Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τραγούδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τραγούδι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου 2016

Για την υγεία και το ασφαλιστικό

Επιτέλους, η επιστήμη αναγνωρίζει τα ωφέλη του τραγουδιού. Σύμφωνα με μελέτες, όταν τραγουδάμε, οι νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου συνδέονται με νέους και διαφορετικούς τρόπους. Το τραγούδι πυροδοτεί τον δεξιό κροταφικό λοβό του εγκεφάλου μας απελευθερώνοντας ενδορφίνες, οι οποίες μας κάνουν εξυπνότερους, υγιέστερους, περισσότερο ευτυχισμένους και δημιουργικούς. Όταν τραγουδάμε με άλλους, αυτή η επίδραση μεγιστοποιείται. Επιπλέον, εκπαιδεύουμε την αναπνοή και χαμηλώνουμε τα επίπεδα κορτιζόλης. Οπότε δεν χρειάζεται να απολογούμαστε αν μας αγριοκοιτάξουν την ώρα που τραγουδάμε στη βροχή, στο δρόμο, στο μετρό, ή αν παραπονεθούν όταν μας ακούν από το μπάνιο μας. Το ζητάει ο γιατρός, θα πούμε, το κάνω για την υγεία μου! Κι εκεί συνήθως δεν μπορεί να πει κανείς τίποτε, η υγεία θεωρείται ακόμα αγαθό που δικαιούται ο καθένας να υπερασπίζεται έστω και με τέτοιες ακραίες συμπεριφορές, όπως το τραγούδι.
Το καλύτερο, λένε οι επιστήμονες, είναι τα τραγουδάμε σε χορωδίες. Στην πραγματικότητα το ξέραμε πάντα, κάτι γίνεται εκεί που έχει σχέση με αταβιστικές, ανεξήγητες ροπές, με συνήθειες από τις αρχαίες θρησκείες, όταν οι πιστοί τραγουδούσαν όλοι μαζί ύμνους στη θεότητα, κι ένιωθαν κάπως την παρουσία της στο άκουσμα της ίδιας της φωνής τους. Παλμοί στον αέρα που θα ξυπνούσαν κάπως τα πουλιά, συντονισμός αναπνοών που σε γεμίζει με την αίσθηση της δύναμης του είδους, μια αληθινή στιγμιαία παρέμβαση στην τάξη της φύσης. Ακόμα και τώρα οι τραγουδιστές μοιάζουν με αρχιερείς, αν συγκινήσουν το κοινό παράγουν δέος, κάποιοι επενδύονται υπέρμετρη δόξα. Οι θρησκείες εξάλλου ποτέ δεν σταμάτησαν να παράγουν μουσική.
Το καλύτερο θα ήταν, για τους ερασιτέχνες, να τραγουδάμε σε παρέες. Τίποτε δεν υπάρχει σαν την ευτυχία να συντονίζονται οι φωνές με των φίλων, αν και το ακόμα καλύτερο είναι να τραγουδάμε νανουρίζοντας τα μωρά μας, πιο αφοσιωμένο κι εξαρτημένο κοινό δεν θα υπάρξει ποτέ. Όμως πόσο να κρατήσει, μεγαλώνουν τα άτιμα, το ρίχνουν στα φωνακλάδικα. Οπότε, με μεγάλα παιδιά και με παρέες σοβαρές, που πια δεν τραγουδάν, είναι ευτύχημα που μπορείς να γίνεις δεκτός σε χορωδία χωρίς πτυχίο μονωδίας. Για την υγεία πάντα, βέβαια, και τη βοήθεια στο γενικότερο ασφαλιστικό. Όχι επειδή μας αρέσει να τραγουδάμε, επειδή βρίσκουμε σχεδόν ανεξήγητη ευτυχία στην αναπαραγωγή ξανά και ξανά των ίδιων ήχων, με τα ίδια λόγια, γιατί αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, τη στιγμή που τόσες δουλειές μας περιμένουν, και τόσα προβλήματα ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Αλλά η υγεία, η πιθανή απαλλαγή του ασφαλιστικού από κάποιες ασθένειες, αυτό συγχωρείται, προς το παρόν. Ακόμα και στα χριστουγεννιάτικα που τόσοι και τόσοι δηλώνουν ότι απεχθάνονται, οφείλουν οι πάντες να δείξουν ανεκτικότητα και γενναιοδωρία.

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Βάλε το κόκκινο φουστάνι

To κόκκινο φουστάνι φοριέται νύχτα, το λέει και το τραγούδι, το λέει και η Ζυράννα Ζατέλη στην ιστορία της κοκκινοφορούσας της. Ωστόσο ενίοτε η νύχτα προχωράει μέσα στη μέρα (το λέει ο Ευγένιος Ο' Νηλ) και η ντίβα των ξενυχτιών ξυπνάει νωρίς, ή δεν κοιμάται καθόλου, και ξεκινά να πάει με τα βραδυνά στη μεσημεριάτικη γιορτή. Ελπίζω το μήνυμα της μοιραίας αυτής διαφήμισης να μην επιφέρει μετατόπιση της Λαμπρής προς το βραδινότερο, γιατί όσο μεγαλώνω γίνομαι πρωινός τύπος. Ν' αφήσει μόνο την εντύπωση εθνικής συμφιλίωσης που προκύπτει απο τη θερμή υποδοχή της ιδιόρρυθμης νονάς στην οικογενειακή εστία.
Είναι Πάσχα, είναι μέρα Λαμπρής, κι όχι των ελεύθερων πολιορκημένων του Σολωμού, πώς να το κάνουμε; Εντάξει, καταλάβαμε, υπάρχουν πολλοί ανάμεσά μας που θα ήθελαν να ζουν για πάντα στο πολιορκημένο Μεσολόγγι, εκεί που λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει. Ας τους δεχτούμε με τα σουφρωμένα μούτρα τους, ας τους προσφέρουμε λίγη πετσούλα, όπως ο ψήστης με τη φανέλα στην απίθανη νονά. Λιγότερο ερωτικά βεβαίως, γιατί υπάρχει πιθανότητα οι ξινοί αυτοί άνθρωποι να αποστρέψουν τα μούτρα. Κι ύστερα να ξεκοκαλίσουν το αρνί μόνοι τους, αλλά εκεί πια πάμε σε Ντίκενς.
Υπάρχει στον πίνακα κι η κυρά με τα λεμόνια, μήπως υπονοούν ένα κάποιο ξίνισμα; Αυτή μάλλον δεν έκανε εμφάνιση στα μπουζούκια την προηγούμενη, ξύπνησε χαράματα να βοηθήσει το άναμμα της φωτιάς κι είναι ήδη ξεπατωμένη, αλλά σαν μητέρα γίνεται γενναιόδωρη, δέχεται την εισβολή της εντυπωσιακής κουμπάρας, τα παιδιά πρέπει να έχουν παραστάσεις απο ποικίλους κόσμους, ανοίγει την αγκαλιά της. Η κουρασμένη οικογένεια καλωσορίζει το απολωλός πρόβατο και προσφέρει απο το άλλο αρνί, το σουβλισμένο, με το οποίο ομολογεί η νονά τη συγγένεια της. Τραγουδάνε όλοι μαζί. Η φωνή της νονάς ξεχωρίζει, είναι δυνατή, ιδιαίτερη, πλούσια, αλλά την ακολουθούν οι άλλοι, ενώνονται οι φωνές, πράγμα που εύχομαι σε όλους και στον εαυτό μου πρωτίστως: ομαδικό τραγούδι. Ανοίγει τους πνεύμονες, πνίγει τις διαφωνίες επί θεμάτων ταυτότητας και άλλα. Ποιοί είμαστε και γιατί να είμαστε έτσι, πρέπει να είμαστε αλλιώς αλλά δεν μας καταλαβαίνουν. Ας είμαστε όπως να είναι χωρίς αποκλεισμούς, χρονιάρα μέρα.
Φέρνει η νονά δώρα πολλά, φτηνά για τα παιδιά. Αυτά τα δώρα εισπράττουν την πιο κακή κριτική. Δεν εκτιμάται όσο πρέπει η αξιοζήλευτη ικανότητα των παιδιών να ικανοποιούνται με φτηνά δώρα. Περιφρονούν πολλοί και στον εαυτό τους την τάση να έλκονται απο φτηνά, εντυπωσιακά έως κραυγαλέα αντικείμενα. Κι όμως η φτήνεια είναι μια στάση του σύγχρονου κόσμου που καλύτερα να προσπαθούσαν να καταλάβουν. Είναι η κινέζικη πρόταση που κατευνάζει την έμφυτη στον άνθρωπο απληστία, μετακινώντας πόρους, και ποταμούς και όρη, που υλοποιεί τη δημοκρατική υπόσχεση περί ευημερίας. Την έχουμε τιμήσει στα σπίτια μας, τα αυτοκίνητα, τα ρούχα, τη ζωή μας, άρα κάτι θα' χει ακριβό. Είναι πολυσυλλεκτική, όπως ο ίδιος ο Χριστιανισμός, ειδικά η γιορτή αυτή που περιμένουμε να γιορτάσουμε με μεγάλες και μικρές προσδοκίες.
Καλό Πάσχα. Εύχομαι ένα κόκκινο φουστάνι ανά οικογένεια και φωνή στεντόρεια να αξιοποιήσει τραγουδιστικά τις παραπανίσιες θερμίδες.
Εφημερίδα των συντακτών


Σάββατο 10 Νοεμβρίου 2012

Alexander, rock opera


 Μια βδομάδα στη Θεσσαλονίκη είχα ήδη βαρεθεί να βλέπω ανδριάντες του Αλεξάνδρου και των συγγενών του, και ξεκίνησα επιφυλακτική για τη ροκ όπερα Alexander, που παίζεται και το επόμενο Σαββατοκύριακο. Πάντως γρήγορα  ξέχασα  τις επιφυλάξεις, χάρηκα την πρώτη ροκ όπερα που έβλεπα στη ζωή μου,(αν εξαιρέσεις το Jesus Christ Superstar, το οποίο  έχω δει μόνο στο σινεμά).
 Υπάρχει ένα κοινό σημείο στις δυο αυτές ροκ όπερες: οι ήρωες είναι και οι δυο σουπερστάρ, δηλαδή το κοινό τους γνωρίζει. Μπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει γνωστά στοιχεία, να στήσει πάνω τους χαρακτήρες και δράση, να απομυθοποιήσει ή να αγιογραφήσει. Στο Alexander του Κώστα Αθυρίδη που γράφτηκε σε λιμπρέτο της Penny Turner, οι μυθικοί και υπερβολικά φετιχοποιημένοι, ειδικά στη Θεσσαλονίκη, ήρωες, παίρνουν ανθρώπινες διαστάσεις,  παρουσιάζονται από την αρχή με τις αδυναμίες τους, τις μανίες τους για μεγαλείο, τα πάθη και τα λάθη τους.

Η μητέρα του Αλέξανδρου, η Ολυμπιάδα, πρώην ιέρεια των Καβειρίων της Σαμοθράκης, κολλημένη στην ανεξαρτησία και την αίγλη που έχασε με το γάμο της, ζητάει να τον κάνει όργανό της. Ο ίδιος μοιάζει πολύ με θύμα της μαζικής κουλτούρας της εποχής του, που ήταν τα έπη του Ομήρου. Στις σελίδες της Ιλιάδας βρίσκει το πρότυπο του.  Έχει τους φίλους και την ορμή, την επιθυμία των νέων για κατακτήσεις, θέλει δόξα και αθανασία. Χάνει τους φίλους στην πορεία, από υπερβολικό εγωισμό. Παραδίδεται στα πάθη, στο πάθος της καταστροφής μεταξύ άλλων. Το λιμπρέτο της Penny Turner τον παρουσιάζει με ιστορικές λεπτομέρειες, ξεφεύγοντας από το μύθο του άψογου εκπολιτιστή. Συχνά στρέφεται σε πρόσωπα της εποχής του λιγότερο διάσημα υπονομεύοντας ακόμα περισσότερο την ηρωική ατμόσφαιρα. Το έργο διαθέτει χιούμορ, πλησιάζει με  κατανόηση την εποχής της δράσης, αναδεικνύει τις αναλογίες με τη σημερινή, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα είδος αποστασιοποίησης, που τη χρειαζόμαστε επειγόντως.

Η παραγωγή είναι  φιλόδοξη. Ορχήστρα, μπαλέτο, ζωντανό τραγούδι στη  μεγάλη σκηνή του Stage, στην περιοχή  Σφαγείων της Θεσσαλονίκης, με  αρκετά φτηνό εισιτήριο. Οι καλλιτέχνες στη σκηνή, τραγουδιστές και ηθοποιοί, έχουν δουλέψει με πάθος. Είναι σπάνια απόλαυση να βλέπεις τόσους νέους συντονισμένους στη σκηνή γεμάτους όρεξη, ενέργεια, ωραίες, δουλεμένες φωνές, σε ένα χορταστικό θέαμα.
Οι στίχοι είναι στα αγγλικά, ίσως βοηθήσουν το έργο να κάνει διεθνή καριέρα. Η σκηνοθεσία είναι του συνθέτη, τα σκηνικά και τα κοστούμια του Απόστολου Βέττα, οι χορογραφίες της Άσπας Φούτση και η ενορχήστρωση του Κώστα Τζούνη που διευθύνει και την ορχήστρα. Τραγουδούν στην παράσταση μεταξύ άλλων η Ρούλα Μανισσάνου, ο Δημήτρης Τικτόπουλος. η Γεωργία Βεληβασάκη, η Ραχήλ Τσελεπίδου, κι άλλοι. 

Κυριακή 3 Ιουνίου 2012

Τραγουδιστές, αρχιερείς, προφήτες

Νύχτα στη Σμύρνη
Από το Books' Journal Ιουνίου 2012

Ταξιδεύοντας πρόπερσι στη Σμύρνη είχα μαζί μου το βιβλίο του John Freely, The Western shores of Turkey το οποίο περιέγραφε το δικό του ταξίδι στην ίδια πόλη τρεις δεκαετίες πριν. Εξερευνώντας την εβραϊκή γειτονιά της πόλης είχε ανακαλύψει μια ομάδα εναπομεινάντων πιστών του Σαμπεθάι Ζέβι συγκεντρωμένους στο σπίτι που γεννήθηκε να προσκυνούν κάτι που θεωρούσαν την κούνια του. Βλέποντας τους  είχε προσπαθήσει να φανταστεί την ημέρα του 1665 που ο Ζεβι είχε αναγγείλει στα πλήθη ότι ήταν ο Μεσσίας. Η σκηνή ήταν υποβλητική, ο Φρίλι έχει γράψει ένα βιβλίο και για τον ίδιο τον Σαμπεθάι Ζέβι, έναν από τους ‘ψευδομεσσίες’ όπως ονομάζονται, ο οποίος έδρασε και σε χώρους της σημερινής Ελλάδας και είχε σημαντική κοινότητα πιστών στη Θεσσαλονίκη μεταξύ άλλων, κοινότητα που τον ακολούθησε ακόμα κι όταν αλλαξοπίστησε. Η ιστορία του είναι συναρπαστική, παρακολουθεί και σχεδιάζει ολόκληρο τον αιώνα του σε Ανατολή αλλά και στη Δύση, κι είναι κρίμα που αποφεύγουμε να μάθουμε γι αυτόν περισσότερα εδώ στην Ελλάδα. Το τζαμί των Ντονμέδων ή Μαμίν στη Θεσσαλονίκη, χτισμένο το 19ο αιώνα σε ύφος νεοκλασσικό,  το Γενί Τζαμί όπως το λένε, χρημάτισε και Αρχαιολογικό Μουσείο της πόλης. Τώρα πια είναι απλώς ένας χώρος εκθέσεων που ανήκει στο Δήμο και δεν έχει κανέναν οδηγό, καμία επιγραφή ή ταμπελίτσα που να εξηγεί την ιστορία του αρχηγού του δόγματος και της κοινότητας, η οποία ανταλλάχθηκε το ’22 και κατέληξε στην Κωνσταντινούπολη.
Τους αιώνες εκείνους υπήρχαν αρκετοί εβραίοι που ανήγγειλαν τον εαυτό τους ως Μεσσία στις εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης, οι οποίες ταλαιπωρούνταν πάρα πολύ από διώξεις και πογκρόμ και χρειάζονταν τον σωτήρα που υπόσχεται η θρησκεία τους. Ο πιο επιτυχημένος ήταν αυτός, ο σμυρνιός Σαμπεθάι Ζέβι, ο οποίος ανήγγειλε τη μεσσιανική του ιδιότητα στη γλώσσα λατίνο, γλώσσα των σεφαραδιτών εβραίων, τραγουδώντας ένα τραγούδι που λεγόταν «Η βασιλοπούλα βγήκε στο παράθυρο».
Τι σχέση μπορεί να είχε ο τίτλος του τραγουδιού με τη μεσσιανική αναγγελία; Προσπαθώ να φανταστώ τη σκηνή. Τα πλήθη από κάτω, το ραβίνο να εμφανίζεται και να αρχίζει το τραγούδι με φωνή στεντόρεια. Μικρόφωνα δεν υπήρχαν, άρα θα πρέπει να είχε πολύ δυνατή φωνή, και να μην ήταν φάλτσος. Ένας μεσσίας του 17ου αιώνα δηλαδή θα πρέπει να έμοιαζε με έναν σημερινό Παβαρότι, ο οποίος παρόλη τη δύναμη της φωνής του υπέκυπτε καμιά φορά στην ευκολία του μικροφώνου. Τότε όμως δεν υπήρχε τέτοια δυνατότητα. Οι κάτοχοι της αλήθειας όφειλαν να έχουν ανθεκτικά πνευμόνια, να μη βραχνιάζουν εύκολα, να διαθέτουν καθαρή φωνή, να ξέρουν πώς θα αντέξει να μην κλείσει μετά από μεγαλόφωνο τραγούδι. Θα έπρεπε δηλαδή να έχουν εκπαίδευση σημερινού μονωδού της όπερας.
Το Γενί Τζαμί στη Θεσσαλονίκη
Πώς όμως το θρησκευτικό συναίσθημα διαχύθηκε στην αναγγελία εκείνη με τα λόγια ενός τραγουδιού που έλεγε ότι η βασιλοπούλα βγήκε στο παράθυρο; Εδώ πια πρέπει ο καθένας να χρησιμοποιήσει τη δική του φαντασία. Μπορεί τα λόγια του τραγουδιού να είναι συνθηματικά, ένα θαυμάσιο υλικό για μυθιστόρημα μυστηρίου αλά ‘κώδικα Νταβίντσι’. Μπορεί η σειρά των στίχων να είναι κωδικοποιημένη. Μπορεί απλώς να μην έχει καμιά σημασία, και τα πλήθη να ήταν έτοιμα να ακολουθήσουν με οποιοδήποτε τραγούδι. Φτάνει να υπήρχε τραγούδι. Πιθανότατα θα το τραγούδησαν μαζί από τη δεύτερη στροφή, αλλά μπορεί κι από την πρώτη. Ακούνε την πρώτη στροφή, ύστερα επαναλαμβάνουν, όπως γίνεται σήμερα στις συναυλίες. Η είδηση για το μεσσία είχε ήδη διαδοθεί, οι πιστοί ήταν έτοιμοι, το τραγούδι ήταν απλώς το μέσο για να ενωθούν μαζί του στον κοινό ψαλμό. Μήπως αυτό δεν κάνει, κατά κάποιο τρόπο, κάθε τραγούδι;
Έτσι μέσα από την ιστορία, ή μάλλον μια λεπτομέρεια της ιστορίας ενός παράξενου θρησκευτικού ηγέτη -παράξενου γιατί αργότερα έγινε μουσουλμάνος αλλά πολλοί οπαδοί του τον ακολούθησαν- η οποία ήταν σαν ένα είδος αναβίωσης της γέννησης μεγάλων θρησκειών μέσα στο δεύτερο μισό του 17ου αιώνα βρήκα απαντήσεις σε απορίες που είχα πάντα σχετικά με τη δύναμη της μουσικής και των τραγουδιών. Μεσσίες μπορεί να μην εμφανίζονται πια, αλλά οι τραγουδιστές συμμετέχουν ακόμα σε κάτι που θυμίζει θρησκευτική λειτουργία. Το κοινό ξέρει το τραγούδι, απολαμβάνει την επανάληψη, κι όσο καλύτερα το ξέρει τόσο περισσότερο απολαμβάνει. Όταν ο τραγουδιστής είναι πολύ δημοφιλής ονομάζεται ‘είδωλο’ κάτι που το λατρεύεις δηλαδή θρησκευτικά. Τις πολύ πετυχημένες τραγουδίστριες της όπερας τις λένε diva, θεά. Στις συναυλίες των μεγάλων ειδώλων εκτυλίσσονται σκηνές λατρείας σε βαθμό υπερβολής, που δεν μπορεί να εξηγηθεί από την αξία της μουσικής, της φωνής, της προσπάθειας των τραγουδιστών. Κάτι υπάρχει στον ανθρώπινο εγκέφαλο και δίνει στη μουσική μεγάλη εξουσία επάνω του. Στις εκκλησίες εξάλλου χρησιμοποιούν ακόμα μουσική. Κάποτε οι αργόσυρτοι ύμνοι της ορθόδοξης λειτουργίας μπορεί να ξεσήκωναν συναισθήματα στους πιστούς τους, πριν ανακαλύψουν άλλα είδη μουσικής πιο θελκτικά.
Από μια άποψη είμαστε τυχεροί που γεννηθήκαμε σε μια εποχή χωρίς μεσσιανικές αποκαλύψεις. Από μια άλλη τις νοσταλγούμε υποσυνείδητα, αναζητώντας στη μαγεία που ασκεί επάνω μας το τραγούδι και οι τραγουδιστές απαντήσεις για πολιτικά ζητήματα. Ίσως ο Μίκης Θεοδωράκης να ήταν η τελευταία εμφάνιση ενός μουσικού με μεσσιανικές προεκτάσεις, ή μάλλον επιβιώσεις. Την εποχή που τραγουδούσαμε μαζικά τα τραγούδια του στα στάδια, έχοντας τα προηγουμένως λατρέψει μυστικά επί χούντας, θα μοιάζαμε ίσως με τα πλήθη που συγκινούσε ο Σαμπεθάι Ζέβι και πριν απ’ αυτόν κάθε μεσσίας, κάθε θεός, ή απλώς κάθε αρχιερέας. Ο δε Μίκης, παρόλη τη λατρεία που απόλαυσε στη ζωή του μοιάζει συνέχεια πικραμένος ίσως επειδή  γεννήθηκε με δυο-τρεις αιώνες καθυστέρηση. Οι προσπάθειες του να περάσει η μέθεξη με το πλήθος που βίωνε στις συναυλίες του στην πολιτική σκηνή, δεν ευοδώθηκαν ποτέ. Η ‘μουσική για τις μάζες’, ένα βιβλίο που είχε γράψει κάποτε, δεν κατάφερε να δημιουργήσει νέο δόγμα.
Τι να κάνουμε; Η μουσική αποκόπηκε από τα πλήθη εδώ και πολύ καιρό, ίσως από τη στιγμή που η Σαπφώ τραγούδησε τον έρωτά της και ο πρώτος χορευτής ξέφυγε από την ομαδική τελετουργία του Διονύσου. Τα βάσανα των ερωτευμένων είναι το αγαπημένο μοτίβο των τραγουδιών, η πιο διαδεδομένη σύγχρονη θρησκεία. Ακόμα κι όταν ουρλιάζουν οι νέοι στις συναυλίες, ο καθένας έχει τους δικούς του λόγους. Είναι πια αργά για αρχιερείς- τραγουδιστές που θα οδηγούν τα πλήθη τραγουδώντας στη θρησκευτική αποκάλυψη. Το τραγούδι είναι ατομικό, κι όταν καταφέρνει να ενώνει  χορωδίες και πλήθη μέσα σε συγκίνηση είναι επειδή ο καθένας αναλογίζεται κάτι δικό του που ταιριάζει με τους πανανθρώπινους καημούς και τα ανικανοποίητα.
Ωστόσο οι τραγουδιστές έχουν ακόμα υπερβολική επιρροή, δυσανάλογη με τη δουλειά που κάνουν στη μουσική. Είναι πιο διάσημοι και πληρώνονται καλύτερα από τους συνθέτες και τους μουσικούς. Για τους στιχουργούς δεν το συζητάμε καν. Ακόμα πιο άδικο είναι πως τραγούδια γραμμένα από άλλους συνδέονται με το δικό τους όνομα και ξεχνιούνται οι δημιουργοί τους. Ο Θεοδωράκης κάτι ήξερε που έπιασε και τραγουδούσε μόνος του.
Το πιο χαρακτηριστικό αυτής της υπέρμετρης λατρείας που μοιάζει με επιβίωση θρησκευτικών συνηθειών, είναι οι ύμνοι που γράφονται όταν πεθαίνει κάποιος λαϊκός τραγουδιστής. Θυμηθείτε τι έχει γραφτεί για το θάνατο του Καζαντζίδη ας πούμε, ή πρόσφατα του Μητροπάνου. Οι αγιογραφίες και οι υπερβολές σ’ αυτές τις περιπτώσεις θυμίζουν στ’ αλήθεια θρησκευτική προσήλωση και θρησκευτικές πρακτικές. Όλοι μας έχουμε ζήσει υπέροχες στιγμές τραγουδώντας, ειδικά με παρέα, είναι μεγάλη συγκίνηση τα ηχεία του σώματος να δονούνται αρμονικά με τα ηχεία του σώματος των άλλων γύρω μας, αλλά δεν γίνεται πια αυτό να παράγει πίστη σε θεούς.  
Βέβαια οι τραγουδιστές προσφέρουν την παρουσία τους στην εκτέλεση του τραγουδιού, τη χρήση του σώματος τους στην παραγωγή του ήχου, οπότε μπορεί κανείς να δικαιολογήσει το γιατί ξεχωρίζουν τόσο. Αλλά κι οι μουσικοί είναι παρόντες με τα χέρια τους στα πλήκτρα και τις χορδές, κουράζονται πολύ και δουλεύουν συχνά πολύ περισσότερο από τους τραγουδιστές, αλλά μόνο από ευγένεια τους χειροκροτάμε. Μόνο οι τραγουδιστές ‘μετέχουν του θείου’ και περιμένουμε υποσυνείδητα να μας πουν καμιά προφητεία. Κι όταν δεν τη λένε τα τραγούδια, την αναζητάμε σε πεζό. Τους παίρνουμε ακόμα συνεντεύξεις όπου τους ρωτάμε να μας πουν τη λύση για τα μεγάλα προβλήματα του κόσμου.

Μόνο σε μια μέρα βρίσκω στο σάιτ Αιχμή ας πούμε, αποσπάσματα από συνεντεύξεις της Δήμητρας Γαλάνη, του Γιάννη Κότσιρα, του Σταμάτη Κραουνάκη, και μερικών ακόμα, με ρηξικέλευθες απόψεις για το Μνημόνιο, το λαό, την ‘εθνική μειοδοσία’ τη ‘χαβούζα της πολιτικής’ κι όποια άλλη μεγάλη κουβέντα κυκλοφορεί. Οι δημοσιογράφοι τους αντιμετωπίζουν με την πρέπουσα ευλάβεια, αφήνοντας τους να εκτεθούν με τρόπο που πια δεν εξυπηρετεί κανέναν. Ο τελευταίος όμως νομίζω που ακουγόταν σαν προφήτης, χρησιμοποιούσε κι εκείνα τα κάπως κρυπτικά, ποιητικά του  αποφθέγματα, ήταν ο Σαββόπουλος. Έκτοτε η συνταγή δεν ξαναδούλεψε. Άδικα έτρεχε στα στάδια κι ο Μαρκόπουλος με εξίσου βαρύγδουπο ύφος. Άδικα προσπαθούν να δημιουργήσουν το νέο ‘εθνικό τραγουδιστή’. Μήπως είναι ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, αναρωτιέται ένα άλλο σάιτ, αυτός που ‘θέλει να πιει όλο το Βόσπορο’; Δεν τραβάνε όμως τα νέα εύκολα μεγαλόστομα στιχάκια. Παρόλα όσα μας συμβαίνουν πρέπει να έχουμε ωριμάσει σε κάποια πράγματα.
Οι έρευνες συνεχίζονται βέβαια. Μπορεί να κάνω και λάθος.

John Freely
The Western Shores of Turkey: Discovering the Aegean and Mediterranean Coasts (1988), John Murray Pub Ltd; 2nd. ed., (2004), Tauris Parke Paperbacks
                  The Lost Messiah: In Search of the Mystical Rabbi Sabbatai Sevi (2001)

Για τον Σαμπεθάι Ζέβι στα ελληνικά: Μαρκ Μαζάουερ, «Θεσσαλονίκη, πόλη των φαντασμάτων» μετάφραση Κώστας Κουρεμένος, εκδόσεις Αλεξάνδρεια

Κυριακή 13 Μαΐου 2012

Acropolis adieu


H Mireille Mathieu  στη γερμανική βερσιον του τραγουδιού Acropolis adieu. Αφού γερμανικο περιοδικό, το Spiegel έβαλε τον τίτλο του τραγουδιού στο εξώφυλλο του, υπονοώντας ότι η Ελλάδα ετοιμάζεται να αποχαιρετήσει το ευρώ, ας ακούσουμε αυτή την τραγουδίστρια που πολύ μας άρεσε πριν απο 100 χρόνια να λέει το σουξέ της στα γερμανικά. Για διευκόλυνση παρατίθενται οι γαλλικοί στίχοι. 
Ce soir le vent vient de la mer                                 Απόψε φυσάει απο τη θάλασσα
Septembre est là, l'été s'en va                              ήρθε ο Σεπτέμβρης το καλοκαίρι φεύγει
Et le bonheur est éphémère                                  κι η ευτυχία είναι εφήμερη
Comme les fleurs qui meurent déjà                      σαν τα λουλούδια που πέθαναν κιόλας
                                                             
Acropolis adieu, adieu l'amour                             Αντίο Ακρόπολη, αντίο έρωτα
Les roses blanches d'Athénée se sont fanées         μαράθηκαν τα άσπρα ρόδα της Αθήνας
On s'est aimés quelques jours                             για λίγες μέρες αγαπηθήκαμε
Acropolis adieu                                                                 αντίο Ακρόπολη
               
Ce soir c'est notre dernier soir                  Απόψε είναι πια για μας η νύχτα η τελευταία
Demain matin je partirai                                   Αύριο φεύγω     το πρωί
Tu resteras dans ma mémoire                                  Θα μείνεις στη μνήμη μου
Comme un bonheur comme un regret               σαν ευτυχία, σαν καημός

Acropolis adieu, adieu l'amour                             Αντίο Ακρόπολη, αντίο έρωτα
Les roses blanches d'Athénée se sont fanées     μαράθηκαν τα άσπρα ροδα της Αθήνας
On s'est aimés quelques jours                                  για λίγες μέρες αγαπηθήκαμε

Acropolis adieu                                                             Αντίο Ακρόπολη...



Κυριακή 11 Μαρτίου 2012

Δεν τα λησμονήσαμε


Στα νιατα της

Πόση συγκίνηση, πόση χαρά μας έχει δώσει η αποκάλυψη με τη φωνή της όλων αυτών των τραγουδιών απο ένα σωρό μέρη, που άλλα τα ακούγαμε πρώτη φορά, άλλα κάτι μας θύμιζαν, άλλα τα είχαμε ξανακούσει και αφήσει να ξεχαστούν. Τι όμορφα δώρα μας έκανε η Δόμνα Σαμίου, τότε που επιθυμούσαμε σφόδρα να δώσουμε ήχο στα μέρη που ταξιδεύαμε στην Ελλάδα, με λατρεία, να ακούσουμε τον ήχο τους. Μ' αυτη τη φωνή που σα να ερχόταν απο τα βουνά, σα να είχε παραγγελθεί για περιοδείες και ταξίδια, για τελάλημα σε παραλίες και ραχούλες, στιβαρή για να δίνει υπόσταση σε ό,τι είχε ίσως δειλά αποσυρθεί, τρεμόπαιζε, αμφέβαλε για την καλλιτεχνική του αξία.
Αξιωθήκαμε πολλές ανακαλύψεις. Προσεταιριστήκαμε πολλούς θησαυρούς. Τα μάζεψε και μας τα έδωσε, να έχουμε στο σήμερα τους πολύτιμους λίθους του χτες. Ακούραστη λαογράφος, ερευνήτρια και τραγουδίστρια μαζί. Αγαπήσαμε πολύ τον κάθε στίχο, την κάθε όψη των περιπλανήσεων της και των δικών μας, τον κάθε καημό από τις ζωές των αγνώστων παπούδων που χαιρετούσαν τα προνομιούχα, τα πλούσια νιάτα μας με τη φωνή της στα τραγούδια τους.
Έχε για πάντα γεια, όπως λέει κι αυτό το τραγούδι. Τα μιλήσαμε, όνειρο ήτανε, τα λησμονήσαμε. Αλλά θυμόμαστε τα τραγούδια. Δεν τα λησμονήσαμε. Δεν θα τα λησμονήσουμε.


Κυριακή 5 Ιουνίου 2011

Πολυεθνικό πικ νικ

Είχαμε κανονίσει να κάνουμε ένα πικ νικ στο πεδίο του Άρεως γι αυτή την Κυριακή, πριν πιάσουν οι ζέστες το είχαμε αποφασίσει, με όσους μαθητές ήθελαν απο το Ανοιχτό Σχολείο της Αγοράς της Κυψέλης. Τύπωσα τα λόγια κάμποσων τραγουδιών, κι είπα στους μαθητές ότι θα λέγαμε όλοι από ένα τραγούδι τουλάχιστον, χωρίς να το πολυπιστεύω. Ωστόσο ο Σεντάτ το πήρε σοβαρά, κι έφερε μαζί του ένα μπλοκάκι με τα λόγια τραγουδιών. Το πρώτο που είπε ήταν το "Πέντε χρόνια δικασμένος μέσα στο Γεντί- Κουλέ" στα ΄τούρκικα. Όταν το τέλειωσε είπαμε το ρεφρέν στα ελληνικά, γιατί το υπόλοιπο δεν το ξέραμε.
Τραγούδησαν όλοι απο κάτι,΄λιγότερο απ' όλους η Ντιάνα απο την Ουκρανία που είπε μόνο το ρεφρέν της Καλίνκας μαζί με την Αλεξάνδρα. Οι Ρουμάνες μας στην αρχή δεν ήθελαν, ύστερα πάλι δεν ήθελαν, τελικά όμως είπαν ένα τραγούδι, κι ύστερα άλλο ένα, κι ήταν πολύ ωραία, με ύφος πιο σλάβικο από ό,τι περίμενα, πιο βαλκανικό μάλλον. Κι ήταν και οι φωνές ωραίες, και σωστές.Ο Αλίου, ο μονος μαύρος που είχε έρθει στο πικνικ, δεν τραγούδησε. Απήγγειλε ένα ποίημα στη γλώσσα του, Μάλι, το οποίο είχε ρυθμό και επαναλήψεις και έμοιαζε με τραγούδι.
Τράβηξα μερικά βίντεο, αλλά με τη μηχανή που έχω ούτε η εικόνα είναι καθαρή, ούτε ο ήχος ακούγεται καλά. Σα σουβενίρ τα ανεβάζω μόνο, επειδή ήταν ένα είδος αυθόρμητου δρώμενου αυτά τα τραγούδια. Κάνοντας για λίγο ησυχία κι ακούγοντας τους ξενιτεμένους και ταλαιπωρημένους αυτούς ανθρώπους να τραγουδάνε με στίχους ακατανόητους για μας, τους αφήναμε να μιλήσουν για τη χώρα που μεγάλωσαν, να μας εμπιστευτούν σε μια κοινή γλώσσα, τη μουσική, τη μελωδία, την όποια μουσική και μελωδία, τον πόνο του αποχωρισμού και την προσδοκία της συνάντησης, την πίκρα της απογοήτευσης, τέλος τη δυνατότητα να μπαίνουν όλα αυτά σε νότες, να μπορούν να μας αγγίζουν, γιατί πάντα μιλάνε για πράγματα απλά, που τα αναγνωρίζεις εύκολα.


Αναρωτιέμαι αν οι περαστικοί απο το μέρος που είχαμε καθήσει, που δεν ήταν πολλοί, έκανε ζέστη μέσα στο μεσημέρι, αν αυτοί που πέρασαν και μας κοίταξαν, και λίγο μας άκουσαν, αν έκαναν αυτό το λίγο δρόμο που έχουμε το προνόμιο να κάνουμε εμείς με τους μαθητές μας. Βλέπεις αυτούς τους σκούρους, τους ξένους, και πόσο φαίνεται το ό,τι είναι ξένοι επάνω τους, έχουν στρώσει τα βλέμματα μας στα ρούχα τους μια μεβράνη απώθησης, πώς να το πώ.... αλλά αν μπορέσεις να ακούσεις λίγο το τραγούδι, αν τους δώσεις το δικαίωμα να σταθούν να στο πουν, αναγνωρίζεις την ανθρώπινη ιδιότητα εντός τους, σαν παλιό φίλο την αναγνωρίζεις, που σου ανοίγει την αγκαλιά του και κλαίει στη δική σου, επειδή τόσον καιρό σε έψαχνε και σε έχει πεθυμήσει.
Δεν μπορεί να βγει στο βίντεο αυτή η συγκίνηση που νοιώθαμε, αλλά δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να βιντεοσκοπήσω.

Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...