Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Αγαπημένη γιορτή

Άρχισε η μέρα να μεγαλώνει μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο που μόλις πέρασε. Στις μεγάλες αυτές χειμωνιάτικες νύχτες οι Ρωμαίοι γιόρταζαν τη γέννηση του Μίθρα. Στο σχολείο μαθαίναμε ότι οι Ρωμαίοι είχαν πολύ συγκινηθεί με τον ελληνικό πολιτισμό, για τις ανατολικές θρησκείες δεν μας έλεγαν. Φαίνεται ότι είχαν κι αυτές τη γοητεία τους, η οποία επίσης κατέκτησε τους κατακτητές. Αν το καλοσκεφτείς, οι Ρωμαίοι θα μπορούσαν να είναι εξίσου οπαδοί του Αχούρα Μάζδα, και ο Νίτσε τότε δεν θα είχε γράψει το “Τάδε έφη Ζαρατρούστρα” αλλά το“Τάδε έφη Ιωάννης” ή κάτι παρεμφερές. Όμως κέρδισε η θρησκεία του ταξιδιώτη Παύλου που δεν μπορούσε να περιμένει, πήγε κατευθείαν στην πρωτεύουσα να βρει την τύχη του. Και τη βρήκε με το παραπάνω. Κι αυτός και οι ξενοδόχοι που ζουν μια ξανακερδισμένη άνοιξη με τον θρησκευτικό τουρισμό.
Σε κάθε περίπτωση τα Χριστούγεννα ενώνουν όλο τον κόσμο, και τους θρήσκους και τους μη θρήσκους που οφείλουν να παραδεχτούν ότι οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν ακριβώς τη στιγμή που γεννιέται ο Χριστός, δηλαδή τη στιγμή που γεννιόταν ο θεός του ήλιου, κι αυτό μας φέρνει ενώπιον μιας πραγματικότητας που δεν έχουμε αντιμετωπίσει με αρκετή ταξική ανάλυση: υπάρχει μια διαφορά στο νότιο ημισφαίριο, όπου οι εποχές είναι ανάποδα. Αυτοί του νοτίου είναι καταπιεσμένοι πολιτιστικά από εμάς του βορείου. Μπορούμε να λέμε πως τους δώσαμε τα φώτα, αλλά θα μας απαντούν πως δεν τα χρειάζονταν, διότι κάνουν τα μπάνια τους στους ωκεανούς τους την εποχή που εμείς τουρτουρίζουμε γύρω απ' τη φάτνη. Μας εκδικούνται όμως πλημμυρίζοντας με φωτογραφίες αγιοβασίληδων που φορούν μαγιώ και άλλα τέτοια απαράδεκτα. Τι να κάνουμε; Είναι το τίμημα της ανωτερότητάς μας.
Νότιοι καλοκαιρινοί αγιοβασίληδες και αγιοβασίλισσες μπορεί να μας θυμίζουν την ασωτεία του καλοκαιριού, την ανεμελιά και τη ρηχότητά της. αλλά εμείς πάντα θα ξέρουμε, κάθε Χριστούγεννο, ότι είμαστε αρχαιότεροι, βαθύτεροι, στοχαστικότεροι, ιστορικότεροι από τους νότιους. Που δεν μας ρώτησαν καν για να γίνουν τόσο νότιοι. Αν οι Ρωμαίοι είχαν κατακτήσει και το νότιο ημισφαίριο θα είχαν σίγουρα απελπιστεί από την ποικιλομορφία της γης και δεν θα είχε κανείς αυτοκράτορας ποτέ την ιδέα να ενώσει όλους τους λαούς του σε μια θρησκεία, καθιερώνοντας για κάθε βασιλιά Ήλιο την ίδια γιορτή. Και τώρα δεν θα ξέραμε τη συνταγή για τα μελομακάρονα. Πιθανότατα.
Πλανητικά, αστρολογικά ου μην αλλά και αστρονομικά, θρησκευτικά και κοσμικά, τα Χριστούγεννα είναι μαγικά. Ευχές για πετυχημένες γιορτές, πολλά κάλαντα, καλά μαγειρέματα, σωστές δόσεις ζάχαρης, τέλειο φούσκωμα, κι έχει ο θεός, καθώς κι η επιστήμη.



Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Ονειρεύτηκα τον καπιταλισμό

Δύσκολο να θυμάσαι τα όνειρά σου για δεκαετίες. Συνήθως τα ξεχνάς λίγα λεπτά μετά το ξύπνημα, εκτός αν τα σημειώσεις, ή αν τα ανακαλείς συχνά. Θυμάμαι ένα όνειρο που είχα δει πριν πολλά χρόνια, κυρίως επειδή ήθελα να το κρατήσω μυστικό.
Ταξιδεύαμε για την Κούβα, για ένα “Φεστιβάλ νεολαίας και φοιτητών”. Ήταν καλοκαίρι του 1978. Η πτήση έγινε μέσω Μόσχας, με την Αεροφλότ. Το όλο πράγμα ήταν οργανωμένο από την τότε Σοβιετική Ένωση.  Συμμετείχαν μέλη από πολιτικές νεολαίες πολλών αποχρώσεων, γενικά αριστερής κατεύθυνσης. Νομίζω μέχρι το ΠαΣοΚ, αλλά δεν παίρνω και όρκο.
Πολύωρη πτήση, πολύ δύσκολη για μένα που ζαλίζομαι και φοβάμαι, όπου όλοι κάπνιζαν διαρκώς.
Προσπαθούσα να κοιμηθώ, έπαιρνα τη μια δραμαμίνη πίσω απ' την άλλη, κι όποτε άνοιγα τα μάτια έβλεπα σιλουέτες να κινούνται μέσα στην ομίχλη των τσιγάρων. Οι περισσότεροι δεν κάθονταν, περιφέρονταν και συζητούσαν καπνίζοντας αδιάκοπα, επιδεικνύοντας γνώσεις, κάνοντας πλάκα, εισπνέοντας νικοτίνη αχόρταγα, φλερτάροντας και παριστάνοντας τους πολύ άνετους. Δεν άκουγα τίποτε, κάθε τόσο γύριζα πλευρό όπως- όπως στο άβολο κάθισμα. Το οποίο πάντως ήταν πολύ καλύτερο από τα μοντέρνα που συνηθίζονται τώρα στην οικονομική θέση.
 Με ξυπνούσαν τα σερβιρίσματα, το φαγητό ήταν πάντα κοτόπουλο, έτρωγα λίγο και ξανακοιμόμουν. Στο τελευταίο κομμάτι ύπνου, αφού άκουσα ότι κοντεύαμε να φτάσουμε πια στην Κούβα, είδα ένα όνειρο. Είδα ότι το αεροπλάνο είχε κάνει λάθος κι αντί να πάει στην Κούβα είχε πάει στο Μαϊάμι, απέναντι. Στο απαγορευμένο για τους Κουβανέζους αμερικανικό έδαφος. Είχε, λέει, ξεφύγει από την πορεία του, και προσγειώθηκε σε μια πολύ χαρούμενη ακτή, όπου όλοι έκαναν μπάνιο, υπήρχαν φοίνικες, μεγάλες παραλιακές λεωφόροι, διαφημιστικά παντού, κτίρια σαν αυτά που έχουμε δει στο σινεμά, αστραφτερές καλλονές, λεφτάδες με χαβανέζικα πουκάμισα, τέτοια πράγματα. Το πιο παράξενο ήταν ότι ένοιωθα πολύ ευτυχισμένη, απρόσμενα χαρούμενη. Με πλημμύριζε ευδαιμονία γι αυτό το λάθος του αεροπλάνου. Τόσο που όταν ξύπνησα ένοιωθα σχεδόν τύψεις. Τι διάολο, είχα καταφέρει- με μεγάλη προσπάθεια και πολλές αντιξοότητες- να πάρω μέρος στο ταξίδι αυτό στην Κούβα, κι εγώ ονειρευόμουν το Μαϊάμι;
Δεν το είπα σε κανέναν, άρχισα όμως να προβληματίζομαι. Εκείνη την εποχή συμμεριζόμασταν όλοι τον διάχυτο αντιαμερικανισμό που θεωρούνταν αυτονόητος και μας γέμιζε προκαταλήψεις πολύ κουραστικές μέσα στις αντιφάσεις που γεννούσαν ακόμα και στην καθημερινότητά μας. Βλέπαμε αμερικανικές ταινίες, όχι τόσο πολλές και τόσο αποκλειστικά αμερικανικές βέβαια όπως τώρα, αλλά βλέπαμε πάμπολλες και πολύ καλές. Ακούγαμε ροκ μουσική, διαβάζαμε αμερικανική λογοτεχνία, εξυπηρετούμαστε με αμερικανικές εφευρέσεις και κατασκευές, τα γνωστά τέλος πάντων.
Θεωρούσαμε όμως τις ΗΠΑ υπεύθυνες για τη χούντα στην Ελλάδα, και για κάθε κακό πάνω στον πλανήτη. Ακόμα και όσα δημιουργούσαν οι αντίπαλοι τους, έφταιγαν οι Αμερικανοί γιατί τα είχαν προκαλέσει με την επιθετικότητά τους. Κάπως έτσι σκεφτόμασταν, ήμασταν ποτισμένοι μ' αυτή την ιδέα.
Εν πάση περιπτώσει, πηγαίναμε να δούμε την εφαρμογή του σοσιαλισμού σε μια χώρα που ήταν καρφί στο μάτι των ΗΠΑ, και δεν είχα καμιά δουλειά να βλέπω τέτοια όνειρα. Κράτησα την απορία μου κρυφή, την επιθυμία που μου αποκάλυψε το όνειρο προσπάθησα να την κρύψω κι από τον εαυτό μου, και αφοσιώθηκα στην επίσκεψη, για την οποία είχα αναλάβει μάλιστα να γράψω στο περιοδικό "Ο πολίτης" που εξέδιδε ο Άγγελος Ελεφάντης.
Στην Κούβα ήταν πολύ ωραία, το ταξίδι είχε μεγάλο ενδιαφέρον, έγραψα ένα μεγάλο κείμενο όταν επιστρέψαμε, αλλά δεν έπαψε να με απασχολεί το παράξενο εκείνο όνειρο και η σημασία του. Αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι με ενδιέφεραν οι ΗΠΑ, ότι θα ήθελα πολύ να πάω εκεί, το όνειρο απλώς εξέφρασε μια υποσυνείδητη επιθυμία, έλεγε η απλή φροϋδική ανάλυση. Ζούσα μέσα στην αμερικανική κουλτούρα, δεν μπορούσα να είμαι διαρκώς εναντίον της, κάπως αλλιώς έπρεπε να σκεφτώ τον ιμπεριαλισμό, το σοσιαλισμό, κι όλα τα υπόλοιπα. Οι προκαταλήψεις δεν είχαν νόημα, αποφάσισα ότι έπρεπε ν' απαλλαγώ από δαύτες.
Με λιγότερη σιγουριά αποφάσισα να ψάξω τις βαθύτερες επιθυμίες και τις τάσεις μου, αυτό είναι πάντα πιο δύσκολο. Ήμουν ούτως ή άλλως σε αναθεωρητική πολιτική διαδικασία, αναθεωρητές μας έλεγαν, ρεβιζιονιστές μάλιστα που ήταν και βρισιά, οπότε διαρκώς αναθεωρούσα. Και συνεχίζω να αναθεωρώ. Όσο ζω αναθεωρώ, κάνει τη ζωή συναρπαστική και σας το συστήνω.
Δεν πήγα ποτέ στο Μαϊάμι. Δεν μίλησα ποτέ πριν σε κανέναν γι αυτό το όνειρο και την παράξενη ευδαιμονία που μου είχε δημιουργήσει. Το θυμήθηκα απόψε διαβάζοντας για την αλλαγή πολιτικήςτης Κούβας απέναντι στις ΗΠΑ και τούμπαλιν, με απόφαση του Ραούλ Κάστρο και του Ομπάμα.  Τα δρομολόγια που γίνονταν παράνομα και επικίνδυνα θα ξεκινήσουν κανονικά, οι Κουβανοί θα μπορούν να πηγαίνουν απέναντι, οι Αμερικανοί θα κάνουν τουρισμό στην Κούβα, όλα θ' αλλάξουν ανάμεσα στις δυο αυτές χώρες που κάποτε κόντεψε η έχθρα τους να προκαλέσει παγκόσμιο πόλεμο. Είχα ονειρευτεί τελικά ένα διαδεδομένο κουβανέζικο όνειρο, απ' αυτά που κάνουν οι άνθρωποι στον ξύπνιο τους, να μπορούν να ταξιδεύουν ελεύθερα στην εχθρική γείτονα, να μην υπάρχει η απαγόρευση, ούτε η έχθρα. Ένα ακόμα τείχος έπεσε με τη συμφωνία Ραούλ Κάστρο και Ομπάμα, κι η ευδαιμονία που είχα νιώσει στον ύπνο μου τόσα χρόνια πριν, τώρα θα πλημμυρίζει τους Κουβανούς, και σίγουρα κάποιους Αμερικάνους.
Πολύ σπουδαίος πρόεδρος ο Ομπάμα, ουσιαστικά τολμηρός. Kαι ο Ραούλ Κάστρο ευτυχώς που υπάρχει, έχει το όνομα αλλά έχει και τον πραγματισμό να απαλλάξει την Κούβα από τα βαρίδια του αποκλεισμού και των απαγορεύσεων.

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Our european face

Παρατήρησαν πολλοί και σωστά ότι ήταν πολύ τριτοκοσμικό θέαμα οι Σύροι πρόσφυγες στο Σύνταγμα, κι ευτυχώς που απομακρύνονται για να ξαναβρεί η Αθήνα το ευρωπαϊκό της πρόσωπο. Κάτι λεπτομέρειες απομένουν να διορθωθούν, κάτι ξηλωμένα πεζοδρόμια, κάτι καμένα κτίρια λίγο πιο κάτω, κάτι παρατημένα που σαπίζουν πίσω από ξεσκισμένες λινάτσες, κάτι αδιαπέραστα οδοφράγματα από παρκαρισμένα μηχανάκια, κάτι συμπεριφορές οδηγών σε διαβάσεις, αλλά εντάξει, αυτά είναι εύκολα. Η αγάπη προς την πόλη και την ευταξία είναι πάντα συγκινητική, ειδικά τις εορταστικές μέρες που έχουμε την τάση να κυκλοφορούμε στο κέντρο αναζητώντας τη χαμένη του λάμψη.
Βέβαια και οι ίδιοι οι Σύροι αυτό ήθελαν, μια ευρωπαϊκή ζωή να ζήσουν, δηλαδή να φύγουν από την Ελλάδα, κι ίσως να ονειρεύονταν μια βόλτα επίσης σε ευρωπαϊκούς δρόμους χωρίς το φόβο ότι κάποιος θα τους ζητήσει τα χαρτιά τους κι εκείνοι δεν θα έχουν. Είναι περίεργο πως άνθρωποι που έρχονται από χώρα με πόλεμο, έχουν τόσο παράξενη ιδέα περί της Ελλάδας, ότι δεν είναι ακριβώς Ευρώπη δηλαδή, αν και μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και στο σκληρό πυρήνα του ευρώ, κι άλλα τέτοια σκληρά.
Αλλά πάλι κι αυτό δεν είναι απόλυτο. Ας πούμε, πέρσι τέτοιον καιρό έτυχε να γνωρίσω ένα νεαρό πρόσφυγα απο τη Συρία. Είχε έρθει με τους φίλους του δια θαλάσσης, περνώντας περιπέτειες αντάξιες ενός Ρόμπερτ Λούις Στήβενσον ή Ιουλίου Βερν, ό,τι προτιμάτε, και δεν καταλάβαινε γιατί οι φίλοι του ήθελαν σώνει και καλά να συνεχίσουν τις περιπετειώδεις αυτές μετακινήσεις τους προς Βορράν. Εγώ θα μείνω στην Ελλάδα, μου είχε πει, ξεκινώ αύριο τις αιτήσεις για πολιτικό άσυλο. Η πίστη του στην ευρωπαϊκή υπόσταση της πατρίδας μας και η αποφασιστικότητά του, με είχαν γεμίσει αισιοδοξία. Πριν λίγες μέρες που τον συνάντησα ξανά όμως, με πληροφόρησε ότι είχε περάσει πολλές μέρες σε ουρές και σε γραφεία, μήνες ολόκληρους για την ακρίβεια, να καταθέτει χαρτιά και βεβαιώσεις και κόντρα χαρτιά και κόντρα βεβαιώσεις, δεν του είχαν δώσει τελικά άσυλο και δεν έλπιζε πια να το πάρει. Το κακό ήταν ότι δεν πίστευε ούτε τις διαβεβαιώσεις των αρμοδίων και αναρμοδίων στους πρόσφυγες του Συντάγματος, ότι θα δώσουν άσυλο στους απεργούς πείνας που ήταν εκεί.
Μου διηγήθηκε τις περιπέτειες των φίλων του που ταξίδεψαν βόρεια με τα πόδια, περνώντας από τη Σερβία, αφού είχαν πληρώσει χρήματα που θα τους εξασφάλιζαν πολυτελή κρουαζιέρα αν είχαν την τύχη να γεννηθούν στη σωστή χώρα, ας πούμε στη δική μας, οι οποίοι κατάφεραν να φτάσουν στη Βιέννη. Κι εκείνος τώρα ψάχνει τρόπους να φύγει. Τα κυκλώματα που υπάρχουν. Παράνομα, ακριβά και επικίνδυνα. Αφού αλλιώς δεν γίνεται, δεν επιτρέπεται, δεν προβλέπεται, τι να κάνουν οι άνθρωποι;
Νέος, μορφωμένος, με θαυμάσια αγγλικά, γεμάτος όρεξη για δουλειά, κοινωνικός, φιλικός, ζεστός, ταλαντούχος άνθρωπος, θα μπορούσε να μείνει εδώ, να κάνει κάτι, να δημιουργήσει, να πληρώσει και ένσημα, αν θέλετε να το δούμε καθαρά πρακτικά. Αλλά όχι, δεν αφήνουμε περιθώρια παρά μόνο σε όσους αντέχουν να ζουν συνεχώς στην παρανομία και την άγρια εκμετάλλευση που συνεπάγεται.
Του ευχήθηκα καλή τύχη με βαριά καρδιά, και σημειώνω κάπου για τους παρατηρητές των δημοσίων πραγμάτων, να έχουν το νου τους μ' εκείνο το άσυλο που έχουμε υποσχεθεί στους Σύρους του Συντάγματος, αν θα δοθεί τελικά.

Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Πώς τον λεν, πώς τον λεν τον ποταμό;

Ήθελε, λέτε, να προκαλέσει το ελληνικό κράτος και την ελληνική κυβέρνηση, και τέλος πάντων κάθε τι ελληνικό του λαού συμπεριλαμβανομένου, ο διευθυντής του Βρετανικού μουσείου, και γι αυτό δάνεισε το άγαλμα του Ιλισσού στο Ερμιτάζ; Εγώ δεν το πιστεύω. Μπορεί να έχουν σπάσει τα νεύρα του από τις συνεχείς οχλήσεις περί των γλυπτών του Παρθενώνα, αλλά όταν ισχυρίζεται ότι έκανε τη χειρονομία αυτή προσπαθώντας να συσφίξει τις σχέσεις των δύο μεγάλων μουσείων, του Ερμιτάζ δηλαδή και του Βρετανικού, και των δυο μεγάλων χωρών αντιστοίχως, προσωπικά τον πιστεύω. Έστω κι αν προδίδει έτσι την προσβλητική του πρόθεση, οι δυο μεγάλες χώρες που αγνοούν τη μικρή ανάμεσά τους, δεν πληγώνομαι γιατί κάποιος που νιώθει την ανάγκη να μιλήσει έτσι ήδη νιώθει το μεγαλείο του εύθραυστο. Απέδειξε βέβαια μ' αυτόν τον τρόπο ότι τα γλυπτά τελικά μπορούν να μετακινηθούν χωρίς να κινδυνεύουν.
Εκείνο που με εμπνέει στην όλη ιστορία, και νιώθω να μας αφορά βαθύτερα απ' όλα, είναι το τι παριστάνει ο γερμένος αντρικός κορμός του αγάλματος που δανείστηκε το Ερμιτάζ. Είναι ο ποταμός Ιλισσός αυτοπροσώπως. Στην αρχαιότητα τον θεωρούσαν θεό, όπως και διάφορους άλλους ποταμούς, και σας αφήνω να φανταστείτε το αργό πέρασμα από την ευγνωμοσύνη στα νερά ενός ποταμού μέχρι την προσωποποίηση του σε άνδρα που παρίσταται στο διαγωνισμό Αθηνάς και Ποσειδώνα για το ποιος θα αναλάβει την Αθήνα. Αυτό παριστάνει το δυτικό αέτωμα. Στέκεται εκεί πολύ νωχελικός, όπως κι ο Κηφισός απέναντι, πλαγιασμένοι κι οι δυο σαν ποτάμια που ήταν, ό,τι πρέπει για τα σημεία που στενεύουν οι πλευρές του αετώματος. Κι ομολογώ ότι τόσες φορές που έχω δει το γλυπτό αυτό, και στο Βρετανικό μουσείο, και σε φωτογραφίες, και σε αντίγραφα, πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι παριστάνει τον Ιλισσό.
Και να που φτάνουμε σήμερα να διαμαρτύρεται επισήμως η Ελλάδα γι αυτή τη μετακίνηση, ενός γλυπτού που παριστάνει έναν ποταμό σκεπασμένο και φτιαγμένο υπόνομο εδώ και χρόνια. Μα πώς το πάθαμε αυτό, θα άξιζε να μαθαίνουμε, να εντρυφούμε, να ψυχαναλυόμαστε σαν αθηναίοι και απόγονοι ενδόξων και ευλαβών προγόνων. Και το τραγούδι του Χατζιδάκη πότε γράφτηκε, πριν ή μετά που σκέπασαν τον ποταμό; Κι αν σκεπάζεις ένα ποτάμι τραγουδισμένο, που ήταν και θεός και τον είχαν απαθανατίσει και στο αέτωμα του Παρθενώνα, είναι άραγε εξίσου άνετη δουλειά με το να σκεπάζεις ένα ποτάμι ατραγούδιστο;
Η ιστορία είναι βέβαια απλή, όπως και με τον Κηφισό: έγιναν πρώτα τα ποτάμια της Αθήνας ανοιχτοί υπόνομοι, έπνιγε η μπόχα τον κόσμο κι η πρόοδος ήρθε με το να τα σκεπάσουν. Σ' όλη την ασκέπαστη φάση τους δεν βρέθηκε κανείς να υπερασπιστεί πολιτικά την ανάγκη της πόλης για ποτάμια ανοιχτά και κάπως καθαρά, υπήρξαν όμως πολλές πολιτικές πιέσεις για εκμετάλλευση οικοπέδων στις όχθες και πρέπει να θεωρούμε νίκη της προόδου που έγιναν δρόμοι τελικά οι δυο μεγάλοι ποταμοί, κι όχι οικόπεδα. Ως εκεί τους προστάτεψε η θεοσύνη τους.
Και τώρα δεν ξέρω τι θα γίνει με τον Ιλισσό στο Ερμιτάζ, αλλά θα ήθελα να παρασύρει στην επικαιρότητα κάτι προτάσεις μηχανικών και πολεοδόμων περί αναβίωσης του ποταμού Ιλισσού, του αληθινού, αυτού που περνάει κάτω από τη Μιχαλακοπούλου και Καλλιρόης. Αυτό μάλιστα, θα ήταν πρωτότυπο κίνημα.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

Λίγο Ρακίνας, λίγο Οβίδιος

Τελευταία φορά είδα έργο του Ρακίνα στο Παρίσι. Ίσως να ήταν και η πρώτη φορά. Δεν παίζεται συχνά στην Ελλάδα Ρακίνας, αν κι έγραψε τραγωδίες με ελληνικά πρότυπα, όχι απλώς ελληνικά θέματα. Ίσως γι αυτό δεν παίζεται πολύ, θεωρούμε πως διαθέτουμε στη γλώσσα μας τις καλύτερες ελληνικές τραγωδίες, άρα δεν χρειαζόμαστε και τις γαλλικές. Όμως οι τραγωδίες του Ρακίνα είναι κάτι διαφορετικό, όπως είχα την τύχη ν' ανακαλύψω όταν σπούδαζα Λογοτεχνία στο Γαλλικό Ινστιτούτο. Μελετούσαμε τη Φαίδρα, κείμενο δύσκολο για μας, αλλά και γοητευτικό, με τους αλεξανδρινούς στίχους του και την ανάλυση των γυναικείων συναισθημάτων. Αλλά ποτέ δεν την είχα δει στο θέατρο. Γι αυτό σημείωσα το φετινό αφιέρωμα στο χώρο Beton 7 που αφιερώνεται φέτος στον Ρακίνα και τον Μολιέρο. Κυρίως για τον Ρακίνα, από Μολιέρο δεν έχουμε παράπονο.
Κάθε Τετάρτη και Πέμπτη παίζεται εκεί το έργο που έχουν ονομάσει “Πολύ αργά Φαίδρα”. Είναι αποσπάσματα από τη Φαίδρα του Ρακίνα που μετέφρασε ο Στρατής Πασχάλης, με τρόπο που μου φάνηκε εξαιρετικός. Διατηρούν αυτή την ευγένεια που έχουν στο πρωτότυπο, και την αίσθηση του κρυστάλλου, αν και δεν είναι αλεξανδρινοί. Κρύσταλλο δουλεμένο υπέροχα, που σε κάνει να βλέπεις μέσα σου. Αλλά υπάρχει κι άλλο κείμενο εμβόλιμο, το οποίο δεν έχω ποτέ διαβάσει, σε καμία εκδοχή (μήπως έχουμε κι εδώ άλλη παράλειψη;) η Επιστολή του Οβίδιου, σε μετάφραση Θεόδωρου Παπαγγελή.
Τι έχει ο Ρακίνας να πει σήμερα, μπορεί να αναρωτηθεί κανείς, κι επειδή δεν θυμάμαι πια από τις μαθητικές μελέτες παρά μόνο τη γοητεία των αλεξανδρινών στίχων, η απάντηση είναι μόνο η ανύψωση που ένιωσα στην παράσταση της Ανδρομάχης στο Παρίσι, που είχα δει πριν τρία χρόνια στην Κομεντί Φρανσέζ, αλλά και στη Φαίδρα που είδα τώρα στο Βοτανικό. Αυτό έχει να πει σήμερα ο Ρακίνας, όπως το έλεγε και χτες: πόσο μεγάλοι και πόσο τραγικοί είναι οι άνθρωποι. Πόσο οι κοινωνικοί τους ρόλοι μπορούν να τους εξευγενίσουν, και να τους καταστρέψουν. Και με ποιο τρόπο παλεύουν ανάμεσα στους ρόλους αυτούς και στα πάθη τους. Οπότε, ναι, είναι επίκαιρος, γιατί βάζουμε ξανά τη φιλοσοφική ερώτηση περί της αξίας των κοινωνικών ρόλων, ξανά το σύνθημα περί της απελευθέρωσης των επιθυμιών. Μάλιστα υποτιμούμε την πάλη αυτή, συχνά η επιθυμία αποθεώνεται, γιατί να της αντιστέκεται κανείς; Προς τι το δράμα; Ελάτε να σας πω εγώ, λένε οι αναγνώσεις του Ρακίνα.
Στην παράσταση που έχουν στήσει η Μαριτίνα Πάσσαρη και η Εύρη Σωφρονιάδου, υπεισέρχεται η επιστολή του Οβίδιου μέσα στην τραγωδία του Ρακίνα. Για λίγες στιγμές οι δυο γυναίκες αφήνονται στην αυταπάτη πως όλα είναι εύκολα, ο έρωτας είναι ανάλαφρο παιχνίδι, συναρπαστικό, που χαρίζει την ευτυχία. Φτάνει να τον εκφράσεις, να γράψεις, να μιλήσεις ελεύθερα, πες το κι έγινε! Για λίγο σχεδόν μας ξεγελάνε, η ευτυχία είναι εφικτή ακόμα και στους σκληρούς καιρούς εκείνους. Φοράνε τα μαύρα τους γυαλιά και χορεύουν, ξεκαρδίζονται, τι ωραία, όλα θα πάνε καλά!
Κι ύστερα επιστρέφουν στον Ρακίνα. Μόνες οι δυο τους στη μικρή σκηνή, φέρνουν μπροστά μας και την ακροθαλασσιά, και τ' ανάκτορα της Αθήνας, και τις απαιτήσεις της εξουσίας, αλλά κυρίως την πάλη με τα πάθη τους. Τη σύγκρουση της αξιοπρέπειας και της αυτοεκτίμησης με τον έρωτα. Και τη σχέση τους, αυτή την αιώνια συνύπαρξη του ηγεμόνα με τον σύμβουλο του, της επιρροής του αδύναμου στον ισχυρό.
Το παίζουν κάθε Τετάρτη και Πέμπτη μέχρι την 1η Ιανουαρίου.

Παρασκευή, 5 Δεκεμβρίου 2014

Σοφιανός Χρυσοστομίδης

Ο Σοφιανός ήταν οι τοίχοι της Αυγής, οι διάδρομοι και τα γραφεία της. Το χιούμορ του, το ανοιχτό του μυαλό. Το γέλιο του, το μάτι που σπίθιζε. Μιλούσε με κάποια ίχνη γαλλικής προφοράς, σε κάθε του συλλαβή άκουγες τον κοσμοπολιτισμό. Ήξερε τους πάντες, έφερνε σε αμηχανία τους κολλημένους. Δεξιούς κι αριστερούς. Ζώντας μαζί του δεν είχαμε καμιά αμφιβολία πως η αριστερά ήταν ανθρωπιστική, απελευθερωτική, μοντέρνα, ανοιχτή, αντιδογματική, γενναιόδωρη, έξυπνη και καλλιεργημένη.
Στην Αυγή τα πρώτα χρόνια, είκοσι χρονώ και κάτι εμείς, η φουρνιά της μεταπολίτευσης, εκστασιασμένοι και ψαρωμένοι, τον είχαμε σαν πατέρα. Μας πείραζε, μας δίδασκε, μας βοηθούσε, κι ήταν φυσικό να δίνουμε τον καλύτερο εαυτό μας. Έμπειρος, ψημένος σε φυλακές και ταλαιπωρίες, γνώστης και πασίγνωστος, ποτέ δεν ειρωνεύτηκε την άγνοια και την αφέλεια μας. Άκουγε τις προτάσεις μας, τις δεχόταν. Τα παράπονα, τις απαιτήσεις. Τις αναλύσεις μας. Τις φιλοδοξίες μας. Τις μη φιλοδοξίες μας.
Δεν ξέραμε τότε ότι ήταν σπάνιος. Το καταλάβαμε στη συνέχεια.
Έψαξα να βρω φωτογραφίες από εκείνα τα χρόνια στην Αυγή. Βρήκα λίγες, και σε καμία το Σοφιανό. Εγώ να φοράω κάτι δαντελένιες μπλούζες μέρα -νύχτα. Κάτι φούστες τσιγγάνικες διαφανείς. Ήμασταν λίγο ούφο, σκέφτομαι τώρα, τόσα χρόνια μετά. Αλλά εκείνου δεν ίδρωνε τ' αυτί. Μας άκουγε, μας έβαζε να γράφουμε, έτσι όπως ήμασταν. Όταν του ανακοίνωσα ότι με ενδιαφέρει το πολιτικό ρεπορτάζ, με πήρε μαζί του στα μπρίφινγκ που γίνονταν τότε, και δεν υπήρχε άλλο κορίτσι ακόμα. Εκείνος έκανε την αρχή, μ' εμένα. Του χρωστώ ευγνωμοσύνη, γι αυτό και για ένα σωρό άλλα.
Ήταν σαν ήρωας της Τριλογίας του Τσίρκα. Ζούσες μαζί του την απαίτηση των Αιγυπτιωτών να κάνουν ευγενική την Αθήνα. Κι όχι μόνο των Αιγυπτιωτών, εδώ που τα λέμε.
Τα καλοκαίρια τον συναντούσα στο Σούνιο, στην παραλία του Ασημάκη. Μισόκλεινε τα μάτια κοιτάζοντας τη θάλασσα κι απολαμβάνοντας βαθιά τη ζωή.


Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Τρέμω για τη χώρα μου

Στις κλασσικές τουριστικές περιηγήσεις, τουλάχιστον σε χώρες ευρωπαϊκές, περιλαμβάνεται συνήθως μια επίσκεψη σε κελιά, μπουντρούμια, αίθουσες βασανιστηρίων και άλλα παρεμφερή. Τα μέρη αυτά για κάποιο λόγο είναι πολύ δημοφιλή σε παιδιά και εφήβους, κι όποιος έχει κάνει τον τουρίστα μια φορά στη ζωή του σίγουρα θα έχει επισκεφτεί κάτι παρόμοιο. Στη Βενετία οπωσδήποτε περνάς τη γέφυρα των στεναγμών, και σε πολλές παλιές πόλεις διατηρούνται ακόμα σε πλατείες ή γωνίες κάτι σάπια ξύλα όπου έβαζαν τα χέρια και τα πόδια των καταδίκων και τους ακινητοποιούσαν για ώρες ή για μέρες. Η ανθρώπινη εφευρετικότητα για τιμωρίες, με δυο λόγια, επιδεικνύεται σαν κομμάτι της ιστορίας αυτής της γηραιάς ηπείρου που πάντα, ακαταμάχητα, προσελκύει νέους απ' όλον τον κόσμο.
Στην Ελλάδα δεν ξέρω τέτοιο μέρος, και νομίζω λείπει πολύ. Με έναν τροχό μαρτυρίου στη μέση μιας πλατείας ίσως είναι κανείς εξοικειωμένος με το παρελθόν του τόπου του, τα στάδια που πέρασε η πολιτική εξουσία και η συνείδηση συμμετοχής σ' αυτήν. Ίσως, πάντα ίσως, αντιλαμβάνεται καλύτερα κανείς τους αιώνες που πέρασαν, τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στον πολίτη του 21ου αιώνα και του υπηκόου ενός καθεστώτος της εποχής που οι άνθρωποι βασανίζονταν δημόσια, εκτελούνταν, και γενικά πάθαιναν διάφορα τρομερά προς τέρψη του κοινού και παραδειγματισμό. Μπορεί, αλλά πάλι δεν είναι σίγουρο, τέτοια εκθέματα που θυμίζουν τους αιώνες που πέρασαν, να συγκρατούν συζητήσεις που συνέχεια επανέρχονται γύρω από τις κατακτήσεις της δημοκρατίας, γύρω από την πρόοδο της εγκληματολογίας, γύρω από την εξέλιξη των νόμων. Να μη χρειάζεται κάθε φορά που συζητάμε για την εφαρμογή των νόμων και δη των προοδευτικών νόμων στην αντιμετώπιση των εγκληματιών να ακούμε ξανά και ξανά τις ίδιες σοφίες για το πόσο σπουδαίοι θα ήμασταν αν είχαμε ακόμα θανατική ποινή, αν γίνονταν δημόσιοι ακρωτηριασμοί, και τι καλό πράγμα είναι η αυτοδικία. Να μη χρειαζόταν να υπερασπιζόμαστε διαρκώς τα αυτονόητα για την επιλογή της ελληνικής πολιτείας, που ακολουθεί τις δύσκολες, τις αργές και επίπονες επιλογές των αδερφών ευρωπαίων, να μην τιμωρεί τους καταδίκους αλλά να σωφρωνίζει. Αρέσει δεν αρέσει, αυτό έχουμε αποφασίσει, αυτή τη δύσκολη πρόκληση έχουν ν' αντιμετωπίζουν οι λειτουργοί, κι αν δεν τα καταφέρνουν καλά δεν σημαίνει ότι πρέπει να το δεχτούμε και να υποχωρήσουμε από το διαρκές αίτημα για την εφαρμογή της.
Δεν μπορώ δηλαδή στη συζήτηση για τα δικαιώματα του κρατούμενου Ρωμανού να συζητάω για το αν έχει μετανοιώσει αυτός, για το αν είναι καλές οι σπουδές στα ΤΕΙ, ή τι είναι οι φυλακές τύπου Γ. Θέλω να ξέρω αν έχει μετανιώσει η ελληνική πολιτεία για τις βασικές της επιλογές περί σωφρωνισμού, κι αν σκοπεύει να γυρίσει σιγά- σιγά στο Μεσαίωνα ικανοποιώντας τις πρωτόγονες αιμοβόρικες διαθέσεις που εκδηλώνονται ασυγκράτητα γύρω μας. Ανησυχώ πολύ για τον κρατούμενο επειδή τρέμω για τη χώρα μου.

Κυριακή, 30 Νοεμβρίου 2014

Επιστροφή της Ηλέκτρας

Είχα δει όλες τις ταινίες της Φρίντας Λιάππα όταν πρωτοπαίχτηκαν. Περισσότερα από είκοσι χρόνια έχουν περάσει. Το βράδυ της Τρίτης είδα και τη μοναδική που δεν είχα δει, “Τα χρόνια της μεγάλης ζέστης”. Καταπώς φαίνεται, την είδα σε πρώτη προβολή, έστω κι αν είχε γυριστεί πριν 24 χρόνια. Κι αυτή η απόσταση την έκανε να μοιάζει με ταξίδι στο χρόνο, γιατί υπήρχε η αίσθηση αυτή, της πρώτης προβολής μιας ταινίας 24 χρόνια μετά που γυρίστηκε.
Ατόφια ξαναβρίσκω στην οθόνη τις μεγάλες αγάπες της νεότητας μας, τη φύση, τον έρωτα, τα πάθη, την ειλικρίνεια και την ελευθερία. Βλέπω στην πρώτη νιότη τους ηθοποιούς που είχα τότε γνωρίσει, την Ηλέκτρα Αλεξανδροπούλου, τη Μαριτίνα Πάσαρη, βλέπω τη θάλασσα όπως τη βλέπαμε, το παρελθόν, τις αφηγήσεις, τα ερείπια, όπως τα βλέπαμε. Όπως εγώ τα έβλεπα τουλάχιστον. Με μπόλικο δέος, σαν ιερουργία κάπως ακατανόητη. Όμως ο καιρός έχει περάσει, έχω αλλάξει, κι ενώ ξαναβρίσκω κομμάτια του νεαρού μου εαυτού στις εικόνες της οθόνης, βλέπω το έργο με τα μάτια που έχω τώρα, τόσα χρόνια μετά.
Η ηρωίδα λέγεται Ηλέκτρα, κι όχι μόνο επειδή έτσι λένε και την ηθοποιό. Είναι αναφορά στην αρχαία Ηλέκτρα, την κόρη του πατέρα της, εκείνη που εκδικήθηκε το θάνατό του. Στο παρελθόν αυτής της Ηλέκτρας υπάρχουν επίσης νεκροί, αλλά εκείνη δεν τους θυμάται. Δεν της έχουν πει την αλήθεια. Δεν είναι θεματοφύλακας της μνήμης, όπως η αρχαία Ηλέκτρα. Θεματοφύλακας ίσως άλλων πραγμάτων ναι, του πώς καθαρίζεις τα λαχανικά ας πούμε, πώς ανοίγεις τους αχινούς. Στην παραλία όπου ζει φτάνουν διάφοροι άνθρωποι που ίσως αναζητούν καταφύγιο από τη ζέστη, η οποία διευκολύνει την εξάπλωση ενός ιού που χτυπάει τα κέντρα της μνήμης. Οι άνθρωποι ξεχνάνε. Φτάνει ένας νεαρός με μεγάλα κενά μνήμης, τη συναντά, ερωτεύονται. Κι ενώ οι άλλοι ξεχνούν η Ηλέκτρα θυμάται σιγά -σιγά. Θυμάται τι ήταν αυτό που την άφησε χωρίς μνήμη: ένας φόνος. Ο πατέρας της δολοφόνησε τη μητέρα της και τον εραστή της μπροστά στα μάτια της όταν ήταν νήπιο. Με αυτή την ανάμνηση τελειώνει η αναζήτηση της μνήμης για την Ηλέκτρα. Δεν έχει να εκδικηθεί για τίποτε, δεν έχει να κάνει τίποτ' άλλο παρά να ζήσει τη δική της ζωή. Ξέρει πια τι συνέβη. Δεν έχει καθήκον άλλο απέναντι στο παρελθόν. Συγκλονίζεται, αλλά συνεχίζει. Ερωτεύεται τον νέο με τα κενά της μνήμης, μένει μαζί του κοντά στη θάλασσα.
Έχει ένα έγκλημα πίσω της η νέα Ηλέκτρα, ένα έγκλημα ανάμεσα στους γονείς της, όπως η αρχαία Ηλέκτρα. Δεν είναι η μητέρα που σκότωσε τον άντρα της με τη βοήθεια του εραστή της, είναι ο πατέρας της που σκότωσε τη μητέρα της και μαζί και τον εραστή της. Και ο φόνος όταν πια έρχεται στη μνήμη της, όταν τον ξαναβλέπει, δεν την αφορά. Ελευθερώνεται με την ανάμνηση από το βάρος της άγνοιας. Στην τελευταία σκηνή στέκεται με τον δικό της εραστή στο σημείο που είχε γίνει ο φόνος χρόνια πριν, γεμάτη θλίψη, αλλά ελευθερωμένη. Ελευθερωμένη από το παρελθόν, ελευθερωμένη από το καθήκον απέναντί του, ελευθερωμένη από τη μνήμη.
Έτσι είδα σήμερα την ταινία αυτή για πρώτη φορά. Φορτωμένη σύμβολα με πολύ πραγματικό βάρος, το ωραίο και σκληρό τοπίο του νησιού, τα ερείπια από κερκίδες αρχαίου θεάτρου όπου η άλλη Ηλέκτρα εγκλωβισμένη στο φόνο και την εκδίκηση τριγυρίζει μέχρι να εκδικηθεί στο όνομα του πατέρα, την τόσο γνώριμη και απελπιστική ζέστη που είχε καταφέρει να βάλει στην εικόνα η σκηνοθέτης. Σ' αυτή την τραγωδία όμως, που ο φόνος κινηματογραφείται, η μητέρα είναι το θύμα. Και η κόρη δεν εκδικείται. 
Πάντα με αφήνει αμήχανη η Ηλέκτρα των τραγικών, αυτή η προσήλωση στο στόχο να εκδικηθεί για τον πατέρα της, αυτή η αφοσίωση στον πατέρα. Βάζει τον έρμο τον Ορέστη να σκοτώσει τη μάνα τους χωρίς έλεος. Μια εξήγηση του Λεκατσά μόνο με φώτιζε, ότι η Ηλέκτρα είναι παιδι της νέας, πατριαρχικής τάξης πραγμάτων, και δεν αναγνωρίζει την αξία της μητερας. Πρέπει οπωσδήποτε να αποδώσει τη δικαιοσύνη αρνούμενη τη σχέση της με τη μητέρα της. 
Γι αυτό μου φάνηκε λυτρωτική η ταινίας της Λιάππα, αυτή η αντιστροφή των φόνων. Τα πράγματα είχαν γίνει ανάποδα στο παρελθόν της δικής της Ηλέκτρας, κι επιπλέον, ακόμα πιο λυτρωτικό, η σημερινή Ηλέκτρα δεν έχει καθήκον να εκδικηθεί. 
Μπορεί αν έβλεπα την ταινία τότε που γυρίστηκε, όπως είχα δει τις άλλες, να είχα σκεφτεί άλλα πράγματα. Θα με γοήτευαν περισσότερο οι εικόνες, φαντάζομαι. Ίσως δεν διέκρινα τον παραλληλισμό με τις Ηλέκτρες. Και ήθελε να τον κάνει η Φρίντα Λιάππα; Δεν θα μάθουμε ποτέ. Αλλά δεν έχει σημασία. Τα αληθινά έργα τέχνης προσφέρονται σε πολλές αναγνώσεις.
Το βέβαιο είναι ότι πέρασε μια σπουδαία καλλιτέχνης από το ελληνικό σινεμά, η οποία αντιμετώπισε ατέλειωτες δυσκολίες στη ζωή και στην καριέρα της μόνο και μόνο επειδή ήθελε να μιλήσει ελεύθερα. Φυλακή στη χούντα, κι εξορία, κι ύστερα, αφού είχε δουλέψει, και βραβευτεί και καταξιωθεί, και πια θα ήταν λογικό να συνεχίσει να εργάζεται σαν καταξιωμένη σκηνοθέτης, ξέσπασε εκείνο το σκάνδαλο με την κατηγορία για κακοποίηση παιδιού που πίκρανε τα τελευταία της χρόνια. Τι κρίμα κι άδικο.
Η ταινιοθήκη της Ελλάδος πρόβαλε τις ταινίες της στα πλαίσια φεστιβάλ Πρωτοπορειακού κινηματογράφου. Ήταν πρωτοποριακή, ήταν μοντέρνα, ποιητική και τολμηρή, ήταν απλώς δυνατή καλλιτέχνης που έψαχνε το δικό της δρόμο έκφρασης; Τουλάχιστον η προβολή αυτή που ανέσυρε το έργο της από τη λήθη ήταν μια μικρή δικαίωση. Άσε που η περιπέτεια της ταινίας θα μπορούσε να είναι ένα άλλο σενάριο από μόνη της, μια άλλη ταινία, με τον τρόπο του Φασμπίντερ μάλιστα, σε κείμενο Χάινριχ Μπελ.
Υπάρχει ακόμα κάτι. Όπως προσπαθώ να φέρω στη μνήμη μου το πρόσωπο της Φρίντας Λιάππα, την οποία είχα γνωρίσει, μου έρχεται στο νου μόνο η εικόνα της με το μπερέ, τότε που είχε χάσει τα μαλλιά από τις χημειοθεραπείες, και τη συναντήσαμε μια μέρα σε κάποιο καφέ, ή ταβέρνα, δεν θυμάμαι. Φορούσε αυτό το μπερέ, και κατάλαβα τι σήμαινε. Να πάρει η ευχή, μόνο αυτή η εικόνα της απέμεινε καθαρή, τις άλλες φορές που την έβλεπα γερή και δυνατή, το πρόσωπό της να θολώνει από το χρόνο.



Παρασκευή, 28 Νοεμβρίου 2014

Ας ξανασκεφτεί και το rethink Athens

Όταν ήμουν φοιτήτρια μια θαρραλέα φίλη μας έδινε ραντεβού στο Πικαντίλυ. Ήταν ένα καφενείο στο βαλσαμωμένο κτίριο που βρίσκεται απέναντι από το Ρεξ, στην Πανεπιστημίου. Μια μεγάλη, χορταστική, ψηλοτάβανη αίθουσα, όπου θα ήμουν πολύ ευτυχής να μπαίνω, αν δεν ήταν γεμάτη με άντρες. Σήκωναν το κεφάλι και μας κοίταζαν ειρωνικά, σαρκαστικά, απαξιωτικά ή απλώς αρπακτικά, κι εμείς περήφανες περνούσαμε ανάμεσα από το ναρκοπέδιο των εχθρικών εκείνων τραπεζιών για να βρούμε μια γωνιά να καθήσουμε σα να μη συνέβαινε τίποτε. Φαντασιωνόμασταν πως ήμασταν στο Παρίσι μάλλον, κι ότι θ' άνοιγε κάποια στιγμή η πόρτα να μπει ο Σαρτρ μέσα αυτοπροσώπως και μ' ένα του μαγικό βλέμμα να κατακεραυνώσει μια και καλή όλα τ' αρσενικά. Επίσης ονειρευόμασταν, εγώ τουλάχιστον, ότι με τα χρόνια θα αποκτούσαμε αρκετή αυτοπεποίθηση για να μη μας νοιάζουν εκείνα τα βλέμματα, ή στη χειρότερη περίπτωση, θα γερνούσαμε κάποτε βρε αδερφέ και κανείς δεν θα μας έδινε σημασία όταν θα πηγαίναμε να πιούμε σ' εκείνη την ωραία αίθουσα τον καφέ μας.
Και όντως γεράσαμε, αλλά πολύ καιρό πριν απ' αυτό το προσωπικό επίτευγμα, το Πικαντίλυ είχε κλείσει. Και να ήταν μόνο αυτό; Ολόκληρο το κέντρο εγκαταλείφθηκε σταδιακά από τους άντρες που πήγαιναν στα καφενεία, κι οι γυναίκες δεν έσπευσαν να τους αντικαταστήσουν. Τα ωραία κτίρια τα έπιασαν Τράπεζες, μερικά απλώς εγκαταλείφθηκαν. Το εστιατόριο Ιντεάλ αντιστάθηκε μέχρις εσχάτων, τελικά έσκυψε κι αυτό το κεφάλι. Μόνο το ξενοδοχείο έμεινε ανοιχτό, μακάρι να μην προλαβαίνουν οι ξένοι εκεί να καταλαβαίνουν σε τι αναγάπητη πόλη έχουν έρθει. Τη λέξη τη μουρμουρίζω μόνη μου εδώ και δεκαετίες. Η πόλη που δεν αγαπιέται από τους κατοίκους της.
Δεν ήμουν αισιόδοξη για το Rethink Athens. Με ωραία σχέδια δεν αλλάζεις τις συνήθειες των ανθρώπων, όμως πάντα ελπίζει κανείς, κι έλπιζα ότι δεν θα γινόταν ό,τι έγινε στο πάρκο μας, το Πεδίο του Άρεως, το οποίο αφού το καθυστέρησαν οι “αγωνιστές” τρία χρόνια, κι αφού ξοδεύτηκαν ένα σωρό λεφτά σε σχέδια Τομπάζη, τώρα είναι χειρότερα από πριν, διότι, είπαμε, αν δεν μαζεύει κόσμο, αν δεν έχει ένα καφενείο να καθήσει άνθρωπος, κάτι να κάνει, πώς να διατηρηθεί ζωντανός ένας δημόσιος χώρος;
Όμως υπάρχει πεδίο δράσης έστω και χωρίς το μεγαλεπήβολο σχέδιο. Ας πούμε, αυτό το καφενείο, αυτό το σαβανωμένο κτίριο, αν το αγόραζε το ίδρυμα Ωνάση περιορίζοντας το στόχο του σε κάτι εντελώς συγκεκριμένο, κι έφτιαχνε εκείνη την εξαίσια αίθουσα στο ισόγειο με κάτι που θα προσέλκυε κόσμο, δεν θα άλλαζε η εικόνα του κέντρου; Δίπλα, εκείνη η έρημη πλατεία με το βαθούλωμα, δεν θα μπορούσε να γεμίσει χώμα και να φυτευτεί γρασίδι, να γίνει πόλος έλξης για βόλτα; Μικρές παρεμβάσεις δεν θα μπορούσαν να έχουν την αίγλη που ταιριάζει σ' ένα μεγάλο ίδρυμα; Δεν θα έδιναν ένα παράδειγμα που μπορεί να άλλαζε έστω κι ένα χιλιοστό την εχθρική στάση των Αθηναίων απέναντι στην πόλη τους;
 

Παρασκευή, 21 Νοεμβρίου 2014

Βόλτες στην Πατησίων

Απέφυγα να περάσω χτες απο την Πατησίων. Πάντα την αποφεύγω όταν περπατώ. Μόνο με τρόλεϊ περνάω και προσπαθώ να μην βλέπω τα οχυρωμένα παράθυρα του Ιταλικού Ινστιτούτου και τη χορταριασμένη αυλή του Πολυτεχνείου απέναντι. Έμαθα ιταλικά στο Ινστιτούτο αυτό, στη δε πλευρά του Πολυτεχνείου κατέβαινα βόλτα ως έφηβη, να χαζέψω τα ωραιότερα αγόρια της Αθήνας. Εκεί τα έβλεπες τότε μαζεμένα, ήταν προνόμιο της γενιάς μου. Μπορεί τα περιοδικά να είχαν φωτογραφίες διαφόρων νεαρών από ντισκοτέκ, από πλαζ, μπορεί να έβρισκαν καλούτσικα μανεκέν, αλλά τα αληθινά ωραία, μοντέρνα, εμπνευστικά αγόρια, αυτά που παρακολουθούσε η γενειάδα τους το Παρίσι και το Μπέρκλεϊ, αυτά που πρότειναν την αθηναϊκή και γενικώς νοτιοευρωπαϊκή εκδοχή του απελευθερωμένου κάλλους της νεότητας, αυτά τα έβλεπες στο Πολυτεχνείο. Πήγαινα λοιπόν, έκανα μια περατζάδα πέρα- δώθε, δυο περατζάδες, τρεις, να γεμίσουν τα μάτια μου όψεις και προτάσεις, φούσκωνε η ψυχούλα μου επιθυμίες, ψήλωνα δέκα πόντους απο τη μία, κόνταινα είκοσι από την άλλη, γιατί είχα μπροστά μου ακόμα τις τάξεις του σχολείου, τις εισαγωγικές στο Πανεπιστήμιο και κάποια εκπαίδευση που δεν ήξερα πού την έπαιρνες για το πώς να πλησιάζεις τα ξεχωριστά αυτά πλάσματα και να τα κάνεις να σε προσέξουν.
Ύστερα επέστρεφα στη μαθητική καθημερινότητα.
Εν συνεχεία, κι αφού η ομορφιά κορυφώθηκε, που λεν και στις ειδήσεις για τις εκδηλώσεις (κορυφώθηκαν οι εκδηλώσεις για την επέτειο του Πολυτεχνείου με την καθιερωμένη πορεία...) άρχισε τα επόμενα χρόνια κάτι σαν επίθεση εναντίον της, σα να ήταν ενοχλητική και έπρεπε να εξαφανιστεί από το συγκεκριμένο δρόμο. Το σεβάσμιο ίδρυμα, το πιο εκτιμημένο της επικράτειας, όφειλε λες να τιμωρηθεί στις δεκαετίες που ακολούθησαν. Επειδή δεν ήταν προσιτό σε όλους; Σα να είχε στερήσει από κάθε άλλο κτίριο, μαγαζί, ίδρυμα, σχολή, ομάδα, τόπο, γιορτή, τη λάμψη, την εκτίμηση και τη χαρά, να τα είχε όλα συγκεντρώσει επάνω του, έπρεπε να πληρώσει τη μοναδικότητα, να καεί, να λεηλατηθεί, να καταληφθεί και να καταστραφεί ξανά και ξανά. Όσο και να έχανε όμως το Πολυτεχνείο, δεν κέρδιζε τίποτε και κανένας άλλος. Υποπτεύομαι ότι η μανία εναντίον του είναι πέρα από την επαναστατική φλόγα, είναι καθαρά καταστροφικός φθόνος, που απλώθηκε κάποια στιγμή προς τα πάνω, από Σταδίου μέχρι Σύνταγμα.
Υπάρχει ένα ταξικό θέμα στο Πολυτεχνείο, υπήρχε πάντα. Είναι σχολή των εκλεκτών, κι η εξέγερση ξεκίνησε από τους εκλεκτούς στο όνομα όλων. Πώς επιστρέφουν οι άλλοι αυτή την προσφορά; Είναι ψυχολογικά περίπλοκο, αν και στο βάθος εξαιρετικά απλό. Δύσκολη μετάβαση, επιχείρηση, μετάθεση, δεν ξέρω πώς θα το έλεγαν οι ψυχαναλυτές. Αλλά κυκλοφορώντας στην πόλη με τα κλειστά μαγαζιά, τις διμοιρίες των ΜΑΤ και τις πορείες των αναμμένων ομάδων με τα παλούκια, θα ήθελα να σβηνόταν η μέρα από το ημερολόγιο μέχρι να κάνουμε τη δέουσα ψυχοθεραπεία.

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Γηραιά και δύστροπη


Βρε την καημένη την Ευρώπη, να γερνά έτσι ο πληθυσμός της. Τσ, τσ, τσ δράμα. Ακόμα και την ημέρα αφιερωμένη διεθνώς στην Τρίτη ηλικία, κλαίγονταν στα μέντια που τόσο πολλοί ευρωπαίοι ανήκουν στην Τρίτη ηλικία. Γιατί ποιοί θα πληρώνουν τις συντάξεις τόσων ηλικιωμένων; Και μάλιστα όταν υπάρχει υπογεννητικότητα; Πώς να πειστούν οι μανάδες να γεννάνε περισσότερα παιδιά; Δύσκολο, ενώ είναι τόσο γλυκά τα παιδιά. Τα δικά μας, των ευρωπαίων δηλαδή, τα λευκά και γαλανομάτικα. Τα άλλα δεν μας αρέσουν, άσε που γεννιούνται περισσότερα απ' όσα πρέπει, εκείνα. Ένα παράξενο πράγμα δηλαδή.
Ποτέ δεν ακούγονται μαζί αυτά τα δύο στις ειδήσεις, τις αναλύσεις, τα δημογραφικά κλισέ, τις ημέρες τρίτης ηλικίας. Κάθε μέρα ασιάτες κι αφρικανοί, πρόσφυγες ή απλοί μετανάστες, θαλασσοπνίγονται για να φτάσουν στις ακτές της Ευρώπης, να δουλέψουν στις πιο βαριές δουλειές, με μοναδική ελπίδα να ζήσουν τα παιδιά τους καλύτερα από τους ίδιους. Έχουν μαζί τους και παιδιά, τα οποία πνίγονται κι αυτά έξω από τις ακτές της ηπείρου που κλαίει καθημερινά για τα δικά της παιδιά που δεν γεννιούνται.
Μα να πάρουν παιδιά μουσουλμάνων, μελαψά και κολλημένα- ίσως- σε βάρβαρες παραδόσεις τις θέσεις των ευρωπαίων; Τρομερό δεν θα είναι, τα παιδιά που θα μας τρέφουν, εμάς τους προνομιούχους της Τρίτης ηλικίας, να μη μοιάζουνε με μας; Δεν το δεχόμαστε, γι αυτό αρνούμαστε να τους δώσουμε ιθαγένεια, εδώ στην ευλογημένη γωνιά που γεννήθηκε η Ευρώπη. Άντε να δουλεύουν για μας, άντε να πάνε και σχολείο. Άντε να πληρώνουν και ΙΚΑ. Όχι όμως ιθαγένεια. Κι οι βορειότεροι τα ίδια, δίνουν την ιθαγένεια πιο εύκολα, αλλά κι εκεί σοκάρονται οι άνθρωποι. Τόσο παράξενη διαδοχή; Κι η βόρεια, πλούσια Ευρώπη, τόσο ξανθή, να μαζεύει όλους τους μαύρους; Κλωτσάνε κι οι Σουηδοί ακόμα, ανεβαίνουν τα ξενοφοβικά κόμματα.
Περνά ο καιρός, μεγαλώνουν τα παιδιά, τελειώνουν το σχολείο, ενηλικιώνονται κι έχουν προβλήματα με την τυπική ταυτότητα που μπορεί να γίνει ουσιαστική μ' ένα βλέμμα, με μια κουβέντα, έναν αποκλεισμό, μια αδικία, την αναπόφευκτη αδικία. Το μεγαλύτερο πρόβλημα θα είναι στο μέλλον τα παιδιά πληγωμένων γονιών, τα ψυχολογικά τους προβλήματα, οι αναλύσεις που δεν θα έχουν γίνει για τη σημερινή συμπεριφορά των Ευρωπαίων, για τις διακρίσεις που κάνουν αυτή τη στιγμή στις δημοκρατικές τους χώρες. Ακόμα τώρα, εδώ, δίπλα μας, κάθε μέρα τιμωρούμε ανθρώπους γι αυτό που είναι. Αυτούς τους ίδιους που θα στηρίζουν τα ασφαλιστικά ταμεία μας, που ήδη τα στηρίζουν. Δύστροπα γεράματα.

Τετάρτη, 5 Νοεμβρίου 2014

Εξ όνυχος την πολιτική


Πριν χρόνια, αρκετό καιρό πριν την κρίση, είχα αναλάβει τη διαχείριση της πολυκατοικίας μας, αφού πρώτα έκανα ό,τι μπορούσα για να το αποφύγω. Παλιά οικοδομή, φορτωμένη προβλήματα.
Πριν περάσει εβδομάδα έσκασε στα χέρια μου το χειρότερο, το αποχετευτικό της. Πέρασα μέρες και μέρες στην Πολεοδομία, το Δήμο, την ΕΥΔΑΠ, ψάχνοντας λύση, κι ατέλειωτες ώρες να εξηγώ το πρόβλημα στους ιδιοκτήτες. Έπρεπε όλοι να ξέρουν, νόμιζα. Έμαθα τότε πολύ καλά την κατάσταση των αποχετευτικών δικτύων της Αθήνας. Οι προηγούμενοι διαχειριστές δεν ήξεραν; Μα πώς, είχαν ενημερωθεί, επέμενε η ΕΥΔΑΠ.
Όταν λύθηκε αυτό το πρόβλημα, έβαλα στόχο να βάψω την πρόσοψη, να αλλάξω πολλούς σωλήνες, να εξωραΐσω την αυλή. Ήθελα επίσης να βάλω φυσικό αέριο, κοινή κεραία τηλεόρασης, και διάφορα άλλα που δεν κατάφερα. Πολλές δαπάνες κάλυψα μόνη μου γιατί οι υπόλοιποι ιδιοκτήτες αρνούνταν να συμμετέχουν, ειδικά στους εξωραΐσμούς. Το δικό τους σπίτι άρχιζε μετά την πόρτα του διαμερίσματος.
Καθώς ο καιρός περνούσε αισθανόμουν ένα είδος υπόκωφης αντίδρασης, μια ηχώ συκοφαντίας στη γειτονιά. Αναίτια έχθρα να εκφράζεται από ανθρώπους που δεν το περίμενα. Συνιδιοκτήτες μου χτυπούσαν το κουδούνι τις πιο απίθανες ώρες, μου έλεγαν τα πιο απίθανα πράγματα. Παλιοί γνωστοί μαγαζάτορες μου μετέφεραν τρομερές κατηγορίες προς το πρόσωπό μου.
Μέχρι τότε οι διαχειριστές δεν είχαν κανένα πρόβλημα. Δεν έκαναν τίποτε, και κανένας δεν τους ενοχλούσε. Κάποια στιγμή εξαφανίστηκε το αποθεματικό, κάποια άλλη στιγμή πληρώσαμε αστρονομικό ποσό για την υποχρεωτική αλλαγή του ασανσέρ, αλλά ποτέ κανείς δεν διαμαρτυρήθηκε και δεν διανοήθηκε να ασχοληθεί με τον έλεγχο των οικονομικών. Εμένα όμως, που είχα προσπαθήσει να εξηγήσω τις ανάγκες και τα προβλήματα της πολυκατοικίας και να προτείνω λύσεις, μου έκαναν έλεγχο όταν παρέδωσα τα χαρτιά στον επόμενο, κάθε απόδειξη και κάθε χαρτί. Ούτε και τότε όμως ρώτησαν ποιος είχε πληρώσει τη μεταλλική πέργκολα και το παγκάκι που είχαν εμφανιστεί μια μέρα στην αυλή χωρίς να τα χρεωθούν, ή ποιος είχε αποζημιώσει τον πρώτο μπογιατζή που αποσύρθηκε από τη δουλειά επειδή δεν τους άρεσε. Αυτά ήταν αυτονόητα.
Δεν ήθελα να πιστέψω ότι μόνο όποιος δεν κάνει τίποτε για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα και δεν εξηγεί τίποτε σε κείνους που τους αφορούν, γίνεται δημοφιλής. Πως το να θες να καταστήσεις τους ανθρώπους υπεύθυνους για τις επιλογές τους, να τους ανοίγεις τα μάτια και να εξηγείς, είναι ασυγχώρητο. Ότι προτιμούν να ζουν σε χειρότερες συνθήκες, προτιμούν ακόμα και ν' αφήνουν την περιουσία τους να υποβαθμίζεται, φτάνει να μην ακούσουν τα δυσάρεστα. Κι ότι όποιος προσπαθεί να βελτιώσει κάτι, δεν υπάρχει περίπτωση να μην θεωρηθεί ύποπτος, να μην του σούρουν τα πιο απίθανα, έστω κι αν επωφελούνται τελικά. Σε επίπεδο πολυκατοικίας ή σε επίπεδο χώρας, εκτιμάται η αδράνεια και η καλλιέργεια μυστηρίου και κύρους.
Το εμπέδωσα. Μυαλό δεν έβαλα, αλλά τουλάχιστον ξέρω τι περιμένει όποιον θελήσει να κάνει οποιαδήποτε συγκεκριμένη δουλειά ή βελτίωση, θεωρώντας τους ανθρώπους άξιους να καταλάβουν και να συνεισφέρουν. Κι επίσης πόση αξία έχουν οι κριτικές και οι κακίες προς τον καθένα που επιχειρεί κάτι τέτοιο.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Βράδυ στην Γ' Σεπτεμβρίου

Η πλατεία Βικτωρίας γεμίζει πάλι πρόσφυγες. Ξεχωρίζουν πως είναι πρόσφυγες, είναι γυναίκες και παιδιά, λίγοι γέροι επίσης. Γυναίκες με τη μαντίλα όχι πολύ σφιχτή, αφήνουν τα μαλλιά να φαίνονται μπροστά. Η ποσότητα μαλλιών που φαίνονται απο τη μαντήλα είναι σήμα του κώδικα αυστηρότητας.
Πρέπει να είναι από το Ιράν κι αυτοί, Αφγανοί από τα στρατόπεδα προσφύγων του Ιράν δηλαδή, όπου ζούν χρόνια τώρα, από την εποχή των Ταλιμπάν. Οι δυο οικογένειες τέτοιων προσφύγων που γνώρισα εγώ πριν φύγουν απο την Ελλάδα, είχαν περάσει εννιά χρόνια στο στρατόπεδο. Τα μικρά παιδιά είχαν γεννηθεί εκεί. Όσοι κατεφέρνουν να φτάσουν εδώ, περιμένουν και προσπαθούν να φύγουν. Τα καταφέρνουν οι περισσότεροι.
Στην πλατεία, πίσω από το άγαλμα, κάτω από τα φώτα, μαζεύονται πολλοί, μιλάνε σε ομάδες, τα παιδιά παίζουν κοντά τους. Τους βλέπω και τη μέρα να τριγυρίζουν, ποιος ξέρει με τι στόχο, τα πιτσιρίκια απο κοντά, να παραπονιούνται στους γονείς, να τους κρατούν από τη φούστα, το παντελόνι. Κι οι γονείς χαμένοι. Don't follow me, I am lost too, θα ήθελαν ίσως να πουν καμιά φορά, αλλά βέβαια αυτά είναι φαντασίες δικές μου. Γιατί οι γονείς παραμένουν ισχυροί απέναντι στα παιδιά τους, τ' αγκαλιάζουν στοργικά, έχουν στο βλέμμα τους τη σιγουριά την ανύπαρκτη. Πρόσφυγες, ανεπιθύμητοι στη χώρα αυτή, θαλασσοπνιγμένοι, άστεγοι, που στοιβάζονται δέκα- δέκα σε διαμερίσματα για να κοιμηθούν, παραμένουν γονείς, παραμένουν προστάτες των μικρών παιδιών τους.
Ένα βράδυ γυρίζαμε από την πλατεία προς την Κυψέλη, περπατούσαμε τρεις φίλες στην οδό 3ης Σεπτεμβρίου. Ήταν σκοτεινά, όπως είναι οι  περισσότεροι δρόμοι, παρόλ' αυτά είδαμε μια γυναίκα ακουμπισμένη σ' εναν τοίχο, στο μικρό πεζούλι που φτιάχνει η βιτρίνα ενός μαγαζιού με κατεβασμένα ρολά.  Ένα στήριγμα για τους γοφούς πέντε εκατοστά πλάτος,όπου μπορεί ενδεχομένως να ξεκουραστεί κάποιος σε ώρα ανάγκης. Καθόταν εκεί και θήλαζε το μωρό της. Κοιταχτήκαμε και προσπεράσαμε. Δεν μπορέσαμε να κάνουμε τίποτ' άλλο. Δεν ξέραμε ούτε τι να πούμε. Μια σκιά στη σκοτεινή πόλη ήταν, τίποτ' άλλο. Μία ακόμα από τις αποφασισμένες και μοιραίες αυτές γυναίκες που δεν κάνουν φασαρία, κινούνται στην πόλη σαν επισκέπτες απο το Διάστημα, περιμένουν την ευκαιρία για τη φυγή στην αληθινή Ευρώπη, το ξέρουν ότι εδώ δεν είναι ακριβώς αυτό που λέει, Ευρώπη.
Μόνο που η γυναίκα αυτή είχε κάτι το ξεχωριστό, πέρα από το γεγονός ότι είχε καθίσει στο σκοτεινό αυτό αλλά εκτεθειμένο σημείο για να θηλάσει ήσυχα το μωρό. Ήταν όμορφη, πολύ εντυπωσιακά όμορφη, κι αυτό φαινόταν παρά το σκοτάδι και παρά τα μαύρα ρούχα που φορούσε. Ήταν τόσο όμορφη που καθώς την προσπερνούσαμε ήταν σα να άλλαζε ξαφνικά γύρω μας ο αέρας, σα να έπρεπε να τον σπρώξουμε για μια στιγμή, να γινόταν βαριά κουρτίνα για λίγα δευτερόλεπτα. Κι αν δεν είχαμε την ετοιμότητα να τραβήξουμε, να φύγουμε, να πάρουμε βαθιά ανάσα μη μας πλακώσει, μπορεί και να μέναμε εκεί για πάντα, να μας κατάπινε ένα παιχνίδι ταξιδιού στο χρόνο και να μεταφερόμασταν ξαφνικά πίσω εκατό χρόνια ή διακόσια, να εγκλωβιζόμασταν σε μια κατάσταση που δεν θα ξέραμε να διευθετήσουμε. Να μην είχαμε ξαφνικά εμείς ούτε ηλεκτρικό, ούτε άσφαλτο, ούτε φώτα στο δρόμο, ούτε πλακάκια στο πεζοδρόμιο, και φυσικά ούτε κινητά στην τσάντα, ούτε διαμέρισμα σε όροφο ν' ανεβούμε με το ασανσέρ, να βρισκόμασταν με την αληθινή μας ηλικία, όχι αυτή που μας προσφέρει ο 21ος αιώνας, σκυφτές και κουρασμένες γιαγιάδες που πρέπει να φυλάξουν εγγόνια, να κάνουν δουλειές στο σπίτι, να, να να.
Όσο κρατάει μια ανατριχίλα που σε πιάνει από τα δάχτυλα και διανύει όλο το σώμα κράτησε αυτή η αίσθηση, τη σπρώξαμε σιωπηλά την αόρατη κουρτίνα και προχωρήσαμε γρήγορα. Ακόμα σκέφτομαι, θα μπορούσαμε άραγε να σταματήσουμε λίγο, να την πλησιάσουμε, να πούμε κάτι σαν "Madam, do you need some help?"
Κι ύστερα; Τι είδους βοήθεια θα μπορούσαμε να προσφέρουμε στη μητέρα που τάιζε το παιδί της μητρικό γάλα μαζί με τη σκόνη, το καυσαέριο, το θόρυβο της 3ης Σεπτεμβρίου; Τι τρόποι έχουν επινοηθεί για να μπορείς να βοηθάς ένα τέτοιο μωρό και μια τέτοια γυναίκα, που μοιάζει ζητιάνα αλλά δεν είναι; Ακριβώς γι αυτό, μην προσβάλουμε, αμήχανες κι ανίκανες να βοηθήσουμε, περάσαμε δίπλα της σα να μην την είχαμε δει.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Τι συστηματάκι θα σας άρεσε;


Όταν άνθρωποι ισχυροί δηλώνουν πως είναι εναντίον του συστήματος, θα είχε ενδιαφέρον να μας πουν ποιο σύστημα θα προέκριναν οι ίδιοι. Αν ένα σύστημα που τους βοήθησε να διακριθούν, να πλουτίσουν, να καταλάβουν δημόσια θέση, να ακούγονται, αν ένα τέτοιο σύστημα δεν τους αρέσει, τότε τι θα τους άρεσε;
Ή μήπως να τους ρωτήσουμε πώς περιγράφουν το σύστημα; Τι βλέπουν σ' αυτό και τι τους ενοχλεί; Γιατί πρέπει να αποκλείσουμε κατ' αρχήν ότι η κριτική τους γίνεται από σεμνότητα, ότι ενοχλούνται από τον πλούτο ή από τη φήμη που κατάφεραν να κερδίσουν και θέλουν να τ' απαρνηθούν. Η ανθρώπινη φύση τείνει προς τον πλούτο και τη φήμη, αλλά πάλι και να τα απαρνηθεί κάποιος είναι πανεύκολο. Αν πραγματικά θέλει να μονάσει, να χαρίσει την περιουσία του στην εκκλησία, ή στην Ουνέσκο, ή στο Χαμόγελο του Παιδιού και μετά να πάει στην Κέρο να διαλογίζεται, το σύστημα, βασισμένο στην ουτοπική και μεγαλειώδη ιδέα της προσωπικής ελευθερίας και ευθύνης, του το επιτρέπει.
Έχει πολλές αδικίες φυσικά αυτό το ατελές σύστημα, το οποίο βασίζεται στην ουτοπική και μεγαλειώδη ιδέα της ισότητας. Αλλά όταν άνθρωποι ισχυροί το καταγγέλλουν, η λογική λέει ότι ενοχλούνται από την ουτοπική και μεγαλειώδη αυτή ιδέα. Μήπως θα προτιμούσαν κάτι σε φεουδαρχία; Κάτι σε απόλυτη μοναρχία με τους ίδιους στο ρόλο του απόλυτου μονάρχη; Κάτι σε πριγκιπάτο- επισκοπή, σαν αυτό που είχε το Σάλτσμπουργκ την εποχή του Μότσαρτ; Μην το υποτιμάτε καθόλου, ένας τέτοιος άρχων της πόλης, ο πρίγκιπας επίσκοπος του Σάλτσμπουργκ ήταν ο πρώτος εργοδότης του Μότσαρτ. Δεν ξέρεις ποτέ τι μουσικούς θα συναντήσεις όταν έχεις εκκλησιαστικό όργανο στη μπαρόκ σου μητρόπολη και διαθέτεις μισθό για τον συνθέτη- οργανοπαίχτη.
Θαύμαζα τον αντιεξουσιαστικό λόγο ενός συνδαιτυμόνα κάποια ωραία βραδιά επί μία ώρα. Εξαπέλυε μύδρους κατά του συστήματος με τόσο μένος που είχα πιστέψει ότι είναι άνεργος με πλούσια ίσως σύζυγο ή καλούς γονείς οι οποίο του προμήθευσαν το ωραίο λινό κοστούμι που φορούσε και τη δυνατότητα να κυκλοφορεί σε συμπαθητικούς κύκλους. Στο τέλος έμαθα ότι είναι βουλευτής εν ενεργεία. Δεν παραιτήθηκε από τη θέση του, νευραλγική θέση στο σύστημα. Δεν παραιτήθηκε από το μισθό για τον οποίο φορολογούμαστε όλοι, αλλά δεν μπαίνει και στον κόπο να εξηγήσει την ανάγκη του μισθού και της θέσης του. Όχι, θεωρεί ότι μπορεί απέναντι σε ανθρώπους που δεν είναι βουλευτές, που είναι απλοί πολίτες και ίσως τον έχουν ψηφίσει, να κατηγορεί, να κατακεραυνώνει το σύστημα και την εξουσία.
Την επόμενη μέρα διαβάζω και την ατάκα της Γιάννας Αγγελοπούλου, ότι είναι απέναντι στο σύστημα. Και είναι βέβαια η πολλοστή φορά που άνθρωποι ισχυροί παριστάνουν τους επαναστάτες. Αναρωτιέμαι πότε θα αρχίσουμε να ανησυχούμε αρκετά με τέτοιες δηλώσεις ώστε τουλάχιστον να καταλάβουν ότι δεν τους παίρνει να τις κάνουν; Πότε θα ενοχληθούμε αισθητικά, αν μη τι άλλο, από τέτοιες χοντράδες ώστε να μην τις ακούμε; Ας τις σκέφτονται, ας ονειρεύεται ο καθένας τον εαυτό του σε ρόλο μεγάλης Αικατερίνης, Λουδοβίκου του 14ου, Ροβεσπιέρου, Στάλιν, Ναπολέοντα, ή ό,τι άλλο θέλει, αλλά να κρατάνε τουλάχιστον το στόμα κλειστό.

Κεραμεικός ο δυσανάγνωστος

Ερείπια του Πομπείου
Στον Κεραμεικό δεν μας είχαν πάει με το σχολείο ποτέ. Για πρώτη φορά θα πρέπει να πήγα μετά τα τριάντα μου. Μου είχε κινήσει το ενδιαφέρον η πληροφορία ότι από εκεί περνά ο Ηριδανός, έτσι έκανα την πρώτη επίσκεψη. Και όντως ο Ηριδανός περνά. Το μόνο φανερό νερό που είχα δει ως τότε στην Αθήνα. Και πόσο λίγο! Πόσο μικρό το ποταμάκι, πόσο φτωχό το νερό.
Ξαναπήγα μια δυο φορές, αλλά πάντα με μπέρδευε. Ενώ το λένε Κεραμεικό, δεν βλέπεις τίποτε που να σχετίζεται με την κεραμική, εκτός από μερικά βάζα στο Μουσείο. Τα τείχη είναι σε διάφορες κατευθύνσεις, δεν βγάζεις άκρη. Κτίρια δεν υπάρχουν, οι κολώνες είναι θεόκοντες. Ξεκάθαρα είναι μόνο τα μνήματα στην πλευρά έξω από την πόλη, οι επιτύμβιες στήλες, πολλές από τις οποίες είναι αντίγραφα, για να μην καταστρέφονται τα πρωτότυπα.
Στην τελευταία επίσκεψη είχα αναλάβει την ξενάγηση για τους μαθητές και τις δασκάλες της ομάδας μας "Ελληνικά στην Αγορά", κι αναγκαστικά βάλθηκα να καταλάβω πού βρίσκεται η πύλη της αρχαίας πόλης, πού τα τείχη, πού ετοιμάζονταν οι γιορτές. Και συνειδητοποίησα ότι ο χώρος με δυσκολεύει επειδή έχω εκπαιδευτεί, κατά κάποιον τρόπο, στην Ακρόπολη, ένα χώρο όπου έχουν απομείνει ουσιαστικά μόνο τα κλασσικά μνημεία. Όμως κι εκεί, το 1832 που παραδόθηκε στο νέο ελληνικό κράτος ο βράχος, είχε επάνω σπίτια, τζαμιά, εκκλησίες, φρουραρχεία, τον φράγκικο πύργο σίγουρα, και διάφορα άλλα κτίρια μεταγενέστερων εποχών. Όλα έφυγαν, καθαρίστηκαν, κι η κλασσική Αθήνα, ό,τι απέμεινε απ' αυτήν, τα τρία της μνημεία γλειμμένα από ό,τι τα τριγύριζε, σαν σκελετοί δεινόσαυρων ξεγυμνώθηκαν και υψώνονται ξεκάθαρα. Γι αυτό με μπερδεύει ο Κεραμεικός με τα στρώματα εποχών που περιέχει.
Στον Κεραμεικό, το τείχος του Θεμιστοκλή είναι χτισμένο πάνω σε κάποιο άλλο τείχος, κι από πάνω άλλο, και κάποια κρύβονται κάτω απο τη γη, κι άλλα έχουν χαθεί. Εδώ η κλασσική Αθήνα δεν μπορεί να επικρατήσει. Εξάλλου οι αρχαιολογικές απόψεις έχουν αλλάξει. Οι εποχές έχουν όλες ενδιαφέρον. Κι έτσι μπερδεύεται ο επισκέπτης που έχει μυηθεί στον απόλυτο κλασσικισμό της Ακρόπολης.  Αν βέβαια διαβάσεις Ιστορία εξηγούνται όλα.
Υπαίθριο ιερό των προγόνων
Οι στρώσεις του τείχους διηγούνται τα πάθη και τα λάθη της μικρής εκείνης πόλης που υπήρξε η Αθήνα, ακόμα και τον τρόπο που επιβίωσε. Αναγκαστικά μαθαίνεις τις ταπεινές λεπτομέρειες αν θέλεις να καταλάβεις το χώρο του Κεραμεικού. Δεν πέφτεις εδώ στα γόνατα να προσκυνήσεις την κλασσική ομορφιά, όπως ο Ρενάν μπροστά στον Παρθενώνα. Μπορείς να σκύψεις βέβαια για να δεις αγάλματα χτισμένα στο τείχος που έπρεπε να γίνει βιαστικά, ή παγίδες για τους πολιορκητές, ήλούκια σε πέτρα πάνω από τάφους που χρησίμευαν για τις προσφορές, να κυλάνε βαθιά μέσα στη γη, να φτάνουν ως το νεκρό και τις χθόνιες θεότητες.
Κάποτε η πόλη μεγάλωνε, κάποτε μίκραινε, κάποτε τη λεηλατούσαν, κάποτε ξαναχτιζόταν. Οι αγωνίες της αποτυπώνονται στις λεπτομέρειες των ευρημάτων του Κεραμεικού. Κι οι κεραμίστες ήταν σημαντικοί τεχνίτες, αφού η παραγωγή κεραμικών προοριζόταν και για εξαγωγή σε πολλά μέρη, μακρινά και κοντινά.
Όπως είναι σε στρώσεις τα ευρήματα του Κεραμεικού, έτσι μπορεί κανείς, σε στρώσεις, να τον ανακαλύπτει. Κάθε φορά να τον καταλαβαίνει λίγο καλύτερα. Θα ξαναπάω.

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Το Νόμπελ στα παιδιά

Πολύ συχνά το Νόμπελ Ειρήνης απονεμήθηκε σε πολιτικούς μόνο και μόνο για να τους θυμίσει ότι υπάρχει και η ειρήνη. Τους έβρισκε σε οργασμό πολεμικών περιόδων, κι ήθελε απλώς να φρενάρει την ορμή τους, να τους βάλει σε σκέψεις, να τους τραγουδήσει Ζιλμπέρ Μπεκώ. Ξέρετε εκείνο το τραγούδι που λέει “μετά τον πόλεμο, πρέπει να συντάξουμε και τη συνθήκη ειρήνης”. (Σε ελεύθερη μετάφραση). Άλλοτε προσπαθούσε να δώσει κουράγιο σε αντιπάλους που ήξεραν το τραγούδι αυτό κι επιχειρούσαν τη σύνταξη της συνθήκης, ενώ τα φιλοπόλεμα πλήθη ούρλιαζαν εναντίον τους.
Φέτος το βραβείο βαραίνει τους ώμους ενός κοριτσιού 17 χρονών. Δεν είναι απλή υπόθεση, ξαφνικά μια τόσο νέα κοπέλα αποκτά το καθήκον να μην αλλάξει ρότα στη ζωή της, να την αφιερώσει στην υπόθεση για την οποία κινδύνευσε να πεθάνει όταν ήταν 12, τη μόρφωση των κοριτσιών στην πατρίδα της. Κι αν αλλάξει γνώμη στα 25, στα 30, αν θελήσει ν' ασχοληθεί με κάτι άλλο, αν ερωτευτεί και πάψει να νοιάζεται για τα κοριτσάκια του Πακιστάν, αν απλώς απογοητευτεί και θέλει να τα παρατήσει; Είναι λογικό να τα σκέφτεται κανείς αυτά. Πώς δεν τα υπολόγισαν, νορβηγοί άνθρωποι, τόσο εξελιγμένοι και προβληματισμένοι στο θέμα της ελεύθερης ατομικής επιλογής; Και τότε ακριβώς, κάνοντας αυτές τις σκέψεις, συνειδητοποιεί κανείς ότι τα εκατομμύρια των κοριτσιών χωρίς πρόσβαση στη μόρφωση δεν έχουν καμία πιθανότητα ατομικών επιλογών. Οπότε, ακόμα κι αν βαραίνει το Νόμπελ στους νεανικούς ώμους της Μαλάλας, τουλάχιστον η εικόνα, η πρόταση, η ιδέα, κάπως θα φτάσει στα μάτια και τ' αυτιά τους, το υπόδειγμα κάπως θα λειτουργήσει.
Συχνά λέμε ότι τύποι σαν τη Μαλάλα και τον Σατυάρτι μάχονται για ουτοπίες. Είμαστε ρεαλιστές και προσγειωμένοι. Να μορφώνονται τα κορίτσια του Πακιστάν; Να μη δουλεύουν οι μικροί Ινδοί; Δεν γίνονται αυτά εκεί πέρα. Τα ρεπορτάζ για την παιδική εργασία, δεκαετίες τώρα δεν έβρισκαν καμία λύση να προτείνουν. Κι όμως ο Καϊλάς Σατυάρτι έχει σώσει 80.000 παιδιά από την παιδική εργασία. Άρα κάποιος τρόπος θα υπάρχει. Κάτι θα μπορεί να περνά από την ουτοπία στην πράξη και στις παιδικές ζωές.
“Ινδία και Πακιστάν θα συγκρουστούν καθώς η ένταση ανεβαίνει γύρω από την ισλαμιστική εστία”, διάβαζα σε ένα περισπούδαστο άρθρο λίγο πριν ανακοινωθεί το Νόμπελ. Ίσως η πρόβλεψη βγει σωστή, ίσως όμως και όχι. Και στις δυο χώρες κάποιοι παλεύουν για το μέλλον των παιδιών. Το Νόμπελ φέτος μοιράζεται όχι μόνο σε ένα παιδί και σε έναν προστάτη των παιδιών, αλλά και σε όλα τα παιδιά που γεννιούνται εκεί, ένθεν και ένθεν των συνόρων. Ενώ μοιάζουν καταδικασμένα να στερούνται και να ταλαιπωρούνται, μπορεί και να πέσουν σε κάποιο δάσκαλο, σε κάποιο σχολείο, σε κάποιο χαρισματικό ακτιβιστή, κάποιο κοσμαγάπητο και βραβευμένο προστάτη, που θα τους μάθει ότι έχουν δικαιώματα. Κι ένα απ' αυτά είναι η ειρήνη.

Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Ψητού κρανίου τόπος

Ποτέ κανένας υπουργός συγκοινωνιών, ποτέ κανένας δήμαρχος, ούτε και κανένας απλός βουλευτής δεν περίμενε το τρόλεϊ μπροστά στην Ακαδημία Αθηνών. Και φαίνεται ότι και κανείς από τους ανθρώπους που περίμεναν εκεί το τρόλεϊ κάποια φορά στη ζωή τους, δεν έγινε ποτέ υπουργός, βουλευτής, δήμαρχος και τα ρέστα. Υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στους ανθρώπους που περιμένουν το τρόλεϊ εκεί, μπροστά σε ένα από τα ενδοξότερα σημεία της σύγχρονης πρωτεύουσας, και σ' εκείνους που σχεδιάζουν, οραματίζονται, έχουν τα μέσα και τη βούληση και αλλάζουν την πόλη. Κι αν υπάρχουν κάποιοι που το κατάφεραν, δεν τολμούν να επικαλεστούν την ανάμνησή τους, να πούν: ξέρετε είναι βασανιστική η αναμονή εκεί μπροστά στην υπέροχη τριλογία, να βάλουμε ένα στέγαστρο, να φυτέψουμε ένα δέντρο. Δεν θα θέλουν να ομολογήσουν το μικρομεσαίο τους παρελθόν. Άλλο να είσαι από χωριό και να ανέβηκες ψηλά, το επικαλείσαι, αλλά να λες ότι περίμενες το τρόλεϊ στην Ακαδημία; Πολύ απομυθοποιητικό.
Άλλη εξήγηση δεν έχω.
Είναι εκεί ένα από τα ωραιότερα σημεία της Αθήνας. Από τα ελάχιστα που κράτησαν την ομορφιά των μεγάλων φιλοδοξιών της εποχής που γεννιόταν. Θα έπρεπε όσοι έχουμε τη συνήθεια, τη δυνατότητα, την ανάγκη τέλος πάντων, να περιμένουμε το τρόλεϊ στο σημείο αυτό, να το απολαμβάνουμε. Να παίρνουμε βαθιές ανάσες, να παίρνουμε κουράγιο, να γεμίζουν τα μάτια μας ομορφιά, αρμονία, να χτίζουμε αξιοπρέπεια πολίτη και δημότη στην ψυχή μας, να νιώθουμε μέσα μας τη χαρά του ανήκειν σε κάποιον τόπο. Αν δεν το νιώσουμε εκεί, τότε πού;
Ή μήπως όχι; Μήπως πρέπει αντίθετα να υποφέρει ο κόσμος, όπως υποφέρει τώρα περιμένοντας, κάτω από το λιοπύρι, χωρίς τόπο να σταθεί και να καθήσει, χωρίς μια σκιά, να στριμώχνεται όρθιος κάτω από τις τσιγκούνικες νερατζιές, να ψήνεται καλά καλά το δεκάλεπτο που κάνει να έρθει το λεωφορείο, ενίοτε εικοσάλεπτο, ενίοτε μισάωρο, για να μπορεί να νιώσει επαρκές δέος απέναντι στις υψηλές έννοιες που εκπροσωπούν τα περίφημα, τα σπουδαία, τα υψηλόφρονα, τα τέλεια κτίρια της Αθηναϊκής τριλογίας; Βιβλιοθήκη! Πανεπιστήμιο! Ακαδημία! Κάτσε ψήσου ανάξιε άνθρωπε στο γκαζόν και στα πλακάκια για να καταλάβεις το μεγαλείο τους!
Έκανε ο Δήμος διαγωνισμούς παγκακιών. Κανένα παγκάκι δεν μπήκε εκεί, πόσο μάλλον να έχει και σκιά. Θα γίνουν ίσως όλες μαζί οι αλλαγές, όταν ξανασκεφτούν την Αθήνα. Rethink Athens. Δεν μπορεί να μπει ένα σκέτο δέντρο, έτσι, χωρίς σκέψη; Ένα στέγαστρο, κάτι. Όχι, εδώ έχουμε τα ωραία, τα μεγάλα, τα ολοκληρωτικά. Και πολλή σκέψη. Όμως το σώμα των σκεπτομένων δεν πέρασε απο δω, δεν στάθηκε να περιμένει ποτέ σ' αυτό το αβίωτο πεζοδρόμιο. Εκτός απο τη σκέψη, υπάρχουν και πόδια, χέρια, ώμοι, και κεφάλια. Σ' αυτό το φαρδύ πεζοδρόμιο, το πιο μεγάλο, το πιο φαρδύ, που έπρεπε ν' ανοίγει τους ορίζοντες, οι σκεπτόμενοι δεν πάτησαν. Γιατί αν είχαν υποφέρει όπως υποφέρουμε, αν είχαν μια φορά αναγκαστεί να σταθούν είκοσι λεπτά στο ωραίο αυτό μέρος να περιμένουν, δεν θα χρειαζόταν πολλή σκέψη, ούτε μελέτη, ούτε think, ούτε rethink.
Είναι τρελό και ταπεινωτικό. Μεγάλα σχέδια, οράματα, και μια μικρή σκέψη για στοιχειώδη σεβασμό στους ανθρώπους που ζουν κι αναπνέουν γύρω από τα σπουδαία αυτά μέρη, να μην είναι σε θέση να την κάνει κανένας.

Πέμπτη, 2 Οκτωβρίου 2014

Σκεφτείτο το ξανά!

Εκείνο που θα περίμενα από μια νέα και τολμηρή περιφερειάρχη αριστερoύ κόμματος, θα ήταν να πάρει νέες και τολμηρές αποφάσεις για τα σκουπίδια, κι ας ήταν πολύ διαφορετικές από τις συνηθισμένες νοοτροπίες. Να αναγγείλει και να αναλύσει τα δύσκολα, να εκπαιδεύσει τους πολίτες, τους δημότες, τους περιφερειαρχόμενους και περιφερόμενους σε σύγχρονες λύσεις. Κι ας τους ξεβολέψει. Να χρησιμοποιήσει ένα παράδειγμα σαν στόχο, όπως το Σπιτελάου της Βιέννης, τον ενεργειακό σταθμό που χρησιμοποιεί σκουπίδια. Πείτε άλλες λέξεις αν δεν σας αρέσουν. Απορρίμματα. Μεταχειριστείτε τα διαφορετικά αν δεν σας αρέσουν. Μην τα ανακατώνετε με την ανακύκλωση επειδή βαριέστε. Και μην ονειρεύεστε ότι μπορείτε ακόμα να τα πετάτε μακριά, έξω από δω, στην αυλή του γείτονα, στην Κίνα, στο διάστημα, στη Σελήνη. Δεν γίνεται. Όσο αποστρέφετε το πρόσωπο και κλείνετε τη μύτη, τόσο περισσότερο βρωμάνε και τόσο περισσότερο μας πλησιάζουν. Αντιμετωπίστε τα.
Οι φωτογραφίες από το Σπιτελάου είναι δικές μου. Πήγα εκεί με το μετρό κι έφυγα με τα πόδια, από τον ποδηλατόδρομο - περίπατο που έχει δίπλα στο κανάλι. Έκανα ωραίο, ρομαντικό περίπατο ξεκινώντας από τον απίθανο αυτό σκουπιδότοπο. Αν στ' αλήθεια σκύβουμε το κεφάλι οριστικά και λέμε ότι αυτά δεν είναι για μας, ας έχουμε μια εικόνα, τι δεν είναι για μας. Σταθμός ενεργειακός σε σχέδια Χουντερβάσερ, του αρχιτέκτονα που έχει φτιάξει κι εκείνα τα υπέροχα δημοτικά διαμερίσματα. Και μην ξεχνάτε ότι μιλάμε για πόλη υπόδειγμα σοσιαλισμού για δεκαετίες. Αν δεν βάλουμε αυτήν πρότυπο, ποια να βάλουμε;
Σκεφτείτο το ξανά!

Περισσότερες φωτογραφίες στο Πρόταγκον  http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ellada&id=36691

Γαλλικά και σουτζούκια

Στην Ευριπίδου πήγα για μπαχαρικά, και βρέθηκα να φλερτάρω άλλα πράγματα. Μεσημέριαζε, φόρτωναν και ξεφόρτωναν τα μαγαζιά, κουρασμένοι οι πελάτες και οι πωλητές έτρεχαν και σκόνταφταν παντού, στα απίθανα αντικείμενα που εκτίθενται και κυκλοφορούν εκεί πέρα. Στάθηκα απέναντι από το μαγαζί με τα σουτζούκια, ζύγιζα το θέμα, να πάρω ή να μην πάρω; Καθώς στοχαζόμουν σήκωσα το κεφάλι κι είδα πάνω από το μαγαζί ακόμα έναν όροφο με τον τοίχο φτιαγμένο κήπο.

Μήπως δεν έβλεπα καλά; Τεχνική ακριβή και σπάνια αυτή, δεν θυμάμαι να υπάρχει αλλού στην Αθήνα. Ανθισμένες ταράτσες ναι, υπάρχουν μερακλήδες που φτιάχνουν, αλλά ανθισμένο, μάλλον φυτεμένο τοίχο μόνο στο Παρίσι έχω πετύχει, κι εκεί σε μουσείο Φυσικής Ιστορίας. Αρχισα να ψάχνω το κινητό να βγάλω φωτογραφία. Πριν το ψαρέψω από την τσάντα, ένα ζευγάρι Γάλλων σταματά δίπλα μου. Κοιτούσαν κι αυτοί απέναντι, ψάχνονταν.

-«Απίθανο δεν είναι;» ρωτάει η γυναίκα, κι όπως άκουσα καθαρά την κουβέντα, ανακατεύτηκα κι εγώ. «Μοναδικό», τους είπα, «καταπληκτικό, σπάνιο». Πιάσαμε κουβέντα, κι ύστερα κατάλαβα ότι δεν τους είχε εντυπωσιάσει ο τοίχος, δεν τον είχαν καν προσέξει, αλλά τα σουτζούκια και οι παστουρμάδες. Αυτά ήθελαν να βγάλουν φωτογραφία.

-«Να τα βγάλετε, αλλά κυρίως να πάτε ν' αγοράσετε», άρχισα εγώ τη διαφήμιση. «Δεν υπάρχει τίποτε τόσο γνήσιο, τόσο ιδιαίτερο και σπάνιο, τόσο παραδοσιακό…» σκάλιζα τη μνήμη μου, το γαλλικό μου λεξιλόγιο, να βρω λέξεις να περιγράψω. Παλιά συνταγή, ανατολίτικη, με κρέας εκλεκτής ποιότητας, μισό αρνίσιο, μισό βοδινό, ή μήπως ήταν χοιρινό;

Γιατί δεν τη σημείωσα τη συνταγή όταν μου την είχε πει ο πατέρας μου; Τόσο σίγουρο τον είχα, ότι θα βρίσκεται πάντα κοντά μας και κάθε χρόνο θα φτιάχνει τα σουτζούκια του αγοράζοντας ο ίδιος το άπαχο κρέας, περνώντας τον κιμά από τη δική του μηχανή, πλένοντας τα έντερα με τα χεράκια του, ανακατεύοντας τα μπαχαρικά κι ύστερα γεμίζοντας και στριμώχνοντας, και ξεραίνοντας σε δυο φάσεις στον αέρα τα σουτζούκια του, τα οποία ενδιαμέσως τα πατίκωνε με τους τόμους του «Νομικού Βήματος» και των «Ποινικών Χρονικών».

Δεν μπορώ να τα πω όλ' αυτά στους Γάλλους. Δεν μπορώ να εξηγήσω ότι κάθε φορά που πλησιάζω αυτές τις γραφικές σειρές κρεμασμένων αλλαντικών με τρώει η προσδοκία και η αμφιβολία. Θα ξαναβρώ την αγαπημένη γεύση ή θα είναι στο περίπου, όπως κάθε φορά; Θα γίνει το θαύμα κάποτε; Βρίσκω όμως όρεξη να παινέψω τα προϊόντα του μαγαζιού σαν να είναι δικό μου, τόσο που θα σκέφτηκαν ότι έκανα τον κράχτη. Και δώσ' του να μου φέρνουν αντιρρήσεις, μήπως δεν διατηρούνται καλά; Μήπως είναι πολύ πικάντικα; Ε, δεν τα λες και παιδική τροφή, ωστόσο εμείς τα τρώγαμε πριν βγάλουμε δόντια. «Μα δεν είστε Γαλλίδα;» «Οχι δα, ο πατέρας μας βέβαια μας έμαθε από μικρά γαλλικά. Γαλλικά και σουτζούκια, θα ανακαλύψετε πόσο ταιριάζουν».

Δεν ξέρω αν τους έπεισα. Φωτογράφησαν εκείνοι τα αλλαντικά κι εγώ τον κρεμαστό κήπο της Ευριπίδου. Για το χατίρι του θα κάνω σκόντο στις γευστικές απαιτήσεις, θα αγοράζω από κει σουτζούκια. Τουλάχιστον, μέχρι να μάθω να τα φτιάχνω μόνη μου.

Cities are a girl's best friend

Χαζεύω τον κόσμο στις πόλεις, κυρίως στις ξένες πόλεις, επειδή στη δική μου η ρουτίνα δεν μου αφήνει περιθώρια για χάζεμα. Χαζεύω πώς περπατούν οι άνθρωποι, πότε κουρασμένα πότε ζωηρά, ανάλαφρα ή βαριά, άγαρμπα ή κομψά, βιαστικά ή αργά, απρόσεχτα ή μελετημένα, χαρούμενα ή στοχαστικά.
Το κάθε περπάτημα έχει προσωπικότητα, και πιο εντυπωσιακό είναι το περπάτημα των κοριτσιών, με την ευρεία έννοια η λέξη «κορίτσια». Πιο δροσερά από τα συντριβάνια, πιο γοητευτικά από τις βιτρίνες, πιο νέα από τις διαφημίσεις, πιο τολμηρά από τις φωτογραφίες, πιο έτοιμα να γελάσουν, να απολαύσουν, να εκδηλωθούν, ακόμα κι απο αγορίστικες παρέες. Σε πολλά φαίνεται ο προβληματισμός των βημάτων, το πώς βάζουμε το ένα πόδι μπροστά από τ’ άλλο, πώς ζυγίζουμε τον κορμό επάνω τους και την αλλαγή βάρους. Άλλα είναι τελείως ανέμελα κι αδιάφορα, κι όμως κάπου φαίνεται, κάπου προδίνεται ότι κι εκείνα κάποια στιγμή στάθηκαν μπροστά στον καθρέφτη κι έκαναν ό,τι μπορούσαν καλύτερο για την εμφάνιση του πλάσματος που τα κοίταζε από κει μέσα. Πολλά φοράνε σορτς είτε με κρύο είτε με ζέστη. Οι κοιλιές έχουν πια κρυφτεί, πέρασε η μόδα. Τώρα έχουν οι μηροί την πρωτοκαθεδρία, κι όσο αποκαλύπτονται τόσο τελειοποιούνται. Ένα παράξενο πράγμα.
n
Καθώς χαζεύω μου κολλάει το τραγούδι της Μέριλιν Μονρόε Diamonds are a girl’s best friend. Αλλά ο στίχος έχει αλλάξει, cities are a girl’s best friend, λέει και ξαναλέει. Επαναλαμβάνεται επίμονα στο κεφάλι μου, και περνάνε μέρες ώσπου να συνειδητοποιήσω ότι δεν είναι σωστός ο στίχος, δεν λέει έτσι το τραγούδι. Ωστόσο καθώς συνεχίζω να χαζεύω, ο αλλοιωμένος στίχος επιμένει.
Οι πόλεις είναι ο καλύτερος φίλος των κοριτσιών. Στους δρόμους τους τα κορίτσια αναδεικνύονται, είναι σα να φτιάχτηκαν για το σκοπό αυτό. Πεζοδρόμια, δρόμοι, στάσεις λεωφορείων, προσόψεις, δέντρα, λεωφορεία, τραμ, ό,τι συνθέτει μια πόλη, είναι σα να μπήκε στη θέση του για να γίνει ντεκόρ, πλαίσιο, στήριξη και πινελιά, φόντο και υπόδειξη στις βόλτες των κοριτσιών. Σα να δίνουν νόημα τα κορίτσια σ’ όλ’ αυτά, χωρίς την παρουσία τους, θα άξιζαν τίποτε;
Αν ήμουν φωτογράφος θα έστηνα μια κάμερα στους ωραίους ευρωπαϊκούς πεζόδρομους. Τώρα πίνοντας καφέ, ή κάνοντας ενσταντανέ σε αξιοθέατα, βγάζω μερικές τυχαίες φωτογραφίες. Η μηχανή δεν μπορεί να παρακολουθήσει το μάτι. Ωστόσο κάτι πιάνει, μια τούφα ανεμελιά, μια άκρη ελευθερίας. Την ελευθερία διαλαλούν τα κορίτσια στις ωραίες ευρωπαϊκές πόλεις. Κι ακόμα και στις άσχημες εκείνα παραμένουν όμορφα. Έχουν κάτι το μεθυστικό καθώς κυκλοφορούν ελεύθερα, αυτά που πριν δυο ή τρεις γενιές έπρεπε να συνοδεύονται και να κρύβονται για να βγουν στο δρόμο.
n
n
Τι θα πει «κορίτσια»; Είναι οι γυναίκες που δεν έχουν ακόμα δια-κορευτεί, σύμφωνα με την παλιά ιστορία της λέξης. Δηλαδή οι παρθένες. Περιουσία προς διάθεση που έπρεπε να φυλάγεται. Κάλυπταν τα μαλλιά, κάλυπταν το πρόσωπο, δεν έβγαιναν μόνες. Περνούσαν τη συνταρακτική κι επικίνδυνη φάση της διαθεσιμότητας, της αναζήτησης και κατοχύρωσης συζύγου δηλαδή, κι ύστερα παντρεύονταν και γίνονταν γυναίκες. Είναι ακόμα φρέσκια η ελευθερία, και αμφισβητείται σκληρά σε διάφορες φριχτές δικτατορίες που επιτίθενται εξ ανατολών καλύπτοντας τα κεφάλια των γυναικών, και κόβοντας κεφάλια ανδρών. Είναι ακόμα κοντινή η κατάκτηση της ελευθερίας, η συνταρακτική αλλαγή, η υπέροχη αυτή ειρηνική επανάσταση που πέτυχε, αλλά ακόμα αμφισβητείται.
Τα κορίτσια διαθέτουν όπως θέλουν τον εαυτό τους, την παρουσία τους, το βήμα τους, το βλέμμα τους, τα πάντα. Μένουν κορίτσια όσο θέλουν, ακόμα και γερνώντας. Προσφέρουν την εικόνα τους στην πόλη, κι εκείνη τα καλεί αδιάκοπα να τη βελτιώνουν, να τη μελετούν, να την αλλάζουν.
Οι πόλεις, που στολίζουν, πλουτίζουν, γεμίζουν κι εξασφαλίζουν την ελευθερία τους, είναι νομίζω οι καλύτεροι φίλοι των κοριτσιών.
Περισσότερες Φωτογραφίες στην Athens Voice
http://www.athensvoice.gr/article/city-news-voices/%CE%B8%CE%B5%CE%BC%CE%B1/%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CF%8D%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82-%CF%86%CE%AF%CE%BB%CE%BF%CF%82-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B9%CF%84%CF%83%CE%B9%CF%8E%CE%BD

Πόσο αργά με βρήκε το internet

Τα δάχτυλα του δεξιού χεριού άρχισαν να πονάνε από τη χρήση πλήκτρων. Ισως πρέπει να σταματήσω για λίγο καιρό, να φορέσω κι εγώ ναρθηκάκια, όπως οι συνομήλικοι φίλοι μου, και να μη γράφω καθόλου μέχρι να μου περάσουν. Μπορεί να είναι φυσικό να πονά έτσι κάποιος που μεγάλωσε με μολύβια και στυλό. Αραγε τα σημερινά παιδιά που μεγαλώνουν με τα δάχτυλα στα πλήκτρα εξ απαλών ονύχων, θα έχουν τέτοιους πόνους μεγαλώνοντας;

Κάποιο λάθος κάνουμε πατώντας τα κουμπιά. Βάζουμε παραπάνω δύναμη, ή κάτι τέτοιο. Και πάντα είμαστε πίσω σε σχέση με τα παιδιά, εκείνα πετάνε, εμείς σερνόμαστε ξοπίσω τους. Τα βλέπεις να δραπετεύουν με τεράστια ευκολία από το περιβάλλον που οι μεγάλοι κατασκευάζουν γύρω τους, και βλέπεις τους μεγάλους να απελπίζονται, να φοβούνται, ν' ανησυχούν. Κάνουν διαλέξεις, οι κίνδυνοι του Διαδικτύου για τα παιδιά, πώς θα είναι ασφαλές το Ιντερνετ, πώς θα προστατεύσετε τα παιδιά σας. Αντί να κάθονται να ψάχνουν το μαντζούνι που θα μας κάνει εμάς παιδιά, θα μας γυρίσει στα χρόνια που ήμασταν μικροί, αλλά αυτή τη φορά θα μας δώσει στα χέρια κι ένα άιφον να πορευόμαστε.

Πόσο αργά γεννήθηκα, σκέφτηκα πολλές φορές τα τελευταία τριάντα χρόνια, αλλά ειδικά με τα κόλπα τα ιντερνετικά παθαίνω την πλάκα μου. Γιατί να μην υπάρχει το φέισμπουκ τότε που με άλλαξαν σχολείο στην εφηβεία π.χ., και κόντεψα να πάθω παράκρουση από τη μοναξιά για μήνες; Μια χαρά θα λειτουργούσε ως υποκατάστατο σχέσεων για το ντροπαλό πλάσμα που ήμουν αυτό το θαύμα της τεχνολογίας, μέχρι να βρω τους τρόπους, τις τέχνες και τα γράμματα, ναι, κυρίως αυτά, να βγω από το αδιέξοδο της αλαλίας. Ή μετά, στα φοιτητικά χρόνια, τότε που είχαμε τις πιο τρελές και τολμηρές ιδέες και ζούσαμε στο πιο αντιδραστικό καθεστώς, τι παρηγοριά θα είχαμε με τα απίθανα κόλπα που διαθέτει σήμερα κι η πιο μικρούτσικη οθόνη. Νομίζω, θα ήμουν μεγάλο ταλέντο στο τουίτερ, εγώ που στα καφενεία καθόμουν με τα πόδια γυρισμένα προς τα μέσα, την πλάτη σε καμπούρα, τα μάτια κρυμμένα πίσω από τα πελώρια γυαλιά, και τόσο ανίκανη να μιλήσω που όταν το κατόρθωνα πάντα κατέληγα να τσιρίζω. Θα έβγαζα τις σέλφι μου χωρίς γυαλιά και θα έβρισκα βεβαίως τις καλύτερες λεζάντες, αφού όπως απεδείχθη, εκεί ήταν το ταλέντο μου.

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

Αυτή είναι η δουλειά της κρατικής τηλεόρασης;

Περιμένοντας να συντάξουμε απάντηση, ως Εποπτικό Συμβούλιο για όσα συμβαίνουν στη ΝΕΡΙΤ, διάβασα πολλά και διάφορα, για την παραίτηση Μακρυδημήτρη -Μορώνη και εν συνεχεία Χωμενίδη. Το Εποπτικό, από το οποίο δεν έχουμε παραιτηθεί ούτε η κα Καραπαναγιώτη ούτε οι κ.κ. Φορτσάκης, Ζούλας, Καρυτινός, ούτε εγώ, ερευνά όλα όσα συνέβησαν σχολαστικά, στο μεταξύ οι μέρες περνάνε και στα σόσιαλ μέντια η εικόνα είναι ότι τις κυβερνητικές πιέσεις και παρεμβάσεις τις προσπερνάμε, ή τις θεωρούμε αυτονόητες. Επιπλέον δεν θα πρέπει να είμαστε και τόσο ακέραιοι άνθρωποι όσο οι άλλοι τρεις, που παραιτήθηκαν
Δεν γράφω για να υποστηρίξω την ακεραιότητά μου, συνήθισα τα τελευταία χρόνια σε ακατανόητης κακίας επιθέσεις, αλλά για να εκθέσω κάποια πράγματα και ορισμένες σκέψεις που θα ήθελα να απασχολήσουν ανθρώπους που ασχολήθηκαν με το θέμα και που εκτιμώ
Ωστόσο διευκρινίζω ότι δεν θεωρώ λόγο παραίτησης, για μένα προσωπικά, τα τηλεφωνήματα πολιτικών στον διευθυντή της ΝΕΡΙΤ. Οι πολιτικοί, είτε είναι στην κυβέρνηση είτε στην αντιπολίτευση, έχουν συνηθίσει να θεωρούν την κρατική τηλεόραση ιδιοκτησία τους και δεν θα σταματήσουν να σηκώνουν το τηλέφωνο και να απαιτούν απ' αυτήν. Οι διευθυντές οφείλουν να αντιστέκονται και να χτίσουν την ανεξαρτησία τους μέρα με τη μέρα. Δεν είναι εύκολο, και είναι φυσικό να σηκώνουν τα χέρια ψηλά.
Μα, θα πείτε, το τηλεφώνημα πέρασε και η συνέντευξη δεν μεταδόθηκε! Πάνω σ' αυτή τη λογική, του καθήκοντος της κρατικής τηλεόρασης να μεταδίδει ζωντανά ολόκληρες τις εκδηλώσεις πολιτικών και μάλιστα με δικά της μέσα, θα ήθελα να βάλω κάποια ερωτηματικά. Αυτή είναι η δουλειά της ΝΕΡΙΤ; Αυτό το ερώτημα θα ήθελα να διατυπώσω σε όλους όσοι κατηγορούν τη στάση και την επιλογή της.
Στη συζήτηση που εμείς είχαμε κάνει, από την οποία έλειπε ο κ. Χωμενίδης, είχαμε δεχτεί τη λογική της μιας απευθείας μετάδοσης ανά κόμμα. Παραδοσιακά γίνονταν πολύ περισσότερες μεταδόσεις, σύμφωνοι. Όμως συζητάμε για αλλαγές. Συζητάμε για το πώς θα ξεφύγουμε από παραδοσιακές δουλείες της τηλεόρασης απέναντι στην κομματοκρατία.
Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι η ΝΕΡΙΤ δεν θα πρέπει να κάνει καμία τέτοια ζωντανή μετάδοση. Αρκεί να παρακολουθεί δημοσιογραφικά, σύμφωνα με την κρίση των δικών της δημοσιογράφων, την πολιτική κίνηση και τις ομιλίες, των πρωθυπουργών και αρχηγών κομμάτων και να επιλέγει τι και αν θα μεταδώσει. Τα κόμματα, αν θέλουν να ακούγονται λάιβ οι ομιλίες, ας διαθέτουν δικά τους μέσα και ας καλούν τα κανάλια να επιλέγουν ό,τι τα ενδιαφέρει. Ακόμα και η λογική “καλύπτω τον πρωθυπουργό επειδή είμαι κράτος” για μένα είναι η αρχή της κατηφόρας. Μετά τον πρωθυπουργό πρέπει να καλύψεις τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, κι ύστερα τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, και πόσες φορές; Μία ή δύο; Σαν κόμμα ή σαν κυβέρνηση; Κι αν η κυβέρνηση είχε τρία κόμματα, θα ήθελε τρεις καλύψεις η αξιωματική αντιπολίτευση; Κι αν είχε τέσσερα; Και ούτω καθεξής.
Και φτάνουμε στη σημείο η επιλογή της μιας παρουσίασης ανά κόμμα να θεωρείται λογοκρισία. Σαν αυτόματο ξεπηδάει μέσα μας η αντίδραση, ξεχνάμε διάφορες λεπτομέρειες όπως ότι η αξιωματική αντιπολίτευση δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ, δεν αναγνωρίζει τη ΝΕΡΙΤ από την οποία απαιτεί ζωντανή κάλυψη, και άλλα γκροτέσκα. Τα έχουμε συνηθίσει αυτά. Όπως έχουμε συνηθίσει να αντιδρούμε στην υπόνοια της λογοκρισίας, και καλά κάνουμε, όμως ξαναρωτάω: Αυτή πρέπει να είναι η δουλειά της κρατικής τηλεόρασης;
Η κρατική τηλεόραση οφείλει στο κοινό της υψηλού επιπέδου κάλυψη δημοσιογραφική, αυτό είναι το νόημα της ύπαρξης της. Να προσφέρει την πολυτέλεια της ποιότητας που οι άλλοι δεν μπορούν ή δεν ενδιαφέρονται. Αν αποφασίσει ο διευθυντής της ότι πρέπει να γίνει ζωντανή μετάδοση, να κάνει ζωντανή μετάδοση. Αν όχι, να μην κάνει. Ας πάρουν σαράντα τηλέφωνα υπουργοί και αρχηγοί κομμάτων. Κάποτε θα καταλάβουν ότι δεν έχει νόημα κάτι τέτοιο. Αλλά και να μην το καταλάβουν, οι διευθυντές της ΝΕΡΙΤ απλώς οφείλουν να τους αγνοούν.
Θα μου πείτε ότι αυτό δεν γίνεται; Αν αυτό το πάρουμε απόφαση, τότε όντως πρέπει να παραιτηθούμε όλοι.  Φυσικά είναι μεγάλος ο πειρασμός της παραίτησης. Στο μεταξύ προσπαθούμε.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Οι παλιοί λογαριασμοί χαλάνε τις καλές φιλίες

Κοντεύω να περπατήσω τη μισή Σκωτία, κάθε δυο καλοκαίρια σχεδόν πηγαίνω εκεί, ιδίως αφότου σπουδάζει το παιδί μου. Έχω επισκεφτεί ένα σωρό πόλεις, έχω διαβάσει ξανά και ξανά ηρωικές ιστορίες, έχω καθαρίσει φοιτητικά διαμερίσματα, έχω αλωνίσει το Εδιμβούργο. Δεν χορταίνω να τη φωτογραφίζω, νομίζω ότι η ομορφιά της χώρας αυτής με έκανε να αγοράσω επιτέλους καλή ψηφιακή φωτογραφική μηχανή. Μπορεί να αποφεύγω πια τις αίθουσες βασανιστηρίων των μεσαιωνικών κάστρων, την αιματηρή ιστορία όμως κάθε μνημείου που επισκέπτομαι ως επίμονη τουρίστρια, την ακούω υπομονετικά. Ήρωες που έγιναν αθάνατοι, κι έφτασαν μέχρι τις μέρες μας ως κινηματογραφική σειρά. Μάχες που κόστισαν χιλιάδες ζωές. Κοιλάδες ποτισμένες με πολύ αίμα. Έφιπποι ανδριάντες. Τοίχοι πέτρινοι που υπήρξαν μπουντρούμια, αλλά τώρα είναι φόντο για γαμήλιες πόζες. Ένα σιδερένιο κλουβί κρεμασμένο σε ψηλό πύργο, όπου πέρασε τέσσερα χρόνια η ευγενής που έστεψε βασιλιά τον Μπρους, ο οποίος σκότωσε τον άντρα της αργότερα διότι εκείνος διαφωνούσε. Αποκεφαλισμοί, ακρωτηριασμοί, βασανιστήρια, πυρές. Τρομερά πράγματα, που θυμίζουν αν μη τι άλλο ότι στην αγαπημένη Ευρώπη έχουν γίνει για αιώνες φρικαλεότητες σαν αυτές που κάνει τώρα η ISIS. Μόνο που δεν είχαν τότε κάμερες να τις μεταδίδουν σ' όλο τον κόσμο.
Ίσως οι τουριστικές αυτές επισκέψεις μου δημιουργούν την εντύπωση πως η ιδέα της οριστικής αποχώρησης της Σκωτίας από το Ηνωμένο Βασίλειο είναι στραμμένη στο παρελθόν. Παλιοί λογαριασμοί που μερικοί αισθάνονται ότι δεν διευθετήθηκαν όπως θα έπρεπε, άντε ξανά να τους φέρουμε στο τραπέζι. Και φοβούνται άλλοι, ότι από τέτοιους λογαριασμούς που δεν έκλεισαν σωστά η Ευρώπη είναι γεμάτη. Κι αν αρχίσουν οι αποσχίσεις δεν θα έχουν σταματημό, κι άλλη δουλειά δεν θα κάνουμε από το να βαθαίνουμε τα σύνορα την εποχή ακριβώς που ελπίζαμε ότι θα τα σβήναμε σταδιακά. Ας μη μιλήσουμε και για εκείνους που θέλουν να τ' αλλάξουν, που τ' αλλάζουν ήδη όπως στην Ουκρανία, ας ξορκίζουμε αυτό το ενδεχόμενο.
Οι οπαδοί της απόσχισης έχουν βέβαια σύγχρονα επιχειρήματα, οικονομικά και πολιτικά, που δεν μπορώ να παρακολουθήσω. Όμως κακά τα ψέμματα, τίποτε πιο συμβολικό δεν υπάρχει στις μέρες μας, ακόμα, από τα έθνη και τα κράτη. Γιατί, τι νόημα έχει να δημιουργούνται νέα κράτη στην Ευρώπη που στοχεύει να γίνει συνομοσπονδία επαρχιών, ή κάτι τέτοιο; Εκτός αν αποφασίσουμε πως μόνο αν τελειώσει η δημιουργία μερικών ακόμα κυρίαρχων κρατών (Καταλωνία; Ουαλία; Χώρα των Βάσκων; Βαλωνία; και τι άλλο ακόμα;) κι αποσχιστούν όλοι απ' όλους, θα σκεφτούν μετά να παραιτηθούν από ένα κομματάκι κυριαρχίας για την Ενωμένη Ευρώπη. Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι.

Τετάρτη, 10 Σεπτεμβρίου 2014

Κομπλέ το νομοσχέδιο


Αυτό το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο είναι πολύ χρήσιμο για την αντιμετώπιση του διεθνούς ρατσισμού εναντίον των Ελλήνων, αλλά κατά τη γνώμη μου κάπως ελλιπές. Αντιμετωπίζει δηλαδή όσους ενδέχεται να αρνηθούν ως Ολοκαυτώματα  όσα έχει αναγνωρίσει η ελληνική Βουλή, (κι εδώ ανοίγει ένα θαυμάσιο αντικείμενο νέου μαθήματος που πρέπει να μπει στα σχολεία με τίτλο πιο επιστημονικό από την απλή φράση που χρησιμοποιούμε εμείς "τα Ολοκαυτώματα που αναγνωρίζει η ελληνική Βουλή") αλλά δεν αντιμετωπίζει διάφορους άλλους αρνητές διαφόρων άλλων τρομερών και θαυμασίων πραγμάτων που έχουν συμβεί στην ελληνική επικράτεια, είτε και εκτός αυτής, ανάμεσα στους έλληνες το γένος και τους αλλογενείς, τους προαιώνιους και τους μετααιώνιους εχθρούς, στη γη, στον εναέριο χώρο, στις θάλασσες, στο FIR και στην ΑΟΖ. 
Ωστόσο πρέπει να παραδεχτούμε ότι αποτελεί μια εισαγωγή, έναν προϊδεασμό, ένα υπόδειγμα, ένα φάρο, για την αντιμετώπιση όλων αυτών των ιδεών που πρέπει να γίνουν ένα σώμα, ένας νόμος, μια ψυχή, και να δοθούν στη νέα γενιά για να ξέρει τι της γίνεται, πώς βαδίζει, τι να λέει και κυρίως τι να μη λέει. Τα Ολοκαυτώματα που αναγνωρίζει η Βουλή πρέπει να δημοσιευτούν αναλυτικά, κάπου διάβασα ότι είναι αρκετούτσικα. Γιατί στο εξής, κι αφού ο νόμος ψηφιστεί στη Βουλή, (κι έχει προ πολλού ψηφιστεί στις καρδιές μας, εννοείται) ενδέχεται να κυκλοφορούν ακόμα ανάμεσά μας διάφορα αθώα κι άσχετα όντα που δεν ξέρουν κάποιο Ολοκαύτωμα και μπορεί να την πατήσουν είτε σε εξετάσεις πανελλήνιες, ΑΣΕΠ είτε σε πρόταση γάμου, είτε σε βιογραφικό, είτε οπουδήποτε. Να υποχρεωθούν οι εφημερίδες να δημοσιεύσουν όλα τα Ολοκαυτωματα σε συνέχειες, επ' αμοιβή φυσικά, (να βγάλουν κάτι κι αυτές απο την ελληνική Βουλή που μάλλον καλύτερα πορεύεται από τα ΜΜΕ) κι όταν με το καλό τελειώσουν με τα Ολοκαυτώματα, να δημοσιεύσουν τους επόμενους νόμους που θα ψηφίσει ελπίζουμε η ελληνική Βουλή, αφού πρώτα έχουν ψηφιστεί στις καρδιές μας. 
Δηλαδή δεν κατάλαβα γιατί η Βουλή πρέπει να μονοθετεί μόνο για τα Ολοκαυτώματα, κι όχι για κάθε ιστορικό θέμα απ' αυτά που μας κάνουν να τσακωνόμαστε στα κυριακάτικα τραπέζια μας και στις βραδυνές εξόδους και να χαλάμε τις καρδιές μας. Ας πούμε από το αν οι δικοί μας πρόγονοι επινοησαν το αλφάβητο (μερικοί λένε το σκέφτηκαν πρώτοι οι Φοίνικες, αν είναι δυνατόν. Τι λόμπι έχουν πια αυτοί οι τύποι κι έχουν περάσει τέτοιες απόψεις;) αν εφηύραν τον τροχό, αν ο Ναπολέων ήταν Έλληνας, αν η ελληνική γλώσσα είναι η πιο πλούσια του κόσμου, αν μπορεί να συνενοηθεί απευθείας με τα κομπιούτερ, κι ένα σωρό άλλες λεπτομέρειες που έχουν να κάνουν με τη θαυμάσια ελληνική ράτσα. Είπα ράτσα και το θυμηθηκα, το νομοσχέδιο είναι αντιρατσιστικό. Άρα δεν λέμε ράτσα, λέμε αντιράτσα.
  

Σάββατο, 6 Σεπτεμβρίου 2014

Rethink Athens via Vienna


Ξαναπήγα φέτος ταξίδι στη Βιέννη μετά από χμ, μερικές δεκαετίες. Ήμουν εκεί την Πρωτομαγιά του 1967. Θυμόμουν μόνο τη διαδήλωση της Πρωτομαγιάς, κυρίως επειδή είχα γράψει γι αυτήν πολλές φορές. Τον κόσμο που φώναζε "Freiheit in Griechenland", «Ελευθερία στην Ελλάδα», το κολοσσιαίο πορτραίτο του Γλέζου μπροστά στο νεογοτθικό Δημαρχείο και του Mίκη Θεοδωράκη μπροστά στη νεοκλασική Βουλή. Το μέγεθος αυτών των φωτογραφιών δυο ανθρώπων που στην Ελλάδα διώκονταν, απαγορευόταν να προφέρεις το όνομά τους.
Αναγνώρισα αμέσως αυτά τα δυο κτίρια, τη Βουλή και το Δημαρχείο, μόλις τα ξαναείδα. Μου φάνηκαν μεγαλύτερα, προφανώς είχαν μικρύνει στη μνήμη μου προσαρμοζόμενα στην εικόνα της πόλης που ζω, στα μεγέθη της Νεοκλασικής Τριλογίας στην Πανεπιστημίου. Ο αρχιτέκτονας είναι ο ίδιος, ο Δανός Θεόφιλος Χάνσεν. Αλλά, βέβαια, τα μεγέθη στη Βιέννη είναι ασύλληπτα.
Τοποθετώ, λοιπόν, σε σωστή θέση τα κτίρια της αξέχαστης εφηβικής μου ανάμνησης. Είναι στη Ρινγκστράσε, τον δρόμο που τριγυρίζει την παλιά πόλη, αυτόν που έγινε στη θέση του παλιού της τείχους. Πολύ εκτεταμένο το παλιό τείχος, πολύ φαρδιά η Ρινγκστράσε, επιβλητικά τα οικοδομήματα. Χώρος άπλετος ανάμεσά τους, ευτυχώς για το μάτι που θα παραξενευόταν πολύ με τη γειτνίαση του νεογοτθικού με το νεοκλασικό. 
Μπροστά στην αυστριακή Βουλή, γύρω από το άγαλμα της Αθηνάς, συναντάμε πάλι μια μικρή πολιτική συγκέντρωση. «Κατά του πολέμου», μας ενημερώνουν. «Τίνος πολέμου;» ρωτάμε. «Όλων των πολέμων». Συμφωνούμε απολύτως. Παραμένει εκεί χώρος πολιτικής έκφρασης.
«Σχεδίασα ένα κτίριο όπου θα λειτουργούσε η Δημοκρατία», είχε πει ο Χάνσεν για τη Βουλή. Η προτομή του βρίσκεται δίπλα στην είσοδο, πολύχρωμη. Δεν θα πρέπει να υπάρχει πιο τέλειο κλασικό κτίριο στον κόσμο, απ' όσο εγώ αντιλαμβάνομαι. Τις δυο πλευρές της κλίμακας (δεν τη λες σκάλα) την πλαισιώνουν καθιστοί ανδριάντες ιστορικών, από τον Θουκυδίδη μέχρι τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Πολύβιο. Καλή ιδέα, καθώς ανεβαίνουν, να σκέφτονται οι βουλευτές την Ιστορία.
Στις τοιχογραφίες και στο σύμπλεγμα της κρήνης μπροστά στην κλίμακα πνέει αεράκι αρ νουβώ πάντως. Αλλά δεν καταφέρνουν να μας εμποδίσουν να αισθανθούμε τη συγγένεια που έχουμε με το έργο αυτό και τις φιλοδοξίες του. Αθήνα, Δημοκρατία, κολώνες, τριλογία, Χάνσεν και λοιποί.
Κι ύστερα ανακαλύπτουμε τον Χάνσεν σε διάφορα σημεία της Βιέννης, αλλά δεν είναι εύκολο. Τα έργα του, αν και μεγάλα, αν και χαρακτηριστικά, δεν είναι πια της μόδας, δηλαδή ούτε οι τουρίστες δεν ενδιαφέρονται ιδιαίτερα να μάθουν ποιος σχεδίασε το Musiκverein ή το σημερινό Καζίνο. Όλ' αυτά τα κτίρια είναι εδώ και αιώνες το αυτονόητο περιβάλλον στην πόλη, μάλιστα κάπως άκαμπτο και υπερβολικά αυστηρό, αυτό που έπρεπε να απαντηθεί με τις τολμηρές προτάσεις των επιγόνων. Πολύ πιο ελκυστικά είναι τα κτίρια Γιούγκενστιλ και για τα γκρουπ και για το βιβλιαράκι που μας καθοδηγεί.
Όμως εμείς ως Αθηναίοι συγκινούμαστε από τον Χάνσεν, που έχτισε το πρώτο του κτίριο σε αθηναϊκό λόφο. Είναι το παλιό Αστεροσκοπείο. Κι ύστερα σχεδίασε την Ακαδημία και τη Βιβλιοθήκη της αθηναϊκής τριλογίας, ενώ ο αδερφός του ανέλαβε το Πανεπιστήμιο. Στη Βιέννη ήρθε μετά, κι έφτιαξε αρκετά νεοκλασικά μέγαρα. Αλλά και τον βυζαντινότροπο ναό της Αγίας Τριάδας για τους Οθωμανούς πολίτες Έλληνες τότε, διότι όσο έμεινε στην Αθήνα είχε μελετήσει και τη βυζαντινή αρχιτεκτονική.
Στον τάφο του, που βρίσκεται σε περίοπτη θέση στο κεντρικό νεκροταφείο της πόλης, απεικονίζεται καθιστός φορώντας χλαμύδα, ανακαλώντας κάπως κραυγαλέα τις αρχαίες επιτύμβιες στήλες. Ας πούμε ότι πήγα να επικαλεστώ την ευλογία του για το αθηναϊκό μέλλον. Αρχίζουν όπου να 'ναι οι εργασίες της πεζοδρόμησης στην Πανεπιστημίου, και κάπως πρέπει όχι απλώς να ξανασκεφτούμε, αλλά να ξαναζήσουμε την Αθήνα, τις νεοκλασικές της όψεις, κάπως πρέπει να την ξαναβάλουμε στη ζωή μας.
http://www.protagon.gr/?i=protagon.el.ta3idia&id=36205

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...