτονιά μου, να παρέχω συμβουλές εμφάνισης σε μετανάστες μελαχρινούς που ντύνονται με σκούρα, σε χοντρές γυναίκες που φορούν εφαρμοστά. Κρίμα που δεν συνηθίζονται τέτοιες δουλειές, θα άλλαζα το τοπίο της Κυψέλης. Ένα είδος γραμματείας σε λουτρό- χαμάμ σαν αυτά που δεν υπάρχουν πια στην Αθήνα. Το νεαρό δίπλα, που έχει κάνει τον πατέρα να μετατραπεί σε παραβάν, θα τον συμβούλευα να φορέσει κάτι σε πράσινο, αλλά κυρίως θα τον συμβούλευα να μην έχει αυτό το πανικόβλητο ύφος, να προσπαθήσει να δείχνει ήρεμος. Είναι όμορφος στην πραγματικότητα, θα ήθελα να πω στον πατέρα (θα χρειαζόμουν ένα άλλο γραφείο γι αυτή τη δουλειά) απλώς είναι πολύ μαύρος, θα έρχεται μάλλον από τη νότια Ασία καλέ μου κύριε, ανοίξτε το χάρτη με την κορούλα σας. Είναι σαν τον Τζαφάρ στο φιλμάκι που κυκλοφορεί σήμερα στο διαδίκτυο, πριν ξυριστεί και φορέσει ανοιχτόχρωμα ρούχα. 
"Είμαι μαύρη, μα είμαι ωραία, θυγατέρες της Ιερουσαλήμ", θυμάστε;
Δεν χαλάρωσε το παραβάν που είχε φτιάξει με το σώμα του ο έλληνας πατέρας, μέχρι που κατέβηκαν στη Μαυροματαίων. Μπήκε μέσα πολύς κόσμος, πάντα γεμίζει το τρόλεϊ όσο ανεβαίνει προς Κυψέλη. Στριμώχτηκα δίπλα στα πίσω καθίσματα, όπου το άλλο παιδί του τρόλεϊ, κοριτσάκι γύρω στα πέντε, συζητούμε με τον πατέρα του, κι άκουσα τον εξής διάλογο:
-Κοίτα, τώρα θα περάσουμε απο την Κυψέλη. Εδώ μένει τώρα η μαμά με την Κάτια. 
-Μπαμπάααα, εεε, δεν θα έρθει ξανά στο σπίτι;
-Σου λείπει η μαμά σου;
-Μου λείπει πολύ η μαμά μου, πολύ...
-Θέλεις να είσαι μαζί της;
-Θέλω πολύ να είμαι με τη μαμά μου, μωρέ μπαμπά....
-Θέλεις να είσαι μαζί της, ή με μένα;
Θα ήθελα στο σημείο αυτό να έχω γίνει κουφή, να μην ακούω άλλο. Να ήμουν εγώ ασιάτισσα μετανάστρια ή κάτι τέτοιο, να μην καταλαβαίνω αυτόν τον σπαραξικάρδιο διάλογο δίπλα στ' αυτί μου. Τρόλεϊ ήταν αυτό ή φεστιβάλ δραμάτων, πρώτα το κοινότυπο 'καθημερινός ρατσισμός χωρίς λόγια', τώρα το ατομικό, 'παιδί χωρισμένων γονιών που ζει με τον πατέρα και του λείπει η μάνα'; Πόσα ν' αντέξει ο όρθιος επιβάτης; Θα ήθελα κυρίως, να μην ακούσω την απάντηση του παιδιού στην εκβιαστική ερώτηση του πατέρα, 'θέλεις εμένα, ή εκείνη;' Τι να πει το παιδί; Πώς να σκεφτεί τη σωστή απάντηση; 
Μου φαίνεται ότι βουίζουν τ' αυτιά μου. Σωματική άμυνα να μην ακούσω άλλο.
-Έχω μια ιδέα, λέει ο μπαμπάς λίγο μετά, όταν έχει περάσει το βουητό. 
-Τι ιδέα, μπαμπά; λέει το κοριτσάκι με προσδοκία.
-Λέω να κατεβούμε λίγο παρακάτω...
Να κατεβούμε λίγο παρακάτω, να πάμε στη μαμά επίσκεψη να της κάνουμε έκπληξη, αυτό θα πει, περιμένω ν' ακούσω, ταυτισμένη πια με τη μικρή, έτοιμη να χειροκροτήσω την απόφαση του. 
-... να πάμε στην πλατεία και να φάμε οι δυο μας σουβλάκια, θέλεις;
-Τι σουβλάκια, ρωτάει άχρωμα το κοριτσάκι.
Αντί για μαμά, σουβλάκια. Δεν το ρισκάρει το σενάριο που φαντάστηκα ο συμπαθής αυτός νεαρός. Να πάει επίσκεψη στη μαμά εκτός προγράμματος, να δώσει νόημα γιορτινό στη βόλτα, στη χρονιάρα μέρα, στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά. Θα είναι πολύ τσακωμένος με τη μάνα, ή ποιος ξέρει τι άλλο. Κι η Κάτια ποια να είναι, η άλλη κόρη του ζευγαριού; 
Ψυχοπλακώθηκα. Έτσι μούρχεται να γυρίσω να τον αρπάξω απ' το σακάκι, 'βρε άσε τα σουβλάκια και πήγαινε το παιδί στη μάνα του, να χωθεί στην αγκαλιά της, να της κάνετε έκπληξη, δώσε τόπο στην οργή χρονιάρα μέρα!' 
Αυτός κι αν δεν θα ξανάπαιρνε τρόλεϊ ποτέ στη ζωή του, αν έκανα κάτι τέτοιο! Δεν είναι ο τύπος μου να φέρομαι έτσι, νομίζω, αν και έτοιμη είμαι ν' αλλάξω τύπο, ανοίγει το στόμα μου μόνο του, ετοιμάζονται οι φράσεις και κουδουνίζουν στο κεφάλι μου, δεν υπάρχει τίποτε να με συγκρατήσει...
Τελικά δεν λέω λέξη, πλησιάζει κι η στάση που θα κατέβω. Σουβλάκι αντί για τη μαμά, κι αν γίνει το παιδί παχύσαρκο μεγαλώνοντας, θα είναι επειδή το φαγητό προτάθηκε ως λύση στις συναισθηματικές ανάγκες. Προς το παρόν μάλλον από ανορεξία κινδυνεύει, έτσι που το βλέπω, χαμένο στο μπουφάν του, σαν εγγόνι του παρακείμενου υποσιτισμένου αφρικανού. Ο οποίος του χαμογελά κιόλας σαν παππούς του, μακάρια, αλλά κόρη και πατέρας είναι αφοσιωμένοι στο αδιέξοδό τους, οπότε δεν τους ενοχλεί αυτό το χαμόγελο, χαμπάρι δεν παίρνουν.
Αμάν, να κατέβω. Τι διαδρομή ήταν αυτή! Καλύτερα τα καθημερινά children free τρόλεϊ, με τους συνηθισμένους τσακωμούς και το συνηθισμένο στρίμωγμα. Δεν ταιριάζουν τα παιδιά μας σε τέτοιους χώρους. Πρέπει να γίνεται κάτι σαν τελετή ενηλικίωσης, μετά τα 18, με σαμπάνιες. 

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

Μοναξιές στη Ρώμη

Πήρα εισιτήριο για Λονδίνο μέσω Ρώμης. Στον πηγαιμό είχε στάση έξι ώρες, ευκαιρία για μια μικρή βολτίτσα στην αιώνια πόλη. Πήρα το τρένο, για να διαπιστώσω μόλις κατέβηκα στο σταθμό ότι ξετυλίγεται μπροστά μου σα να μην την έχω δει ποτέ πριν. Άγνωστη ξανά, δύσκολη μεγαλούπολη. Δεν θυμάμαι πού είναι η Φοντάνα ντι Τρέβι και η πιάτσα ντι Σπάνια, δεν μπορώ να προσανατολιστώ. Το Τραστέβερε που σταμάτησε το τρένο, δεν έμοιαζε με το Τραστέβερε που εγώ θυμόμουν. Μόνο μια εικόνα είναι οικεία, τα πεύκα  που υψώνονται στους αρχαιολογικούς χώρους. Απέναντι ακριβώς απο τον τεράστιο και πολύβουο σταθμό, μισός αρχαίος θολωτός τοίχος κοκκινίζει στον ήλιο και τα πεύκα ρίχνουν τη σκιά τους σε μια ήσυχη αυλή. Είναι το μουσείο στις Θέρμες του Διοκλητιανού.
Τα πεύκα της Ρώμης θα πρέπει να ανήκουν σε κάποιο είδος μοναδικό. Μοιάζουν με τα πρώτα δέντρα που θα ζωγράφιζε ένα παιδί. O κορμός προχωρά γυμνός και σε μεγάλο ύψος ξεκινούν τα κλαριά και το φύλλωμα που απλώνεται σαν ομπρέλα. Γέρνουν στοργικά πάνω απο βίλες, πάνω απο παγκάκια, δίπλα σε ερείπια. Πινελιές φύσης που την άφησαν να εμφανιστεί εκεί που κάποτε άστραφτε η ισχύς της αυτοκρατορίας. Της επέτρεψαν να θυμίζει ότι το πράσινο παραμονεύει να κατακτήσει την ανθρώπινη φθορά. Συγκρατημένα όμως, ίσα που δίνουν μια ρομαντική πινελιά. Λίγο παραπέρα η πόλη συνεχίζει να ζει το σύγχρονο πυρετό της, δρόμοι με τρελή κυκλοφορία, επιβλητικές προσόψεις του 19ου αιώνα, θάμνοι κουρεμένοι αυστηρά, παρτέρια πειθαρχημένα γεμάτα μαύρη σκόνη. Παρακάτω, στο επόμενο αρχαίο ερείπιο πάλι τα ίδια χαλαρά πεύκα, με την ψευδαίσθηση της ελευθερίας κινήσεων στην ακινησία τους, τη λυρική συστροφή του κορμού τους, το άπλωμα της πράσινης ομπρέλας τους σαν αγκαλιά αφ' υψηλού. 
Αχ Ρωμαίοι, Ρωμαίοι, γιατί να σας λένε Ρωμαίους; Ρωμαίους εσάς κι εμάς Ρωμιούς; Αχ, Ρωμαίοι, Ρωμαίοι, αλλάξτε τον τόνο στ' όνομα σας, να γίνουμε ένα, Ρωμιοί κι εσείς, Ρωμιοί κι εμείς. Ή μάλλον, Ρωμαίοι γιατί να σας λένε Ιταλούς εσάς κι εμάς Έλληνες; Γιατί εσείς βρήκατε να πάρετε ένα δικό σας σύγχρονο όνομα, ενώ εμείς έπρεπε να σηκώσουμε το αρχαίο; Και γενικά, γιατί δεν γίνατε ψωνάρες όσο εμείς, ενώ έχετε υποτίθεται κι εσείς μια εξίσου βαριά κληρονομιά;
Ίσως βέβαια και να εμβολιαστήκατε για τα καλά με τον Μουσολίνι, ο οποίος πήγε να αναβιώσει πολύ συστηματικά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Ακόμα και τη λέξη φασισμό τη βρήκε στα αρχαία σύμβολα, αυτό το μάτσο βέλη μέσα στη φαρέτρα και τις κορδέλες είναι οι fasces. Φάγανε τότε ρωμαϊκό κλέος οι Ιταλοί με την κουτάλα, τους βγήκε απο τ' αυτιά, δεν θα πάρουν άλλο. Αλλά κι εμείς δεν έχουμε καταναλώσει αρχαιοπληξία με το φασισμό του μεσοπολέμου, και του μεταπολέμου, και της χούντας, γιατί δεν εμβολιαστήκαμε αρκετά; Ούτε για το φασισμό, ούτε για την αρχαιοπληξία;
Μανία κι αυτή με τις συγκρίσεις. Είναι λάθος σκέψη, το έχουμε πει. Κάθε πόλη έχει τη δική της ιστορία, τις δικές της αιτίες κι αποτελέσματα, τα δικά της συναισθήματα. Αυτή είναι η Ρώμη, η μία και αληθινή, που δεν θα προλάβω να θυμηθώ στις λίγες ώρες που διαθέτω. Όπως και τα κύματα των τουριστών που ξεχύνονται στα πεζοδρόμια, προσπαθώ κι εγώ να αποθηκεύσω λίγες εικόνες κι εντυπώσεις. Ακολουθώ μηχανικά ένα πλήθος εγγλέζων, ακούω διάφορα σχόλια για την κοσμοσυρροή. This is insane, λέει μια γυναίκα πίσω μου. Έχει πραγματικά κάτι το νοσηρό η μανία των τουριστών, αλλά δεν είναι αστείο να συμμετέχεις και να το διαπιστώνεις ο ίδιος;  
Κανονικά δεν έχω λόγο να τρέχω με τους τουρίστες να δω τ' αξιοθέατα, τα επισκεφτήκαμε όλα σχολαστικά στο τελευταίο ταξίδι, πριν εφτά χρόνια. Είχαμε έρθει οικογενειακώς, μείναμε στο φοιτητικό σπίτι του γιου μου που έκανε Εράσμους, ακόμα κι η μαμά μου ακολούθησε στο εξοντωτικό τουριστικό πρόγραμμα Έκανε κρύο τότε, έριχνε διαρκώς χιονόνερο, τουρτουρίζαμε  κάτω απο τις ομπρέλες, αλλά τα είδαμε όλα. Έτσι αναπλήρωσα τη φοιτητική μου χαζομάρα, τότε που έκανα σεμινάριο εδώ αλλά δεν είχα βρει καιρό και ενδιαφέρον να πάω στα μουσεία. Κλασσικό σπασικλάκι ελληνικού σχολείου, άργησα να καταλάβω τι σημαίνει η Ρώμη.
 Μεγαλώνουμε με μια έλλειψη απέναντι στη ρωμαϊκή ιστορία, στη ρωμαϊκή σημασία μάλλον, κι ας μαθαίνουμε στο σχολείο και λατινικά και Ρωμαϊκή Ιστορία. Δεν καταλαβαίνουμε γιατί τα μαθαίνουμε αυτά. Το σχολείο μας έχει πείσει ότι οι Ρωμαίοι ήταν κατακτητές, ότι οι Έλληνες ήταν ανώτεροι τους, ότι τους κατέκτησαν οι κατακτημένοι με τον πολιτισμό τους, οπότε γιατί μαθαίνουμε τον κατώτερο πολιτισμό εμείς οι ανώτεροι; Αυτή η απορία διατρέχει το σχολικό πνεύμα και δεν μας αφήνει ουσιαστικά να καταλάβουμε τι νόημα έχει ο κόπος μας για τα λατινικά. Στην αποξένωση βοηθάει το μίσος των ορθόδοξων παπάδων για τους καθολικούς, που καταφέρνει να επηρεάζει ακόμα και τους μη θρήσκους. Οι παπάδες ζουν πάντα στο Σχίσμα, χίλια χρόνια πριν. Έχουν παγώσει το χρόνο γενικότερα, αυτή είναι η ζωή τους. Το αποτέλεσμα είναι να μην έχουμε συνείδηση της κοινής ρωμαϊκής  κληρονομιάς που έχουν όλοι οι Ευρωπαίοι. Τσάμπα παιδευόμαστε με τη λατινική γραμματική.
Ουσιαστικά άρχισα να καταλαβαίνω τη σημασία της Ρώμης διαβάζοντας σχολική ιστορία με τα παιδιά μου. Μαζί τους θυμήθηκα, κατά κάποιο τρόπο, τα δικά μου κενά κατανόησης των ευρωπαϊκών γεγονότων, κι άρχισα να τα καλύπτω όπως- όπως καταφεύγοντας σε εγκυκλοπαίδιες και τόμους γενικής ιστορίας στο σπίτι. Όχι τίποτε ψαγμένο δηλαδή. Κατάφερα να συνδέσω τη στέψη του Καρλομάγνου στη Ρώμη με τη στέψη των αυτοκρατόρων της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, μέχρι και τη στέψη του Ναπολέοντα. Οι ηγεμόνες προσπαθούσαν διαρκώς μέσα στους αιώνες να συνδεθούν με το παρελθόν της Ρώμης, της αυτοκρατορίας που είχε ενώσει την Ευρώπη κι είχε βρει τον τρόπο να επιβάλει ειρήνη στα εδάφη της. Μετά την κατάλυση της Ρώμης, οι ίδιοι οι Βάρβαροι που την κατέλυσαν προσπαθούσαν να την ξαναφτιάξουν. Μέσα απο τον Χριστιανισμό η αρχαία αυτοκρατορία συνέχισε να ζει, καλούνταν να απονέμει ισχύ, να κατευνάζει και να πείθει. 
Θα μου πείτε, δεν είναι πασίγνωστα όλ' αυτά και αυτονόητα; Την Αμερική ανακάλυψες; Είναι πασίγνωστα, αλλά στο βάθος ένας απόφοιτος Λυκείου με καλούς βαθμούς τα αγνοεί, δεν έχουν περάσει στη συνείδηση του. Αν και Ρωμιοί, δεν μας αφήνει η Παιδεία μας να δεχτούμε ότι έχουμε σχέση με την κοινή ρωμαϊκή παράδοση της Ευρώπης. Μας πείθει ότι οι Ρωμαίοι, όπως και οι Βενετοί, οι Οθωμανοί, και οι Γερμανοί, ήταν κατακτητές. Απλώς πέρασαν, καταπίεσαν, σκλάβωσαν, κι ύστερα εκδιώχθηκαν. Το 'Ρωμιοί' λοιπόν είναι πλήρως εξελληνισμένο, δηλαδή δεν έχει νόημα, έχει ξεχάσει τη σχέση με τη Ρώμη. 
Στέκομαι να δω το χάρτη, ξέχασα τις αποστάσεις, τα σημεία, τα πάντα. Μόνο τα μνημεία θα γνωρίσω όταν τα δω, αλλά θα μου χρειάζονταν μέρες για ν' αποκτήσω την κάποτε κεκτημένη οικειότητα. Πάνε τα κεκτημένα, πάνε. Με μπερδεύει το πλήθος, η ανάδειξη του παρελθόντος κάθε φορά και πιο οργανωμένη, σαν επαρχιώτισσα είμαι στην πόλη που θα έπρεπε να βλέπω ως μεγάλη ευρωπαϊκή πατρίδα. Μόνο τα δέντρα της με ησυχάζουν, αυτά τα ζωγραφισμένα πεύκα. Ίσως γι αυτό τους επιτρέπουν να ψηλώνουν έτσι, να ηρεμούν ανθρώπους μόνους και χαμένους σαν εμένα. Να πηγαίνουμε ήσυχα στο πλησιέστερο καφενείο και να παίρνουμε το θάρρος να παραγγείλουμε έναν καπουτσίνο που θα πληρώσουμε περήφανα με το κοινό ευρωπαϊκό μας νόμισμα.  

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Σαράντα χρόνια παρεξήγηση

Σαράντα χρόνια στρογγυλά, δεν λέω, είναι κάτι. Μια ολόκληρη ζωή. Αλλά δεν έχει σημασία, και δέκα χρόνια μετά, το 83 ας πούμε, όταν έλεγα σε νεώτερους φίλους μου ότι δεν έπρεπε να μας ζηλεύουν που "είχαμε ζήσει το Πολυτεχνείο", ότι αυτοί ήταν πολύ πιο τυχεροί γιατί πρόλαβαν να περάσουν φοιτητικά χρόνια χωρίς χούντα, ότι περνούσαμε άσχημα στην επταετία, ότι θα ήθελα πολύ να μην έχω ζήσει κανένα Πολυτεχνείο, αλλά να νιώθω πιο ελεύθερη στην εφηβεία και στη νεανική ηλικία μου, δεν με πίστευαν. 
Τη θυμάμαι αυτή τη συζήτηση γιατί με είχε ξαφνιάσει. Γινόταν με νεαρούς μουσικούς, δέκα χρόνια μικρότερους από μένα. Ήμουν τριάντα κι ήταν είκοσι, είχα μείνει κατάπληκτη που μου έλεγαν ότι ήμουν τυχερή που είχα αντισταθεί στη χούντα! Ίσως είχαν φανταστεί μια αντιστασιακή ζωή, όχι μια ζωή φοβισμένη, γεμάτη θυμό που δεν βρίσκει διέξοδο, με πολλή υποταγή και ανοχή αυθαιρεσιών, πολλή καχυποψία και πνευματική φτώχεια, πολλή μοναξιά και επιφύλαξη, σαν αυτή που είχαμε ζήσει για εφτά χρόνια. Δεν ξέρω τι είχαν φανταστεί. Υπήρχε μια τεράστια παρεξήγηση ήδη. 
Φοβάμαι πως αν ξαναπώ τα ίδια πράγματα, τώρα, σαράντα χρόνια μετά, πάλι στου κουφού την πόρτα θα τα λέω. Με ξεκουφαίνουν κλαψιάρικα τραγούδια στα μεγάφωνα, πανό κρεμασμένα στη μάντρα με κάνουν να ντρέπομαι που τα κοιτάζω. Όλο αυτό το μελό, με τα σιχαμένα κύματα των κλισέ που κάλυψαν την εξέγερση του 73 ήδη από την πρώτη επέτειο, και δεν του αντιστάθηκε κανένας, μας σάρωσε γλιτσερό κι ακαταμάχητο. Άντε να μιλήσεις για τις επιφυλάξεις, και τις απογοητεύσεις, και τις αμφιβολίες κι όλ' αυτά. 
Διάβασα ένα άρθρο του Δημήτρη Φύσσα σήμερα που μιλάει για πράγματα τα οποία έχω επίσης σκεφτεί και τα οποία, παρόλη τη φλυαρία δεν τα είπαμε ποτέ, δεν τολμήσαμε. Ας πούμε, αν δεν είχε γίνει το Πολυτεχνείο, τι θα συνέβαινε με τη 'σταδιακή μετάβαση στη δημοκρατία' που είχε αναγγείλει η χούντα και είχε αναλάβει ο Μαρκεζίνης; Τότε πάντως, την 18η Νοεμβρίου του 1973, όταν είχαμε βγει από το Πολυτεχνείο της Θεσσαλονίκης εμείς, και δεν είχαμε πάει ακόμα στο σπίτι μας, μέναμε σε μιας φίλης κάμποσοι μαζί από το φόβο μας, μέσα στη σιωπή και στην κατήφεια, εκείνη τη μέρα και τις επόμενες, σκεφτόμασταν μερικοί και το κουβεντιάζαμε μεταξύ μας, πόσο λάθος είχαμε κάνει μ' εκείνη την εξέγερση. Η χούντα είχε σκληρύνει, υπήρχαν νεκροί, είχε κηρυχτεί ξανά στρατιωτικός νόμος, τι είχαμε καταλάβει; Είχαμε ελπίσει κάτι βλέποντας στην Αθήνα να γεμίζουν κόσμο οι δρόμοι,  νομίσαμε απλό να πέσει η χούντα έτσι; 
Δεν ήμασταν στελέχη, δεν ανήκαμε σε οργάνωση, τίποτε δεν ήμασταν. Απλοί φοιτητές και φοιτήτριες, χωρίς επαφή με κανέναν, μόνοι με τις σκέψεις και τα σχέδιά μας. Ήταν πολύ δύσκολο να βρεις παρέες που να ταιριάζεις. Δεν υπήρχαν τραπεζάκια πολιτικών οργανώσεων, να διαλέξεις πού θα πας. Στα τυφλά, στα κρυφά, αν ήσουν τυχερός μπορεί να δικτυωνόσουν. Πολλοί έχουν περιγράψει στιγμές συγκινητικές με  φίλους, οργανωμένοι σε νεολαίες, αλλά την αμηχανία των ανοργάνωτων, που ήταν οι περισσότεροι, δύσκολα την περιγράφεις. 
Στη δική μας μικρή παρέα, που δεν είχε καταφέρει να κάνει μια αληθινή πολιτική συζήτηση  σοβαρή επί τρία χρόνια στο πανεπιστήμιο, αν και το ήθελε διακαώς, εκείνες τις μαύρες μέρες κλαίγαμε τη μοίρα μας. Αν και ανοργάνωτοι και απομονωμένοι, νιώθαμε τύψεις φριχτές που είχαμε γυρίσει το ρολόι πίσω, στις πρώτες σκληρές μέρες της δικτατορίας. Τύψεις για λογαριασμό όλων, αφού για λίγες μέρες είχαμε αποκτήσει συλλογική ταυτότητα, αυτό ίσως μας είχε λείψει περισσότερο, έκαναν τους μήνες που ακολούθησαν το Πολυτεχνείο να φαινεται εκ του αποτελέσματος φριχτό λάθος. Ξανάνοιξαν οι φυλακές, ξαναπιάστηκαν άνθρωποι, ξαναμπήκε λογοκρισία, ξανά, ξανά, πίσω στη δικτατορία, φόβο, στρατοκρατία, φτου κι απ΄την αρχή. 
Όταν έπεσε η χούντα τον Ιούλιο του 74 ήταν τόση η χαρά που δεν κάτσαμε να το ψειρίσουμε. Γιατί και πώς. Τα κάνανε θάλασσα στην Κύπρο οι δικτάτορες, το σκληρό καρύδι ο Ιωαννίδης ήταν μια χάρτινη τίγρη, έπεσε απλώς από ανικανότητα. Τι γύρευε στην Κύπρο ακριβώς δεν είπαμε ποτέ. Ούτε καν τι έκανε ακριβώς εκεί. Δεν έχει ανοίξει ο φάκελος. 
Κι άμα ανοίξει τι θα μάθουμε άραγε; Θα ειπωθούν τα δύσκολα κι απλά;  Ταυτίζοντας το καθεστώς εκείνο με το απόλυτο κακό, δεν ψάχναμε λογική στις κινήσεις του, όμως ο Ιωαννίδης, ο Σαμψών, είχαν κάποια σχέση με τα ελληνικά ιδανικά, δεν ήταν εξωγήινοι. Εθνικιστές και μιλιταριστές, κάπως θα είχαν φανταστεί να επιβάλουν στο Κυπριακό τη δική τους λύση. Δικτατορία, ένωση, και ποιος ξέρει τι ονειρεύονταν για την τουρκική μειονότητα.
Μετά το Πολυτεχνείο, που προφανώς ήταν αποτυχία του Παπαδόπουλου, τον ανέτρεψε ο Ιωαννίδης. Πήρε την εξουσία, δοκίμασε να κάνει πραξικόπημα εναντίον του κράτους εκείνου στην Κύπρο που είχε δυο κοινότητες, τούρκο αντιπρόεδρο, τουρκική μειονότητα με αναγνωρισμένα δικαιώματα, κλπ κλπ. Πολύ αβάσταχτα και απαράδεκτα πράγματα όλ' αυτά για μιλιταριστές εθνικιστές σκληροπυρηνικούς σαν τον Ιωαννίδη. Αποφάσισε να επιτεθεί στο πολυεθνικό -ας το πούμε- αυτό κράτος, να φτιάξει μια Κύπρο κατ' εικόνα και ομοίωση του. Αν πετύχαινε, θα ξεχνούσαν όλοι το Πολυτεχνείο, θα έμενε στην Ιστορία ως ο άνθρωπος που ένωσε την Κύπρο με την Ελλάδα. 
Μάλλον δεν ήταν πρακτοριλίκι των αμερικάνων εκείνο το πραξικόπημα. Το έκανε για να κερδίσει τις καρδιές των Ελλήνων, που είχε χάσει στο Πολυτεχνείο. Έχασε τα πάντα αυτός, έχασε πολλά η Κύπρος, κέρδισε η Ελλάδα τη δημοκρατία, βγήκε εκ των υστέρων η εξίσωση πως το Πολυτεχνείο έριξε τη χούντα. Εξίσωση των βιαστικών που από τη μανία τους για συντομεύσεις χάνουν την ουσία. 
Ίσως ποτέ δεν θα μιλήσουμε σαν άνθρωποι για όλ' αυτά,  δεν θα ξεπεράσουμε τα κλισέ των ηρωισμών και τα ταμπού των εθνικισμών.  Χαλάει η σούπα και της επανάστασης και της προδομένης Κύπρου.  
Ώρες ώρες νομίζω ότι τα χρόνια δεν πέρασαν καθόλου, ότι είμαι πάντα στον προθάλαμο της ζωής, είκοσι χρονών, και προσπαθώ να καταλάβω τις βασικές έννοιες: τι είναι δημοκρατία, ανθρώπινα δικαιώματα, ισότητα, ελευθερία, άσε πια και την αδερφοσύνη. Άστην αυτήν, μου φτάνουν τα υπόλοιπα για να στέκομαι  στον προθάλαμο.  Έφτασα εξήντα κι ακόμα δεν έχω προχωρήσει, διευκρινίζω τα βασικά. Κάποιο λάθος έχετε κάνει σας λέω. Θα περάσει η ζωή όλη και δεν θα το έχουμε ξεκαθαρίσει ακόμα.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ellada&id=29324 

Τετάρτη 16 Οκτωβρίου 2013

Το σώμα του Πατρίς Σερώ

Από την παράσταση στην Αθήνα θυμάμαι μόνο την παρουσία του. Το 2006 διάβαζε το Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι στο θέατρο Ιλίσσια, δεν είχα εισιτήριο, πήγα μόνη μου και στήθηκα απ' έξω να βρω κάποιον που δεν ήθελε το δικό του. Έτσι κάνω πάντα όταν δεν έχω εισιτήριο, και πάντα βρίσκω. 
Τι διάβαζε, τι έλεγε, τι λέει το κείμενο, δεν θυμάμαι λέξη. Μόνο το σώμα του Σερώ, μόνο του στη σκηνή με μια φανέλα να ιδρώνει, να περνάει κάθε λέξη μέσα απο τους μυς των ώμων. 
Είχα πρωτοδεί παράστασή του στη Γαλλία, τον Πέερ Γκυντ του Ίψεν. Κρατούσε εφτά ώρες χωρισμένες σε δυο μέρες, Σαββατοκύριακο στη Λυών, κι είχα ταξιδέψει με μια φίλη μου απο το Παρίσι για να το δούμε. Εκείνη την εποχή, 1980, είχαν αρχίσει να κάνουν τέτοιες μαραθώνιες παραστάσεις τολμηροί και γνωστοί σκηνοθέτες. Είχα δει την Ορέστεια του Αισχύλου, ολόκληρη την τριλογία σε οκτώ συνεχόμενες ώρες, σε σκηνοθεσία του Πέτερ Στάιν, γερμανικά δηλαδή που δεν καταλάβαινα λέξη. Λίγα χρόνια μετά είχε έρθει κι εδώ εκείνη η παράσταση.
Ο Πέερ Γκυντ είναι έργο παράξενο, μια αναζήτηση ταυτότητας μέσα απο μυθολογικές περιπέτειες, γεμάτο φιλοσοφικό άγχος και παραδοσιακές πινελιές. Σα να αναζητάς τον πυρήνα του κρεμμυδιού, όπως λέει συνέχεια ο ίδιος, να ξεφλουδίζεις, να ξεφλουδίζεις, και τελικά να τελειώνει το κρεμμύδι χωρίς να βρίσκεις πυρήνα, διότι απλώς το κρεμμύδι είναι έτσι, όλο χιτώνες, δεν έχει άλλο τίποτε μέσα. Αυτή η πικρή και αστεία διαπίστωση του ήρωα επανερχόταν συνεχώς μέσα απο τις ονειρικές εικόνες του έργου όπου κυριαρχούσε το μαύρο χρώμα. Ήταν από τις πιο συγκλονιστικές θεατρικές εμπειρίες που έχω αξιωθεί. Εκείνη τη χρονιά είδα ακόμα και το Μεφιστό του Κλάους Μάν παιγμένο από τη Μνούσκιν. Παραστάσεις που σε γέμιζαν ξέχειλα για μήνες. Νόμιζα ότι είχα αγγίξει το όριο της δύναμης του θεάτρου. Ίσως είχα δίκιο. Δεν μπορώ να βρω κάτι που να μου προξένησε τέτοια αναστάτωση τα επόμενα χρόνια, αλλά βέβαια παίζει ρόλο και η ηλικία. Όταν μεγαλώνει κανείς συγκινείται πιο δύσκολα.
Ξανάδα Σερώ στην τηλεόραση, όλη τη σειρά απο τις όπερες του Βάγκνερ που είχε σκηνοθετήσει, στο Μπαϊρόιτ νομίζω.  Έφτιαχνε πάλι ονειρικό περιβάλλον, αλλά οι ιστορίες του Νιμπελούνγκεν δεν μπόρεσαν να με συγκινήσουν όσο του Πέερ Γκυντ.  Είχα μια χαλασμένη ασπρόμαυρη τηλεόραση που έπρεπε να κρατάς την κεραία για να δουλεύει, με θυμάμαι στο κρεβάτι, στον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης, να κρατάω ένα σύρμα για να δουλεύει η οθόνη και να βλέπω τις Βαλκυρίες με τα πέπλα τους και κάποια παρόμοια απελπισία να παλεύουν με το σκοτάδι του Σερώ. 
Σώματα πάλι θυμάμαι από το κινηματογραφικό του έργο "Βασίλισσα Μαργκό", νεκρά σώματα τη νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου να γεμίζουν την οθόνη. Το σώμα στον πόνο και στην απόλαυση ήταν σταθερό αντικείμενο της έρευνας του στις εικόνες. Χαίρομαι που πρόλαβα να δω το δικό του σώμα πάνω στη σκηνή σαν ένα υπερευαίσθητο όργανο μέτρησης πανανθρώπινων παθών. Αυτό που κάνει το θέατρο δηλαδή σε κάθε περίπτωση. 
Καθώς πέρασαν τα χρόνια κι οι εικόνες μπερδεύονται, θα μου μείνει το δικό του πρόσωπο σαν Πέερ Γκυντ. Τόσα χρόνια μετά αναρωτιέμαι αν ήταν οι εικόνες που είχε φτιάξει ο σκηνοθέτης γοητευτικές κι υποβλητικές, ή η ίδια η περιπέτεια του ήρωα που κατάφερε να με συγκινήσει τότε, αυτή η διαρκής φιλοσοφική και κάπως μάταιη αναζήτηση. Θα έπρεπε να ξαναδώ τον Πέερ Γκυντ για να καταλάβω, αλλά θα ήταν σα να ξυπνάω από ένα ζωντανό ακόμα όνειρο. 
Ο Πέερ Γκυντ (Ζεράρ Ντεζάρτ) ανοίγει το κρεμμύδι του στην αξέχαστη παράσταση του Πατρίς Σερώ

Πέμπτη 3 Οκτωβρίου 2013

Το πιο ταξικό εκπαιδευτικό σύστημα του κόσμου

Πήγα στην έκθεση του μεταπτυχιακού του γιου μου στην Πολεοδομία, στο UCL, ένα από τα καλύτερα πανεπιστήμια στην παγκόσμια κατάταξη. Οι περισσότεροι ξένοι φοιτητές είναι Κινέζοι, δεύτερη ξένη ομάδα είναι οι Έλληνες. Στο προπτυχιακό είναι λιγότεροι, αλλά πάλι σε μεγάλη αναλογία, όπως σε όλη τη Βρετανία. Είναι περίεργο πώς προσαρμόζονται σε ρυθμούς εντατικής δουλειάς, και το ευχαριστιούνται κιόλας, παιδιά που οι παλιοί συμμαθητές τους κλείνουν τα πανεπιστήμια στην Ελλάδα "κατά της εντατικοποίησης". Ή μάλλον δεν είναι περίεργο. Στην πραγματικότητα η μεγαλύτερη δυστυχία των νέων είναι η αδράνεια, και ξεφεύγοντας απο το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα τη γλυτώνουν σε μεγάλο βαθμό.
Ναι, θα σας μιλήσω για τα παιδιά μου σήμερα, γιατί βαρέθηκα την υποκρισία. Το μεγαλύτερο παιδί μου τέλειωσε το Μετσόβιο κι έχασε ένα χρόνο λόγω ,καταλήψεων κι άλλον ένα επειδή δεν του αναγνώρισαν τα μαθήματα που έκανε στο Erasmus. Αρκετές φορές βρήκε τις μακέτες του κατεστραμμένες μέσα στην Αρχιτεκτονική, ακόμα και σχέδια στα κομπιούτερ χάθηκαν κάποια στιγμή, μαζί με τα κομπιούτερ. Το θέμα δεν είναι οι μακέτες του γιου μου, ή τα χρόνια που έχασε, είναι αυτά που χάνει το ΕΜΠ. Μαζί τα χάσανε, εν ολίγοις. 
Με το μικρότερο αλλάξαμε τακτική. Από τη Β Λυκείου πήγε στο Διεθνές Απολυτήριο, βρήκε την υγειά  και τη χαρά του. Ήταν δυστυχής στο σχολείο, εκεί τον αλάλιασαν στη δουλειά και δεν παραπονέθηκε ποτέ. Από μέτριος μαθητής έγινε εξαιρετικός, πέρασε στο Πανεπιστήμιο του Εδιμβούργου. Μπορεί να κοστίζει κάτι παραπάνω απο την Κομοτινή, ας πούμε, αλλά προσφέρει σοβαρές σπουδές, και κυρίως τη χαρά της δουλειάς, την υπέροχη κούραση της εκπαιδευτικής προόδου.
Όσο και να πιεστεί οικονομικά η μεσαία τάξη, το τελευταίο πράγμα που θα κόψει θα είναι το ιδιωτικό σχολείο των παιδιών. Όλη αυτή την ταλαιπωρία με τις απεργίες και τις καταλήψεις και την ανοργανωσιά την τραβάνε οι φτωχότεροι, που δεν μπορούν να ξεφύγουν. Η αδικία αρχίζει απο το Δημοτικό, με τις ώρες διδασκαλίας και άλλες λεπτομέρειες. Εξαιρετικοί δάσκαλοι, πολύ καλύτεροι απ' του καιρού μου, καταφέρνουν να είναι αναποτελεσματικοί γιατί δουλεύουν σα να βρίσκονται σε παράλληλους διαδρόμους με τα παιδιά, με το σχολείο, με τα ωράρια. Είναι πολύ παράξενο φαινόμενο, το οποίο ομολογώ σήμερα που λέμε αλήθειες, ότι αποφάσισα να μην το ξεδιαλύνω στην καμπούρα των παιδιών μου όταν το είχα αντιληφθεί, πάνε σχεδόν είκοσι χρόνια. Τα πήρα και τα έστειλα σε ιδιωτικό, το οποίο λειτουργούσε τρεις ώρες παραπάνω την ημέρα, δεν έκλεινε όταν οι δάσκαλοι είχαν συνέλευση (στο θέμα αυτό τα σχολεία είναι σαν τα τρόλεϊ) κι είχε θυρωρό και επιστάτη. Διότι το πρόβλημα που συζητείται τώρα με τους σχολικούς φύλακες είχε δημιουργηθεί αφότου οι επιστάτες καταργήθηκαν για οικονομία απο τη δεκαετία του 80. Ακριβοί στα πίτουρα και φτηνοί στ' αλεύρι, από τότε.  Απο κει και πέρα υπήρχαν ένα σωρό σχολικά προβλήματα με τα μαθήματα, με την ύλη, με τα συστήματα, αλλά τουλάχιστον υπήρχε η βάση, το σχολείο. 
Όλο και περισσότερα παιδιά αυτή την τελευταία εικοσαετία έφευγαν έξω για σπουδές όχι επειδή δεν μπορούσαν να περάσουν στις Πανελλήνιες, αλλά επειδή είχε γίνει κατανοητό στη μεσαία τάξη ότι τα Πανεπιστήμια δεν λειτουργούν κανονικά. Η διαφορά της φοιτητικής ζωής στις ευρωπαϊκές και σε άλλες ανεπτυγμένες χώρες με την ελληνική είναι ακόμα πιο μεγάλη από τη διαφορά ιδιωτικού- δημοσίου σχολείου. Αλλά κι εδώ, με τα διαλυμένα σχολεία και τα διαλυμένα πανεπιστήμια η διαφορά είναι τεράστια ανάμεσα στα παιδιά φτωχών και πλουσίων οικογενειών. Ό,τι δεν καλύπτει το σχολείο ή το πανεπιστήμιο το καλύπτει η οικογένεια, είτε με το δικό της μορφωτικό δυναμικό στις μικρές ηλικίες, είτε με ιδιαίτερα μαθήματα και άλλες μεθόδους που ξέρουν οι ήδη μορφωμένοι γονείς στις μεγαλύτερες. Κάθε απεργία, κλείσιμο, κατάληψη, αδικεί τους ήδη αδικημένους. Εγκλωβίζει τους ήδη εγκλωβισμένους. Δεν πρέπει να υπάρχει στον κόσμο πιο ταξικό σύστημα με τόσο αντιταξικό προπέτασμα. Μεγαλόστομες αριστερές διακηρύξεις καταδικάζουν αυτούς που δεν έχουν τα μέσα να ξεφύγουν απο το δημόσιο σχολείο να παραμείνουν για πάντα κατώτεροι απ' αυτούς που τα έχουν. Το σχολείο, ο θεσμός αυτός που υπάρχει για να δίνει ίσες ευκαιρίες, έχει καταντήσει να τις καταργεί. Και μάλιστα στο όνομά τους, δήθεν για τη δωρεάν παιδεία, δήθεν για το καλό των παιδιών. Σα να μην έχουν γνωρίσει οι δάσκαλοι και οι καθηγητές ούτε έναν πραγματικό μαθητή στη ζωή τους, να μην ξέρουν ποιοί θα είναι τα θύματα των αποφάσεων τους.
Αυτή τη στιγμή ανέβαλαν τις εγγραφές των πρωτοετών στα Πανεπιστήμια. Καλωσύνη τους κιόλας, έδωσανα παράταση ως τις 15 Νοεμβριου. Δεν φτάνουν λέει οι διοικητικοί υπάλληλοι, και ζητάνε συγγνώμη από τα παιδιά, αλλά δεν θα μπορέσουν. Να πάω εγώ να τους βοηθήσω; Προσφέρομαι εθελοντικά. Τα παιδιά μου τα φυγάδευσα, αλλά ξέρω κάτι άλλα που δεν μπορώ να τα φυγαδεύσω. Παιδιά που κατάφεραν να περάσουν με κόπο και στερήσεις, νοίκιασαν σπίτι, τα τρώει η πλήξη και η αμηχανία. Έχουν ενοχές, βράζουν στις αμφιβολίες, μήπως να τα παρατήσουν και να πιάσουν δουλειά; Ξέρω και παιδιά μεταναστών που πέρασαν μετά απο χρόνια προσπαθειών και περιμένουν να πάρουν βίζα για σπουδές ζώντας μακριά από τους γονείς τους. Αυτά τα παιδιά την πληρώνουν την επανάσταση των πρυτάνεων και των υπαλλήλων. 
Το σχολείο καταργεί τον εαυτό του, το Πανεπιστήμιο χλευάζει όσους κατάφεραν να το πάρουν στα σοβαρά. Και την πληρώνουν οι φτωχοί. Ντρέπομαι ν' αντικρίσω  παιδιά που γνωρίζω, που τους έκανα μάθημα, τα ενθάρρυνα να σπουδάσουν, τα έπεισα ότι το αξίζουν, τα είδα να προσπαθούν, νόμιζα ότι θα μπορούσαν να χαρούν την επιτυχία. Ντρέπομαι για λογαριασμό των ξεδιάντροπων ΑΕΙ μας.
  


Τρίτη 30 Ιουλίου 2013

Βουνό ή θάλασσα;


           
Στο δίλημμα βουνό ή θάλασσα η απάντηση βέβαια είναι Πήλιο. Τα έχει και τα δύο, αλλά βάζει ξανά το δίλημμα: να μένεις σε χωριό του βουνού, ή στις παραλίες; Να μπορείς να πηγαίνεις στη θάλασσα με τα ποδαράκια σου, ή να χρειάζεσαι αυτοκίνητο;
Για μένα το Πήλιο υπήρξε ανακάλυψη της ωριμότητας. Άκουγα γι αυτό, η μια γιαγιά είχε φύγει απο τη Δράκεια, ένα χωριό που βρίσκεται κάτω απ' τα Χάνια και πάνω απ' την Αγριά, αλλά δεν ξαναγύρισε ποτέ, και δεν την πρόλαβα αυτή τη γιαγιά να τ' ακούω τουλάχιστον από πρώτο χέρι. Για πολλά χρόνια οι δουλειές, οι πόλεμοι κι οι συμφορές κι οι δυσκολίες του ταξιδιού δεν άφηναν κανέναν στην οικογένεια να κάνει αυτή την αναζήτηση. Η μητέρα μου πρωτογνώρισε το χωριό της δικής της μητέρας στα σαράντα πέντε της χρόνια, τότε αξιώθηκε. Δεκαετία του 70, τότε που χαλάρωσαν λίγο οι άνθρωποι. Κατάφερε σιγά- σιγά ν' αγοράσει ένα μικρό σπιτάκι, να το φτιάξει. Κι άλλοι αθηναίοι αγόρασαν σπίτια, τα έφτιαξαν όλα κι είναι πολύ καλύτερα απο των ντόπιων. Αυτή την κατάσταση ζούμε σε όλα τα χωριά αλλά δεν το παραδεχόμαστε. Να έχουν οι παραθεριστές άψογα σπίτια για ένα μήνα το χρόνο, και των ντόπιων ακόμα να μην έχουν γίνει ισάξιά τους. 
Μερικοί αναστήλωσαν παλιά αρχοντικά, το χωριό είχε γκρεμιστεί απο τους σεισμούς και δεν είχαν απομείνει μεγάλα σπίτια. Πολύ ταλαιπωρημένο χωριό, στην Κατοχή οι Γερμανοί είχαν κάνει ομαδική εκτέλεση 120 αντρών για αντίποινα στο φόνο δυο δικών τους από αντάρτες. Δεν ορθοπόδησε απο την εκτέλεση αυτή κι απο το σεισμό του 55, δεν κατάφερε ν' ανοιχτεί στον τουρισμό. Ωστόσο η ζωή των ανθρώπων βελτιώθηκε αρκετά. 
Η ομορφιά της φύσης εδώ πάνω είναι κάτι το ασύλληπτο. Μόλις φτάνω στον κήπο μου, κάθε φορά μένω άναυδη, σα να μην τον έχω ξαναδεί, κι αρχίζω να τηλεφωνώ σε συγγενείς και φίλους, να τους αναγγείλω ότι γνώρισα τη γεύση του παραδείσου. Κάθε χρόνο τα ίδια κάνω. Αλλά οι ντόπιοι δεν ξέρουν τι θησαυρό έχουν στα χέρια τους, αφήνουν και καταστρέφονται πράγματα, συχνά καταστρέφουν οι ίδιοι ανεκτίμητα μνημεία, ή ξερωγώ  ο ΟΤΕ περνάει τα καλώδια απο το ένα χωριό στο άλλο και καταστρέφει με άνεση ένα μονοπάτι μοναδικής ομορφιάς, που πρόλαβα να το περπατήσω και δεν πιστεύω ότι άφησαν να ξεπατώσουν τα τρία ξύλινα γεφυράκια, το καλντερίμι κι όλο το μοναδικό εκείνο στενό πέρασμα. Αυτό είχε γίνει στη δεκαετία του '80 κι είχα πάει στον ΟΤΕ τότε να διαμαρτυρηθώ, όπου με ενημέρωσαν απαθείς ότι είχαν δώσει και κονδύλιο για αποκατάσταση μονοπατιών. Ποιος ξέρει τι απέγινε εκείνο το κονδύλιο.
Αυτή είναι η βρυσούλα στον κήπο μας και ο κορμός της φλαμουριάς που φτιάχνει σκιά με κλιματισμό 

Αλλά σκεφτείτε και τη λογική, 'καταστρέφω ένα μονοπάτι και βγάζω κονδύλιο για αποκατάσταση' Ποιος εργάτης του 1985 μπορούσε να κάνει τη δουλειά των μαστόρων και κοινοτήτων του 19ου αιώνα που κινούνταν από την ανάγκη για επικοινωνία και χρησιμοποιούσαν υποχρεωτικά όποια υλικά διέθεταν; 
Τέλος πάντων, τα έχω γράψει και ξαναγράψει αυτά, και με όλες τις αλλαγές το τοπίο παραμένει ασύγκριτο και συνεχίζω να μένω περιδεής κάθε φορά που φτάνω εδώ. Ακόμα και τη λειτουργία της εκκλησίας ακούω ευχαρίστως απο τα μεγάφωνα, γιατί αισθάνομαι την ανάγκη κι εγώ κάποιον να υμνήσω, να ευχαριστήσω το θεό για τη χάρη που με περιτριγυρίζει. Χαίρε και δόξα.  Θα μπορούσα να περνάω τη μέρα μου στην κήπο τα καλοκαίρια, ωστόσο παίρνω το αυτοκίνητο και κατεβαίνω στην Αγριά για ένα μπάνιο (η Αγριά απέκτησε καθαρή θάλασσα αφότου αγόρασαν Ιταλοί το εργοστάσιο τσιμέντων, το ούνα φάτσα -ούνα ράτσα είναι μύθος) Παλιότερα, πριν τους Ιταλούς, και με τα παιδιά μικρά, φτάναμε μέχρι την Άφησσο για καθαρά νερά και παιχνίδια. Σε μακρινότερες εξορμήσεις έχουμε πάει στις περισσότερες προσβάσιμες  παραλίες του Παγασητικού και του Αιγαίου. Λέω προσβάσιμες, γιατί είναι μερικές που ουσιαστικά και με διάφορα κόλπα είναι κλεισμένες, εκτός αν έχεις θάρρος αρκετό και όρεξη και βρεις κάποιο κρυφό δρομάκι και τις ανακαλύψεις. Τυπικά δεν μπορεί να σε διώξει κανείς, αλλά όσο νά' ναι είναι δυσάρεστο. Πάντως και χωρίς αυτες, οι ανοιχτές παραλίες είναι άπειρες, δεν προφταίνουμε να τις δοκιμάσουμε σε μια ζωή ολόκληρη. Μόνο που τώρα τελευταία, γερνώντας ίσως, βαραίνοντας, δεν ξέρω τι φταίει, προτιμούμε αυτό το διεκπεραιωτικό μπάνιο στην Αγριά κι ύστερα να μένουμε στον ονειρεμένο κήπο ατενίζοντας απο μακριά τη θάλασσα να εξαχνώνεται ανάμεσα στις γραμμές των βουνών. Είναι διαφορετικός ο αέρας εδώ πάνω, στα 600 μέτρα που βρίσκεται το χωριό, είναι πιο ελαφρύς, κάτι γίνεται  με την ανάβαση. Δεν μπορώ να το εκφράσω ακριβώς. Θα ήταν ωραία να μπορούσαμε να κολυμπάμε σε κάποια ορεινή λίμνη, στις γούρνες που κάνουν τα ρέματα, αλλά δεν έχω βρει καμιά κατάλληλη ακόμα κι ας λέει ο γείτονας ότι τις ήξερε μικρός, ή να πηγαίνουμε στη θάλασσα με μια μεγάλη τσουλήθρα και να επιστρέφουμε με τελεφερίκ. Γενικά το τελεφερίκ θα ήταν σωτήριο, όλοι αυτοί οι δρόμοι που ανοίγονται στο Πήλιο το απειλούν καθώς έχει μαλακά χώματα και συνεχώς κατολισθαίνει ολόκληρο. 
Φέτος παραπονιούνται οι κάτοικοι ότι δεν έχουν τουρισμό. Μούρχεται να τους ρωτήσω, πότε αποφασίσατε ότι ο τουρισμός σας ενδιαφέρει; Γιατί ως τώρα μόνο από πείσμα οι άνθρωποι το βρίσκουν και το αγαπάνε το χωριό, εσείς είστε άρχοντες, δεν τους χρειάζεστε! Για κοπιάστε να καθαρίστε τα ρέματα, αφήστε κανένα καλντερίμι χωρίς τσιμέντο, συμμαζέψτε λίγο τα σκουπίδια, τις λαμαρίνες, την τσαπατσουλιά, χαμογελάστε και καμιά φορά, τζάμπα είναι. Αλλά δεν λέω τίποτε απ' αυτά, είναι πολύ εύθικτοι οι άνθρωποι, δεν θα δέχονται μαθήματα απο την αθηναία, μπορεί να παρεξηγηθούν. Σκέφτομαι απλώς ότι αν ήμουν πλούσια θα ερχόμουν να ιδρύσω κάτι στο χωριό αυτό, να το σώσω απο την έλλειψη σεβασμού απέναντι στη φύση και στην ομορφιά του. Και ονειρεύομαι τελεφερίκ. Μην αρχίστε να μου λέτε ότι θα χαλάσει το περιβάλλον. Υπάρχουν ήδη οι στύλοι της ΔΕΗ, αν γίνονται υπόγεια τα καλώδια (θα το χρηματοδοτούσα αυτό ως εκατομμυριούχος) θα ήταν πολύ λιγότερα αυτά που θα φαίνονταν με το τελεφερίκ.

Πέμπτη 25 Ιουλίου 2013

Σουβενίρ της βασιλείας

Μόλις τέλειωσα το βιβλίο της Χίλαρυ Μάντελ Bring up the bodies, (κυκλοφόρησε και στα ελληνικά με τον τίτλο "Γεράκια") και νομίζω ότι καταλαβαίνω καλύτερα τους Βρετανούς και την τρέλα τους για το μωρό του δεύτερου διαδόχου. Το βιβλίο διηγείται την πτώση της Άννας Μπολέιν και την άνοδο της Τζέιν Σίμουρ στο θρόνο της βασιλικής συζύγου του Ερρίκου του 8ου, όλα μέσα από τα μάτια και τις κινήσεις του Τόμας Κρόμγουελ, δαιμόνιου συμβούλου που βρίσκει λύσεις για να ικανοποιήσει όλες τις επιθυμίες του βασιλιά, ισχυροποιώντας παράλληλα τη θέση του. Ο οποίος Ερρίκος ήθελε πρωτίστως να αποκτήσει αγόρι για διάδοχο, να εξασφαλίσει τη βασιλεία και τη δυναστεία του, το ένα δια του άλλου, αφού αν δεν έχεις διάδοχο εχθροί και  οπαδοί σε θεωρούν αδύναμο. Ο Ερρίκος πρώτα έδιωξε την Αικατερίνη, μητέρα πολλών παιδιών του που γεννιούνταν νεκρά ή πέθαιναν μωρά, αναστατώνοντας την Ευρώπη ολόκληρη και χωρίζοντας για πάντα τη χώρα του απο τον Καθολικισμό, κι ύστερα έστειλε στο δήμιο την Άννα μαζί με πέντε ευγενείς, τους υποτιθέμενους εραστές της, διότι ούτε αυτή κατάφερε να κάνει αγόρι. Τρόμαξε να δει γιο, και μόλις τον απέκτησε έχασε τη γυναίκα του, την τρίτη στη σειρά, οπότε ξανάρχισε τη δουλειά με τις παντριές, ακυρώσεις, αποκεφαλισμούς, και φτού κι απ' την αρχή. Ο οποίος γιος πέθανε νεώτατος κι αυτός, οπότε έγινε βασίλισσα τελικά η γνωστή Ελισάβετ. Τσάμπα πήγε η μανούλα της επειδή δεν γεννούσε αγόρια. 
Και κοίτα τώρα με πόση ευκολία γεννιούνται τ' αγόρια -διάδοχοι του αγγλικού θρόνου! Με την πρώτη η Κέιτ το κατάφερε, τώρα μάλιστα που κανείς δεν δίνει σημασία στο φύλο, τώρα που η βασίλισσα είναι γυναίκα. Και περιμένουν άλλοι δυο άντρες στη σειρά για διάδοχοι! Α ρε Ερρίκο, θα σηκώνεται σκόνη από τα κόκκαλά του καθώς θα προσπαθούν να τρίξουν εκεί στο υπόγειο της εκκλησίας που τα έχουν στριμώξει.
Εξασφαλισμένη λοιπόν για τρείς ακόμα γενιές η δυναστεία, αλλά τώρα κινδυνεύει να καταργηθεί από πλήξη, να την κόψουν για να κάνουν οικονομίες όπως κόβεις ένα ΤΕΙ, έτσι λένε τουλάχιστον οι σοφοί οικονομολόγοι, οι οποίοι δεν της αποδίδουν τα εύσημα, της βασιλείας, για τα πιάτα και τα κουκλάκια, τα πάσης φύσεως σουβενίρ που πουλιούνται σχετικά με κάθε συμβάν της βασιλικής οικογένειας και κάνουν ανυπολόγιστο τζίρο στο εμπόριο. Και πολλοί άνθρωποι δεν καταλαβαίνουν τι τους θέλουν οι Βρετανοί τους βασιλιάδες στην εποχή μας. 
Αν κι οι ίδιοι φαίνεται να την απολαμβάνουν, τρέχουν στις κηδείες και στους γάμους, συντηρούν μια μεγάλη βιομηχανία θεάματος γύρω απο τη ζωή τους. Ίσως μέσω των βασιλιάδων συνδέονται με την ιστορία τους, παρόλο που δεν έχουν καμία σχέση οι τωρινοί με τους παλιούς. Υπάρχει βέβαια κάτι κοινό, και στους περασμένους αιώνες παρήγαγαν θέαμα, τότε όμως το θέαμα ήταν συμβολικό τελετουργικό εξουσίας, τώρα είναι σκέτη γραφικότητα. Τότε ο Ερρίκος για το χατήρι της Άννας και την εμμονή του με τους γιους έκανε κάτι σαν εθνική επανάσταση, αποσπώντας τη χώρα του από την εξουσία του Πάπα. Ξεκίνησε μια νέα εποχή, όπου ναι μεν ο θεός προστατεύει το βασιλιά, αλλά μπορεί να το κάνει και αποκεντρωμένα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και σα να τράβηξε το νησί παράμερα, να εγκαινίασε αυτή τη δυσπιστία που διακρίνει τους Βρετανούς απέναντι στους υπόλοιπους Ευρωπαίους.
 Τώρα οι απόγονοι εκείνων των πανίσχυρων, και ωστόσο ανασφαλών ηγεμόνων, είναι μια οικογένεια που προσφέρει την καθημερινότητά της σε ένα είδος ταύτισης με τον καθένα,  κλεισμένη σε γυάλινο κλουβί, ζώντας σε διαρκές ριάλιτι όπως κάθε σελέμπριτυ του καιρού μας. Έχει τους αληθινούς μεσαιωνικούς της πύργους, τα ανάκτορά της, τους αρχαίους τίτλους της, και τους τελάληδες με τις πολύχρωμες μεσαιωνικές στολές τους, σαν  σήριαλ που συνεχίζεται, αλλά πια οι πρωταγωνιστές του υποχρεούνται  να ζουν μικροαστικά, κι αντί για δράματα να προσφέρουν σαπουνόπερες. 
Τώρα πια οι Βρετανοί βασιλιάδες δεν ανήκουν μόνο στη Βρετανία. Είναι σήμα κατατεθέν της χώρας σε όλο τον κόσμο, κάτι σαν το Μπιγκ Μπεν στο πιο πολύχρωμο. Ποιανής άλλης χώρας τους βασιλιάδες ξέρει όλος ο κόσμος; Όλοι οι άλλοι, οι άγνωστοι, μπορούν να ανησυχούν, όχι όμως και οι Βρετανοί. Δεν καταργείς τα αξιοθέατά σου στην εποχή του μαζικού τουρισμού, τα συντηρείς και τα προσέχεις. Απ' την άλλη, ίσως πρέπει να προσλάβουν κι αυτοί ένα σεναριογράφο να τους δώσει ιδέες, γιατί κηδείες, γάμοι, γεννητούρια και ξανά μανά, άντε και μερικά διαζύγια, έχουν μεγάλο ανταγωνισμό από τους αληθινούς αστέρες του αληθινού θεάματος.
Μάλλον με επηρέασε πολύ το βιβλίο, βλέπω τους σημερινούς Βρεταννούς βασιλιάδες σα να είναι οι ίδιοι σουβενίρ της βασιλείας τους.

Τετάρτη 24 Ιουλίου 2013

Βρέθηκαν οι ένοχοι;

Ακούω στο ραδιόφωνο ότι οι ένοχοι για τη Μαρφίν καταδικάστηκαν, αλλά πρέπει τώρα να βρεθούν οι ηθικοί αυτουργοί. Για δες, λέω, τους βρήκαν λοιπόν αυτούς που έβαλαν φωτιά στο κτίριο, τόσο καιρό μακριά απο την Αθήνα έχασα επεισόδια. Και ηθικούς αυτουργούς ποιους εννοεί άραγε η δημοσιογράφος που μιλάει αυτή τη στιγμή; Αυτούς που γράφουν υπέρ του αντάρτικου πόλεων, που εξάπτουν τα πάθη, που λένε "κάψτε τις τράπεζες"; Μα πού να τους βρεις αυτούς; 
Αλλά δεν είχα καταλάβει τίποτε. Αυτοί που καταδικάστηκαν είναι, ο υπεύθυνος ασφαλείας του κτιρίου και ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας. Επειδή δεν είχαν συστήματα ασφαλείας, έξοδο κινδύνου και τέτοια. Διάβασα και ρεπορτάζ εφημερίδας: "Έπεσε η αυλαία της δίκης για τη Μαρφίν" ήταν ο τίτλος, αλλά αυτό εννοούσε. Το διάβασα πολύ προσεχτικά, δεν είναι απλό να μπορείς να καταλάβεις την ουσία ενός τέτοιου ρεπορτάζ. Αλλά ίσως αυτη να είναι η ουσία αυτών που λέμε κι αυτών που γράφουμε, να καταλαβαίνει κανείς ό,τι θέλει κι ό,τι του αρέσει. 
Καταδικάστηκαν λοιπόν οι ένοχοι, και αναζητούνται οι ηθικοί αυτουργοί! Κι όλα είναι εντάξει και παρατάξει, αποδόθηκε δικαιοσύνη!
Θυμάμαι από την πρώτη μέρα, εκείνη τη μαύρη μέρα του Μάη του 2010, πολλοί έλεγαν, μα φταίει η Τράπεζα που δεν είχε έξοδο κινδύνου, που δεν είχε σύστημα ασφαλείας αρκετά καλό, να μπορεί να αντιμετωπίζει κάθε τέτοια συγκυρία, μια διαδήλωση που περνά και καίει τράπεζες στο διάβα της, ας πούμε. Τι πιο φυσικό, τι πιο καθημερινό; Δεν έχει δικαίωμα ο αγανακτισμένος διαδηλωτής να ρίξει μια μολότοφ βρε αδερφέ, να πάνε κάτω τα φαρμάκια; Οφείλουν όμως οι τράπεζες να πάρουν τα μέτρα τους. 
Και πού θα σταματήσουν τα μέτρα αυτά; Να είναι εξοπλισμένες οι τράπεζες σαν μπούνκερ, στην είσοδο να έχουν αντιπυρικά, να περνάμε ελέγχους με ακτίνες Χ πριν μπούμε, κλπ. Αλίμονο δα, από τέτοια συνηθίσαμε. Σε λίγο θα βγάζουμε τα παπούτσια μας, θα μας ψαχουλεύουν στις μασχάλες και θα μας περνάνε απο μαγνήτες που θα σφυρίζουν στα βραχιόλια που βροντούν. Τότε θα είναι εξασφαλισμένοι οι υπεύθυνοι ασφαλείας ότι δεν θα πάνε φυλακή αν κάποια μολότοφ ενός ηθικού αυτουργού (αυτό πάλι...) πέσει σε κανα μπαλκόνι και κάψει άφρονες εργαζόμενους σε μέρα αγανάκτησης. 
Δηλαδή, θα μου πείτε, δεν είναι σωστό να έχουν οι τράπεζες συστήματα ασφαλείας, δεν έπρεπε να καταδικαστούν οι υπεύθυνοι για την παράλειψη αυτή; Προσέξτε όμως, εδώ έχουμε ποινές για δέκα χρόνια στον έναν, πέντε στον άλλον. Δεν καταδικάζονται οι άνθρωποι για την παράλειψη, αλλά για το θάνατο των ανθρώπων. Δεν ήμουν στη δίκη, αλλά βλέπω να γίνεται μια μετατόπιση απ' αυτές που προκαλούν τη λογική. Την προκαλούν και την καθοδηγούν, γίνονται τρόπος σκέψης. Οι μολότοφ αρχίζουν να θεωρούνται κάτι σα φυσικό φαινόμενο. 
Κι αυτοί που πέταξαν τις βόμβες είναι ηθικοί αυτουργοί; Δηλαδή οι υπεύθυνοι ασφαλείας είναι οι φυσικοί αυτουργοί; Κράτα θεέ μου το μυαλό μας στη θέση του, γιατί έχει πάρει δρόμο..

Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...