Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πήλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πήλιο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Οι κερκίδες της πλατείας

Προσθήκη λεζάντας
Aπό το Παρίσι στο Πήλιο. Να ένα σημείο στο χωριό μου που θα άξιζε μικρές επιγραφές και βελάκια να οδηγούν τον τουρίστα να το θαυμάσει. Οι κερκίδες της πλατείας. Αυτή η τόσο αρμονική με το βουνό διαμόρφωση  του δημόσιου χώρου είχε και κοινωνική χρησιμότητα. Παλιά, προπολεμικά, όταν γίνονταν πανηγύρια, οι γυναίκες κάθονταν στις κερκίδες και κοίταζαν τους άντρες να χορεύουν. Μπορείτε να φανταστείτε την αντιστροφή αυτή της συνηθισμένης στις μέρες μας κατάστασης, όπου κάθονται οι άντρες και χορεύουν οι γυναίκες;
Αλλά βέβαια δεν ήταν καμιά προομιακή κατάσταση για τις γυναίκες αυτή, διότι εκείνες για να χορέψουν περίμεναν να τις καλέσουν. Κάποια στιγμή οι άντρες έκαναν νόημα σε κείνη που προτιμούσαν, να κατέβει να χορέψει μαζί τους.
Και τι χορούς χόρευαν; Ήταν σε κύκλο, ήταν σε ζευγάρια; Δεν θυμόταν λεπτομέρειες η θεία μου που τα διηγήθηκε αυτά αναπολώντας τα παιδικά της χρόνια. Εκείνη δεν πρόλαβε σα μεγάλη να πάρει μέρος στα πανηγύρια αυτά, ήρθαν χρόνοι δίσεκτοι, στην Κατοχή οι ναζί εκτέλεσαν τους άντρες στο χωριό μου, τη Δράκεια, ύστερα ήρθε ο εμφύλιος, κι αμέσως ο σεισμός, ρήμαξε το χωριό, τρόμαξε να επιβιώσει και να ξαναρχίσει να ελπίζει σιγά- σιγά από τη δεκαετία του 70.
Πόσος πλούτος εθνολογικός κρύβεται όμως στα κτίσματα που σώθηκαν, στην παράξενη ομορφιά των  διαμορφώσεων, πόση δουλειά θα έβρισκαν εδώ νεαροί ερευνητές, αν ήθελαν να δώσουν όνομα στα μυστήρια του Πηλίου.
Αλλά ας άρχιζαν τουλάχιστον με μια ταμπελίτσα, μια επιγραφούλα για τις κερκίδες, εδώ γίνονταν οι χοροί και στις κερκίδες οι γυναίκες περίμεναν το νεύμα. Αυτό θα προστάτευε τις κερκίδες απο την καταστροφή και την ιδέα κανενός αρμόδιου να τις χαλάσει, όπως πριν λίγα χρόνια ο κοινοτάρχης γκρέμισε αναίτια τις κερκίδες της κάτω πλατείας του ίδιου χωριού, χωρίς να κερδίσει κάτι, ξοδεύοντας μάλιστα ευρωπαϊκές επιδοτήσεις.
Κι αν γίνει ξανά πανηγύρι στο χωριό με παραδοσιακές αναζητήσεις, μπορεί να βάλουν αυτή τη φορά γι αλλαγή τις γυναίκες να χορεύουν και τους άντρες στις κερκίδες να κοιτάνε.
Protagon: http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.8emata&id=14521

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Χωριό μου χωριουδάκι μου

Ανακάλυψη της Δράκειας στις αρχές της δεκαετίας70
Θα ήθελα να έχω έστω μια αληθινή παιδική ανάμνηση απο το χωριό μου. Μια φορά να με είχαν στείλει διακοπές στη γιαγιά μου και να το είχα αντικρίσει παιδί. Θα ήθελα να το έχω τουλάχιστον ονειρευτεί λιγάκι, να μου μιλούσε η μαμά μου γι αυτό, αλλά ούτε κι αυτό συνέβη. Το χωριό μου, η Δράκεια Πηλίου, είναι στ' αλήθεια χωριό μου, είναι της γιαγιάς μου ο τόπος, αλλά μου αντιστέκεται. Δεν το γνώρισα παρά ενήλικη, μόλις είχα κάπως ξεπεράσει την ανάγκη για ρίζες, χωριό, γιαγιάδες, κήπους, χώμα, γη, φύση, που με ταλάνισε μικρή. Μεγάλωσα στην Αθήνα, σε διαμέρισμα, κι όλα τα παιδάκια που ήξερα είχαν γιαγιά σε κάποιο χωριό. Τα σχολικά βιβλια μας, τα παραμύθια, όλα είχαν ήρωες παιδιά που ζούσαν σε χωριά. Μεγάλη στέρηση. Δυστυχώς η γιαγιά μου είχε πεθανει πριν γεννηθώ, κι η μάνα μου δεν είχε δει ποτέ την πατρίδα της μαμάς της μέχρι μια μέρα στις αρχές της δεκαετίας του '70 που πήγανε με το μπαμπά μου στην Πορταριά για μια δουλειά και τότε είπαν να φτάσουν ως τη Δράκεια.
Έτσι το γνώρισα το χωριό μου. Πρωτοπήγαμε οικογενειακώς το Πάσχα του 1973 θα πρέπει να ήταν, ή μια χρονιά πριν, και μείναμε στο σπίτι της ξαδέρφης της μαμάς μου, της Πόπης. Δεν έχω ξανακοιμηθεί σε πιο κρύα σεντόνια στη ζωή από όσο θυμάμαι, ούτε έχω τόσο τουρτουρίσει να μπω και να βγω από κρεβάτι, αλλά παρόλ’ αυτά το χωριό με ενθουσίασε. Είχε μια ομορφιά ανέγγιχτη ακόμα τότε από άσφαλτο, λαμαρίνα και τσιμέντο. Μόλις είχε ανοιχτεί ο δρόμος για τα αυτοκίνητα, ήταν ακόμα χωματόδρομος. Η ξαδέρφη της μαμάς μας πήγε δυο βόλτες σε καλντερίμια, μία στον Άγιο Λαυρέντη, το γειτονικό χωριό, και μία στο εκκλησάκι κάτω από το σπίτι της, τον Άγιο Σπυρίδωνα. Τέτοια φύση δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου, εκείνα τα ξύλινα γεφυράκια πάνω από τα ρέματα έμοιαζαν με παραμύθι. Να έχω τέτοιο χωριό και να μην το έχω γνωρίσει παιδί; Ήταν μεγάλο κρίμα.
Με την αξίνα στον κήπο
Από τότε μέχρι σήμερα προσπαθώ να κερδίσω το χαμένο χρόνο. Ήμουνα μεγάλη πια για να παίξω στην πλατεία, μπορούσα όμως να περπατήσω, κι ακόμα το κάνω συστηματικά. Μπορούσα να μαζέψω λουλούδια και να προσπαθήσω να μάθω τα ονόματα τους. Μπορούσα να βγάλω φωτογραφίες, να μιλήσω με τους ντόπιους, να τους ρωτήσω για τη γιαγιά μου, να επισκεφτω παλιά σπίτια, να κολυμπήσω στις παραλίες, να πιω τσίπουρα, να μάθω τις ιστορίες των ανθρώπων, να μην αφήσω πλατεία για πλατεία που να μην καθίσω να πιω έναν καφέ και να ατενίσω τη θέα, ΄να κάνω ο,τι μπορώ τέλος πάντων για να οικειοποιηθώ αυτή τη χαμένη πατρίδα.
Και το έκανα κατά δύναμη, ακόμα το κάνω. Η μαμά μου, ξετρελαμένη με την ανακάλυψη της, αγόρασε κάποια στιγμή ένα σπιτάκι που το βελτιώνουμε και το φροντίζουμε ακόμα. Στη Δράκεια βέβαια, όχι σε άλλο χωριό. Στον κήπο του τα δικά μου παιδιά χόρτασαν χώμα και παιχνίδι και λάσπη, ακόμα και να αρμέγουν κατσίκα έμαθαν απο τα γειτονόπουλα. Όλα αυτά που λαχταρούσα εγώ μικρή, τα παιδιά μου μπορεί και να τα μπούχτισαν. Από τριών χρονών τα έτρεχα στις πεζοπορίες, δεν καταλάβαινα κούραση και παράπονο. Οι χωριάτες τα έβλεπαν κι έλεγαν, καλέ δεν θα αντέξουν αυτά τόσο περπάτημα. Οι φίλοι μου κουνούσαν το κεφάλι τους. Ή που θα αγαπήσουν τη φύση, έλεγαν, ή που θα τη σιχαθούν.
Τώρα που μεγάλωσαν πάντως φαίνεται πως δεν τη σιχάθηκαν, μάλλον την αγάπησαν, και θα έχουν πάντα την ευτυχία να θυμούνται αληθινές στιγμές κοντά της, με αναφορά ένα αληθινό χωριό.
Περπάτημα απο τη Δράκεια στον Άγιο Λαυρέντη
 Εγώ ωστόσο ακόμα δεν έχω καταφέρει να νιώσω εντελώς οικεία με αυτό τον ξανακερδισμένο τόπο. Μου αντιστέκεται με το γνωστό τρόπο που αντιστέκονται οι πηλιορείτες. Κλειστοί, καθόλου φιλικοί, μυστικοπαθείς. Ποτέ δεν μου έδειξαν τα μονοπάτια που ζητούσα, αν δεν υπήρχαν τα βιβλία του Χαρατσή δεν θα τα είχα μάθει ποτέ.
Όποτε πηγαίνω αισθάνομαι ξένη, και καθώς φθείρεται σιγά- σιγά το θάμβος της ομορφιάς του τόπου, καθώς το συνηθίζω κι ακόμα άδικα προσπαθώ να συνηθίσω τον τρόπο που οι ντόπιοι κακομεταχειρίζονται την ομορφιά αυτή, αναρωτιέμαι ώρες- ώρες αν έχει νόημα να πηγαίνω ακόμα σε αυτό το χωριό, μήπως πρέπει πια να παρατήσουμε την προσπάθεια
Μόνο χτες βράδυ, παραμονή των Θεοφανείων, που ήρθε η χορωδία ανδρών, όπως συνηθίζεται, στο σπίτι να πουν τα κάλαντα, ένιωσα λίγο να με υιοθετούν επιτέλους. Ήταν νέα φουρνιά οι τραγουδιστάδες, οι φίλοι των παιδιών μου πια που πήραν τη θέση των μεγάλων, κι όταν τους άνοιξα ήρθαν όλα να με χαιρετίσουν και να με φιλήσουν χαμογελαστά, θερμά. Τόσα χρόνια που χαρτζηλικώνω και χαϊδολογάω τα παιδάκια αυτά δεν πήγαν χαμένα, τουλάχιστον αυτά με μάθανε, σκέφτηκα, κι όπως πάντα το παθαίνω με τα κάλαντα, στην Αθήνα με τα παιδιά των μεταναστών, στη Δράκεια με τα παιδιά των ντόπιων που μεγάλωσαν και μοιάζουν περισσότερο με μετανάστες κι αυτά έτσι που πιάνουν δουλειά απο τα δώδεκά τους, πήρα να βουρκώνω.

Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Μέσα στην ομίχλη

Μετά την ομίχλη ήρθε το χιόνι
Στο πηλιορείτικο χωριό  είδα την ομίχλη να σκαρφαλώνει στην πλαγιά βιαστική σα να είχε ραντεβού στην πλατεία. Στην οποία πλατεία δεν υπήρχε ψυχή, έριχνε μια ψιλή βροχή, περόνιαζε όποιον ξεμύτιζε στο δρόμο. Περπατούσα με μόνο οδηγό τα φώτα που μετεωρίζονταν στο γαλακτερό κενό, σπίτια,  δέντρα, άσφαλτος, καλντερίμια, λαμαρίνες και ερείπια, είχαν εξαφανιστεί. Δεν ακουγόταν τίποτε, τυλίγει και  ήχους η ομίχλη; Σα να αλάφρωνε το βήμα μου. Μια ανθρώπινη σκιά φάνηκε να πλησιάζει. Φαντάστηκα ότι ήταν η γιαγιά που δεν πρόλαβα να γνωρίσω, αυτή που εγκατέλειψε πριν πολλές δεκαετίες αυτό το χωριό. Τώρα θα με πάρει από το χέρι, ονειρεύτηκα, μόλις η ομίχλη διαλυθεί θα με σεργιανίσει στα καλντερίμια να μου δείξει τα κατατόπια. Τριάντα χρόνια τώρα που έρχομαι εδώ, ποτέ οι πατριώτες της δεν θέλησαν να μου δείξουν κάτι. Όποτε ρωτάω δεν απαντούν, αρχίζουν αυτοί να ρωτάνε. Γιατί θέλεις να πας εκεί, τι σε νοιάζει; Γιατί με τα πόδια, αυτοκίνητο δεν έχεις; Δεν έχει τίποτε εκεί… Τώρα θα φανεί η γιαγιά μου και θα μου δείξει ό,τι δεν ανακάλυψα μόνη μου. Βέβαια, μόλις η ομίχλη διαλυθεί δεν θα φανερωθεί το ταλαίπωρο χωριό που γνώρισα, αλλά εκείνο που δείχνει η προπολεμική φωτογραφία, με τα διώροφα σπίτια απλωμένα αρμονικά στην πλαγιά, πριν το σεισμό και τις ναζιστικές εκτελέσεις…
Όλη τη μέρα έκρυβε η ομίχλη το χωριό και το βράδυ άρχισε να διαλύεται. Όλη τη μέρα άφησα τη φαντασία μου να αλωνίζει κατά βούληση, είπα στη γιαγιά μου μαζεμένα τα παράπονα, κι όταν φάνηκαν πρώτα οι κορφές των γυμνών δέντρων, κι ύστερα όλα τα γνωστά περιγράμματα του χτεσινού τοπίου ήταν λίγο απογοητευτικό. Μόνη παρηγοριά τα χρώματα, είχαν βουτήξει τα πάντα στην υγρασία και φαίνονταν ζωηρά και καινούργια.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ την Τετάρτη 5 Ιανουαρίου 2011

Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...