Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μετανάστες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Στη θάλασσα, μαζί με τα άλλα τα παιδάκια

Πρώτα διάβασα τα σχόλια, η μάνα που πέταξε το παιδί στη θάλασσα. Διεστραμμένο τέρας. Χρειάζεται λυντσάρισμα. Είχε δυο ακόμα παιδιά μαζί. Κράτησε τ’αγόρια, πέταξε το κορίτσι. Μετανάστρια.

Το παιδί είχε πεθάνει. Φοβήθηκε.

Ας το πήγαινε σε νοσοκομείο. Κανένα νοσοκομείο δεν θα την έδιωχνε.

Πραγματικά. Κανένα νοσοκομείο δεν διώχνει άρρωστα παιδιά στην Ελλάδα, αλλά το ήξερε; Πώς μαθαίνουν να βρίσκουν βοήθεια για τα παιδιά οι μετανάστριες; Υπάρχει κάποιο γραφείο πληροφοριών; Μήπως το μόνο που μαθαίνουν με χίλιους τρόπους είναι ότι είναι ανεπιθύμητες, κι αυτές και τα παιδιά τους και κυρίως οι άντρες τους που καταφέρνουν να φτάσουν στις απέραντες ελληνικές ακτές; Απέραντες για τη Γεωγραφία, για μας πολύ στενές κι αυτοί δεν χωράνε. Τι για εισβολή μιλάμε, μόλις αποφευχθεί κανένα ναυάγιο με φτωχούς ανθρώπους που ελπίζουν να δουλέψουν σα σκλάβοι ερχόμενοι με κίνδυνο της ζωής τους στην Ευρώπη, τι για υβριδικό πόλεμο. Απίστευτες εξυπνάδες, και μετράνε μετά οι πολιτικοί τις μερίδες φαγητό που τους δίνουν, ευρωπαϊκά λεφτά ούτως ή άλλως, αφού τους κλείσουν κάπου συρματοπλεγμένους, αντί να τους αφήσουν να δουλέψουν τους ανθρώπους, το μόνο που θέλησαν. Αυτό είναι ο υβριδικός τους πόλεμος. Πόσες ψήφους πια θα μαστεύσουν από την καλλιέργεια του μίσους και του φόβου; Και πόση υποκρισία μπορούμε να αντέξουμε όταν βγαίνουν στο φως τέτοιες ιστορίες;

Στη θάλασσα το πέταξε το παιδάκι της η μετανάστρια, δεν μου φαίνεται εμένα και τόσο τερατώδες. Στη θάλασσα από όπου ίσως έφτασε κι αυτή με χίλιους κόπους. Στη θάλασσα με τα άλλα τα παιδάκια, ή θα μου πείτε ότι δεν ξέρουμε πως έχει η θάλασσα παιδάκια στο βυθό της, από τα ναυάγια με τους μετανάστες, από την Πύλο που τόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν, από τις προσπάθειες να περάσουν στα νησιά. Στη θάλασσα που λέγαμε ότι ενώνει, τι ρομαντικά πράγματα έχουμε πει… Γιατί όχι στη θάλασσα δηλαδή; Γιατί να το δώσει στη γη που δεν τη θέλει; Η θάλασσα δεν ρωτά, αγκαλιάζει χωρίς κόπο, σε παίρνει, σε νανουρίζει. Μπορεί και να σε χρησιμοποιεί, αν καταφέρεις να απομακρυνθείς από τις ακτές όπου θα σε βρουν, θα σε συλλάβουν, θα σε ανακρίνουν, θα σε φυλακίσουν, θα καταλήξεις σε κελί και θα ψάχνεις μετά τα παιδιά σου, που μπορεί να σε κρίνουν ανάξια να ξαναδείς, αυτοί  που δεν σε βοήθησαν, δεν σε καθοδήγησαν, λες και δεν ξέρουν πόσο δύσκολο είναι να μεγαλώνεις παιδιά, ακόμα και στη δική σου χώρα, στο ίδιο σου το σπίτι, με τις γιαγιάδες παραστάτες, λες και δεν μεγάλωσε κανένας τους παιδιά, λες και δεν είδαν ποτέ παιδί να μεγαλώνει. Αυτοί που δεν σε ήθελαν, που σε έδιωχναν με κάθε τρόπο. Αυτοί είναι οι κριτές σου.

 

 

Πέμπτη 15 Ιουνίου 2023

Μετανάστες στη Σικελία

Να αναφερθώ ξανά σε κάτι που είχα γράψει όταν ταξιδέψαμε στη Σικελία πριν τρία χρόνια. Συναντήσαμε έναν Πακιστανό να δουλεύει σε πιτσαρία με μεγάλη πελατεία, σε ένα ορεινό χωριό, μερικούς Αφρικανούς να είναι προσωπικό σε ένα πανέμορφο εξοχικό ξενοδοχείο, αρκετούς μετανάστες γενικά σε θέσεις εργασίας σχετικές με τον τουρισμό. Μιλήσαμε με ανθρώπους, ευτυχώς η Barbara είναι γεννημένη δημοσιογράφος, και μας εξήγησαν ότι είχαν εφαρμοστεί κάποια προγράμματα εκπαίδευσης κυρίως για ανηλίκους. Γενικά, οι μετανάστες που βλέπαμε παντού, και είναι πάρα πολλοί στη Σικελία, όπως ξέρετε, έμοιαζαν λιγότερο αγχωμένοι από αυτούς που βλέπουμε στην Κυψέλη. Αυτή ήταν μια πολιτική που θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε μερικά νησιά, ή θα ξεσήκωνε θύελλες διαμαρτυρίες για την αλλοίωση του πληθυσμού, τη φροντίδα σε ξένους κι όχι σε δικούς, κλπ κλπ; Θα έφερνε κάποιο κέρδος σε έλληνες πολιτικούς που θα έπαιρναν το ρίσκο να τη βάλουν μπροστά; Σε δημάρχους, περιφερειάρχες, αξιωματούχους ακόμα και σε μέρη που λείπουν πάρα πολύ οι εργαζόμενοι στον τουρισμό;

Παρασκευή 25 Νοεμβρίου 2022

Η φυγή και το ψέμα

Την περασμένη βδομάδα είδα στο Τριανόν την ταινία Φυγή, (Flee του Δανού Γιόνας, Πόερ Ράσμουσνσεν) κινούμενα σχέδια πάνω σε μια πραγματική ιστορία, ενός πρόσφυγα από το Αφγανιστάν που έφτασε στη Νορβηγία ως ασυνόδευτος ανήλικος. Ήταν το μικρότερο παιδί μιας μεγάλης οικογένειας, της οποίας ο πατέρας εξαφανίστηκε όταν κατάφεραν οι μουτζαχεντίν να ρίξουν την σοβιετόφιλη τότε κυβέρνηση, θα τα θυμάστε χοντρικά. Ο πατέρας ήταν δημόσιος υπάλληλος, οπότε όλη η οικογένεια κυνηγήθηκε. Με κάθε τρόπο προσπάθησαν, η μάνα και τα παιδιά, να φύγουν από τη χώρα. Πρώτα πήγαν στη Μόσχα, δεν μπορούσαν να πάνε αλλού, με τουριστική βίζα. Εκεί ζούσαν κλεισμένοι στο σπίτι, χωρίς δυνατότητες για δουλειά και μόρφωση, ετοιμάζοντας τη φυγή τους για τη Δανία όπου ζούσε ο μεγάλος αδερφός. Η αστυνομία τους αιφνιδίαζε άσχημα κάθε τόσο, η τουριστική τους βίζα είχε λήξει, έπρεπε να φύγουν. Ο αδερφός από τη Δανία μάζευε λεφτά για να πληρώσει διακινητές. Έφυγαν πρώτα οι αδερφές, ταξίδεψαν σε κοντέινερ, κόντεψαν να πεθάνουν. Ύστερα η μάνα με τα μικρότερα παιδιά, με φορτηγό και ύστερα ένα αλιευτικό άθλιο σκάφος, τους μάζεψαν σαν ναυαγούς στη θάλασσα, τους γύρισαν πίσω. Τότε αποφάσισαν να βρουν καλύτερο διακινητή, δηλαδή ακριβότερο, οπότε τα λεφτά έφταναν μόνο για τον μικρότερο, τον ήρωα της ιστορίας. Ταξίδεψε με αεροπλάνο, με ψεύτικο διαβατήριο, έφηβος πια, έφτασε μόνος του στη Νορβηγία, κι εκεί, του είχε πει ο διακινητής, οπωσδήποτε καταστρέφεις το διαβατήριο και λες ότι από  όλη σου την οικογένεια δεν ζει κανείς.

Κι έτσι φτάνει ο νεαρός στη Νορβηγία, ολομόναχος, και λέει ό,τι του είπαν, κι επί είκοσι χρόνια δεν αποκαλύπτει σε κανέναν ότι έχει αδέρφια που ζουν, τα οποία συναντά κρυφά. Τελικά λέει την αλήθεια στον άντρα της ζωής του, (είναι και ομοφυλόφιλος).

Βγαίνοντας από το σινεμά σκεφτόμουν την ιστορία με το παιδάκι στον Έβρο κι όλο τον άγριο και κακότροπο διάλογο, υπήρχε, δεν υπήρχε, ήταν αλήθεια, ήταν ψέματα, ήταν σε ελληνικό έδαφος, ήταν σε τουρκικό, το έγραψε ο Σπήγκελ, το πήρε πίσω ο Σπήγκελ, ήταν προδότες οι ΜΚΟ που το κατήγγειλαν, όλες τις απίθανες χοντράδες που διάβασα επί μήνες στα κοινωνικά δίκτυα για το θέμα αυτό. Θα έπρεπε να ξέρουμε ότι οι πρόσφυγες είναι αναγκασμένοι να λένε ψέματα πολύ συχνά, για να μπορέσει η περίπτωση τους να μπει στο κλισέ που έχει διαμορφωθεί γι αυτούς και να φερθούμε ανθρώπινα, εμείς οι Ευρωπαίοι. Στο βιβλίο «Μόρια», που μετέφρασε η Σάντρα Βρέττα για τον Ποταμό, οι πρόσφυγες διηγούνταν στην  Μαρί Ντουτρεπόν, που έκανε την έρευνα, τρομερές ιστορίες, όπου εκτός από τα πάθη του σώματος, στα κοντέινερ, στ’ αμπάρια, στα βουνά και στα κύματα, υπήρχαν και τα πάθη της ψυχής, τα ψέματα που είναι αναγκαία για να μπορέσουν να βρουν έναν τρόπο να μείνουν σε κάποια ευρωπαϊκή χώρα, να μην τους γυρίσουν πίσω από εκεί που έφυγαν. Ναι, λένε ψέματα οι πρόσφυγες και οι μετανάστες, λες και δεν φτάνει που πληρώνουν το φριχτό τους ταξίδι σα να κάνουν κρουαζιέρα με χρυσά γιοτ, δεν φτάνει που κινδυνεύει η ζωή τους. Πρέπει να λένε και ψέματα, δηλητηριάζοντας τον ίδιο τους τον εαυτό σε τρυφερή ηλικία. Και για τον λόγο που φεύγουν κυνηγημένοι από τις πατρίδες τους, τις πολιτικές ταραχές και τη φτώχεια, δεν φταίνε οι ευρωπαϊκές πολιτικές. Η ευθύνη τους αρχίζει από τη μορφή του ταξιδιού, πάντα παράνομο, κι από τα κλισέ που τους υποδέχονται, πάντα παραμορφωτικά. Γιατί πρέπει να φαίνονται απόλυτα εξοντωμένοι για να απλώσουμε το χέρι βοήθειας, απόλυτα εξαρτημένοι από τη βοήθεια αυτή.

Μιλάμε για τους διακινητές σα να είναι υπεύθυνοι αυτοί για τους κινδύνους και την αθλιότητα των ταξιδιών που κάνουν οι πρόσφυγες και οι μετανάστες για να έρθουν στην Ευρώπη, κι όχι η δική μας πολιτική που δεν δέχεται μετανάστες και πρόσφυγες παρά με περίπλοκες διαδικασίες που σκοπό έχουν να κατευνάσουν τους φόβους των πολιτών, τους οποίους η ίδια η πολιτική αγνόησε, όταν δεν τους έθρεψε και δεν τους χρησιμοποίησε. Σε όλη την Ευρώπη πήραν οι πολιτικοί το μάθημα από την Μέρκελ που κόντεψε να χάσει την εξουσία τότε που δήλωσε ότι θα πάρει η Γερμανία πρόσφυγες. Κι έκτοτε κανείς δεν μπήκε ξανά στον κόπο να εξηγήσει σοβαρά τα υπέρ και τα κατά, τις δυνατότητες πλήρους άρνησης, ή κάποιας αποδοχής. Και τα ξενοφοβικά κόμματα αυξάνονται και πληθύνονται και υπόσχονται πλήρη στεγανοποίηση, λες και μπορούν να το κάνουν. Αυτό είναι το μεγαλύτερο ψέμα.

 Η νέα τάση στην Ελλάδα δε, είναι να κατηγορούνται για τα πάντα οι ΜΚΟ, σε λίγο θα ακούσουμε ότι προκαλούν και τους πολέμους. Ό,τι να’ ναι, φτάνει να μην αποδεχτούμε την αλήθεια.

https://www.athensvoice.gr/epikairotita/diethni/780015/i-fugi-kai-to-psema/

Τρίτη 16 Νοεμβρίου 2021

Επικίνδυνοι διάλογοι

 Εχασα την απευθείας μετάδοση του περίφημου διαλόγου Ελληνα πρωθυπουργού - Ολλανδής δημοσιογράφου, έτσι δεν μπορώ να αγανακτήσω ή να προσβληθώ ή να θυμώσω με κάποιον από τους δυο ή και με τους δυο. Μου μένουν κάποιες απορίες άσχετες με το τόσο ενδιαφέρον αυτό σόου, σχετικές με κάτι τίτλους δύσκολων ρεπορτάζ, στο «Σπίγκελ» ας πούμε, με δημοσιογράφους ντυμένους ψαράδες και άλλες τέτοιες εξωτικές μεθόδους, που εμείς εδώ δεν τις καταδεχόμαστε, γιατί ψαρεύουμε το καλοκαίρι αληθινά ψάρια στις ωραίες μας θάλασσες. Κάτι ειδήσεις για ειδικές μονάδες ελληνικού και κροατικού στρατού, που κανονικά είναι εκπαιδευμένες στην αντιμετώπιση χούλιγκαν και εμπόρων ναρκωτικών, ωστόσο κατά τους παράξενους αυτούς δημοσιογράφους ασχολούνται μυστικά με το να απωθούν πρόσφυγες που προσπαθούν να ζητήσουν άσυλο στην Ελλάδα. Ολ’ αυτά είναι λιγότερο συναρπαστικά από τις λεπτομέρειες της ζωής μιας Ολλανδής στην Υδρα, οπότε δεν επιμένω.

Η συζήτηση βάθυνε στο μεταξύ πολύ, ανοίχτηκε σε αναλύσεις για το πώς είναι σωστό να απευθύνεσαι σε ηγέτες κι αν το στιλ Φαλάτσι μπορεί να το αναβιώσει η πάσα μία, αλλά άφησε πίσω της θέματα όπως τι ακριβώς συμβαίνει στα σύνορα της Ευρώπης. Γιατί, εκτός από ψαράδες, θα πρέπει οι αμετανόητοι ρεπόρτερ να ντύνονται και κυνηγοί στα σύνορα Λευκορωσίας - Πολωνίας (ουφ, ευτυχώς δεν είναι η Ελλάδα αυτή τη φορά) για να παρακολουθήσουν μετανάστες που προσπαθούν να περάσουν με πολιτική λευκορωσική ενθάρρυνση ως πολιτική απειλή και εκδίκηση εναντίον της Ε.Ε.

Ισως καλύτερα να μην παραερευνούμε ούτε να πολυσυζητάμε τι θα μπορούσε να έχει κάνει η Ευρωπαϊκή Ενωση πέρα από το να απαγορεύει κάθε είδους μετανάστευση τόσα χρόνια και να υποκύπτει μόνο σε στιγμές ακραίας καταστροφής, όταν αισθάνονται οι πολιτικοί της ότι για λίγο μπορεί να γείρει προς συναισθήματα ανθρώπινης αλληλεγγύης η πλάστιγγα του φόβου.

Ισως είναι επικίνδυνο να μιλάμε πια για τη δυνατότητα των Ευρωπαίων να δεχτούν επίσημα κάποιους πρόσφυγες και μετανάστες, έστω και με διατυπώσεις αργές και βασανιστικές, όταν μοιάζει το πολιτικό κοινό έτοιμο να αγριέψει και να ζητήσει περισσότερη βία και πιο φανερή και επίσημη, αν κρίνουμε από τα διάφορα σχόλια που δημοσιεύονται γύρω από τον ως άνω διάλογο. Μοιάζει να περνάμε φάσεις που η βαρβαρότητα αναγνωρίζει τον εαυτό της στον καθρέφτη, της αρέσει πολύ και φιλάρεσκα φροντίζει να αγριέψει κι άλλο.

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2020

Κάποτε όλα θα γραφτούν

 Κάποτε όλα θα γραφτούν, κι όλα θα τα μάθουμε. Και οι πρόσφυγες, και οι μετανάστες, δεν ήρθαν για να ζήσουν σε στρατόπεδα. Θα φύγουν, ό,τι κι αν αποφασίσουμε, κι ό,τι κι αν λέμε, θα έρθουν στις πόλεις της Ευρώπης. Θα βρουν το δικό τους δρόμο. Θα ζήσουν μαζί μας. Θα γίνουν εργάτες, κοπτοράπτριες, φοιτήτριες, γιατροί, συγγραφείς, θα μάθουν τις γλώσσες μας και θα τις αλλάξουν. Τα παιδιά τους θα είναι στα σχολεία μας. Θα δουλέψουν για τις συντάξεις μας, και για τις δικές τους. Και θα θυμούνται τη Μόρια, το Καρά Τεπέ, την πλατεία Βικτωρίας, και θα γράφουν γι αυτά, και θα γυρίζουν ταινίες, και θα τα λένε στις ψυχοθεραπείες. Έχουν πολύ μέλλον οι πράξεις μας εναντίον τους.

Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2020

Ροές, πιέσεις, κύματα

Μεγάλες πιέσεις δέχονται τα νησιά από τις μεταναστευτικές ροές, οι οποίες επιδεικνύουν αυξητικές τάσεις τους τελευταίους μήνες… Για νέο κύμα από τη Συρία προειδοποιεί ο επίτροπος.
Οι λέξεις των ειδήσεων σαν στίχοι, σαν τροπάριο, ίδιες κάθε μέρα στα δελτία. Μέχρι να βρεθούν άλλες ακόμα πιο ψυχρές, ακόμα πιο απανθρωποιητικές, σόρι κιόλας για τη γλωσσοπλαστική, αλλά δεν είναι χειρότερη από την ανθρωποζουληχτική, από την υγρή αυτή γλώσσα των κυμάτων και των ροών που μεταμορφώνει τους ανθρώπους σε σταγόνες. Ποτάμια ή θάλασσες, ό,τι προτιμάτε. Αλμυρό νερό ή γλυκό, σε κάθε περίπτωση, όπως ξέρουμε, το νερό δεν αστειεύεται.
Τι πείσμα στο μεταξύ, ροές και κύματα να μην παύουν να είναι άνθρωποι ένας ένας. Κουρασμένοι, θυμωμένοι, παραιτημένοι, δυστυχισμένοι, απελπισμένοι, ή αισιόδοξοι ή απαθείς, εκεί, απτόητοι, παιδιά, γέροι, γυναίκες και άντρες μονάχοι σαν απελπισμένοι βράχοι. Η ανθρώπινη συνείδηση να καραδοκεί, σαν ιός με κορόνα, στους βάλτους, στις λάσπες, στα χαρτόνια, στις σκηνές, σε κάθε μπλούζα, σε κάθε παλτό μέσα, στο βάθος, πίσω από τριμμένα πουλόβερ, σωρούς βρομερές σακούλες, πανιά καταλερωμένα, νοβοπάν διαλυμένα, παπούτσια ξεχειλωμένα, παντού.
Ολοι άνθρωποι, καμιά άλλη ποικιλία. Homo sapiens, αμετανόητα και αναπόδραστα. Κάθε παιδί που γεννιέται, όλα, ώς το τελευταίο, με την ανθρώπινη συνείδηση προίκα. Κι έτοιμα να μάθουν καινούργιες γλώσσες, τα άτιμα. Οπως κι οι άλλοι, οι γερασμένοι, όλοι με τις γλώσσες τους, με τα ανθρώπινα μάτια τους, τους φόβους τους και τις απαιτήσεις τους, ανθρώπινες απαιτήσεις. Να θέλουν να ζήσουν. Να θέλουν κάτι να φτιάξουν. Να θέλουν να τους αγαπούν. Να θέλουν να δουλέψουν.
Να θέλουν να κερδίσουν χρήματα. Ισως να χτίσουν κάτι. Να τους πειράζουν τα άχρηστα χέρια τους, τα άχρηστα πόδια τους. Τα άκρα των ανθρώπων, πάντα θέλουν κάτι να κάνουν. Να τινάζονται τη νύχτα από την ακινησία της μέρας, να χτυπούν τους διπλανούς, στριμωγμένοι όπως είναι. Να είναι όλοι γεμάτοι ανθρώπινες δυνατότητες, ροές, κύματα, πιέσεις από ανθρώπινες δυνατότητες, ελπίδες, ικανότητες, συναισθήματα. Και χαρακτήρες, άλλοι επιβάλλονται, άλλοι υποχωρούν, άλλοι μαθαίνουν, άλλοι αφαιρούνται, και διαφορετικοί βαθμοί αντοχής. Πώς να αντέξουμε κι εμείς;
Και δώσ' του ροές, πιέσεις, βάρος, βάρος, κύματα, τσουνάμια, εισβολή, άντε πάλι από την αρχή, βρείτε και καμιά άλλη λέξη, ξέρω, οι περιθωριακές φυλλάδες λένε χειρότερες, φοβούνται ότι οι γείτονες «θα μας πνίξουν», έχουν ήδη πειστεί ότι πρόκειται περί νερού. Ροές, κύματα, πιέσεις είναι οι πιο ευγενικές. Και ολίγον εισβολή, μεταφορικά βεβαίως βεβαίως. Μέχρι να βρεθούν άλλες καλύτερες λέξεις, πιο μαζικές και πιο ψυχρές. Υπομονή.

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2019

Το κοινό σημείο



Αγανακτούν πολλοί με τις αναφορές στις περιπέτειες των γονιών μας ως προσφύγων από τη Μικρασία στην Ελλάδα. Τι σχέση έχει η ιστορία των προσφύγων που ήρθαν το 1922, με τους σημερινούς πρόσφυγες και μετανάστες που καταφτάνουν στο Αιγαίο; Εκείνοι ήταν  χριστιανοί ορθόδοξοι, έρχονταν σε χώρα που θεωρούσαν πατρίδα, και δεν το είχαν επιλέξει. Είχαν αναγκαστεί να ξεριζωθούν εξαιτίας της ήττας και της καταστροφής που είχε προκαλέσει αυτή η ίδια η χώρα υποδοχής—πατρίδα, άρα είχε υποχρέωση να τους δεχτεί.
Έχουν δίκιο σε γενικές γραμμές οι αγανακτισμένοι, αν και τα πράγματα υπήρξαν πιο πολύπλοκα. Πάντα είναι. Σίγουρα οι άνθρωποι τότε δεν είχαν άλλη επιλογή από το να έρθουν εδώ, έτσι που τα είχε καταφέρει η πατρίδα,  να δεχτούν τη δική της εκδοχή ζωής και αφομοίωσης, σίγουρα θα έπρεπε να υπάρχει κοινό έδαφος με τον ντόπιο πληθυσμό, κοινή συνείδηση ταυτότητας, αν και τους κυνήγησαν δεόντως οι ντόπιοι, παρόλ’ αυτά. Οπότε εκεί βρίσκουμε το κοινό σημείο με τους σημερινούς, την καταδίωξη. Ναι, οι σημερινοί είναι πολλαπλώς ξένοι, δεν έρχονται επειδή είναι Έλληνες αλλά επειδή βρισκόμαστε στο σύνορο της Ευρώπης, όμως υφίστανται την ίδια υποδοχή, είναι το ίδιο ανεπιθύμητοι. Και πολύ περισσότερο, βεβαίως, εννοείται.
Αλλά ξέρετε, δεν έχει το κάθε παιδί κι ο κάθε άνθρωπος που υφίσταται τέτοια μεταχείριση το ανεπιθυμόμετρο να μετρά πόσο ανεπιθύμητος είναι. Ο πατέρας μου, παιδί δέκα χρονών μισο-ασυνόδευτο στην Αθήνα το 1922, έφερε σε όλη του τη ζωή το ψυχικό τραύμα της προσφυγιάς χωρίς να έχει κάτσει να σκεφτεί ότι αν ήταν Σύριος εκατό χρόνια αργότερα θα περνούσε ακόμα χειρότερα. Το τραύμα του, το τραύμα όλων τους, άφησε σημάδια, άφησε ουλές, πέρασε στη δεύτερη γενιά, στην τρίτη. Οι ψυχολόγοι βγάζουν συμπεράσματα για απίστευτες συνέπειες τέτοιων τραυμάτων στα παιδιά των ανθρώπων που υφίστανται τη δίωξη και στα εγγόνια τους ακόμα.
Βλέπουμε συγκλονιστικές ταινίες για τις συνέπειες της βίας στην παιδική ηλικία, αλλά δεν τις συνδυάζουμε με τους ανθρώπους που υποφέρουν δίπλα μας, με τα παιδιά που υφίστανται αυτά τα ανεξήγητα βάσανα σε μια χώρα πλούσια, προνομιούχα, υψηλού επιπέδου. Ποιος ξέρει τι τραύματα δημιουργεί η διαμονή σε στρατόπεδα, η αφασία της υποχρεωτικής απραξίας, η καταδίωξη, οι ταπεινώσεις, τι θα υποφέρουν οι επόμενες γενιές εδώ που θα είναι και θα ζουν με τους δικούς μας απογόνους;
Το μόνο σίγουρο είναι πως το μέλλον χρειάζεται πολλούς ψυχολόγους.

https://www.efsyn.gr/stiles/triti-matia/218644_koino-simeio

Πέμπτη 8 Αυγούστου 2019

Παράταση ζωής


Μέρες στο μαγευτικό χωριό, στο σπιτάκι που έφτιαξαν εδώ οι γονείς μας πριν τέσσερεις δεκαετίες αναζητώντας ρίζες, γνήσιες και υιοθετημένες. Κι όπως κάθε καλοκαίρι, εργασίες αναστήλωσης, να κρατηθεί στο δύσκολο βουνό ένα σπίτι που καλά θα ήταν να είναι απλή ξύλινη καλύβα, όπως κάνουν  οι Σουηδοί τα εξοχικά τους, όμως όχι, εμείς εδώ φτιάχνουμε σπίτια αληθινά, όπως ήταν κάποτε στο χωριό, αλλά με όλα τα κομφόρ.
Στο μεταξύ το χωριό φυτοζωεί, πώς να ξαναβρεί τη ζωντάνια που το έχτισε πέτρα πέτρα, εφαρμοστό εργόχειρο στην πλαγιά, με την παράξενη οικονομική ανάπτυξη του 19ου αιώνα; Όταν αγόρασαν πολλοί Αθηναίοι σπίτια, λέγαμε θα ξαναζωντανέψει, αλλά δεν βρίσκονταν εργάτες για τη συντήρηση τους. Ύστερα ήρθαν μετανάστες, πάνω που μερικοί άρχισαν να τα εγκαταλείπουν κουρασμένοι. Δόθηκε γενική παράταση ζωής, μερικοί μάλιστα εγκαταστάθηκαν εδώ, συνέχισε να λειτουργεί το Δημοτικό σχολείο, άνοιξαν ταβέρνες, τα περβόλια κάρπισαν, κάτι κινήθηκε από τουρισμό. Τα σπίτια βέβαια κοστίζουν ακριβά, και στην κρίση επάνω μερικά ακόμα κόντεψαν να εγκαταλειφθούν, ανάμεσα και το δικό μας. Το έβαλα στο  Airbnb πρώτη και καλύτερη, με κοίταζαν με μισό μάτι οι γείτονες, μα θα βάζεις ξένους στο σπίτι σου; Σε λίγα χρόνια οι περισσότεροι είχαν υιοθετήσει την ίδια μέθοδο σωτηρίας. Τα παιδιά των πρώτων ιδιοκτητών έχουμε γίνει ξενοδόχοι, μαθαίνουμε τρόπους υποδοχής και εξυπηρέτησης, κι εκτός από σαπουνάκια και πετσέτες, μαθαίνουμε επιτέλους να υποδεικνύουμε τις ομορφιές του τόπου. Οπότε μπορεί να τις ανακαλύψουμε κι εμείς, ντόπιοι, μετανάστες και παραθεριστές. Πήραμε νέα παράταση ζωής. Αν και η παράξενη αντίσταση των παλιών του κατοίκων επιβιώνει με αυτοκαταστροφική επιμονή απέναντι σε κάθε τι καινούργιο, ίσως αυτή τη φορά τα καταφέρει.
Βέβαια ο τουρισμός δεν αρκεί αν δεν στεριώσει για τα καλά, να δημιουργήσει δουλειές με βάθος χρόνου, να κρατήσει τα παιδιά των μεταναστών και όσων ακόμα ζουν εδώ σε μια ισορροπημένη καθημερινότητα, με λίγη παραγωγή πρωτογενή, κανα μήλο, κανα ροδάκινο, κανα σύκο, λίγο λάδι, και εργαστήριο ξύλου θα μπορούσε, λέμε τώρα. Αλλά ας μην παρασυρόμαστε.
Οι μετανάστες, που τους κατηγορούν για μύρια όσα οι δεξιοί, η μίσθωση κατοικιών, που την κατηγορούν για μύρια όσα οι αριστεροί, έσωσαν προς το παρόν τον όμορφο τόπο. Να δούμε αν θα τα καταφέρουν στο μέλλον, ή θα τους τσακίσουν ένθεν και ένθεν, δεξιοσύνη,  αριστεροσύνη και συντηρητισμός που δεν συντηρεί τίποτε.

Πέμπτη 4 Ιουλίου 2019

Γκαϊανέ Κασαρτζιάν



Παράξενο όνομα. Το βρήκα στο facebook, το έγραψε φίλος αρμενικής καταγωγής που την είχε γνωρίσει. Μια δουλειά που έπρεπε να κάνουμε εδώ και τριάντα χρόνια, είναι να μαθαίνουμε παράξενα ονόματα.
Η πρώτη αναφορά στο θάνατο της Γκαϊανέ Κασαρτζιάν ήταν λιγόλογη. «Παράνομη νοσοκόμα αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο του νοσοκομείου, για να μη συλληφθεί». Ακολούθησαν εξηγήσεις, γιατί όλο αυτό έμοιαζε ανήκουστο. Παράνομη νοσοκόμα, δηλαδή τι ακριβώς; Πόση παρανομία είναι να κάνεις τη νοσοκόμα; Μήπως ήταν από εκείνες που κάνουν παράνομες θεραπείες; Συγγνώμη, αλλά πώς να καταλάβει κανείς αμέσως την παρανομία, αν δεν έχει αποκτήσει εμπειρία σχετική;
Οι διευκρινίσεις συνεχίστηκαν. Για να μπορείς να εργάζεσαι ως αποκλειστική νοσοκόμα, πρέπει να είσαι μέλος σωματείου. Άρα αυτή ήταν η παρανομία, η Γκαϊανέ Κασαρτζιάν δεν ήταν μέλος του σωματείου. Πόσο παράνομο είναι κάτι τέτοιο; Ποινικό αδίκημα; Πας φυλακή; Πληρώνεις πρόστιμο; Πόσο πρόστιμο πια, πόση φυλακή; Δεν είναι αυτά προτιμότερα από το να χάσεις τη ζωή σου; Σίγουρα δεν θα σκέφτηκε λογικά εκείνη τη στιγμή η γυναίκα, θα θόλωσε από την κούραση, από την πίεση, θα μεγεθύνθηκε στο μυαλό της η απειλή, ίσως και να φαντάστηκε ότι μπορεί να ξεφύγει απλά από το παράθυρο, να ονειρεύτηκε ότι θα πετάξει, κι έκανε αυτό το βήμα το τρελό. Χρόνια να φροντίζει γέρους, συχνά με άνοια, θα ψήλωσε ο νους της μια στιγμή από το φόβο, είναι πειρασμός καμιά φορά να ακολουθήσεις το παραλήρημα των νοσηλευομένων,  να ξεφύγεις από την  πραγματικότητα.
Εφόσον τα νοσοκομεία δεν έχουν νοσηλευτικό προσωπικό, κι αυτή είναι μια συζήτηση που κάποτε πρέπει να γίνει, γιατί είναι τόσο δύσκολο να μπορεί να φροντίσει κάποιος έναν άρρωστο κατ’ επιθυμία της οικογένειας; Όλο αυτό μοιάζει αντικανονικό, το να μένει μέρα -νύχτα η κόρη, ο γιος, δίπλα στον ασθενή, να κοιμάται στην πολυθρόνα, ή να πληρώνει έξτρα τον άνθρωπο που φροντίζει τον υπέργηρο στο σπίτι, δεν είναι συνήθεια που έπρεπε να υπάρχει στα νοσοκομεία. Ωστόσο υπάρχει. Και σ’ αυτή την παράξενη κατάσταση το σωματείο εξωτερικών νοσοκόμων, διαβάζω στη συνέχεια σε προσωπικές μαρτυρίες, βάζει δικούς του κανόνες. Αλλά τι κανόνες και αποκλεισμοί είναι αυτοί που μπαίνουν σε τόσο αντικανονικό πλαίσιο;
Κάτι σάπιο υπάρχει στο σύστημα. Αν το δούμε και το αντιμετωπίσουμε, θα πούμε κάποτε ότι δεν πέθανε άδικα η Γκαϊανέ.


Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2018

Ποια καινοτομία;



Η πρώτη μας αφίσα
Οχτώ το βράδυ κατηφορίζω τη Φωκίωνος, έφτασε ο χειμώνας με απαλές πνοές στα μεγάλα της δέντρα, κλείνω το γιακά. Περνώ μπροστά από τη Δημοτική Αγορά, στο γωνιακό πρώην κατάστημα κάποια τάξη λειτουργεί ακόμα, νομίζω μαθαίνουν υπολογιστές. Είναι καθαρά και γυαλισμένα, πριν δέκα χρόνια ήμασταν κι εμείς σε κάποιο γωνιακό κατάστημα ως καταληψίες, κάναμε μαθήματα σε αίθουσα πολύ πρόχειρα βαμμένη, πολύ χειροποίητη. Μας έβλεπαν οι περαστικοί να γράφουμε στον πίνακα ελληνικές λέξεις, και οι μαθητές μας μετανάστες. Μερικές φορές είχε σταθεί ο Κουμανταρέας εκεί έξω και μας είχε κοιτάξει, κάποτε έγραψε γι αυτό στο Πρόταγκον. Ίσως μπει μια πλάκα στο μέλλον, «Εδώ στάθηκε ο Κουμανταρέας και παρακολούθησε συγκινημένος μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες στο διάστημα 2007 -2011». Τώρα η Αγορά είναι πολύ πιο καλοφτιαγμένη κι αν μου λείπει κάτι, εκτός από τον Κουμανταρέα, είναι το γκράφιτι στο μπροστινό ρολό, αυτό μπορούσαν να το κρατήσουν στην ανακαίνιση, δεν χρειαζόταν να το περάσουν από πάνω όλο γκρίζο, σαν τους πιστούς που από υπερβάλλοντα ζήλο ασβεστώνουν παλιές τοιχογραφίες. Κατά τα άλλα, η Αγορά έγινε όπως θα έπρεπε, και πιστεύω ότι παρόλες τις συγκρούσεις ανάμεσα σε καταληψίες και Δήμο το πνεύμα ήταν τελικά κοινό. Κι εμείς, μερικοί από μας, τους  ερασιτέχνες δασκάλους της γλώσσας, πηγαίνουμε στα Ανοιχτά Σχολεία τώρα, λίγα τετράγωνα παραπάνω, στην πλατεία, κι έχουμε κανονικούς πίνακες και κιμωλίες για το μάθημα μας, αληθινά θρανία, αίθουσες που μοιραζόμαστε με ομάδες κρουστών, ομάδες διδασκαλίας αγγλικών, θεατρικού παιχνιδιού, εκμάθησης μπριτζ, και παραδοσιακών τραγουδιών.
Μπορεί να μην σας φαίνεται συγκλονιστικό, αλλά αυτό έχω να πω προσωπικά για το βραβείο καινοτομίας του Δήμου Αθηναίων. Όλοι καγχάζουν κι αναρωτιούνται τι σόι καινοτομία ζήσαμε και δεν πήραμε χαμπάρι στην πόλη με τα παλαιά κι άλυτα πάθη. Συνήθως γκρινιάζω, τώρα για αλλαγή να επισημάνω κάτι θετικό, γιατί ζω την καινοτομία. Θα έχει κι άλλες, ας αναλάβει το γραφείο Τύπου του Δήμου, θα ξέρει λεπτομέρειες για τα διάφορα ηλεκτρονικά, τις πλατφόρμες, τις επικοινωνίες, για μένα πάντως είναι σημαντική καινοτομία να μπορούν δέκα, πενήντα, εκατό άνθρωποι να πηγαίνουν στο σχολείο τα απογεύματα και να μαθαίνουν κάτι, στη δε συγκεκριμένη γειτονιά όπου ζουν κυρίως μετανάστες, ακόμα και το να κυκλοφορεί η πληροφορία ότι διδάσκεται η γλώσσα δωρεάν στα σχολεία τα απογεύματα για όποιον θέλει να τη μάθει, είναι συγκλονιστική καινοτομία, κι ας μην έχει ηλεκτρονικές εφαρμογές, ας παλεύει με τις κιμωλίες.
Παρέα ποζάρει μπροστά στο γκράφιτι της Αγοράς πριν το περάσουν με γκρίζα μπογιά

Σάββατο 2 Ιουνίου 2018

Καλό καλοκαίρι

Κλιμάκιο μαθητών και δασκάλων αποχαιρετά τη σχολική χρονιά στη γιορτή των Ανοιχτών Σχολείων. Προσπαθήσαμε και φέτος, όπως κάνουμε στις σχολικές περιόδους εδώ και δέκα χρόνια, να διδάξουμε και να διδαχτούμε από τους μετανάστες γείτονες μας. Κάτι μάθαμε, κάτι εξηγήσαμε, ανταλλάξαμε λέξεις, ιστορίες, κανόνες γραμματικής, τραγούδια, κατανόηση, συμπάθεια, γνωρίσαμε ανθρώπους, ανταλλάξαμε ονόματα. Ευχαριστούμε τα Ανοιχτά σχολεία του Δήμου για τις τάξεις και τα θρανία, τους πίνακες και τους φύλακες. Ευχαριστούμε τους μαθητές για την εμπιστοσύνη και την επιμονή. Ευχαριστούμε όποιον βοήθησε και συμπάθησε. Ευχαριστούμε την τύχη που μας έφερε σε επαφή με τους ταξιδιώτες του κόσμου σ' αυτή την πυκνοχτισμένη γωνιά της πρωτεύουσας. Καλό καλοκαίρι, πάρτε δυνάμεις για το φθινόπωρο και τα προχωρημένα τμήματα!

Πέμπτη 10 Ιουλίου 2014

Μια ήσυχη φωνή, μια περήφανη δασκάλα

Ήταν πριν πέντε χρόνια που γνωρίσαμε τη Δέσποινα- Σοφία Στάμος, Ελληνοαμερικανίδα χορεύτρια και χορογράφο που ζει στη Νέα Υόρκη και είχε έρθει να στήσει μια παράσταση στη χώρα καταγωγής της. Αναζητούσε χορευτές απ' όλο τον κόσμο, για την ακρίβεια ανθρώπους που θα ήθελαν να χορέψουν, όχι επαγγελματίες απαραίτητα.
Προσφέραμε από τότε μαθήματα ελληνικών σε μετανάστες στην Αγορά της Κυψέλης, κι αυτό το είχε μάθει, εκεί λοιπόν σκέφτηκε να ρωτήσει αν κάποιος ενδιαφερόταν να χορέψει μαζί της. Μιλήσαμε στους μαθητές και τις μαθήτριές μας, εξήγησε κι η ίδια τι ήθελε, πολλοί θα ήθελαν να δοκιμάσουν, όλοι ντρέπονταν. Παροτρύναμε τους μαθητές να ξεπεράσουν τη συστολή τους, τελικά, μετά από αρκετές προσπάθειες πήγαν αρκετοί στην ομάδα της Δέσποινας- Σοφίας και είδαμε στην Αγορά, λίγους μήνες μετά, μια πολύ ωραία παράσταση με θέμα το πέρασμα από τη χώρα τους στη δική μας. Την ίδια την ιστορία τους δηλαδή, εκφρασμένη από κινήσεις που έμαθαν να κάνουν, ή ανακάλυψαν και εμπιστεύτηκαν μόνοι τους. Ήταν μεγάλη πρόοδος για τα παιδιά αυτά που φοβούνταν ν' ανοίξουν το στόμα τους να μιλήσουν, και βέβαια η σωστότερη προσέγγιση, αφού με τη γλώσσα του σώματος εκφράζονταν πολύ καλύτερα, έχοντας την ευκαιρία να αποταθούν στην ταλαντούχα χορογράφο που ήξερε να καταλαβαίνει και να αναδεικνύει.
Κι ύστερα πολλοί απ' αυτούς συνέχισαν την προσπάθεια να μάθουν χορό και χορευτική έκφραση με διάφορους τρόπους, και μερικοί τα κατάφεραν εξαιρετικά. Και να, που την Τρίτη το βράδυ μπορέσαμε να δούμε δύο απ' αυτούς στην παράσταση του Φεστιβάλ Αθηνών A quiet voice, σε σκηνοθεσία της αλβανίδας χορογράφου Ερμίρα Γκόρο, που είχε θέμα πάλι, κατά κάποιο τρόπο, αυτό το πέρασμα. Αυτή τη σκληρή ιστορία που ζουν προσπαθώντας να φτάσουν, να ζήσουν και να δουλέψουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη οι πρόφυγες και οι μετανάστες, και που τη ζούμε εμείς πεισματικά από την άλλη μπάντα, ως αμυνόμενοι σε εισβολείς.
H παράσταση ήταν εξαιρετική, κι ήταν όπως έλεγε ο τίτλος της: Μια ήσυχη φωνή. Χωρίς κραυγές, χωρίς ούτε μια στιγμή ευκολίας ή κοινοτοπίας, τα σώματα των ανθρώπων είπαν όλη την ιστορία τους κι όχι μόνο τη δική τους, χωρίς τη χρήση ούτε μιας κατανοητής λέξης. Ίσως υπήρχαν μαγικά ξόρκια που επένδυαν τη μουσική του Κυπουργού, άλλο μαγικό έργο, θα έπαιρνα όρκο ότι ήταν κάποια βαλκανικά ή αφρικανικά φολκλόρ μπερδεμένα με την αφέλεια τολμηρού παιδιού. Κι όλ' αυτά χωρίς καν ξεκάθαρες αναφορές σε εικόνες μετανάστευσης. Το θέμα είναι τόσο δραματικό που καλλιτεχνικά στήνει παγίδες εύκολης συγκίνησης, κι όμως στην παράσταση αυτή ήταν σα να το αντιμετώπιζες πρώτη φορά, να ανακάλυπτες πρώτη φορά αυτό που ζεις δίπλα του μια ζωή και το αγνοείς.
Δεν ξέρω πού να κατατάξω το έργο, στο μοντέρνο χορό, σε κάτι άλλο; Ίσως οι θεατές που γέμισαν την αίθουσα και τις δυο βραδιές και χειροκρότησαν θερμά για πολλή ώρα, όλοι αυτοί οι νέοι που, αρέσει δεν αρέσει, ήδη διαμορφώνουν την πολυεθνική πρωτεύουσα, να ξέρουν περισσότερα.
Εμένα με πλημμύριζε συγκίνηση, να βλέπω ανάμεσα στους χορευτές τους παλιούς μαθητές μου, να αναπτύσσουν στη μεγάλη σκηνή το ταλέντο της παρουσίας τους, να καμαρώνω τις κινήσεις τους, την έμφυτη και την επίκτητη αρμονία τους, να αναλογίζομαι την πορεία που κατάφεραν να διανύσουν, τόσο διαφορετική από άλλων συντρόφων τους που ακόμα δεν βρίσκουν μέσα έκφρασης, και τόσο ίδια με όλων βέβαια αφού ακόμα δουλεύουν στις πιο βαριές κι ανθυγιεινές δουλειές. Ανήκουν πια στο δυναμικό της (αθηναϊκής; ελληνικής; ευρωπαϊκής; παγκόσμιας;) τέχνης, κι αυτό χάρις στην Ελληνοαμερικανίδα Δέσποινα -Σοφία που τους είχε αναζητήσει πριν πέντε χρόνια, και χάρις στο Σχολείο της Αγοράς όπου μπόρεσε να έρθει να τους συναντήσει. (Και χάρις σ' εμάς τις δασκάλες που πιέζαμε να δοκιμάσουν. Να τα λέμε κι αυτά!)
Κάπου διάβασα ότι το Φεστιβάλ Αθηνών επειδή φέτος προσπαθεί να κάνει οικονομία, στρέφεται περισσότερο προς τις ντόπιες δυνάμεις. Κι έτσι ανακαλύπτουμε πράγματα που μπορεί να χάνουμε ενώ βρίσκονται δίπλα μας, και ζουν ανάμεσά μας, αλλά δεν βρίσκουν τρόπο να μας προσεγγίσουν. Ένα τέτοιο ρόλο αν καταφέρει να παίξει το Φεστιβάλ Αθηνών, με τόλμη και φαντασία, χαλάλι όλα τα διεθνή αστέρια που μπορούμε να τα βλέπουμε και στις οθόνες.

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Το ελληνικό μοντέλο

H Μαρία έγινε νονά. Σιγά το σπουδαίο νέο θα πείτε, αλλά εγώ εντυπωσιάστηκα, διότι η Μαρία είναι Αλβανίδα εξ Αλβανίας, δεν ζει πολλά χρόνια στην Ελλάδα, δεν έχει μάθει ακόμα καλά τη γλώσσα, ωστόσο μπήκε στο νόημα και στο κλίμα. Μου θύμησε το κύμα βαπτίσεων μεγάλων και μικρών, εκείνες τις γραφικές εικόνες με τα κομπινεζόν σε πρωτοχριστιανικές δεξαμενές που ακολούθησαν το πρώτο κύμα μετανάστευσης στη δεκαετία του 1990. Δεν ήταν μόνο οι καταπιεσμένοι Βορειοηπειρώτες που μπορούσαν επιτέλους να τιμήσουν την πίστη τους, αλλά κι ένα σωρό Αλβανοί που βαπτίζονταν για να γίνουν αποδεκτοί στην Ελλάδα, να διευκολύνουν τη ζωή τους. Μερικοί έβρισκαν προστασία έτσι απο ανθρώπους που τους βοηθούσαν αφού τους βάφτιζαν, άλλοι περίμεναν κάποια συμπάθεια γενικότερα, μια πιο εύκολη ζωή για τα παιδιά τους, που ήθελαν να είναι σαν όλα τα υπόλοιπα. Συχνά έφταναν σε υπερβολικές εκδηλώσεις θρησκευτικότητας, είτε ως νεοφώτιστοι, είτε για να αποδείξουν την καλή τους πρόθεση, να αρνηθούν κάθε στοιχείο της ταυτότητάς τους και να ενσωματωθούν πλήρως στην ελληνική κοινωνία. Ποιος ξέρει ο καθένας πώς σκέφτεται, τι περνάει από το μυαλό του όταν δηλώνει πίστη σε κάποιο θεό;
Αυτός λοιπόν ήταν ο τρόπος ενσωμάτωσης μεταναστών στην Ελλάδα, άτυπος αλλά ισχυρός, ο οποίος δεν συζητήθηκε ποτέ απ' όσο θυμάμαι, σε κάποιο δημόσιο διάλογο, κάποια επιστημονική ημερίδα. Κι όμως έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον και θα άξιζε να μελετηθεί, όπως αξίζει να μελετηθούν πολλά απ' όσα συμβαίνουν στην πολύ παράξενη κοινωνία μας. Και τι σήμαινε για την Ελλάδα κάτι τέτοιο, διότι στο κάτω- κάτω οι Αλβανοί είναι ακόμα οι περισσότεροι, συντριπτική πλειοψηφία, από τους μετανάστες που ζουν εδώ. Δημιούργησε κάποιο προηγούμενο, να περιμένουμε πια όλοι οι μετανάστες να βαφτίζονται ορθόδοξοι με το που φτάνουν; Τι επιπτώσεις θα έχει στα παιδιά μια τέτοια πρακτική; Και πώς το κατάφεραν αυτό οι Αλβανοί, πώς το έκαναν, τι τους κόστισε; Είχε πραγματικά το καθεστώς που έζησαν, η φτώχεια και η καταπίεση, νεκρώσει μέσα τους κάθε θρησκευτικό συναίσθημα ώστε να μπορούν να ασπαστούν το θεό του γείτονα μόνο και μόνο για να επιβιώσουν; Ή μήπως ήταν αληθινή ανάγκη θρησκείας;
Πολλά ενδιαφέροντα, για τα οποία δεν γίνεται λόγος. Κι επειδή ανέφερα τα παιδιά, με απασχολεί πολύ τι συνέπειες θα έχουν οι διακρίσεις που υφίστανται τα παιδιά όλων των μεταναστών από τον ίδιο το νόμο, ο οποίος κατά τα άλλα στη χώρα μας είναι τόσο προστατευτικός για την παιδική ηλικία. Τι ψυχοσύνθεση αποκτούν οι άνθρωποι μεγαλώνοντας αναγκαστικά και επίσημα ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας, χωρίς ιθαγένεια, κυνηγημένοι γι αυτό που είναι κι όχι για κάτι που έκαναν. Το πόσο ανέμελα ζούμε την καθημερινότητά μας ανεχόμενοι τέτοιες αδικίες μου φαίνεται πιο ριψοκίνδυνο κι από τη φορολογική αφροσύνη.
Τώρα πιάσαμε κουβέντα για το βρετανικό μοντέλο ανοχής των πολιτισμικών διαφορών και το γαλλικό που είναι αυστηρότερο. Ποιο είναι το καλύτερο; Μεγάλο πάθος στη θεωρητική συζήτηση που έχει ανάψει στα μέντια. Οι μεγάλες και ισχυρές χώρες έχουν κι αυτό το προνόμιο, να γίνονται θέμα αντιπαράθεσης στις μικρές. Προσηλωμένοι στο τι γίνεται στα τζαμιά της Αγγλίας, ξεχνάμε ότι εδώ τα τζαμιά είναι χωρίς επίσημη αναγνώριση, ισόγεια μαγαζιά με κουρτίνες τραβηγμένες. Ριγούμε για τους κινδύνους των δικαιωμάτων που παρέχει μια ανοιχτή κοινωνία, τη στιγμή που εδώ δεν παρέχονται ούτε τα στοιχειώδη. Μεταφράζουμε τη λέξη 'κοινοτισμό' για τη συμπεριφορά των μεταναστών στις ευρωπαϊκές χώρες, αποκρύπτοντας κι απο τον εαυτό μας ότι συμεριφερόμαστε εμείς οι ντόπιοι ως κοινότητα στους ξένους που θέλουν να δουλέψουν και να ζήσουν στη χώρα μας.


Πέμπτη 19 Ιουνίου 2014

Γειτονιά ταξιδιωτών

Αυτή η γειτονιά είναι πέρασμα, οι άνθρωποι μένουν λίγο καιρό κι ύστερα σηκώνονται και φεύγουν. Φτιάχνουν μια ιδέα εγκατάστασης σε διαμερίσματα, στολίζουν ράφια, μαζεύουν πράγματα, κι ύστερα όλα τα πράγματα που μάζεψαν είναι ανεπιθύμητο βάρος και δεν ξέρουν πώς να το ξεφορτωθούν. Δεν τους κρατάει τίποτε εδώ, τους διώχνουν οι σειρές των μπαλκονιών σαν κελιά στους ακάλυπτους, η προσπάθεια να κρατήσουν ανθρώπινο το κουρασμένο τσιμέντο, και τα μούτρα των περαστικών γεμάτα κατηγόρια, με τα φρύδια σουφρωμένα.
Πάντα ήταν έτσι. Τα παιδιά παίζουν ωστόσο στην πλατεία τα βράδια, σ' αυτή τη μικρή πλατεία που κάπως μπέρδεψε τους γεωμέτρες τότε που μοίραζαν τα οικόπεδα στενά- στενά, μην πάει χαμένη ούτε σταγόνα γης για πούλημα. Παιδιά που ίσως μείνουν, κι άλλα που ετοιμάζονται να φύγουν χωρίς να το έχουν καν πληροφορηθεί. Μπορεί να κρυφακούν τα βράδια τη μητρική τους γλώσσα και να το υποπτεύονται. Οι αποφάσεις παίρνονται για το συμφέρον τους, είναι η πρώτη προτεραιότητα, αλλά δεν τα ρωτάνε. Μπορεί μερικά να έχουν φίλους που θα στεναχωρηθούν να χάσουν. Μπορεί να κακοπερνάνε τόσο πολύ που ανυπομονούν ν' αλλάξουν πόλη, χώρα, με την ελπίδα ότι θα κάνουν καλύτερη αρχή, αλλά ούτε αυτό το λένε στους γονείς, για να μην ανησυχήσουν ότι δεν τα βγάζουν πέρα, μην τα υποτιμήσουν. Μπορεί να είναι κι έτσι.
Μια μέρα ένα πολύ παιχνιδιάρικο κοριτσάκι μου είπε: “Στην τάξη σήμερα ένα ελληνικό παιδί φώναζε να μην κάνουμε την άσκηση, γιατί μόνο τα ελληνικά παιδιά πρέπει να κάνουν τις ασκήσεις!” Τι να της έλεγα, ότι είναι κι αυτή ελληνικό παιδί; Αφού δεν είναι, δεν έχει ελληνική ιθαγένεια, κι ας γεννήθηκε στην Ελλάδα. Ότι τα παιδιά δεν είναι ελληνικά ή γαλλικά, ή κάτι άλλο, αυτά τα επίθετα δεν συντάσσονται έτσι; Ότι το παιδί έκανε λάθος; Δεν θυμάμαι τι είχα πει, αλλά δεν ξεχνάω την ψύχραιμη αυτή αναφορά, το πως έθεσε το θέμα της ταυτότητας που ταλανίζει το σύγχρονο κόσμο εξ απαλών ονύχων. Τώρα ετοιμάζεται κι αυτή να φύγει. Ο πατέρας της δουλεύει κιόλας στην Ιταλία, η μητέρα της περνάει μήνες να τρέχει από γραφείο σε γραφείο να πάρει άδεια για να πάει να τον βρει με την κόρη τους. Πέρασμα και γι αυτές η γειτονιά μας, όπως και για τόσους άλλους. Παίξαμε μερικές φορές στην παιδική χαρά της Φωκίωνος, πήγαμε βόλτα στο Πεδίο του Άρεως, φάγαμε στο φαστφουντάδικο της Πατησίων, κι αναρωτιέμαι αν θα θυμάται τίποτε απ' όλ' αυτά όταν μεγαλώσει, κάπου μακριά από δω, στην ωραία Ιταλία της εύχομαι να είναι. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις.
Έχω αποχαιρετήσει ήδη αρκετές τέτοιες μικρές φίλες που για λίγο περνάνε απο τη γειτονιά με την οικογένεια τους, προσπαθούν να μάθουν οι γονείς τους ελληνικά με όλους τους κανόνες στην ομάδα μας στην Αγορά, ελπίζουν για λίγο να ριζώσουν, ή και για πολύ, όπως οι γονείς της μικρής που λέγαμε. Προσπαθούν για καιρό, δείχνουν απίστευτη υπομονή, και κάποια στιγμή τους τελειώνει και φεύγουν. Τι μένει από τα ελληνικά που έμαθαν οι μεγάλοι; Τι μένει από τα ελληνικά, τα πολύ καλύτερα, που έμαθαν οι μικροί; Τι γίνονται όλ' αυτά τα ελληνικά που διασπείρονται στον ασταμάτητα κινούμενο κόσμο;
Πιο πολύ με νοιάζει βέβαια αν θα με θυμούνται καμιά φορά οι μικρές μου φίλες όταν μεγαλώσουν, και τι θα λένε; Ήταν μια καλή κυρία εκεί, θα ήθελα να την ξαναδώ κάποτε; Ή, σ' αυτή τη χώρα τη σκληρή υπήρχαν μερικοί που παρίσταναν τους καλούς για άλλοθι; Ή, παρασυρθήκαμε από κάτι καλές κυρίες και μείναμε παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε; Ή, τι καλά που ήταν εκείνη τη φορά που μας είχε μάθει η δασκάλα να τραγουδάμε ένα ελληνικό τραγουδάκι, κι ύστερα είχαμε πάει για σουβλάκια στην πλατεία; Ή, πριν φύγω μου είχε δώσει τα λόγια ενός ιταλικού τραγουδιού, γιατί εκεί στην Ιταλία τραγουδάνε πολύ, μου είχε πει, και να είμαι προετοιμασμένη; Και είχε δίκιο;

Τρίτη 2 Ιουλίου 2013

Υλικό για παραμύθια

Mια ζωή σαν παραμύθι, διάβασα κάπου για τον Γιάννη Αντετοκούντο. Παραμυθένιο μπορεί να πει το τέλος κανείς, το αίσιο τέλος. Το φτωχόπαιδο χάρις στο ταλέντο του ξεφεύγει απο τη φτώχεια, τραβάει έξω και τους γονείς του, ακριβώς όπως στα παραμύθια, ειδικά όσα θυμούνται και τους ανιόντες. Συνήθως ξεχνιούνται αυτοί, καθώς το παλικάρι νικάει τους δράκους με τη βοήθεια λίγων φίλων, παντρεύεται τη βασιλοπούλα και γίνεται βασιλιάς. 
Κατά τα άλλα, παραμυθένιες ζωές σαν του Γιάννη μέχρι τα δεκαοχτώ του έχει πολλές τριγύρω. Υλικό παραμυθιού κυκλοφορεί διακριτικά στη μικροαστική καθημερινότητα, με πλαστικές σάκκες και φούτερ σε χαρούμενα χρώματα. Δεν έχει η φτώχεια την όψη που είχε, άδικα παιδεύονται φωτογράφοι και παραμυθάδες να την διακρίνουν στα στενά της πόλης και στα τσιμέντα των σχολικών αυλών. Χιλιάδες φτωχόπαιδα κυκλοφορούν διακριτικά ανάμεσά μας, με εξασφαλισμένο το προνόμιο για το οποίο είχε μιλήσει ο Ρομπέρτο Μπενίνι όταν παρέλαβε το ΄Οσκαρ "Ευχαριστώ τους γονείς μου που με γέννησαν φτωχό!" Το θυμάστε; 
Μερικές φορές ξεχωρίζουν από το χρώμα του δέρματος τα φτωχόπαιδα στην Ελλάδα σήμερα είναι συνήθως παιδιά μεταναστών. Οι προλετάριοι στην Ελλάδα σήμερα είναι συνήθως μετανάστες. Δεν αρκεί η -διακριτική- φτώχεια τους, έχουν και το κυνηγητό του ελληνικού κράτους, με το οποίο οφείλουν να συμβιβάζονται και να συμβιώνουν από τα παιδικά τους χρόνια. Ποιος ηθοποιός, ποιος καλλιτέχνης θα μπορέσει να αποτιμήσει στα μέρη μας κάποια στιγμή το βάρος και την ειδική πίεση αυτού του προνομίου; Ποιος θα μπορέσει να πει στο μέλλον, παραλαμβάνοντας κάτι σαν ΄Οσκαρ, "Ευχαριστώ τους γονείς μου που με γέννησαν φτωχό, και το ελληνικό κράτος που δεν αναγνώριζε την ύπαρξή μου"; 
Ισως να είναι η μελλοντική φιλόσοφος

Ίσως να γίνει το θαύμα βέβαια. Να βρίσκεται κιόλας ανάμεσα στα παιδιά που ετοιμάζονται να περάσουν καλοκαίρι στην Αθήνα, παίζοντας στα στενά πεζοδρόμια, κλεισμένα στα στενά διαμερίσματα, να μεγαλώνει ήδη ένας αυριανός τενόρος, ένας σταρ του ποδοσφαίρου, μια ακοντίστρια, η μελλοντική νικήτρια του "Ελλάδα έχεις ταλέντο" ή μια φιλόσοφος της ύπαρξης που θα φέρει επανάσταση στη σκέψη και γιατρειά σε όλα τα βαριά υπαρξιακά προβλήματα του κόσμου, ακριβώς επειδή επιβειώνει σε μια πόλη που δεν τη βλέπει, δεν καταλαβαίνει ότι υπάρχει, κι ας σκουντουφλάει επάνω της κάθε μέρα. Βιώνει την υλική κατάσταση λανθάνουσας φτώχειας προσπαθώντας να εμφανίζεται αξιοπρεπώς σε μια κοινωνία που συνεχώς επικαλείται τη φτώχεια της, αλλά αρνείται να δει τους φτωχούς της. Παλεύει να γλιτώσει απο τη φτώχεια σε μια χώρα που παριστάνει ότι σέβεται υπερβολικά τη φτώχεια, αλλά αυτόν που τη διαθέτει τον περιφρονεί. Γενικώς κινδυνεύει πολύ περισσότερο να τρελαθεί από το να γίνει φιλόσοφος, αλλά μπορεί μέσα στις χιλιάδες που ταλαιπωρούνται να υπάρξει και η φιλοσοφική πιθανότητα. Ποιος ξέρει; 
Μας λείπει πολύ αυτή η φιλόσοφος, λείπει  στους πολίτες του ελληνικού κράτους που την κυνηγά εκ γεννετής, λείπει σε όσους αντιμετωπίζουν μαζί της υπαρξιακά προβλήματα, λείπει στους φτωχούς και λείπει και στους πλούσιους, λείπει στους ευρωπαίους που δεν ξέρουν γιατί είναι ευρωπαίοι, στους έλληνες που δεν ξέρουν γιατί δεν είναι ευρωπαίοι, λείπει σε όλους μας. Κι όσο σκέφτομαι ότι θα περάσει το καλοκαίρι στην Αθήνα, στα βρωμερά πεζοδρόμια και στα στενά διαμερίσματα, τη στιγμή που τόσα εξοχικά στενάζουν από έλλειψη φιλοσοφίας...

Παρασκευή 19 Απριλίου 2013

Η φράουλα κυνηγάει το κοτσάνι της


Κι άλλοι εργοδότες χρησιμοποιούν εργαζόμενους μετανάστες χωρίς χαρτιά. Δεν κάνουν έτσι. Μπορούν όμως να δίνουν χαμηλά μεροκάματα, να καθυστερούν τις πληρωμές, να επινοούν ελαφρότερες αυθαιρεσίες. Αφού οι άνθρωποι είναι λαθρομετανάστες, η συμπεριφορά απέναντι τους επαφίεται στο χαρακτήρα των εργοδοτών τους, τις επιλογές τους, την ανθρωπιά τους, τις συνήθειες των χωριών, το τι έχει καθιερωθεί στα πέριξ, τα ήθη και τα έθιμα της περιοχής. Από τη στιγμή που κάτι θεωρείται παράνομο βγαίνει στο περιθώριο και του νόμου και της κοινωνίας, το ρυθμίζουν είτε άτυποι κανόνες είτε μαφίες που βάζουν τους δικούς τους κανόνες, ή και τα δυο.
Η επίσημη απάντηση του κράτους στο έγκλημα της Μανωλάδας είναι η αποστολή επιθεωρητών εργασίας. Οι επιθεωρητές, αν πιάσουν εργάτες χωρίς χαρτιά, πρέπει να τους στείλουν στο Τμήμα, στα κέντρα κράτησης, κι απο κεί απέλαση. Πες ότι το κάνουν, πιάνουν όλους τους ανασφάλιστους εργάτες, που δεν μπορούν ν' ασφαλιστούν ούτως ή άλλως γιατί δεν έχουν χαρτιά, και τους απελαύνουν. Ωραία. Και ποιος θα μαζέψει τις φράουλες;
Εντάξει, θα βρεθούν άλλοι. Τόσες χιλιάδες ακόμα υπάρχουν χωρίς χαρτιά, απασχολούμενοι σε εποχιακές εργασίες, οπότε θα πάνε να πιάσουν δουλειά. Θα πληρώσουν το νοίκι να μείνουν στα παραπήγματα των προηγούμενων, επίσης παράνομα, με κλεψιμέικη ύδρευση και τα σχετικά, κι οι φράουλες θα μαζευτούν.
Κι αν καταφέρει η αστυνομία και η Frontex κι όλη η κρατική οργάνωση τέλος πάντων να δίωξει όλους τους μετανάστες χωρίς χαρτιά απο την Ελλάδα; Τι θα γίνει μετά με τις φράουλες; Πες πως τους διώχνει όλους βρε αδερφέ! Μια υπόθεση κάνουμε.
Τότε θα πάνε να τις μαζέψουν εργάτες με χαρτιά, ασφαλισμένοι, που θα μένουν σε κανονικά σπίτια, θα πληρώνουν νοίκι, κλπ.
Απόδειξη θα παίρνουν απο το σπιτονοικοκύρη τους; Γιατί απ' ότι ξέρω δεν συνηθίζεται και πολύ στα μέρη εκείνα. Δεν δίνουν απόδειξη αυτοί που παίρνουν νοίκι, αυτοί που παίρνουν λεφτά για μια δουλειά που σου κάνουν, αυτοί που χτίζουν σπίτια, βάζουν υδραυλικά, κλπ. Όταν έχουν να κάνουν με εξωτερικούς παράγοντες βέβαια, αναγκαστικά κόβουν και αποδείξεις, αλλά το αποφεύγουν όσο μπορούν. Είναι ο τρόπος που έχουν συνηθίσει οι άνθρωποι να συναλλάσσονται, πατροπαράδοτος, παραδοσιακός. Δεν θα τον αλλάξουν τώρα για να κάνουν το χατίρι των ευρωπαίων. Και να βάλουν συνέταιρο στην τσέπη τους τον Τόμσεν και την υποταγμένη στο μνημόνιο ελληνική κυβέρνηση. Δεν πληρώνουν- δεν πληρώνουν, ούτε φόρους ούτε τη δουλειά των εργατών, κι είναι κρίμα που αυτοί οι άσχετοι μετανάστες δεν αντελήφθησαν το αγωνιστικό νόημα των εργοδοτών τους, αλλά τι περιμένεις απο αλλοδαπούς;
Πες όμως ότι οι επιθεωρητές εργασίας θα πιάσουν κι αυτοί σπίτι στην περιοχή και θα ελέγχουν κάθε μέρα. Ωραία, μένει να βρεθούν οι εργάτες για τις φράουλες.  Θα έχουν φύγει όλοι οι χωρίς χαρτιά εργάτες, οπότε θα μπορούν να πιάσουν δουλειά οι χιλιάδες άνεργοι με χαρτιά. Πωλήτριες, στελέχη επιχειρήσεων, επιστήμονες διαφόρων ειδικοτήτων, νεαροί πτυχιούχοι, επιχειρηματίες, κόσμος και ντουνιάς χωρίς δουλειά εδώ και μήνες, θα πάνε να μαζέψουν φράουλες. Αφού θα έχει λυθεί το πρόβλημα της λαθρομετανάστευσης, θα λυθεί και της ανεργίας. Υπάρχουν πολλές φράουλες για μάζεμα, και μόλις τελειώσουν οι φράουλες βγαίνουν τα κεράσια, κι ύστερα τα ροδάκινα, τα βερίκοκα, δόξα τω θεώ, από φρούτα πάμε καλά.
Και να μη σταθούμε σε λεπτομέρειες τώρα του τύπου: οι πτυχιούχοι δεν ξέρουν να μαζεύουν φράουλες. Σιγά το δύσκολο. Θα μάθουν. Κάποτε ο Μάο είχε αποφασίσει να στείλει στα χωράφια το άνθος της κινεζικής φοιτητιώσας νεολαίας, και το έκανε. Και τους ξέκανε, αλλά αυτό είναι λεπτομέρεια. Λένε μερικοί πως οι ανειδίκευτοι εργάτες κάνουν δύσκολες δουλειές και ουσιαστικά ειδικεύονται στη σωματική αντοχή. Πού να ξέρω εγώ απ' αυτά, δεν μάζεψα ποτέ μου φράουλες. Είναι ένα θέμα για συζήτηση. Μέχρι να διώξει η αστυνομία όλους τους εργάτες χωρίς χαρτιά, να πείσει τους συναλλασσόμενους της επαρχίας να εκδίδουν αποδείξεις κλπ, μπορούμε να συζητάμε τις μεθόδους του Μάο και τι επεδίωξε κατά βάθος, να ξεκάνει τους νεαρούς διανοούμενους, να βοηθήσει την αγροτική παραγωγή, ή απλώς να δείξει σε όλους ποιος κυβερνούσε εκείνη τη χώρα; Η σκέψη του Μάο ως γνωστόν μας εμπνέει πάντα.
Στο μεταξύ τα φρούτα ωριμάζουν και οι εργάτες τα μαζεύουν, εργάτες χωρίς χαρτιά κυρίως, αφού αυτοί είναι οι χειρώνακτες. Δεν έχουν χαρτιά γιατί δεν υπαρχει τόπος να αποκτήσουν. Πρέπει πρώτα να δουλέψουν νόμιμα για καιρό κι ύστερα να βγάλουν. Αλλά πώς να δουλέψουν νόμιμα αφού δεν έχουν χαρτιά; Και πως να βγάλουν, αφού δεν δουλεύουν; Μπορείτε να συνεχίσετε τις ερωτήσεις σα φίδι που κυνηγά την ουρά του και να θαυμάσετε για λίγο τουλάχιστον αυτούς που κατάφεραν να αποκτήσουν χαρτιά μέσα στην τρέλα αυτού του συστήματος, καθώς και των ανθρώπων που τους βοήθησαν να τα εκδώσουν, δικηγόρων, εργοδοτών, δημοσίων υπαλλήλων. Δεν είναι μικρός ο άθλος. Κάθε απλή άδεια παραμονής κρύβει πίσω της Οδύσσειες ξένων και ντόπιων. Και φυσικά μεσάζaοντες μέσα στην πορεία στο άγνωστο.
Δεν υπάρχει πρόβλεψη για την ανάγκη φτηνών ανειδίκευτων εργατών στην ελληνική ύπαιθρο, ίσως ούτε και σε καμία ύπαιθρο. Τα πράγματα απλώς συμβαίνουν έτσι όπως συμβαίνουν. Εξάλλου είναι εποχιακά. Δεν κρατούν πολύ. Οι νόμοι δεν παραδέχονται ότι υπάρχουν τέτοιες ανάγκες. Ούτε και οι πολίτες το παραδέχονται, αν κουβεντιάσεις μαζί τους θα σου πουν ότι μια χαρά τα βγάζει πέρα η ύπαιθρος χωρίς ξένους. Έχουν όλοι ξεχάσει ότι πριν το 1990 δεν υπήρχαν εργάτες να μαζεύουν ελιές, φράουλες, κεράσια και πορτοκάλια. Μερικοί θυμούνται, και λένε ότι η μετανάστευση μας χάλασε. Ήρθαν εδώ πολλοί φτηνοί εργάτες. Βρήκαμε εύκολα άντρες για τα χωράφια και γυναίκες για το σπίτι, ξεμάθαμε την προλεταριακή ζωή, γίναμε μαλθακοί. Κι ύστερα μας βρήκε η τρόικα στη μαλθακότητα και δεν αντιδράσαμε δυναμικά όπως έπρεπε.
Ας γίνουν όλα όπως πρέπει λοιπόν. Ας απελαθούν όλοι οι μετανάστες χωρίς χαρτιά, ας αρχίσουν να κόβουν αποδείξεις οι επαρχιώτες εργολάβοι, κι ας πάνε οι άνεργοι να πιάσουν δουλειά στα χωράφια. Κι ας νοικιάσουν σπίτια στην επαρχία οι επιθεωρητές εργασίας να ελέγχουν ότι όλα θα δουλεύουν σωστά. Όλα λύνονται. Έχοντας στο μυαλό μας την τέλεια κατάσταση που θα προκύψει κάποτε, όταν όλα γίνουν όπως νομίζουμε ότι είναι, μπορούμε να κάνουμε λίγο σκόντο στις λεπτομέρειες.
Αλλά το καλό πράγμα αργεί. Ίσως μέχρι να επιτευχθούν όλ' αυτά να έχει περάσει και η κρίση. Και να μη θέλουν οι πτυχιούχοι να μαζεύουν φράουλες. Οπότε θα έχουμε ξανά τα ίδια ερωτήματα. Εκτός αν χρησιμοποιήσουμε τις μεθόδους του Μάο.
Aπό την Athens Voice

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

Το κασκόλ της Ντάριας


Ο τελευταίος άνθρωπος που περίμενα να συναντήσω στο ίδρυμα Θεοχαράκη τη μέρα που πήγα να δω την έκθεση Γύζη ήταν η Ντάρια, η Σέρβα γειτόνισσα που έβλεπα παλιότερα σχεδόν καθημερινά στη Δημοτική Αγορά της Κυψέλης. Είχαμε ανταλλάξει μερικές καλησπέρες πάνω απο τις στοίβες των βιβλίων που φιλοδοξούσαν να γίνουν μαγιά δανειστικής βιβλιοθήκης. Χαρακτηριστικά λεπτό πρόσωπο, αργή και χαμηλόφωνη ομιλία, ένα κάπως απόμακρο ύφος. Από διάφορες ενδείξεις  είχα καταλάβει ότι επιβίωνε με ελάχιστα χρήματα αλλά δεν παραπονιόταν ποτέ. Γι αυτό ξαφνιάστηκα που την είδα εκεί, η έκθεση είχε 6 ευρώ εισιτήριο.
Εγώ έφευγα κι εκείνη ερχόταν. Την κάλεσα για έναν καφέ στο ωραίο καφενείο του ιδρύματος. Ακούμπησε το εισιτήριο στο τραπεζάκι, "δεν ήθελε καμία φίλη μου να δώσει 6 ευρώ για να έρθει μαζί μου, είπε. Είναι πραγματικά ακριβό, αλλά αξίζει τον κόπο, για τον Γύζη!"
Μα τι μπορεί να σημαίνει για σένα ο Γύζης; μου ερχόταν να ρωτήσω. Είσαι μήπως ζωγράφος, έχεις κάποια σχέση με την Ιστορία της Τέχνης; Με τον ακαδημαϊκό ρεαλισμό; Μήπως με την υπαρξιακή αναζήτηση ταυτότητας, ή την ιστορική αναζήτηση της κατασκευής εθνικής ταυτότητας; Ο Γύζης ξέρεις, ήταν από την Τήνο, μήπως έχεις κάποια σχέση με την Τήνο; Πήγε στο Μόναχο για σπουδές με άλλους έλληνες, είναι δυνατόν να ενδιαφέρεσαι για τη συνδρομή της Σχολής του Μονάχου στη νεοελληνική ταυτότητα; Ζωγράφισε μια κάπως μυθική Ελλάδα, απόδειξη "το κρυφό σχολειό". Εζησε όλη τη ζωή του στη Βαυαρία, ίσως αυτό να σε συγκινεί.  Ξένη κι εσύ σε ξένα μέρη. Εκείνος έγινε καθηγητής πάντως στη Σχολή του. Δεν θα έλεγα  ότι έχετε κοινά σημεία.
Δεν είπα φυσικά τίποτε απ' όλ' αυτά στη Ντάρια. Μιλήσαμε γι άλλα πράγματα, για τα σινεμά που έχουν φτηνό εισιτήριο τα απογεύματα, τις μέρες με δωρεάν είσοδο στους αρχαιολογικούς χώρους, (οι πρώτες Κυριακές κάθε μήνα μέχρι το καλοκαίρι) και παρόμοια ζητήματα και πληροφορίες. Ηταν ενθουσιασμένη με τον καφέ που πίναμε απέναντι από τον Εθνικό Κήπο καθισμένες σε καρέκλες Λουί Σεζ. Κι εγώ πια ένιωθα πολύ γενναιόδωρη για το κέρασμα.
Μόνο που φεύγοντας καθώς την αποχαιρετούσα, βγάζει το κασκόλ της, το διπλώνει ένα ριπή οφθαλμού, και μου το προσφέρει δώρο. Αδύνατο να την πείσω πως δεν χρειαζόταν ανταπόδοση  ο καφές που δεν ήταν κι απο τους ακριβότερους της Αθήνας. Ολες μου οι αντιρρήσεις πήγαν στράφι, μέχρι που κατάλαβα ότι θα ήταν προσβολή να φύγω άνευ αντιδώρου.  Οι άνθρωποι είναι απρόβλεπτοι. Έφυγα με το κασκόλ  αμήχανη, μαγκωμένη και προβληματισμένη. Τι θα έκανα;
Το φόρεσα μια μέρα τελικά με κόκκινη καμπαρντίνα. Πάντα χρειάζεται να έχει κανείς ένα ζωηρόχρωμο πανωφόρι στη ντουλάπα.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Play it again...



Πριν λίγες μέρες ξεκίνησα το πρωινό με αρβανίτικα τραγούδια που έβαζε ο 9,84, τραγούδια της αλβανικής διασποράς κατά κάποιον τρόπο, μερικά με ιταλικές επιρροές, πανέμορφα. Εν συνεχεία έβαλε βουλγάρικα τραγούδια. Λέω πως θα είχαν ιταλικές επιρροές, για να βρω μια λογική αιτία που τόσο με συγκινούσαν. Μήπως επειδή μου γεννησαν την απορία, έχουν μουσική οι Βούλγαροι; Απίστευτο ε; Θα νόμιζε κανείς ότι το μόνο που κάνουν στη ζωή τους είναι να παίζουν κακό ποδόσφαιρο.
Έπαιρναν τηλέφωνα στο σταθμό οι ακροατές ενθουσιασμένοι. Και μόνο ο κόπος να τα βρει ο Τάκης Καμπύλης που κάνει αυτή την εκπομπή, να ψάξει να μαζέψει δίσκους που δεν είχαν ξανακουστεί τόσα χρόνια στο ραδιόφωνο, ήταν εντυπωσιακός. Αυτή την ιδέα είχε για την κάλυψη του θέματος που ανέκυψε με την ιθαγένεια, το νόμο Ραγκούση και την απόφαση που διέρρευσε από το ΣτΕ. Καλεσμένοι στο στούντιο νομικοί και ειδικοί το περιέγραψαν μια χαρά το θέμα, αλλά όσο άνοιγαν την καρδιά, τη δική μου τουλάχιστον, τα τραγούδια, κανένας νομικός και ειδικός δεν μπορούσε να το κάνει.
Χωρίς να καταλαβαίνω λέξη από τα λόγια τους, τα τραγούδια μου θύμισαν ότι από την ευκαιρία που μας δόθηκε, να γνωρίσουμε την κουλτούρα των γειτόνων αφότου ο ψυχρός πόλεμος έληξε, εκμεταλλευτήκαμε τα ελάχιστα. Κουκουλωμένοι με τη δυσπιστία και την έχθρα, δεν καταφέραμε να τα ξεπεράσουμε. Μόνο ιδιωτικά και πολύ διακριτικά, σχεδόν μυστικά. Δεν μπορέσαμε να χαρούμε τον πλούτο που έφεραν μαζί τους οι μετανάστες. Την κουλτούρα τους, τα τραγούδια τους, τις ιστορίες τους, τα μοτίβα τους στο κέντημα, τα φαγητά τους, τις συνήθειές τους. Υποτίθεται ότι έχουμε πολλούς μετανάστες, πού τους ακούμε όμως, πού γευόμαστε την τέχνη τους; Δεν αφήσαμε να ακουστεί τίποτε, μην τυχόν και σαν σειρήνα μας μαγέψει, μας ψιθυρίσει ότι κι αυτοί πονάνε σαν άνθρωποι κι έχουν τις ίδιες επιθυμίες, ότι μας μοιάζουν περισσότερο από όσα θα θέλαμε.
Παίξε πάλι την εκπομπή Τάκη, γιατί το πράγμα είναι απλό. Όπως τα παιδιά των ελλήνων που ζούνε στην Αγγλία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, τις ΗΠΑ, την Αυστραλία, σε όλες αυτές τις πρότυπες χώρες, έχουν την ιθαγένεια του τόπου που γεννήθηκαν και ταυτόχρονα αγαπούν τα φαγητά της γιαγιάς τους, τα παραμύθια της και τα τραγούδια του τόπου των γονιών τους, έτσι και τα δικά μας παιδιά μεταναστών μπορούν και δικαιούνται να αγαπούν τον τόπο καταγωγής των γονιών τους, ενώ ταυτόχρονα δικαιούνται ελληνική ιθαγένεια. Έτσι είναι οι άνθρωποι, σύνθετοι, πολύπλοκοι, πλούσιοι, με ποικίλες κουλτούρες που προδίδουν πόσο ίδιοι είναι στο βάθος,  δεν είναι τρόφιμοι στρατοπέδου με σφραγισμένα μπράτσα. 

Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2012

Κρίσεις ταυτότητας από νήπια

Πρόσεχε μην πεταχτεί καμιά ιθαγένεια

Μέσα στο ίδιο δελτίο ειδήσεων το ακούω. Ο νόμος Ραγκούση για την ιθαγένεια είναι αντισυνταγματικός, απεφάνθη το Συμβούλιο Επικρατείας, και θα ανασκευαστεί ή ξαναγραφεί ή συνταγματοποιηθεί (να φτιάχνουμε κι εμείς καμιά λεξούλα ποιητική να μας πηγαίνει καλά η μέρα). Το πανάρχαιο δίκαιο του αίματος ξαναχτυπά, από την ένδοξη εποχή που οι άνθρωποι χωρίζονταν σε φυλές και που νομίζαμε μερικοί αφελείς νεωτεριστές πως έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Δεν ήταν και πολύ τολμηρός ο νόμος Ραγκούση, λέγαμε τότε, πού να ξέραμε. Τους ταλαιπωρεί πολύ τους νέους που τυχαίνει να είναι παιδιά μεταναστών, τέτοια λέγαμε, πού να ξέραμε. Ακολούθησαν οι γνωμοδοτήσεις επί γνωμοδοτήσεων. Δεν το πιστεύαμε στην αρχή ότι μια τέτοια στοιχειώδης προσπάθεια να αντιμετωπιστεί ένα πρόβλημα που ταλαιπωρεί χιλιάδες συμπολίτες μας, θα έβρισκε τέτοια αντίδραση. Αλλά όχι, συγγνώμη, δεν είναι συμπολίτες, πληρώνουν μόνο ΙΚΑ, Εφορία κλπ, αλλά δεν έχουν πολιτικά δικαιώματα. Πώς να τους λέμε τους ανθρώπους αυτούς; Να βρούμε ένα όνομα. Μετανάστες δεύτερης γενιάς δεν πάει, γιατί δεν είναι μετανάστες. Θα έπρεπε κι εγώ ας πούμε, να λέω τον εαυτό μου πρόσφυγα δεύτερης γενιάς, αφού ο πατέρας μου ήταν πρόσφυγας. Αλλά δεν είμαι πρόσφυγας, πώς να το κάνουμε; Εκτός αν γίνω τώρα στα γεράματα, έτσι που πάμε δεν ξέρεις..

Και στο ίδιο δελτίο ειδήσεων ακούω για μια νηπιαγωγό που έβαλε μερικά παιδάκια να κρατάνε, ή να ζωγραφίσουν, δεν κατάλαβα, την αλβανική σημαία στη γιορτή της 28ης Οκτωβρίου, επειδή είναι αλβανικής καταγωγής τα παιδάκια, κι είχε τέτοιες υποδείξεις από τις αρχές διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, και πήρε στα γρήγορα μετάθεση μετά από ερώτηση της Χρυσής Αυγής. Δηλαδή τα παιδιά που έχουν αλβανούς γονείς, δεν μπορούν να θεωρηθούν Έλληνες, η ελπίδα για μια τέτοια εξομάλυνση της κατάστασης τους τώρα μπαίνει σε αναθεώρηση, αλλά ούτε και αλβανοί κάνει να λένε πως είναι και πάντως να μη νιώθουν περήφανοι για το γεγονός. Το ότι η ΧΑ καταφέρνει να δημιουργεί τέτοιες ιστορίες δεν είναι κατόρθωμα για να τη θαυμάσετε. Έχουμε το υπόβαθρο, τη μιλιταριστική νοοτροπία, τον εθνικισμό σε κάθε έκφανση της ζωής μας, από το Νηπιαγωγείο μέχρι τον τάφο, και δεν έχει παρά να σκύψει να πιάσει την άκρη από κάποιο νόμο, μια νοοτροπία, ένα έθιμο, για να περάσει το δικό της.
Ούτε έλληνες λοιπόν τα παιδιά, ούτε και τίποτε άλλο. Το πράγμα είναι απλό. Τα παιδιά αυτά που γεννήθηκαν στην Ελλάδα από γονείς μετανάστες, θα τα τρελάνουμε τελείως. Ούτε έλληνες, ούτε αλβανοί, ούτε τίποτε. Για ρωτείστε τι παθαίνουν τα παιδιά που αντιμετωπίζουν τέτοιες συμπεριφορές σε τρυφερή ηλικία, τι ψυχολογικές διαταραχές καραδοκούν. Μπορεί αν μάθουμε τον ψυχολογικό όρο, να βρούμε και μια καλή ονομασία. Δεν θα είναι αλβανοί, δεν θα είναι έλληνες, θα είναι κάτι άλλο, ιατρικό, που χρειάζεται νοσηλεία. Η ναζιστική μας ακροδεξιά βέβαια, που έχει τόσο άμεσα αποτελέσματα σε κάθε δράση της, ελπίζει ότι θα δημιουργήσει ένα προλεταριάτο σε κατάσταση σκλαβιάς, όπως ο Χίτλερ για τη Γερμανία του (που πρόκοψε πολύ) αλλά εμείς οι υπόλοιποι που ξέρουμε ότι αν συνεχίσουμε έτσι θα μας προσέξουν οι ευρωπαίοι και θα μας κόψουν τα δανεικά, γιατί ξέρετε αυτοί έχουν ανακαλύψει τα ανθρώπινα δικαιώματα και τέτοια παρακμιακά πράγματα, πρέπει να σκεφτούμε κάτι πιο ήπιο, κάτι με περισσότερες αποχρώσεις. 
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CF%83%CF%87%CF%8C%CE%BB%CE%B9%CE%B1/%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%B1%CF%85%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CE%BD%CE%AE%CF%80%CE%B9%CE%B1

Σάββατο 6 Οκτωβρίου 2012

H μπλε ιστορία

Τα μπλε παντελονάκια

Ο Ξένιος Ζευς βγήκε παγανιά, το είπαν οι ειδήσεις. Ψάχνει να βρει παράνομους μετανάστες, να δείξει πόσο φιλόξενος είναι, τι άλλο; Ακόμα δεν συνήθισα τον ευφημισμό του, κάποια ευαίσθητη αρχαιολάτρης μέσα μου, μια  έφηβη που διάβαζε, ένα παιδί που πίστευε αντάμα στην Αθηνά, στον Άγιο Βασίλη, στον Ποσειδώνα και στο Χριστούλη, στριφογυρίζει ενοχλημένη και μουδιάζει τη σκέψη μου.
Αν είναι εκεί έξω ο Ζευς, εγώ καλύτερα να μείνω μέσα. Να μην ξανασυναντηθούμε σε τέτοια κατάσταση, δεν υπάρχει λόγος. Έχουμε περάσει και καλύτερες μέρες μαζί.
Καλύτερα να κάνω μια δουλίτσα ανώδυνη, καθημερινή, να βεβαιωθώ ότι λειτουργώ κανονικά, να βγάλω κι εγώ παγανιά την κανονικότητα. Να ποτίσω, ας πούμε, τις γλάστρες. Έχουν φουντώσει από τη ζέστη, τώρα μόλις αρχίζουν να κιτρινίζουν τα φύλλα του αμπέλωπα. Ή μήπως είναι θηλυκό, η αμπέλωψ της αμπέλωψης; Να κοιτάξω λεξικό. Να βάλω το Γκουγκλ. Τόσα πράγματα μπορεί κανείς να κάνει χωρίς να τον αντιληφθεί ο Ζευς, ξένιος ή άλλος. Δεν είναι κανένας θεός που τα πανθ’ ορά. Τίποτε δεν ορά, φασαρία κάνει μόνο.
Την άνοιξη που πέρασε, όποτε άκουγα για την επιχείρηση αυτή της Αστυνομίας, φοβόμουν για την Αφγανή μου φίλη και τα παιδάκια της. Ερχόταν κάθε Τετάρτη για μάθημα ελληνικών, από την Ομόνοια που έμεναν, η μαμά κι οι τρεις κόρες της. Οι δυο μεγάλες ήταν δίδυμες, εννιά χρονών, ολόιδιες. Τις έντυνε ίδια, έμοιαζαν και τα ονόματα, αδύνατον να τις ξεχωρίσω. Ο μόνος τρόπος ήταν να γράφουν. Είχαν διαφορετικό γραφικό χαρακτήρα, διαφορετικό τετράδιο, η κάθε μια αποτύπωνε εκεί τη δική της προσωπικότητα. Ας παραδεχτώ ότι αυτός ο παλιοκαιρίσιος τρόπος να διδάσκω γραφή και ανάγνωση, με μπόλικη αντιγραφή και επαναλήψεις, μου θύμιζε τα παιδικά μου χρόνια περισσότερο από τον τρόπο που είχαν μάθει τα δικά μου παιδιά γράμματα, ο οποίος ήταν πιο μοντέρνος, λιγότερο χειροποίητος, ας πούμε. Γράφανε αυτά τα κοριτσάκια με την ψυχή τους, ακούραστα, αδιαμαρτύρητα, σελίδες επί σελίδων στρογγυλά γραμματάκια, με μια προθυμία που με άφηνε κατάπληκτη κάθε φορά.
Κάποια στιγμή η μια δίδυμη έπαψε να έρχεται. Τι έγινε; ρώτησα τη μαμά της, που μάθαινε κι αυτή μαζί με τα παιδιά. Έφυγε, μου είπε. Σουηδία. Και βούρκωσαν τα μάτια της. Δεν μπορούσα να ρωτήσω λεπτομέρειες, αλλά κατάλαβα ότι αφού έφυγε το ένα παιδί, θα έφευγαν όλοι. Θα στείλανε το ένα δίδυμο μήπως ο χωρισμός ήταν πιο απλός επειδή έμενε το άλλο ίδιο παιδί. Η καρδούλα της το ήξερε, της μάνας.
Ερχόταν κι ένα πιτσιρίκι μαζί τους, ένα λεπτεπιλεπτο πεντάχρονο κοριτσάκι που άλλαζε δόντια και μου τα έδειχνε κάθε φορά. Της είχα πάρει ένα βιβλίο ζωγραφικής να χρωματίζει. Μόλις το γέμισε, μου το έφεραν πίσω, δεν το έπαιρναν με τίποτε. Δεν ήθελαν κανένα δώρο ποτέ, κανένα κέρασμα. Μια φορά που έφυγε η μαμά για δουλειές λίγη ώρα, βρήκα ευκαιρία και μπούκωσα τα παιδιά κουλούρια και φρούτα, με πρόσχημα να μάθουμε πώς λέγονταν τα φαγητά.
Έφυγαν λοιπόν όλες το καλοκαίρι για τη Σουηδία. Καλή τους ώρα, μακάρι να ησυχάσουν πια οι άνθρωποι. Εννιά χρόνια είχαν περάσει σε στρατόπεδο προσφύγων στο Ιράν. Τι ζωή κάνουν, τι βάσανα τραβήξανε, και πώς διατηρούσαν με τέτοιες συνθήκες την αξιοπρέπεια τους… Ασύλληπτα πράγματα.
«Μένω στην Ομόνοια», είχε μάθει να λέει η μικρούλα, και δεν χρειάστηκε, ευτυχώς, ποτέ να της εξηγήσω τι θα σκέφτονταν οι Έλληνες, που την έβλεπαν έτσι γλυκούλα και καλοβαλμένη, αν την άκουγαν να το λέει αυτό.
Το μόνο που κράτησαν είναι ένα βιβλιαράκι της Παυλίνας Παμπούδη, «Η μπλε ιστορία». Ευτυχώς δεν θα χρειαστεί ποτέ να τους εξηγήσω τους μπλε ελληνικούς συνειρμούς. Θα μάθουν τους σουηδικούς κατευθείαν, έχουν κι οι Σουηδοί γαλάζια σημαία. Το βιβλιαράκι θα μείνει αθώο μπλε.
 Ίσως ξεχάσουν τα ελληνικά τελείως. Ή μπορεί να θυμούνται να διαβάζουν τους πρώτους στίχους της Μπλε ιστορίας:
Ήταν μια ωραία μέρα
Κι όλοι λέγαν καλημέρα
Ήταν μπλε ο ουρανός
Μπλε γαλάζιος γαλανός
Είχε ήλιο κι αρκετούς
Μπλε ριγέ χαρταετούς
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=18775

Εορτή ανεύρετος

To Πάσχα κάτι με πιάνει, κάτι σαν θρησκευτική κρίση, ένα είδος αδήριτης ανάγκης να συμμετέχω σε τελετουργίες, μα Επιτάφιο, μα Ανάσταση, ακό...