Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδια και συγκρίσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ταξίδια και συγκρίσεις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 19 Ιουνίου 2019

Φτηνές πτήσεις


Επιστρέφοντας με φτηνή πτήση από τη Βουδαπέστη, είχαμε πρώτα δικαίωμα να περάσουμε όση ώρα θέλαμε στο χλιδάτο περιβάλλον με τα ντιούτι φρη, εκεί αν και τα μαγαζιά είναι πιο ακριβά πια για μας, ωστόσο η αίσθηση ότι ανήκεις στους εκλεκτούς  σε κάνει να βάλεις το χέρι στην τσέπη, αφού περάσεις λοιπόν αυτή την ευχάριστη τελετουργία, που έρχεται λίγο μετά τη δυσάρεστη του ελέγχου αποσκευών, μασχαλών, παπουτσιών, τσεπών και μεταλλικών υποψιών, έρχεται η ώρα της θύρας επιβίβασης. Κι εκεί με ζέστη αντάξια της Αθήνας και διπλάσια υγρασία μας έβαλαν σε τσίγκινα υπόστεγα χωρισμένα σε λουρίδες από αλουμινένια κάγκελα, όρθιους και στριμωγμένους να πέφτουμε σε υπαρξιακές απορίες (τι κάνω εδώ, πού βρίσκομαι, πού πάω, γιατί αξίζω τέτοια μεταχείριση, πώς έμαθαν οι Ούγγροι τα εγκλήματά μου) κι ύστερα σε σκέτα κάγκελα, από κοτετσόσυρμα αυτή τη φορά, που ήταν το τελικό στάδιο πριν αραδιαστούμε στα καθίσματα του φτηνού αεροπλάνου, τόσο φτηνού που δεν έχει ούτε τσέπη στο μπροστινό κάθισμα για τη γνωστή χαρτοσακούλα, αλλά σε θεωρεί αρκετά πλούσιο ώστε να προσπαθεί να σου πουλήσει λαχνούς με φιλανθρωπικό σκοπό την ώρα που πλησιάζει η προσγείωση και πιθανότατα σκέφτεσαι τη συγχώρεση της ψυχής σου. Πρόπερσι στη Ρόδο νόμιζα ότι η ουρά των κουρασμένων επιβατών που στωικά άκουγαν τις θυμωμένες φωνές των υπαλλήλων ασφαλείας σε κάθε στροφή και συνέχιζαν αδιαμαρτύρητα να κάνουν γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα, όπως τους ζητούσαν, ήταν ό,τι χειρότερο είχα δει, μέχρι πέρσι στο λιμάνι της Σαντορίνης, αλλά επιφυλάσσει ανεξάντλητες όψεις μιζέριας ο μαζικός τουρισμός.
Τέλος πάντων, ζούμε στα ταξίδια μια μεταβατική περίοδο, κάποιες πινελιές της πάλαι ποτέ πολυτέλειας που όφειλε να τυλίγει τους λίγους πλούσιους οι οποίοι κάποτε είχαν πρόσβαση σ’ αυτά, επιζούν με δυσκολία, αλλά όλο και περισσότερο η μαζικότητα δημιουργεί συνθήκες που θυμίζουν μετακίνηση κοπαδιών σε χειμαδιά, αλλά με κάρο. Ξαφνιάζονται οι αρμόδιοι από την κίνηση και τη ζήτηση, στήνουν όπως όπως αεροδρόμια, ξενώνες, σπίτια, ξαπλώστρες, στέλνουν αγοραφοβικούς υπαλλήλους στον έλεγχο, δεν προλαβαίνουν να σκεφτούν, ό,τι προκύψει. Κι όλο και περισσότερο άνθρωποι θα ταξιδεύουν, κι όλο και περισσότερο θα δοκιμάζονται αεροδρόμια και λιμάνια και προσωπικό, κι όλο και περισσότερο θα θέλουν οι άνθρωποι να μετακινούνται και οι τόποι να μαζεύουν τουρίστες.
Η άφιξη στην Αθήνα πάντως ήταν βελτιωμένη, απλώς με τη φτηνή πτήση φτάνεις σε σημείο από όπου περπατάς περισσότερο, άρα έχεις όφελος στην υγεία σου και το κινητό σου λέει «Μπράβο!».





Τρίτη 5 Ιουλίου 2011

Στον ωραίο Βορρά: Toπία της Στοκχόλμης

 Από ψηλά, καθώς το αεροπλάνο κατεβαίνει προς τη Στοκχόλμη, εμφανίζονται σκορπισμένα στη θάλασσα ένα σωρό μικρά νησιά καταπράσινα. Τόσο  πράσινα που μπερδεύονται τα χρώματα τους, το σκούρο πράσινο με το μπλε της θάλασσας. Σα να τίναξε πυκνές σταγόνες χρώμα ένα πινέλο. Δεν ξεχωρίζει ανθρώπινη παρουσία, δρόμοι, κτίρια, τίποτε. Αργεί πολύ να φανεί η πόλη, μια διακριτική φρίζα μεταξύ δασών, λες και μόλις τωρα έχουν έρθει οι άνθρωποι εδώ να αποικισουν.
Βέβαια όταν πατήσεις το πόδι σου διαπιστώνεις πως η πόλη απλώνεται και με το παραπάνω, αφού έχει μόνο 750 000 κατοίκους, κι όμως τρεις μέρες τώρα δεν καταφέραμε να τη γυρίσουμε ολόκληρη.
Δεν είναι όμως και τόσο καινούργια.  Η πόλη ξεκίνησε τον 13ο αιώνα ως κάστρο που θα προστάτευε και κάποια εμπορικά στοκ, εξ ου και το όνομά της, Stockholm, το νησί του στοκ. Ένα νησάκι τριγυρισμένο από άλλα μεγαλύτερα και προστατευμένο απο το νερό, το Gamla Stan, ήταν η κοιτίδα της πόλης. Και σε αυτό και στα τριγύρω νησιά όπου απλώθηκε, τα κτίρια είναι μεγάλα και επιβλητικά, το βλέπεις αμέσως ότι υπάρχει χώρος, φιλοδοξία και χρήμα, αισθάνεσαι ότι υπήρχε εξαρχής.
Μια σταλιά ιστορία έχει ο οδηγός. Της καημένης της Σουηδίας της λείπει  ο μύθος, αυτό που έχουμε εμείς μπόλικο, αλλά μας λείπουν άλλα. Κάποια στιγμή έγινε υπερδύναμη, εκεί στον 17ο αιώνα με τον Γουσταύο Αδόλφο, το κάναμε και στο σχολείο, αλλά δεν κράτησε πολύ. Οι νοτιότεροι, Γερμανοί και Γάλλοι, είχαν πολύ μεγαλύτερο ζήλο. Από τότε φαίνεται σαν οι Σουηδοί να θέλουν να εξιλεωθούν για την εξουσία που απέκτησαν. Κατ' αρχήν αποφάσισαν ήδη από το τέλος του 19ου αιώνα ότι δεν θα μπλέξουν ξανά σε πολέμους, και τήρησαν την απόφασή τους, πράγμα που τους γέμισε κι άλλες τύψεις, με αποτέλεσμα να συμμετέχουν σε διάφορες ειρηνευτικές αποστολές του ΟΗΕ και να είναι έτοιμοι ανά πάσα στιγμή να βοηθήσουν αναξιοπαθούντες του Τρίτου Κόσμου.
 Οι τύψεις γενικώς φαίνεται ότι παίζουν μεγάλο ρόλο στην κουλτούρα τους. Ο Νόμπελ ας πούμε, όπως ξέρουμε κι εμείς, από τύψεις που εφηύρε κάτι τόσο καταστροφικό όπως την πυρίτιδα, θέσπισε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης, μαζί με τα άλλα βραβεία.
Θυμηθείτε στην ταινία του Μπεργκμαν, Φάνυ και Αλέξανδρος, εκείνο τον απαίσιο πατριό, τον πουριτανό τιμωρό που απέκτησε ο ήρωας πάνω στην εφηβεία. Δράμα βέβαια η καλλιεργεια ενοχών για το κάθε τι, αλλά απέναντι στην ελληνικη αναισθησία, αναγωρίζεις ότι έχει κάποια αξία.
Ένα είδος αυστηρότητας υπάρχει και στην αρχιτεκονική, τα στολίδια των κτιρίων είναι στυλιζαρισμένα, λείπει εκείνο το ξεχείλισμα της νοτιότερης Ευρώπης. Το σπίτι που μένουμε είναι γεμάτο ινδικά αντικείμενα, ανατολίτικα φαγητά, κινέζικα παιχνίδια, βιβλία βουδισμού και τέτοια. Μέσα κυκλοφορούμε με τις κάλτσες, όπως στην Τουρκία. Η σπιτονοικοκυρά μας είναι ταξιδιωτική ρεπόρτερ. Ωραία εργασία. Έχει μανία με την Ανατολή, εμφανώς. Κι εγώ θα είχα, αν μεγάλωνα εδώ. Μια μικρή μανία δεν βλάπτει. Νοιώθεις πάντως την αμόσφαιρα την ταξιδιωτική σε όλη την πόλη. Από παντού ξεχωρίζουν κατάρτια βαποριών, ή καμινάδες, ή το άσπρο σώμα τους και οι διαφημίσεις για μικρές κρουαζιέρες.

Αχ ναι, καλοί μου Σουηδοί, ανακαλύψτε τον κόσμο, και προπαντός βοηθείστε τον να ανακαλύψει κι εκείνος εσάς. Διαδώστε το μυστικό, πώς τα έχετε καταφέρει; Τόσα χρόνια ειρήνη και αφθονία, τόσα χρόνια κοινωνικές κατακτήσεις, τι κόλπο έχετε; Μη σταματείστε να λυπάστε τους άλλους ανθρώπους, προσπαθείστε να σας βλέπουν διαρκώς, να σας ζηλεύουν, μην τους αφήνετε σε ησυχία.  
Κι επειδή ξέρουν οι Σουηδοί ότι πιο γνωστοί απο τη χώα τους είναι μερικοί ηθοποιοί, σγγραφείς και τραγυδιστές, τους έχουν περί πολλού. Στο αεροδρόμιο σε υποδέχονται στην πατρίδα τους, έτσι διατείνονται, Η Γκάρμπο, ο Μπέργκμαν, ο Λάρσον, ο Στρίντμπεργκ, οι ΑΒΒΑ αυτοπροσώπως, με τεράστιες χαμογελαστές φωτογραφίες (Όχι, ο Στρίντμπεργκ δεν χαμογελά. Μην τρελαθούμε κιόλας.)
Στο μαγαζί που κάποτε εργάστηκε υπάλληλος η Γκρέτα Γκάρμπο, ένα πολυκατάστημα στον
εμπορικό δρόμο, γράφουν στη βιτρίνα ότι εκείνη πίστευε στην κομψότητα της απλότητας, και με την ευκαιρία σου θυμίζουν ότι εκεί δούλεψε πριν γίνει ηθοποιός. Η οποία Γκάρμπο προσπάθησε να εισάγει σουηδικά πρόσωπα στη διεθνή μυθολογία, παίζοντας ας πούμε τη Βασίλισσα Χριστίνα, αλλά δεν κατάφερε σπουδαία πράγματα, αν και θα της άξιζε. Είναι η βασίλισσα που κάλεσε τον Καρτέσιο στην Στοκχόλμη. Βέβαια μετά δεν είχε τι να τον κάνει, δεν τον συναντούσε, δεν του ανέθετε κάποια αποστολή, απλώς τον άφησε να περιμένει λίγους μήνες κι εκείνος πέθανε τελικά εκεί, πιθανότατα απο το σοκ της αλλαγής κλίματος. Απέμεινε η αναμνηστική πλάκα σε ένα ωραίο σπίτι της παλιάς πόλης να θυμίζει ότι εκεί κατοίκησε και ετελεύτησε ο μέγας φιλόσοφος.
Διαβάζω μια σύντομη βιογραφία αυτής της βασίλισσας, που ήταν κόρη του περίφημου Γουσταύου Αδόλφου, και ήταν όντως μια συναρπαστική ζωή και προσωπικότητα, αλλά δεν είχα ιδέα περί του προσώπου ως τώρα.
Οι σπιτονοικοκύρηδες μας ετοιμάζονται για την Ελλάδα. Πολύς κόσμος πάει φέτος στην Ελλάδα, μας λένε. Λες και φοβούνται μη χαθεί, λέμε και γελάμε,  πικρά. Ρωτώ αν διαβάζουν Καλλιφατίδη, μου λένε ότι είναι πολύ διάσημος και αγαπητός, γράφει ωραία σουηδικά, ίσως επειδή μεταφράζει ελληνικές εκφράσεις. Πετυχημένες ξενιτιές, ο Καλλιφατίδης, ο Αλεξάκης... Κλείσανε μέσα στην καρδιά τους την Ελλάδα, την πήρανε και φύγανε μακριά της, την έσωσαν και σώθηκαν...
Ετοιμαζομαστε να εξερευνήσουμε και να καταλάβουμε αυτή τη χώρα, το ήσυχο αυτό στέκι των εξερευνητών.

Παρασκευή 21 Μαΐου 2010

Λεωφορεία της Νέας Υόρκης και λεωφορεία της Αθήνας

Στη Νέα Υόρκη κυκλοφορούν οι περισσότεροι ανάπηροι που έχω δει σε πόλη, αν και συναγωνίζεται το Βερολίνο. Εμείς οι αθηναίοι τα χάνουμε όταν βρεθούμε σε αληθινή πόλη, όπου οι ανάπηροι απλώς δεν κλείνονται στα σπίτια τους, όπως εδώ. Εδώ έχουμε μόνο αναπηρικές συντάξεις, οι ανάπηροι είναι αόρατοι.


Σκεφτείτε λίγο αυτή την ελευθερία που στερούνται. Το περπάτημα στους δρόμους μπορεί να μην είναι ευχάριστο, είναι όμως η πρώτη, η πιο αυτονόητη, η βασική μας ελευθερία. Είναι αυτό που σε οδηγεί παντού, που σε φέρνει σε επαφή με τον κόσμο, με όσα καλά και κακά διαθέτει. Στην Αθήνα το έχουμε κάνει δύσκολο για τους ηλικιωμένους, τους ανθρώπους με κινητικά προβλήματα, για τα παιδιά και τα καρότσια των μωρών, και φυσικά για τα αναπηρικά καροτσάκια.

Τα λεωφορεία της Νέας Υόρκης έχουν ειδικές θέσεις για να στηρίζονται τα αμαξίδια, και ζώνη για να πιάνονται και να μην κυλάνε. Στο χώρο εκείνο υπάρχουν επίσης καθίσματα που ανοίγουν όταν δεν υπάρχουν αναπηρικά καροτσάκια και κλείνουν όταν μπει μέσα κάποιο, για να του κάνουν χώρο. Το οποίο καροτσάκι ανεβαίνει με τη βοήθεια μιας πλατφόρμας στην πόρτα, που κινεί ο οδηγός. Κατεβαίνει η πλατφόρμα, κυλάει πάνω το καρότσι, ύστερα ανεβαίνει η πλατφόρμα και μαζί το καρότσι. Όταν υπάρχει καροτσάκι στη στάση κανείς δεν διανοείται να δείξει ανυπομονησία. Περιμένουν όλοι σιωπηλοί αυτή την εξαιρετικά αργή διαδικασία. Η υπομονή του κόσμου είναι πιο εντυπωσιακή και από την πλατφόρμα και από τη ζώνη για τα καροτσάκια.

Μια μέρα που καθόμασταν σε αυτά τα καθίσματα που κλείνουν, μπήκε μέσα μια μαύρη χοντρή γυναίκα με μπαστούνι, μας έκανε νόημα να σηκωθούμε με μια κίνηση του κεφαλιού σε στυλ ‘στρίβετε μάγκες’ και βέβαια υπακούσαμε. Μπορούσε να το κάνει και πιο ευγενικά, αλλά ήξερε τα δικαιώματά της και τα απολάμβανε. Κάθισε μόνη της στη θέση που καθόμασταν δυο και έβαλε και τη ζώνη. Εμείς στριμωχτήκαμε όρθιοι. Οι ανάπηροι έχουν προτεραιότητα παντού, εφόσον τους έχει αδικήσει η φύση η κοινωνία προσπαθεί να φέρει ισορροπία. Για μας η όλη κατάσταση ήταν πολιτιστικό σοκ.

Στην Αθήνα δεν μπορούμε να τα φανταστούμε αυτά. Κι όμως, για προσέξτε στα νέα λεωφορεία το χώρο των ορθίων: έχει μια ζώνη ασφαλείας που είναι γι αυτό το σκοπό ακριβώς. Δεν έχω δει βέβαια ποτέ να χρησιμοποιείται από αναπήρους, αλλά είναι ένας εξοπλισμός που έχει πληρώσει το ελληνικό κράτος. Και οι πλατφόρμες υπάρχουν, πρέπει να είναι αυτό το κίτρινο κομμάτι σε μερικές πόρτες που φαίνεται ξεχωριστό. Ούτε αυτό έχει ποτέ χρησιμοποιηθεί βέβαια.

Θα πρέπει να έχουν κολλήσει αυτά τα αντικείμενα από την αχρηστία. Αν ποτέ θελήσει κανείς να τα χρησιμοποιήσει, άραγε τι θα συμβεί;

Φυσικά στην Ελλάδα δεν κυκλοφορούν ανάπηροι. Ακόμα και καροτσάκι μωρού είναι δύσκολο να περάσει από τα πεζοδρόμια, τους δρόμους, τις διαβάσεις. Πριν λίγες μέρες γνώρισα μια μητέρα με ένα μωρό που είχε σπάσει το κεφάλι του βγαίνοντας από λεωφορείο, επειδή ο οδηγός βιαζόταν να φύγει κι έκλεισε την πόρτα γρήγορα, κι ούτε πήρε χαμπάρι ότι το μωρό είχε γκρεμοτσακιστεί.
Γενικά το κατέβασμα από λεωφορείο κρύβει κινδύνους, γιατί πάντα βιάζονται οι οδηγοί, για κάποιο μυστήριο λόγο.Τώρα πια που οι οδηγοί μιλάνε και στο κινητό, έχουμε χάσει οι επιβάτες την ελπίδα να μας δίνουν πληροφορίες. Τις οποίες βέβαια τσιγκουνεύονται και οι ταμπέλες και οι στάσεις και οι επιγραφές μέσα κι έξω απο τα λεωφορεία.
 Α, όλα κι όλα. Στην Αθήνα δεν μπορεί ο καθένας να χρησιμοποιήσει λεωφορείο! Πρέπει να είναι γνώστης, να ξέρει πού πηγαίνει, να έχει μάθει απο το σπίτι του τη διαδρομή, όπως πρεπει να έχει βρει και με κάποιο μαγικό τρόπο να αγoράσει εισιτήριο. Διότι  είναι σπάνιο είδος, δεν πουλιούνται παντού. Μάλιστα περιπτεραδες και ψιλικατζήδες για κάποιο λόγο θυμώνουν όταν τους ρωτάς.
Γενικά το λεωφορείο δεν είναι απλή υπόθεση στην Αθήνα.  Ου παντός πλειν ες λεωφορεία, με το συμπαθιο κιόλας.
Μην πείτε τώρα ότι ο κόσμος καίγεται κι εγώ ασχολούμε με λεπτομέρειες. Δεν είναι λεπτομέρειες, αφού θα γίνουμε όλοι φτωχοί! Τώρα πια ισχύει η κλασική ρήση του Μακλούαν: Το μέσο είναι το μήνυμα!

Κυριακή 11 Απριλίου 2010

Πανω στα Χάιλαντς, μέσα στα μουρς...

Έπρεπε να φοράω άλλα ρούχα, γιατί δεν αναδεικνύουν την προσπάθεια ετούτα εδώ. Αλλά είχα πάρει μόνο αυτό το μπουφάν που είναι πολύ χοντρό και ελαφρύ και το φορούσα κάθε μέρα στη Σκωτία. Κι εκείνη τη μέρα είχαμε ήδη περπατήσει για ώρες, είχαμε σκαρφαλώσει στα βουνά πάνω απο το χωριό Kingoussi ΄αν και δεν έχω καταφέρει να πάρω το κατάλληλα περήφανο ύφος. Ωστόσο είμαι ακόμα περήφανη για το κατόρθωμα μου, και νομίζω ότι είμαι ακόμα και παγωμένη, δεν μπορώ να ζεσταθώ αρκετά αν και ήδη τρεις μέρες στην Ελλάδα. Νομίζω το σώμα μου τρομοκρατήθηκε απο την αληθινή γεύση που έχουν τα Ανεμοδαρμένα Ύψη όταν τα φτάνεις ασυλλόγιστα νομίζοντας ότι μπορείς να αντισταθείς στη δύναμη του αέρα και του κρύου Τέλος πάντων, περπατώντας σε ένα μονοπάτι που προχωρούσε ανάμεσα σε ρείκια ανεβήκαμε στο γυμνο βουνό, και κατεβαίνοντας μόνο βρήκαμε δάσος, με τα δέντρα του ακόμα γυμνά. Ένα πράσινο παράσιτο σα φύκι έτρωγε τα κλαριά τους, ίδιο με το παράσιτο που κατάστρεφε αργά και σταθερά τα έλατα της Πάρνηθας πριν καούν μια και καλή, και βέβαια καταστρέφει ακόμα όσα δεν κάηκαν. Πώς να μη σκέφτομαι την Πάρνηθα λοιπόν, και τις ελπίδες που έχω, ή που δεν έχω, να περπατήσω ξανά στο μονοπάτι της εκείνο το πολυπερπατημένο, απο το Μον Παρνές στο Μπάφι, που τώρα έχει γίνει μια αχνή γραμμή μέσα στο γκρίζο αποκαϊδι;

Ίσως τα Μουρς, οι ερεικώνες με έλη ή χωρίς, να είναι πιο λογοτεχνικά, πιο γνωστά, πιο αναγνωρίσιμα και κυρίως πιο προσβάσιμα. Με το που φτάνεις στα ξενοδοχεία σου δίνουν χάρτες με τα μονοπάτια της περιοχής προτείνοντας βόλτες διαδοχικής δυσκολίας για κάθε γούστο. Περπατώντας εκεί αισθάνεσαι πως βρίσκεσαι στα βήματα των Χαϊλάντερς, αλλά και της Έμιλυ Μπροντέ, ακόμα και της Τζέιν Ώστεν που οι ηρωιδες της αγαπούσαν τους περιπάτους. Αλλά αυτά καλλιεργούνται, με λίγη προσπάθεια θα βρισκόταν και κάποιος διάσημος περιπατητής της Πάρνηθας και θα μπορούσε να προβληθεί λιγουλάκι ο ρομαντισμός του, αλλά έχει νόημα να ελπίζει κανείς και να προτείνει ιδέες;

Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Edinburgh

Τρελοί τουρίστες. Τρελοί γονείς. Μέσα στο ψοφόκρυο του Μάρτη κουβαλήσαμε και τη μάνα μου εδώ, 85 χρονών γυναίκα. Με τα μάλλινα καλσόν, αλλά χωρίς καπέλο, δύσκολο να δεχτεί νέα κομμάτια ένδυσης στην ηλικία της. Τελικά τα δέχτηκε για να γλυτώσει τα χειρότερα.
Χιόνια μετά απο μια μέρα αναποφάσιστου επιθετικού αέρα. Παράξενη πόλη, σε λόφους και πλαγιές, με πάρκα μέσα που τριγυρίζουν γυμνούς λόφους ηφαιστιογενείς. Μεσαιωνική και γεωργιανή, η παλιά και η νέα, που φαίνεται ίδια σε μας τους Αθηναίους, δηλαδή φαίνεται παλιά. Πολύ παλιά, πολύ παράξενη για ανθρώπους που έχουν συνηθίσει την ομοιομορφία της πολυκατοικίας.
Στα σπίτια αυτά ωστόσο έζησαν άνθρωποι μιας εντελώς διαφορετικής εποχής, με τρομερές κοινωνικές διακρίσεις, με πολέμους και πολύ χαμηλό μέσο όρο ζωής, με αρρώστιες που τους θέριζαν, με σκουπίδια που τα είχαν συνηθίσει. Στο Μουσείο του Λαού φυλάνε τα λάβαρα των κοινωνικών αγώνων. Εργατικά σωματεία, σουφραζέτες, η Ένωση για την καθολική ψήφο. Αυτοί οι τελευταίοι, της Ένωσης για την καθολική ψήφο, έχουν κι ένα μνημείο στο νεκροταφείο, σε σχήμα οβελίσκου. Πολύ ψηλός οβελίσκος μάλιστα. Είναι δίπλα στο κυλινδρικό μνημείο του Χιούμ, απέναντι απο το λόφο με την απομίμηση μιας σειράς κολώνων του Παρθενώνα και διάφορες άλλες απομιμήσεις: ένα φάρο για το Νέλσονα, ένα μνημείο του Λυσικράτη για έναν φυσικό που ξεχνώ το όνομά του, ένα μαυσωλείο της Αλικαρνασού για κάποιον άλλον φυσικό. Ο αρχαίος κόσμος λατρευόταν σαν ανάμνηση της επιστήμης και της έρευνας, υποτίθεται ότι τότε οι άνθρωποι έψαχναν την αλήθεια, ενώ ο Μεσαίωνας την ξέχασε και αφοσιώθηκε στη θρησκεία. Το Εδιμβούργο έγινε κέντρο Σχολών και φιλοσόφων, περιοδικών που δημοσίευαν ανακαλύψεις και νέες ιδέες, πόλη λογίων και κυρίως επιστημόνων. Στα ιατρεία του έκαναν ανατομία με πάθος, αν τα πτώματα δεν αρκούσαν έκλεβαν απο τα νεκροταφεία. Κάποια στιγμή βρέθηκε και ο εγκληματίας που σκότωνε ανθρώπους για να πουλήσει στην Ιατρική Σχολή τα σώματα τους.
Τώρα στα σπίτια αυτά μένουν άνθρωποι που δεν δέχονται διακρίσεις. Είνοι οι πιο ελεύθεροι και προνομιούχοι του κόσμου, φοράνε ό,τι θέλουν, παντρεύονται όποιον θέλουν, έχουν ιατρική βοήθεια όταν αρρωσταίνουν, κι έχουν φτιάξει ένα σωρό εθελοντικές οργανώσεις. Δεν υπάρχει επίσημη εκκλησία, έχουν όλα τα δόγματα κι έχουν κι ένα τεράστιο τζαμί. Σέβονται όμως τους κανόνες που έχουν βάλει για να συμβιώνουν. Στις στάσεις των λεωφορείων περιμένουν στην ουρά, ακόμα κι άν βρέχει, και μπαίνουν μέσα με τη σειρά που έφτασαν. Δεν βιάζονται πολύ, ο οδηγός εξηγεί υπομονετικά στον καθένα ό,τι χρειάζεται να εξηγήσει και δεν κινδυνεύεις να κλειστείς ανάμεσα στις πόρτες αν αργήσεις λίγο να βγεις.
Στην κεντρική λεωφόρο υπάρχει το άγαλμα του γιατρού που βρήκε το χλωροφόρμιο. Μια γυναίκα που το χρησιμοποίησε στη γέννα της ονόμασε την κόρη της, απο ευγνωμοσύνη και θαυμασμό, Αναισθησία.
Εδιμβούργο, η Αθήνα του Βορρά όταν η σημερινή Αθήνα ακόμα δεν υπήρχε. Δυστυχώς κανείς δεν σκέφτηκε να τη φτιάξει λίγο κατ' εικόνα και ομοίωση του, όταν ξεκίνησε να φτιάχνεται.

Εορτή ανεύρετος

To Πάσχα κάτι με πιάνει, κάτι σαν θρησκευτική κρίση, ένα είδος αδήριτης ανάγκης να συμμετέχω σε τελετουργίες, μα Επιτάφιο, μα Ανάσταση, ακό...