Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Marie Claire. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Marie Claire. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Μοβ παντελόνι

Κι εγώ δεν ξέρω γιατί αγόρασα πριν μερικά χρόνια μoβ παντελόνι. Ή μάλλον ξέρω, το μoβ μου αρέσει, έχει κάτι το τολμηρό σαν χρώμα και ταυτόχρονα ευαίσθητο, σαν να λέει, «ιδού, εγώ εκτέθηκα, σας κάνει καρδιά να με κριτικάρετε; Να με πείτε χρώμα πένθιμο, ότι θυμίζω κορδέλες Επιταφίου και άλλες κακίες παρόμοιες τη στιγμή που έχω ξεδιπλωθεί στα μάτια σας με τόση αθωότητα; Οχι βέβαια, αντίθετα προκαλώ την ανάγκη να με προστατέψετε, οπότε με αγαπάτε θέλετε δεν θέλετε. Είμαι χρώμα του φεμινισμού, το θερμό κόκκινο που αλλάζει το ψυχρό μπλε, ή το αντίστροφο, καθαγιασμένο ήδη από πρωτότυπες και αγωνιστικές ιδέες». Ολα αυτά και άλλα πολλά μπορεί να λέει το μοβ, με την πλούσια αλλά χωρίς λέξεις γλώσσα των χρωμάτων και, τέλος πάντων, υπέκυψα στον πειρασμό και αγόρασα κι εγώ αυτό το μοβ παντελόνι. Ωραία, αλλά με τι συνδυάζεις ένα παντελόνι μοβ;

Ο χρωματικός κύκλος που είχα προμηθευτεί πριν χρόνια για να αποκτήσω βασικές γνώσεις περί χρωμάτων λέει ότι το μοβ χρώμα είναι συμπληρωματικό του κίτρινου. Εχει μάλιστα ως υπόδειγμα και έναν πίνακα του Μονέ όπου οι σκιές είναι μοβ δίπλα στο έντονο κίτρινο που χρησιμοποίησε για το φως της ημέρας. Αριστούργημα. Δεν υπάρχει καλύτερος συνδυασμός στον κύκλο των χρωμάτων, ούτε υπάρχει καλύτερος τρόπος να συνδυάζεις χρώματα από το να βάζεις το βασικό μαζί με το συμπληρωματικό του που βρίσκεται στον κύκλο ακριβώς απέναντι. Το έμαθα και το δίδαξα στη μαμά μου. Μεγάλη ευτυχία να μαθαίνεις  στους γονείς σου κάτι.

Η μαμά μου είχε γαλάζια μάτια, και είχαμε περάσει μέρες να προσπαθώ να την πείσω να αγοράσει ένα πορτοκαλί σακάκι, ήταν αδύνατον να πιστέψει ότι θα της πήγαινε. Μόνο όταν το δοκίμασε άλλαξε γνώμη και το φορούσε ακόμα κι όταν καταστράφηκε μέρος του γιακά. Ως τότε θεωρούσε ότι μόνο γαλάζιο πηγαίνει με γαλάζιο. Πήγε σε μοδίστρα και έκοψε την τσέπη για να φτιάξει το γιακά και να συνεχίσει να το φοράει. Θα μου πείτε, εσύ ντύνεσαι με τον κύκλο των χρωμάτων καρφιτσωμένο στην ντουλάπα; Και θα ομολογήσω ότι αυτό ακριβώς κάνω. Τον αγόρασα όταν αποφάσισα ότι δεν θέλω να φοράω μαύρα και σκούρα, γκρίζα και ουδέτερα χρώματα όπως όταν ήμουν νέα και σοβαρή. Αποφάσισα ότι πρότυπό μου θα είναι διάφορες χαρούμενες τουρίστριες ντυμένες με όποιο τρελό χρώμα μπορεί να φανταστεί κανείς. «Είμαστε ελεύθερες», μου φάνηκε ότι φώναζαν, και πολύ μου άρεσε αυτή η κραυγή. Ελευθερία και φαντασία, αλλά να κρατήσουμε και κάποιους στοιχειώδεις κανόνες αισθητικής, μην τα κάνουμε κι όλα ίσωμα. Εξ ου και ο χρωματικός κύκλος. Τον ακολουθώ όσο γίνεται και εισπράττω συμπαθητικά σχόλια. Ωραία συνδυάζεις τα χρώματα, μου λένε, και δεν αποκαλύπτω το μυστικό. Ε, πλέον, ας το πάρει το ποτάμι. Πάντα χρειαζόμουν λίγη ενίσχυση στα εικαστικά θέματα – νομίζω δεν είναι κακό να παραδέχεται κανείς τις αδυναμίες του Μοβ και κίτρινο λοιπόν.


Πολύ πιο απρόσμενος συνδυασμός από το κόκκινο-πράσινο που περιτριγυρίζει τα Χριστούγεννα, ή το μπλε-πορτοκαλί που μου φαίνεται λιγότερο περιοριστικό, γιατί το μπλε όσο να ’ναι το φοράς με ένα σωρό χρώματα, ερήμην του χρωματικού κύκλου. Το μπλε είναι αποδεκτό, είναι εύπλαστο, το κάνεις ό,τι θες, το συνδυάζεις με ό,τι θες, ή τέλος πάντων έχουμε συνηθίσει να το συνδυάζουμε με τα πάντα. Αν δεν τα λέω καλά διορθώστε με, είπαμε στη χρωματική είμαι στο στάδιο της μαθήτριας.

Αφού λοιπόν αγοράστηκε το μοβ παντελόνι, ξεκίνησε η εκστρατεία για την αγορά της κίτρινης μπλούζας. Ακόμα συνεχίζεται η εκστρατεία. Αφού σαρώθηκε η αγορά της Αθήνας, μάταια το εκστρατευτικό σώμα μεταφέρθηκε στο Λονδίνο, με τη βεβαιότητα ότι η πόλη των ρούχων δεν μπορεί να μην κρύβει σε κάποιο μαγαζί το ιδανικό κίτρινο μπλουζάκι που θα ταιριάξει με το παντελόνι μου. Εψαξα σε γνωστές αλυσίδες και σε μικρά μαγαζιά, σε ακριβά πολυκαταστήματα και σε πάμφθηνα πρατήρια φιλανθρωπικών οργανώσεων όπου αγοράζεις ρούχα δεύτερο χέρι. Τέτοια δεν έχουμε εμείς εδώ, η κάτω πλευρά της Πατησίων ειδικεύεται στο μεταχειρισμένο αλλά εκτός φιλανθρωπίας, και επειδή αγοράζονται με το κιλό τα ρούχα και πουλιούνται σε υπερβολικά πατικωμένες κρεμάστρες, δεν ελκύουν όπως εκείνα που πουλούσαν κάποτε οι αμερικάνικες αγορές. Δεν έχω προκαταλήψεις, μου αρέσουν τα μεταχειρισμένα όταν δεν φαίνεται η φθορά, ή στις σπάνιες περιπτώσεις που τους χαρίζει γοητεία. Ωστόσο ούτε εκεί βρήκα το κίτρινο που θα συντροφέψει το ωραίο μοβ μου.

Φαίνεται δεν είναι χρονιά για το κίτρινο φέτος, όπως μάλλον δεν ήταν και πέρσι ή πρόπερσι, γιατί πια είναι τρία χρόνια που ψάχνω το σωστό ταίρι του παντελονιού μου. Στις παλέτες των χρωμάτων βλέπω ροζ και γκρίζο, λαδί και μετά τις γνωστές αποχρώσεις του λευκού, κρεμ, εκρού ή όπως αλλιώς, που δεν τις ξέρω και δεν θέλω να τις μάθω. Είπαμε, χρώμα, και μάλιστα έντονο. Κίτρινο του Μανέ, του Βαν Γκογκ, και όχι του μίσους. Το μοβ παντελόνι περιμένει σαν αρραβωνιαστικιά που την έχουν στήσει, βολεύεται με τα διπλανά του κύκλου, το αναπόφευκτο μπλε, το γειτονικό ροζ, εκεί πια γίνομαι σαν καραμέλα, αλλά δεν διστάζω. Μοβ είναι αυτό, δεν μπορώ να το αγνοήσω. Ζηλεύω από παιδί τις φίλες μου που έχουν έμφυτη κομψότητα και καλαισθησία, δεν χρειάζονται κολλημένους χρωματικούς κύκλους στον τοίχο τους, ούτε κανενός είδους φροντιστήριο. Τις παρακολούθησα να περνούν ανάλαφρες όλα τα χρόνια από κάθε μόδα, να μην παρασέρνονται, ώριμα να συνδυάζουν σχέδια και χρώματα χωρίς εγχειρίδια (έχω και εγχειρίδιο εκτός από τον πίνακα των χρωμάτων), χωρίς συμβουλές, χωρίς λόγια. Ξέρω
πως δεν θα αγόραζαν αυτό το άσχετο μοβ παντελόνι, ή θα ήξεραν από την πρώτη στιγμή τι να το κάνουν. Πώς μπορούν; Μπορούν.

Υπάρχει αυτό που λέγεται ταλέντο – και κάποιες φορές δεν υπάρχει. Για χρόνια φορούσα φορέματα, στη δουλειά ταγέρ, μεγάλη σωτηρία για κορίτσια σαν εμένα. Θα μπορούσα βέβαια να περιοριστώ σε απλά σχέδια και χρώματα αφού δεν το ’χω, αλλά έλα που δεν μπορώ να μην παρασύρομαι από την ομορφιά κάποιων πραγμάτων; Παρακαλούσα τις ταλαντούχες φίλες μου να με συνοδεύουν στα ψώνια, να με συγκρατούν, και συχνά μου προσέφεραν τις υπηρεσίες τους, αλλά πόσο να με προστατέψει το τρίτο μάτι; Κάποτε θα έρθει η χρονιά του κίτρινου, πού θα πάει; Στο μεταξύ, διασχίζω χιλιόμετρα βιτρίνες και μαγαζιά με στοχοπροσήλωση, δεν κοιτάζω γύρω μου τους υπόλοιπους πειρασμούς, το κίτρινο που δεν βρίσκω με προστατεύει. Εχω γίνει σοβαρή καταναλώτρια, που δεν παρασύρεται. Είμαι πελάτισσα που τη ρωτούν οι πωλήτριες αν ψάχνει κάτι και μπορεί να απαντήσει συγκεκριμένα, όχι να πει το αόριστο «απλώς χαζεύω», αυτή την παραδοχή αδυναμίας. Δεν χαζεύω πια, έχω περάσει σε άλλη φάση.

Δεν ξέρω τι έχουν οι άνθρωποι με το κίτρινο, νομίζω είναι συκοφαντημένο χρώμα. Τόσο ανοιχτό και ζεστό, και το λένε χρώμα του μίσους. Αλλά δεν απελπίζομαι. Στο μεταξύ το μοβ παντελόνι παραμένει κατά κάποιον τρόπο νέο, όσο και να το φοράω δεν ολοκληρώνεται, κάποια στιγμή που θα βρεθεί το ταίρι του, το χαμένο του μισό, θα είναι πάλι σαν καινούριο.


Κυριακή 10 Αυγούστου 2025

Οι γυναίκες αλλάζουν τις πόλεις

 Σνομπάρισμα τέλος! Όπου και να πάω μου αρέσει! ανακοινώνει στην παρέα μας η άλλοτε δύσκολη ταξιδιώτισσα και μας αποκαλύπτει ότι απήλαυσε τη βόλτα στο Αιγάλεω, όπου είχε πάει γκρινιάζοντας και με μαύρα γυαλιά ηλίου για να μην τυχόν και πέσει πάνω σε γνωστούς. Γελάμε. Απέκτησε χιούμορ.

Αλλά ξέρω πως έχει δίκιο. Έχω πάει κι εγώ στο Αιγάλεω, βόλτα με το μετρό, καθώς και στον Κορυδαλλό και τη Νίκαια, μέρη που γνώριζα μόνο από απερίγραπτα παραπονιάρικα λαϊκά τραγούδια, και μου άρεσαν όλα, ζήλεψα την ησυχία, τα δέντρα, τους πεζόδρομους, τα μαγαζιά. Έβγαζα φωτογραφίες σαν ευτυχισμένη τουρίστρια, όπως και ήμουν, έστω για τη διάρκεια ενός απογεύματος.

Τα τραγούδια συχνά εστιάζουν στο παράπονο όταν κάνουν μια απλή βόλτα σε γειτονιές, κι όταν ταξιδεύουν σε επαρχιακές πόλεις έχουν στα μπαγκάζια τους μελαγχολία, από το Διδυμότειχο μπλουζ βορείως, μέσω Κατερίνης και του τραίνου που περιμένεις, Λαρίσης και Τρικάλων που επίσης περιμένουν κάποιον αρχάγγελο τις Κυριακές, κι έτσι ως την πρωτεύουσα όπου μπορείς επιτέλους να πάψεις να περιμένεις και να ριχτείς στη δράση. Θυμάμαι τη σιωπή και την πλήξη των επαρχιακών πόλεων σε περάσματα στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, ειδικά το χειμώνα με την απόκοσμη ησυχία και την ακινησία των κλαδεμένων δέντρων στους έρημους δρόμους. Όταν έμενα λίγο παραπάνω κι έβρισκα μια ρουτίνα λίγων ημερών, είχα την εντύπωση ότι με κυνηγούσε διαρκώς ένα είδος ενοχής, μια άχαρη Ερινύα για σφάλματα απροσδιόριστα, μάλλον για το γεγονός ότι ερχόμουν από την πρωτεύουσα όπου η ζωή ήταν πιο ενδιαφέρουσα και την περνούσαμε στο κέντρο των πραγμάτων.

Κι ύστερα πόλεις και γειτονιές άρχισαν σιγά- σιγά να αλλάζουν. Δεν το καταλάβαμε αμέσως, ίσως ακόμα δυσκολευόμαστε να το ομολογήσουμε. Πόλεις και γειτονιές πέρασαν τη φάση της πληκτικής επαρχίας. Πέρασαν και τη φάση της αφόρητης και υποχρεωτικά ομοιόμορφης και μιμητικής ασχήμιας. Τώρα ζουν κάτι άλλο, διάγουν βίο νέο που δεν ξέρω πώς να τον ονομάσω ακριβώς, μην τον ματιάσουμε κιόλας. Τώρα συμβαίνει το εξής πολύ απλό, έχουν γίνει όλες όμορφες. Ακόμα και οι άσχημες πόλεις, οι διάσημες για την ασχήμια τους, έχουν γίνει ωραίες.

Πώς γίνεται αυτό; Δεν θα το πίστευα αν δεν τύχαινε να επισκεφτώ το Ηράκλειο, μια πόλη όπου είχα χαθεί πριν μερικές δεκαετίες ψάχνοντας να βρω το Μουσείο, προσπαθώντας να περάσω απέναντι, γυρίζοντας συνέχεια ζαλισμένη στα ίδια θορυβώδη στενά και μη κατορθώνοντας να φτάσω στο λιμάνι. Όταν ξαναπήγα, πολύ προκατειλημμένη, φοβισμένη από την πρώτη εμπειρία, ήταν σαν μαγικό χαλί, όλα σε έναν πεζόδρομο που σε οδηγεί από το κέντρο στο ενετικό φρούριο μέσω όλων των μνημείων, κι η θάλασσα είναι μπροστά σου διαρκώς και μπορείς να καθήσεις να ξεκουραστείς ανά πάσα στιγμή, και να θαυμάσεις σε βάθος το παρελθόν και τα απομεινάρια του. Δεν έχει βέβαια αλλάξει η πόλη γύρω γύρω, στενοί δρόμοι, πεζοδρόμια, τείχη από πολυκατοικίες, αλλά οι τουρίστες δεν χρειάζεται να το ζήσουν αυτό όπως παλιά, κι οι κάτοικοι έχουν μια διέξοδο για τη σχόλη τους, τις συναντήσεις και την αναψυχή τους.

Αυτή η πόλη ήταν για μένα αποκάλυψη, κι ύστερα ακολούθησαν κι άλλες. Ονόματα που άλλοτε προκαλούσαν ειρωνεία, έγιναν προορισμοί εκδρομών. Λίγοι πεζόδρομοι, λίγα διατηρημένα κτίρια, λίγα καφενεία, εστιατόρια, τραπεζάκια έξω. Όπου και να ταξιδέψεις έχεις κάτι να θαυμάσεις, να ανακαλύψεις, να απολαύσεις και να μάθεις, ακόμα και στο μικρότερο χωριόυπάρχει ένα είδος επανεκτίμησης του εαυτού του που κάπως το αναδεικνύει και σου προσφέρει τη βασική αξία κάθε δημόσιου χώρου: λίγο περίπατο, λίγη θέα, λίγη ιστορία, λίγη ξεκούραση. Τριγυρίζεις, κουράζεσαι, κάθεσαι στην πλατεία, έρχεται το νερό. Έρχεται ο κατάλογος. Και τις περισσότερες φορές γύρω σου σφύζουν από ζωή τα τραπέζια κι από νιάτα. Αγόρια και κορίτσια κάθονται μαζί και γελάνε, και πειράζονται, και φλερτάρουν, και ξαναγελάνε. Καμία σχέση με τις βόλτες στα καφενεία πριν από λίγες δεκαετίες, που ήταν γεμάτα βλοσυρούς άντρες, οι οποίοι σε έγδυναν με τα μάτια έτσι και τολμούσες να διαβείς το κατώφλι.

Χρειαζόταν κάποτε ηρωισμός για να βγουν οι γυναίκες σε καφενείο, μόνες ή με τις φίλες τους, να καθήσουν και να συζητήσουν άνετα γύρω από ένα τραπέζι. Θυμάμαι πόσο μας άρεσε το καφενείο Πικαντίλυ στην Πανεπιστημίου, ένας χώρος μοναδικά μεγάλος, που πια δεν βρίσκεις σε όλη την Αθήνα ανάλογο, αλλά μπαίναμε μέσα κρατημένες από το χέρι, για να δίνουμε κουράγιο η μία στην άλλη με τις φίλες μου, νιώθοντας πολύ τολμηρές και διεκδικητικές. Φυσικά ήταν αδύνατον να χαλαρώσουμε και να κάνουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα, τα σκανδαλισμένα βλέμματα μας τύλιγαν σα δίχτυ που σε ακινητοποιεί. Δύσκολο να φανταστεί κανείς σήμερα μια τέτοια κατάσταση. Η ζωή στις πόλεις έχει αλλάξει, ο ελεύθερος χρόνος έχει καταλάβει το χώρο του, οι γυναίκες είναι παντού, και πουθενά δεν τις στραβοκοιτάζουν.

Και καθώς οι πόλεις αποφάσισαν να περιποιηθούν έστω ένα μικρό κομμάτι η καθεμία για τη βόλτα, την ομορφιά, την Ιστορία και την απόλαυση, άλλαζαν οι συνήθειες των ανθρώπων, σα να έπρεπε να υποδεχτούν το νέο τους απόκτημα με άλλα μυαλά. Στα ανοίγματα τα κορίτσια απλώθηκαν, οι κυρίεςξαναγνωρίστηκαν, ξεκίνησε και κάτι σαν αντίστροφη πορεία, σα να λιγόστεψαν οι άντρες. Οι γυναίκες φτιάχνουν λέσχες ανάγνωσης, χορωδίες, ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες, παρακολουθούν διαλέξεις, γράφονται σε σεμινάρια πάσης φύσεως, κι όπου και να βρεθούν παρατηρούν ότι είναι οι περισσότερες. Στους ερασιτεχνικούς θιάσους ανεβάζουν συνεχώς το «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται» επειδή δεν έχουν άντρες, ή τη «Γυναικοκρατία», ψάχνουν έργα με όσο το δυνατόν λιγότερους αντρικούς ρόλους, έως καθόλου. Μια ιδέα θα ήταν να γράφαμε ένα δικό μας, άκουσα ένα απόγευμα να λέει μια κοπέλα στη μεγάλη κοριτσοπαρέα της, απλωμένη σε κεντρικό καφενείο της Λειβαδιάς. Ελπίζω να το κάνουν. Σαράντα κορίτσια αντί για σαράντα παλικάρια, σε αναίμακτες κατακτήσεις.


Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Aφήνουν ακόμα οι γονείς πιο ελεύθερα τα αγόρια;

 Παιδικά κλάματα ακούγονται καθώς πλησιάζουμε το Σπήλαιο του Πανός. Ξέρετε, όχι το σπήλαιο του Πανός στην Πάρνηθα, που με πολλή δυσκολία μπορούν να το βρουν μόνο έμπειροι ορειβάτες, το άλλο, το μικρό, το ψεύτικο, τσιμεντένιο Σπήλαιο του Πανός στο πάρκο μας, που ακόμα θυμάμαι πόσο με είχε εντυπωσιάσει όταν το πρωτοείδα μικρή, κι ακόμα όταν περνάω από κει το χαζεύω καλά- καλά, μήπως ανακαλύψω κάποια καινούργια συναρπαστική λεπτομέρεια. Κάτι θα μου έχει ξεφύγει, είμαι σίγουρη, και φτάνει να παρατηρήσει κανείς τις μορφές που έχουν φτιάξει κάπως αόριστα από τσιμέντο γύρω από το σπήλαιο για να βρει την κρυμμένη, αυτή που θα δώσει νόημα στα πάντα, στην ύπαρξη του Σπηλαίου κυρίως.

Τι σπηλιά είσαι δηλαδή, αν δεν κρύβεις κάτι;

Τις μέρες αυτές τις ηλιόλουστες, που το πάρκο έχει γεμίσει παιδιά, τα βλέπεις να χώνονται μέσα στη σπηλιά, να σκαρφαλώνουν επάνω της, να χοροπηδούν εκεί δίπλα στον αγκαθωπό κάκτο που την κάνει πιο υποβλητική, να τσιρίζουν μαγεμένα από τον κίνδυνο και την τόλμη τους. Η μικρή που κλαίει βγαίνοντας μάλλον έφαγε τα μούτρα της στο ανώμαλο έδαφος, θέλει λίγη προσοχή. Η μαμά της τη βουτάει από το χέρι και την τραβάει θυμωμένη έτσι που το παιδάκι σηκώνεται λοξά προς την μεριά του μητρικού χεριού, «δεν σου είπα να μη μπεις; Δεν σου το είπα; Ακούς όμως; Όχι, δεν ακούς! Άλλη φορά να με ακούς!».

Καημένο παιδάκι, αντί να σταματήσει το κλάμα δυναμώνει βέβαια, κι ο θυμός της μαμάς επίσης. Φωνάζει πιο δυνατά καθώς απομακρύνονται, έτσι μου έρχεται να πάω να τις παρηγορήσω και τις δυο, καθώς φαίνεται πρώτη φορά να τους συμβαίνει κάτι τόσο φοβερό, να έπεσε το πιτσιρίκι και να κλαίει. Θα ήθελα να πω της μαμάς να είναι ψύχραιμη, δεν είναι τόσο φοβερό να πέφτουν και να χτυπάνε τα παιδιά, δεν χρειάζεται να το μαλώνει τόσο πολύ που δεν την άκουσε, είναι φυσικό να έχουν τα μικρά περιέργεια για μια σπηλιά, ας είναι και τσιμεντένια, κι είναι κρίμα να μην το παρηγορήσει το παιδάκι της, να μην αδράξει την ευκαιρία να το πάρει αγκαλιά και να το διαβεβαιώσει πως ό,τι κι αν έπαθε, μέχρι να παντρευτεί θα γιάνει, ότι είναι γενναίο παιδί που προχώρησε άφοβα στη σκοτεινή σπηλιά (όχι πως είναι και πολύ σκοτεινή, αλλά λίγο παραπάνω θάρρος τα μικρά παιδάκια το χρειάζονται), κι ότι με ένα φιλάκι της μαμάς το βαβά θα περάσει γρήγορα.

Όλες αυτές τις ανοησίες που είναι τόσο σοφές για την αντιμετώπιση αντιξοοτήτων, η μαμά θεωρώντας τις ξεπερασμένες τις πέταξε στα σκουπίδια, προφανώς, και περιορίζεται να εκδηλώνει τον προσωπικό της θυμό για την πρωτοβουλία της κόρης της καθώς προχωρά σε άλλα δρομάκια. Δεν σκέφτεται ότι με αυτό τον τρόπο κινδυνεύει να της καλλιεργήσει δειλία και έλλειψη αυτοπεποίθησης, ούτε καν ότι είναι σκληρό να την πληγώνει τραβολογώντας την έτσι μπροστά σε κόσμο.

Μου έρχεται να της μιλήσω, και κρατιέμαι με δυσκολία. Οι νέοι γονείς δεν δέχονται καθόλου ευχάριστα τις συμβουλές περαστικών σε κάποιο πάρκο, ούτε και πουθενά αλλού. Μπορεί να θυμώνουν, να φωνάζουν με τρόπο που νομίζεις ότι χρειάζονται να ακουστούν σε μεγάλη ακτίνα ακριβώς για να παρέμβει κάποιος τρίτος, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Αν παρασυρθείς από τη φωνή που νομίζεις ότι σε καλεί, ή από το κλάμα που νομίζεις ότι κι αυτό σε καλεί, ή απλώς από την ανάγκη να μεταδώσεις λίγη από τη σοφία σου, κινδυνεύεις να σε προσβάλουν που φύτρωσες εκεί που δεν σε σπέρνουν.

Μου τυχαίνει συχνά στο πάρκο να βλέπω γονείς που φέρονται προσβλητικά στα παιδιά τους και κάθε φορά πρέπει να παίρνω βαθιές ανάσες για να αντισταθώ στον πειρασμό να επέμβω. Μα ναι, έχουν δίκιο, τα σπήλαια, ακόμα και τα εντελώς ψεύτικα όπως αυτό του πάρκου, μπορεί να κρύβουν κινδύνους, όπως και το παιχνίδι, το τρέξιμο, το ποδήλατο, τα πάντα, αλλά πώς μαθαίνεις στα παιδιά να προσέχουν;

Ξαφνικά όλα τα δρομάκια γίνονται εχθρικά, κίνδυνοι μπορεί να παραμονεύουν σε κάθε βήμα, σε κάθε πυκνό θάμνο, κι έχει μπόλικους εδώ. Κι ο θεός Παν αυτοπροσώπως, μπορεί να μην εμφανίζεται ξεκάθαρος στις μορφές που έχει φτιάξει ο γλύπτης Βασσάλος με τσιμέντο στο σπήλαιο του Πανός, αλλά εκεί στα πυκνά αλσύλλια δεν αποκλείεται να δεις να βγαίνει το τραγοπόδαρο του από μιαν άκρη, και να διακρίνεις στη σκιά το επίσης τραγίσιο μούτρο του.

Τέτοιος τύπος ήταν ο Πάνας, κρυβόταν σε δάση και θάμνους για να πετάγεται απότομα και να τρομάζει τα κορίτσια με τα τραγίσια του πόδια και διάφορα άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μοιραζόταν με το ανδρικό φύλο.


Το θέμα είναι ότι δεν μπορείς να τον αποφύγεις, όσο κι αν ακούς τη μαμά.Ούτε τον Πάνα, ούτε τις πτώσεις, ακόμα κι αν δεν πηγαίνεις ποτέ να παίξεις σε παιδική χαρά. Κάποια στιγμή, κάπου, κάπως, κάποτε, θα σκοντάψεις και θα πέσεις, μα στο πεζοδρόμιο, στα λίγα βήματα που σε χωρίζουν από το αυτοκίνητο σου, μα στις σκάλες του σχολείου, δεν υπάρχει περίπτωση να το γλιτώσεις τελείως. Όσο για τον θεό Πάνα και τις ενσαρκώσεις του, άστο καλύτερο, είναι περίπλοκο, αλλά ούτε κι αυτόν μπορείς να τον αποκλείσεις εντελώς. Οπότε ψυχραιμία.

Καθώς απομακρύνονται μαμά και κοριτσάκι, και το κλάμα κι η φωνή ακόμα ακούγονται, άλλα παιδάκια, απτόητα, ορμούν στη σπηλιά με ύφος κομάντο που θα συλλάβουν επ αυτοφώρω το λήσταρχο Νταβέλη. Είναι αγόρια και ίσως έχουν μαμά πιο στοχαστική, που είναι σε θέση να καταλάβει ότι αν τα μαλώσει για την τόλμη και την περιέργεια τους, μάλλον θα κάνει κακό στη μελλοντική τους αυτοπεποίθηση.


Δεν θέλω να σκεφτώ ότι ακόμα οι γονείς των αγοριών τα αφήνουν πιο ελεύθερα από όσο τα κορίτσια, ότι ενθαρρύνουν τις πρωτοβουλίες τους για εξερεύνηση, ενώ των κοριτσιών τις αποθαρρύνουν. Όχι, θα είναι σύμπτωση. Ας δω κι ένα κοριτσάκι. ..

Μπαίνουν, βγαίνουν, γελούν τα αγοράκια. σκαρφαλώνουν επάνω με λίγη αναρρίχηση, προκαλούν και τον αγκαθωπό κάκτο, ξεκαρδίζονται στα γέλια καθώς πάνε να πέσουν και τα καταφέρνουν να σταθούν όρθια. Τίποτε δεν τα εξιτάρει περισσότερο από λίγη αίσθηση κινδύνου, λίγο άγνωστο, λίγο σκοτάδι, λίγο μυστήριο. Κι αυτό το Σπήλαιο είναι τέλειο στη δοσολογία που έχουν βάλει το μυστήριο και το σκοτάδι, την ατμόσφαιρα σπηλιάς, μέσα στο Πεδίο του Άρεως. Αν μάλιστα έχεις περιδιαβεί και την αλέα με τους ωραίους ανδριάντες των ηρώων του 21, σου έρχεται ακόμα καλύτερη η πρόκληση της σπηλιάς που θα μπορούσε να είναι πάνω σε κάποιο βουνό και να κρύβει αρματωλούς και κλέφτες. Από τύχη μάλλον είναι που δεν πέρασε άλλο κοριτσάκι.


Ακόμα και μεγάλοι εντυπωσιάζονται, πλησιάζουν, μερικοί μπαίνουν μέσα προσεχτικά, μην πατήσουν τη λάσπη που μαζεύεται και τα σκουπίδια που όλο και κάποιος θα βρεθεί να πετάξει. Όπως όλα τα άγρια μέρη, το επισκέπτονται αυτοί που θα φάνε οπωσδήποτε τα τσιπς τους στο σημείο της μεγαλύτερης έντασης, σα να βρίσκονται στο σινεμά, και θα πετάξουν την άδεια σακούλα μαζί με το χρησιμοποιημένο χαρτομάντιλο. Κανένα μυστήριο δεν αντιστέκεται στη μπαναλιτέ των σκουπιδιών. Ακόμα κι ο Πάνας τρομάζει.





Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

Στη θέση του χωριού, τι;

Περπατώ στο πάρκο μια μέρα με κρύο και μπροστά μου μια μητέραμαλώνει το αγοράκι της. Δεν το μαλώνει ακριβώς, είναι μια πολύ δραματική στιγμή, την έχει κουράσει, εκείνη φωνάζει, εκείνο κλαίει απελπισμένο με λυγμούς σπαρακτικούς. Οι λυγμοί ενστικτωδώς είναι δυνατοί, μπορεί στο βάθος να θέλει να ακουστούν σε όλο το πάρκο, να επέμβει κάποιος, να σταματήσει το δράμα.

Ποιος, όμως, να επέμβει; Εγώ που περνάω αυτή τη στιγμή δίπλα; Πώς να το κάνω; Πώς γίνεται να τραβήξεις για λίγο, για δευτερόλεπτα, τα παιδιά από την απόλυτη εξουσία και αρμοδιότητα του γονιού τους;

Το παιδάκι είναι πολύ μικρό, το πολύ τριών ετών, ίσως δυόμισι. Το θέμα σύγκρουσης είναι ο πατέρας του, η μάνα έξαλλη του λέει να τον πάρει τηλέφωνο, το παιδάκι να πάρει τον πατέρα, να του πει ότι δεν τη θέλει, ότι προτιμά να μείνει μαζί του. Το παιδάκι δεν αντέχει τέτοιο περίπλοκο εκβιασμό, κλαίει, ουρλιάζει, ρουφάει τη μύξα του με σπασμένη αναπνοή και ξανακλαίει. Η μάνα του απλώνει το τηλέφωνό της με το ένα χέρι, «Πάρ’ τον λοιπόν, πάρ’ τον!»,λέει και ξαναλέει, και αυτό όλο θρηνεί.

Είναι πολύ ενοχλητικό, είναι αβάσταχτο, θέλει κανείς να της αρπάξει το παιδί από τα χέρια και να το πάρει αγκαλιά, να του σκουπίσει τα δάκρυα, αλλά πώς; Από μακριά εύχομαι να ηρεμήσει ώσπου να πλησιάσω, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση, οι φωνές και το κλάμα συνεχίζονται αδιάπτωτα μέχρι που φτάνω κοντά τους. Περνάω δίπλα τους με το στομάχι σφιγμένο, δεν ενοχλείται καθόλου ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, η έξαλλη μάνα δηλαδή, ενώ ήμουν τόσο κοντά δεν σταμάτησε, δεν γύρισε, δεν μου έδωσε καμία σημασία. Τους προσπερνάω γεμάτη ενοχές.

Πώς θα μπορούσα να επέμβω; Αν ήμουν άντρας, ας πούμε, θα ήταν πιο εύκολο; Τι φοβάμαι; Θα με έβριζε κι εμένα κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα βοηθούσε η παρέμβασή μου, μπορεί να σταματούσε λίγο τις φωνές μέχρι να απομακρυνθώ, κι ύστερα να ξέσπαγε χειρότερα στο μικρό λέγοντάς του «Ορίστε τι έκανες, μας τη λένε τώρα και οι ξένες περαστικές!», κάτι τέτοιο. Χρόνια πριν, όταν ήμουν πιο νέα, πιο θαρραλέα και αυθόρμητη, είχα βάλει τις φωνές σε κάποιον που χτυπούσε το παιδί του στο δρόμο. Να μη σε νοιάζει εσένα, μου είχε απαντήσει άγρια, με νοιάζει γιατί παραβαίνεις το νόμο, είχα την (σπάνια για μένα) ετοιμότητα να αντιλέξω, απαγορεύεται να δέρνεις το παιδί σου! Φυσικά με είχε στολίσει με διάφορα επίθετα κατάλληλα για γυναίκες, αλλά κάπως είχε σταθεί, είχε πάρει ανάσα, κι είχε σταματήσει να το χτυπάει. Κι αν τότε η επόμενη στιγμή ήταν να πάει στο σπίτι με το παιδί κι εκεί αθέατος να το σπάσει στο ξύλο με την ησυχία του; Μπορούν να σταματήσουν να είναι βίαιοι οι γονείς που έχουν συνηθίσει τη βία στην καθημερινότητά τους; Αλλά μπορεί και να το σκέφτηκε λίγο, ήλπιζα, κι αφού ενημερώθηκε ότι ο νόμος απαγορεύει να χτυπά κανείς το ίδιο του το παιδί, να αποφάσισε να αλλάξει τακτική. Ποια εξέλιξη από τις δύο μοιάζει πιθανότερη;

Καθώς προχωράω λίγο ακόμα μπροστά από τη μάνα με το πιτσιρίκι που σπαράζει χωρίς εκείνη να χαμηλώνει ούτε τον τόνο της φωνής ούτε την επιθετική της διάθεση, ντρέπομαι πια πολύ. Δεν γίνεται να φύγω χωρίς να κάνω κάτι. Πρέπει να επεμβαίνετε, διάβασα συμβουλές ειδικών, ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, δεν πρέπει να μένετε απαθείς όταν ένα παιδί υποφέρει από τους γονείς του, αν πέσει στην αντίληψή σας. Ναι, αλλά πώς; Πώς να το κάνουμε όταν ξέρουμε ότι τα παιδιά είναι απόλυτα εξαρτημένα από τους γονείς; Πώς να το κάνουμε έτσι που να βγει στ’ αλήθεια κάποιο θετικό αποτέλεσμα;

Εδώ μπροστά μου, και πλέον πίσω μου, γιατί έχω προσπεράσει, βλέπω καθαρά άσκηση σαδισμού από τη μάνα, που ποιος ξέρει τι ζόρια τραβάει από τον πατέρα του παιδιού της ή από τη ζωή της, πάνω σε ένα ανυπεράσπιστο κι εντελώς εξαρτημένο από αυτήν νήπιο. Κάτι ξεθυμαίνει επάνω του κι είναι φανερό ότι το απολαμβάνει με κάποιο διεστραμμένο τρόπο, η σκέψη ότι εκτίθεται δημόσια δεν την απασχολεί. Πώς να φερθεί ο περαστικός; Δεν μιλάμε καν για ξύλο, δεν το χτυπάει το παιδί, η φράση όμως που σφυροκοπάει καθώς εκείνο σπαράζει στο κλάμα είναι τόσο απειλητική που ένας Θεός ξέρει τι τραύματα του δημιουργεί, τι χαρακτήρα του πλάθει.

Τι κάνει κανείς εδώ και τώρα; Δεν ζούμε πια στην εποχή που το παιδί χρειαζόταν ένα χωριό για να μεγαλώσει. Τώρα οι γονείς έχουν πάρει τη θέση του χωριού και δεν ανέχονται επισκέπτες. Τώρα ακόμα και να χαμογελάσεις σε ένα παιδάκι στο δρόμο μπορεί να τους ενοχλήσει, ακόμα κι αν πεις μια απόλυτα φιλική κουβέντα από τη χαρά σου που βλέπεις παιδιά. Για να τους πιάσεις κουβέντα πρέπει να είσαι πολύ προσεχτικός και οι γονείς να είναι δίπλα. Είναι τόσο σπάνια η παρουσία παιδιών στην πόλη μας, που δεν κρατιέμαι όταν τα βλέπω, θέλω να τους χαμογελάσω, να πω μια τρυφερή φράση, κι όποτε το κάνω πάντα οι γονείς στραβοκοιτάζουν ενοχλημένοι.


Πρέπει να περάσει πολλή ώρα για να χαλαρώσουν, να βεβαιωθούν ότι δεν κινδυνεύουν από σένα, ότι δεν έχεις κακές προθέσεις, ότι μπορεί και να ωφεληθεί το παιδί από κάτι που θα του πεις ή θα του δώσεις, και φυσικά στην καθημερινότητα της πόλης δεν υπάρχει χρόνος για τέτοια. Ετσι είναι πια ο τρόπος που ζούμε, τα παιδιά δεν έχουν χωριό. Τα συμπονώ πολύ, ούτε κι εγώ είχα χωριό, αλλά τουλάχιστον καμιά φορά με άφηνε η μάνα μου στη γειτόνισσα. Τώρα κάτι τέτοιο θέλει ανθρώπους ικανούς για μεγάλες υπερβάσεις.


Καθώς οι φωνές και το κλάμα συνεχίζονται και με τραβούν από το στομάχι δεν αντέχω να συνεχίσω να περπατώ σαν να είμαι τυφλή και κουφή, σταματώ και κάνω μεταβολή. Στέκομαι ακίνητη και την κοιτάζω τη μάνα, χωρίς να μιλάω, περιμένοντας. Αυτή συνεχίζει, αγνοεί την ύπαρξή μου, αλλά κι εγώ το αποφάσισα, δεν σαλεύω. Σταυρώνω και τα χέρια στο στήθος, σαν δασκάλα που περιμένει να της πει κάποιος το μάθημα είσαι, λέω στον εαυτό μου, αλλά μένω έτσι. Η μάνα απτόητη. Σιγά μη σκάσει που κάποια άγνωστη την παρατηρεί. Ωστόσο, σαν να κουράστηκε. Σαν να παίρνει ανάσα, σαν να θέλει να πιει νερό. Στέκεται λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλή, κάτι ψάχνει στην τσάντα, βάζει το τηλέφωνο μέσα. Το μωρό κλαίει ακόμα. Εκείνο δεν κουράζεται. Τα βρέφη και τα νήπια έχουν διαφραγματική αναπνοή, μπορούν να φωνάζουν με τις ώρες. Δεν είναι βρέφος, ίσως σιγά-σιγά να τη χάνει τη διαφραγματική αναπνοή, πνίγεται από τους λυγμούς που έχουν γίνει μηχανική επανάληψη. Η μάνα τού λέει «Σκάσε πια!», αλλά εκείνο συνεχίζει. Είναι η πιο ήρεμη στιγμή του περιστατικού.


Σηκώνει στιγμιαία το κεφάλι και με κοιτάζει, αστραπιαία απομακρύνει το βλέμμα. Στέκομαι λίγο ακόμα, τη βλέπω να χαμηλώνει προς το πιτσιρίκι, δεν φωνάζει πια αλλά είναι γεμάτη νεύρα. Εκείνο κλαίει. Δεν αντέχω να μείνω άλλο, ξανά μεταβολή και φεύγω. Αν πήγαινα κοντά της και τη ρωτούσα «Μήπως χρειάζεστε κάτι;», άραγε θα ήταν καλύτερα; Ισως κι αυτή να ήθελε έναν άνθρωπο να πει τον πόνο της, αν και ήταν τόσο έξαλλη που μάλλον θα είχε διάθεση να με δαγκώσει.

Θα ήθελα πολύ να έχω οδηγίες χρήσεως για τέτοιες καταστάσεις. Ας μας έλεγε εκείνη η ειδικός που συμβουλεύει να επεμβαίνουμε, πώς μπορεί να γίνεται αυτό; Πώς να γλιτώνεις τα παιδιά από τη βαρβαρότητα των γονιών τους, ή καλύτερα ας μην είμαστε τόσο φιλόδοξοι, γιατί δεν μπορεί κανείς στην πραγματικότητα να ελέγξει τη γονεϊκή εξουσία, ας πούμε απλώς πώς να απαλύνεις λίγο, ελάχιστα, τη διάθεσή τους να τα βασανίσουν, να τα τραυματίσουν, να τα κακοποιήσουν; Πώς να επέμβει κανείς έτσι ώστε να μη δημιουργήσει χειρότερη κακοποίηση αλλά να κατευνάσει τη μανία; Υπάρχει τρόπος; Να βρούμε κάτι, να κάνουμε ένα κίνημα, να το ονομάσουμε Δημιουργία Αναγκαίου Χωριού, κάτι τέτοιο. Χρειάζεται ένα χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί. Στη θέση του χωριού τι να βάλουμε;


 

Πέμπτη 16 Ιανουαρίου 2025

Η πρόεδρος που μας έκανε περήφανες

 Παρακολουθώντας το αποχαιρετιστήριο βίντεο της Κατερίνας Σακελλαροπούλου δεν μπορώ να μη θυμηθώ κάτι που λέγαμε πριν δεκαετίες για τις γυναίκες που θέλουν να αναδειχθούν σε θέσεις παραδοσιακά αντρικές: θα πρέπει να είναι πολύ καλύτερες από τους καλύτερους άντρες για να τις παραδεχτούν, κι όταν συμβεί κάτι τέτοιο  θα έχουν να αντιμετωπίσουν κάθε είδους συγκατάβαση, λες και είναι χειρότερες από τους χειρότερους.

Έτσι ήταν η πρόεδρος μας κι έτσι και χειρότερα αντιμετωπίστηκε. Σε κάθε της δημόσια στιγμή άκουγες τα πιο απίθανα σχόλια, για την εμφάνιση της, τα ρούχα της, το ύψος της, το χτένισμα της, κι όλα τυλιγμένα σε οικειότητα που ποτέ δεν είχε εκφραστεί για κανέναν από τους προηγούμενους προέδρους, όλους άντρες. Υπήρχε  σεβασμός για τη θέση του προέδρου Δημοκρατίας, στο κάτω- κάτω είναι θέση συμβολική, είναι το πολίτευμα μας, και δεν το αποκτήσαμε εύκολα. Πάνω από ενάμιση αιώνα παιδευόμασταν με πίσω- μπρος βασιλείες, δικτατορίες, εκθρονίσεις, κι άντε πάλι απ΄την αρχή, μέχρι να σταθεροποιηθούμε.

Σε κάποιους δεν άρεσε που η πρόεδρος δεν παρενέβη να σταματήσει το νόμο για τον γάμο ομοφυλοφίλων, λες και ήταν αρχιεπίσκοπος, σε άλλους που φωτογραφήθηκε μπροστά στον φράχτη του Έβρου. Ο φράχτης στον Έβρο κι εμένα δεν μου αρέσει, και έχω πολλές ιδέες να προτείνω για την υποδοχή των μεταναστών αλλά δεν είμαι πρόεδρος της Δημοκρατίας, οπότε προσπαθώ να καταλάβω γιατί είχε συμβολικό βάρος η στήριξη μιας επιλογής του κράτους πάνω στα σύνορα του, έστω κι αν εγώ διαφωνώ. Σε κάθε της άλλη εμφάνιση πάντως που έτυχε να δω, είτε όταν επιθεωρούσε φρουρές, τόσο αλλιώτικο σώμα μπροστά στους ένστολους, είτε όταν δεχόταν προσφυγάκια στο προεδρικό Μέγαρο, είτε όταν επισκεπτόταν χωριά και πόλεις και ιδρύματα, κάθε της λόγος ήταν πλούσιος σε πληροφορίες, σε σημασίες, σε ουσία, και είχε βάρος συμβολικό, ακριβώς όπως πρέπει. Γιατί ήταν σημαντικό να μνημονεύσει κάποιον σπουδαίο καλλιτέχνη που πέθανε, γιατί ήταν σημαντικό να εμψυχώσει τους φαντάρους, τους υπαλλήλους διαφόρων ιδρυμάτων, τους κατοίκους μακρινών νησιών, γιατί ήταν σημαντικό να δεξιωθεί την αριστούχο μικρή Αρμένισσα, γιατί ήταν σημαντικό να ανοίξει τον κήπο του μεγάρου. Κάθε της φράση ήταν πλούτος και συμπάθεια. Μάθαμε και καταλάβαμε, και αγκαλιάσαμε μαζί της όψεις και θεσμούς και αξίες της Ελλάδας, καταστάλαξαν μέσα μας οι σημασίες τους. Είχε βρει τον τρόπο να ζυγίζει και να αποδίδει στα πράγματα που απαρτίζουν την πολιτική και κοινωνική μας ζωή το σωστό τους βάρος. Μας έκανε να το συναισθανθούμε. Κανένας πριν από αυτήν δεν το είχε κατορθώσει αυτό, δεν το είχε καν επιχειρήσει, όσο συμπαθής, όσο σημαντικός και σωστός κι αν υπήρξε στη θητεία του.

Δεν ήταν πολιτικός να ξέρει να γίνεται ευχάριστη, ήταν δικαστής, ήταν αυστηρή, ήξερε τους θεσμούς και τη σημασία τους και μια δεύτερη θητεία θα ήταν ιδανική για να τους μάθουμε κι εμείς οι πολίτες συνεχίζοντας να παρακολουθούμε κάθε της κίνηση. Το όνομα της δεν μπαίνει όμως καν στη λίστα των υποψηφίων και αισθάνομαι σα να κλείνει μια πόρτα πολιτικής συνειδητοποίησης για τον απλό πολίτη, όπως είμαι εγώ, και πολλοί ακόμα με τους οποίους συνομιλώ αυτές τις μέρες.

Η θέση του προέδρου της Δημοκρατίας είναι στην Ελλάδα κυρίως συμβολική. Συχνά η Δημοκρατία συμβολίζεται στην τέχνη από γυναίκα, όπως κι η ελευθερία. Σκέπτομαι ας πούμε την Ελευθερία του Ντελακρουά που οδηγεί το λαό, ψηλή, σαρκώδη, επιβλητική, ή το μπούστο της Μαριάννας της Δημοκρατίας με το φρυγικό σκούφο, που κάθε τόσο τα χαρακτηριστικά της άλλαζαν για να γίνει ακόμα πιο όμορφη. Καμία σχέση με την Κατερίνα Σακελλαροπούλου, μια αληθινή γυναίκα, που όπως όλες μας πάλεψε στη ζωή της με τα χαρακτηριστικά που της έδωσε η φύση και με τα στερεότυπα που μας περίμεναν στη γωνία άμα τη εμφανίσει της εφηβείας μας, και κατάφερε να ανέβει τα σκαλοπάτια της καριέρας της ως γυναίκα, με δουλειά και σοβαρότητα. Όταν την έβλεπα στις φωτογραφίες των επισήμων και ανεπισήμων δράσεων της μου φαινόταν πιο δυνατό σύμβολο από τη Μαριάννα, την ελευθερία του Ντελακρουά κι όλες τις ωραίες προσωποποιήσεις του θεσμού. Γιατί η Δημοκρατία είναι έτσι, παλεύει με αυτά που έχει και αντιμετωπίζει συνεχώς τα στερεότυπα. Με έκανε περήφανη η κυρία Κατερίνα Σακελλαροπούλου. Λυπάμαι πολύ που θα χάσω τη συγκίνηση και τη μαθητεία.


Πέμπτη 19 Δεκεμβρίου 2024

Μπούμερ ή κάτι άλλο;

Μπούμερ ή κάτι άλλο;

 

Πάνε χρόνια που με πρωτοείπαν μπούμερ, τα παιδιά μου φυσικά, ποιος άλλος; Είναι ένας ευγενικός τρόπος να πεις σε κάποιον ότι οι απόψεις του είναι ξεπερασμένες, ο κόσμος έχει αλλάξει, ότι έχει μείνει πίσω, ότι είναι ντεμοντέ, ότι έχει γεράσει. Όταν οι νέοι δεν νοιάζονται να είναι ευγενικοί, ειδικά αν οδηγούν αυτοκίνητο ή σπρώχνουν στο λεωφορείο κλπ, δεν σε λένε μπούμερ, σε λένε πολύ χειρότερα πράγματα, λέξεις και εκφράσεις που περιέχουν το συνθετικό γερ- για τα γηρατειά. Το «μπούμερ», ως ξένη λέξη που είναι, πληγώνει λιγότερο, οπότε τη χρησιμοποιούν οι πιο ευγενικοί άνθρωποι. Μάλιστα τόσο λίγο πληγώνει που μόλις την άκουσα είχα την ψυχραιμία να ερευνήσω τη σημασία της.

Αχ αυτά τα αγγλικά με τις μονοσύλλαβες λεξούλες τους που μπορούν να δημιουργήσουν τα πάντα! Πώς να αντισταθεί κανείς στη γοητεία τους και στην κυριαρχία τους; Δεν αντιστεκόμαστε. Τα αρπάζουμε και τα καταναλώνουμε ωμά, δεν προλαβαίνουμε να τα μαγειρέψουμε λιγάκι. Θα άξιζε η προσπάθεια. Τι θα πει μπούμερ, ρώτησα λοιπόν ανύποπτη τους νεαρούς βλαστούς μου.

Μπούμερ είναι οι άνθρωποι της ηλικίας σου, μου εξήγησαν βιαστικά, κι έπρεπε μόνη μου να ψάξω τα υπόλοιπα. Μπούμερ είναι οι άνθρωποι που γεννήθηκαν  στη δεκαετία του 50 και του 60 στις ΗΠΑ, και η λέξη βγαίνει από το baby boom, διότι την εποχή εκείνη κάτι συνέβη που ενέπνευσε τους Αμερικανούς να κάνουν πολλά παιδιά. Η αισιοδοξία της εποχής, λένε μερικοί, όχι, κόπηκε το ρεύμα στις μεγάλες πόλεις, λένε άλλοι, και μέσα στο σκοτάδι τι να κάνουν οι άνθρωποι; Έκαναν έρωτα. Πάντως το αποτέλεσμα ήταν εκείνο το μπουμ. Πολλά μωρά εκεί πέρα μακριά, στο δυτικό ημισφαίριο, στα χρόνια εκείνα.

Όμως αυτά συνέβησαν εκεί. Εδώ δεν είχαμε baby boom την εποχή εκείνη. Στις δεκαετίες του 50 και του 60, από όσο ξέρω, οι γυναίκες στην Ελλάδα άρχισαν να κάνουν λιγότερα παιδιά, όχι περισσότερα, κι ας μην υπήρχε καθόλου ρεύμα σε πολλά μέρη. Στην τάξη μου οι συμμαθητές μας είχαν από ένα αδέρφι, μόνο δυο θυμάμαι από τους τριάντα που είχαν δυο αδέρφια. Οι περισσότερες οικογένειες είχαν δυο παιδιά, τα τρία ήταν εξαίρεση. Δεν μπορείς να μας πεις μπούμερ εμάς. Δεν είμαστε παιδιά του baby boom. Είμαστε ακριβώς το αντίθετο. Θα μπορούσες να μας πεις ξεμπούμερ.

Το ξέρω ότι δεν θα περάσει η ιδέα μου, είπαμε το αγγλικό είναι ακαταμάχητο, αλλά θα ήθελα πραγματικά να καταλάβω κάποτε αυτή την τάση που μας γέννησε και μας καθόρισε, αυτή την απόφαση που πήραν οι γονείς μας και την εφάρμοσαν, χωρίς να την ονομάσουν, χωρίς να τη δηλώσουν, χωρίς να τους το ζητήσει κανείς. Οι γονείς τους έκαναν πολλά παιδιά. Η οικογένεια του πατέρα μου ήταν  έξι παιδιά, της μαμάς μου επίσης. Ήταν ένας μέτριος αριθμός παιδιών. Υπήρχαν και οικογένειες με εφτά, οκτώ, ή δέκα.  Από τα έξι  παιδιά της οικογένειας του πατέρα μου  έκαναν δικά τους παιδιά οι τρεις, τρία η μεγαλύτερη αδερφή που παντρεύτηκε πρώτη, κι από δυο άλλοι δυο. Από την άλλη πλευρά, της μητέρας,  έκαναν παιδιά οι τέσσερις από τους έξι, τρία η μια αδερφή, δυο η δεύτερη, κι οι άλλοι δυο από ένα. Σε όλες τις οικογένειες που ξέρω συνέβη το ίδιο, παιδιά μεγάλων οικογενειών περιορίστηκαν να αποκτήσουν από ένα ή δυο, κατ’ εξαίρεση τρία, στη φάση εκείνη. Δεν υπήρξε πολιτική απόφαση, κάθε άλλο, το ελληνικό κράτος πάντα ήθελε περισσότερα παιδιά, δεν υπήρξε ντιρεκτίβα ούτε νόμος, όπως στην Κίνα με την πολιτική του ενός παιδιού, κι όμως οι γονείς μας έκαναν αυτό ακριβώς που επέβαλαν οι Κινέζοι ηγέτες στο λαό τους, λίγα παιδιά για να ανέβει το επίπεδο ζωής. Το έκαναν σιωπηλά, αλλά μαζικά. Και το αποτέλεσμα ήταν αυτό ακριβώς που ήταν και στην Κίνα. Το επίπεδο ζωής ανέβηκε. Κι όπως και στην Κίνα θα μπορούσαμε κι εμείς να αναρωτηθούμε, τι έγινε πρώτο, λιγότερα παιδιά, ή άνοδος του επιπέδου; Γιατί βλέπουμε παντού όπου το επίπεδο ζωής ανεβαίνει να γεννιούνται λιγότερα παιδιά, αλλά το αντίστροφο πώς γίνεται; Ανέβηκε τόσο πολύ το επίπεδο σε μας στη δεκαετία του 50, ή συνειδητά οι οικογένειες αποφάσισαν να το ανεβάσουν, η καθεμία για λογαριασμό της -κατά κάποιον τρόπο- κάνοντας λίγα παιδιά; Θα ήθελα να το καταλάβω αυτό, δεν ξέρω αν έχουν γίνει έρευνες, αλλά θα άξιζε τον κόπο.

Σκέφτομαι τους γονείς μας, ιδίως τις μητέρες μας. Πολλές εργάζονταν, δεν ήταν όμως οι περισσότερες. Υπήρχαν τότε πολλές γυναίκες που δεν εργάζονταν, κι αναρωτιέμαι πώς να ήταν γι αυτές η απόφαση να μην αποκτήσουν πολλά παιδιά. Δεν ένιωθαν ότι θυσιάζουν ένα είδος αίγλης, ακόμα κι εξουσίας που σου δίνουν τα πολλά παιδιά, όταν αποφάσισαν να σταματήσουν στα δυο; Ήταν τα χρόνια της μεγάλης αστυφιλίας, αλλά ακόμα ο περισσότερος κόσμος ζούσε στην επαρχία. Ήταν τόσο ισχυρό το κίνητρο της αστικής ζωής, της καλύτερης ζωής, της καθαρής, άνετης και κάπως απρόσωπης αστικής ζωής (ανακουφιστικά απρόσωπης)  που ενέπνευσε τις γυναίκες να κάνουν λίγα παιδιά, έστω κι αν δεν ζούσαν καθόλου αστικά; Το έζησαν σαν χειραφέτηση αυτό οι γυναίκες άραγε, σαν κάτι που τους χάριζε περισσότερη ελευθερία, ή ήταν καθαρά απόφαση σχετική με τις οικονομικές προσδοκίες; Αλλά μήπως και μόνο η δυνατότητα να επεμβαίνεις στον οικογενειακό προγραμματισμό, ή μάλλον να τον δημιουργείς πριν ακόμα ακούσεις τη λέξη, δεν είναι χειραφέτηση; Και πώς το πέτυχαν αυτό οι μητέρες μας; Πρακτικά τι έκαναν; Τι είδους αντισύλληψη; Δεν μας έλεγαν ποτέ, δεν συζητούσαν τέτοια μαζί μας. Αυτή η ακρίβεια στον αριθμό των δυο παιδιών επαναλαμβανόμενη σε δεκάδες χιλιάδες οικογένειες ανά την επικράτεια, τι προϋπέθετε, τι προγραμματισμό είχε;

Δεν ξέρουμε καλά τους γονείς μας, δεν γνωρίσαμε καλά τη γενιά που μας έκανε αυτό που είμαστε. Συχνά νοσταλγούμε ρομαντικές εικόνες που δεν υπήρξαν ποτέ, χωριά και μεγάλες οικογένειες.  Οι άνθρωποι πάντα αγωνίζονταν να καλυτερέψουν τη ζωή τους. Όταν ήμασταν παιδιά ζηλεύαμε τις διηγήσεις από τα παιδικά  χρόνια της μαμάς και του μπαμπά μας, τα παιχνίδια με τ’ αδέρφια τους, τις πλούσιες και περίπλοκες σχέσεις. Είχαμε ένα σωρό θείους και θείες, πολυτέλεια που δεν θα μπορούσαμε να χαρίσουμε στα δικά μας παιδιά. Ένας- δυο θείοι συνολικά, το πολύ, για την επόμενη γενιά. Καμία σχέση με την προηγούμενη. Τα πάντα άλλαξαν στην Ελλάδα με αυτό το δεδομένο.

Θα μπορούσε να πει κανείς ότι η απόφαση να βελτιώσουν τη ζωή τους με κάθε τρόπο, που πήραν οι Έλληνες στη δεκαετία του 50 και του 60, είχε μοιραίες συνέπειες για πολλά πράγματα. Οι ωραίες και γραφικές μικρές πόλεις ασχήμυναν επειδή παντού έπρεπε να χτιστούν πολυκατοικίες, χωρίς καν τόσο μεγάλη ανάγκη στέγασης όπως υπήρχε στην Αθήνα, η οποία έχει να δικαιολογείται για την ασχήμια της. Οι συνήθειες άλλαξαν, οι παραδόσεις ξεχάστηκαν, συνταγές, γιορτές, φορεσιές, επίπονοι τρόποι καλλιέργειας, τέχνες και δεξιότητες, αρετές και ταλέντα. Με μεγάλη βιασύνη πετάχτηκαν πλούτη μαζί με τις δυσκολίες που είχε η ζωή στο παρελθόν, σα να μην υπήρχε χρόνος για ξεκαθάρισμα, να κρατηθούν κάποια πράγματα, να συντηρηθούν έστω κι αν χρειαζόταν λίγη παραπάνω προσπάθεια. Όχι, οι γονείς μας ήθελαν να αφήσουν πίσω το παρελθόν που είχε φτώχεια, που είχε εμφύλιο, που είχε τραύματα πολύ μεγάλα για να τα αντικρίσουν. Κι αν η Ελλάδα έχει αλλάξει τόσο πολύ οφείλεται σε αυτούς, στην απόφαση τους να μην αφήσουν καμία ευκαιρία να πάει χαμένη, έστω κι αν θα έχαναν κάποια στοιχεία πολιτισμού που τώρα πια τα εγγόνια τους τα αναζητούν και οργανώνουν πανηγύρια, μαθαίνουν υφαντική, αναζητούν τραγούδια και αφηγήσεις, συνταγές και συνήθειες, αναβιώνουν έθιμα, φωτογραφίζουν όσα όμορφα σπίτια δεν γκρεμίστηκαν. Είναι μερικοί μάλιστα που πιστεύουν ότι πια μπορούν να αφεθούν και στο θέμα του αριθμού των παιδιών πιο ελεύθεροι, να κάνουν παραπάνω από δυο, αν κι αυτό είναι πιο δύσκολο από κάθε αναβίωση κι αναπαλαίωση κι ανακάλυψη. Όμως το ποτάμι δεν γυρίζει πίσω, αφού πια το επίπεδο ζωής έχει ανέβει και τα δυο παιδιά ανά οικογένεια είναι ιδανικός  πλέον στόχος. Το να κάνεις παιδιά γενικά είναι πια απόφαση ζωής, που κάποτε δεν χρειαζόταν να πάρεις, τώρα όμως για τις νέες γυναίκες κυρίως, και για τους νέους άντρες βέβαια, είναι επιλογή, με όλες τις δυσκολίες που έχει κάθε επιλογή. Με τις δυσκολίες που έχει η ελευθερία.

Η οποία ελευθερία, για να ξαναγυρίσουμε στην ετικέτα του μπούμερ, έχει να κάνει με την επιλογή των γονιών και των παππούδων μας. Την αντίθετη από το μπουμ. Λιγότερα παιδιά αντί για περισσότερα. Όχι έκρηξη δηλαδή αλλά το αντίθετο. Αν στις ΗΠΑ το έφερε η τύχη να γεννηθούν πολλά παιδιά στις δεκαετίες του 50 και του 60, στην Ελλάδα υπήρξε στις οικογένειες συνειδητή απόφαση να γεννηθούν λιγότερα.

Κανονικά θα έπρεπε να βρούμε άλλη λέξη, αλλά είπαμε, το μπούμερ είναι μάλλον ευγενικός τρόπος να υποβαθμίσεις την άποψη του ηλικιωμένου, κι ίσως η ανακρίβεια της λέξης να την ακυρώνει, αν τελικά το σκεφτεί κανείς.

 


Τετάρτη 6 Νοεμβρίου 2024

Από το μαργαριτάρι στο γυαλί

Από το μαργαριτάρι στο γυαλί

Μου γυάλισε στη βιτρίνα ενός σχετικά μικρού βιβλιοπωλείου το εξώφυλλο του τελευταίου βιβλίου της Τρέισι Σεβαλιέ, The glassworker, κι όταν λέω ‘μου γυάλισε’ το εννοώ σχεδόν κυριολεκτικά, γιατί το φόντο της φωτογραφίας παριστάνει γυαλί, μάλιστα ένα είδος γυαλιού που ήταν πολύ της μόδας πριν δεκαετίες, όταν ο πατέρας μου αγόρασε το καινούργιο μας σπίτι. Σχέδιο για τα παράθυρα της κουζίνας, με κύκλους που εμποδίζουν τη θέα, όχι όμως και το φως να περνάει. Πανάκριβο τότε το στυλ αυτό, και τώρα μάρτυρας της παλαιότητας της διαμερίσματος. Δεν ήταν όμως αυτή η ανάμνηση που με έκανε να αγοράσω το βιβλίο της Σεβαλιέ. Έχω διαβάσει μερικά ακόμα δικά της, μετά τη μεγάλη επιτυχία του Κοριτσιού με το μαργαριτάρι, και απήλαυσα τις περιγραφές της τεχνών που έχουν σχεδόν εξαφανιστεί πια και στις οποίες επιδίδονταν συνήθως γυναίκες. Στο «Η κυρία και ο μονόκερως» που έχει μεταφραστεί και ελληνικά, η υφάντρα της ταπισερί είναι τυφλή και καταλαβαίνει τα χρώματα από τις ανεπαίσθητες για τους άλλους διαφορές στην αφή των νημάτων. Νομίζω είναι το πιο εντυπωσιακό από τα ευρήματα της, η τυφλή γυναίκα που υφαίνει χρώματα. Μεγάλη και η τέχνη της γραφής που σε κάνει να πιστεύεις την πιο απίθανη ιστορία μόνο και μόνο για να σε προσελκύσει στις σελίδες της, να σε κάνει να διαβάσεις το έργο ολόκληρο. Δεν είναι εύκολη υπόθεση στην εποχή των βιαστικών αναγνωστών μέσα στην υπόλοιπη βιασύνη που μας δέρνει.

Εννοείται ότι ξαναπήγα στο μουσείο Κλυνύ με το που ταξίδεψα στο Παρίσι, να ξαναδώ  τις υπέροχες ταπισερί με τη μυστηριώδη κυρία με τον μονόκερω, τριγυρισμένη κι από άλλα ζώα και φυτά, η οποία «δεν μας έχει αποκαλύψει όλα τα μυστικά της ακόμα» όπως διαβεβαιώνει το φυλλαδιάκι που μοιράζει ο φύλακας της αίθουσας. Έτσι ο κάθε επισκέπτης μπορεί να ερμηνεύει όπως θέλει τις εικόνες της, μέχρι και μια τυφλή υφάντρα να διαλέγει τα χρώματα της.

Αλλά δεν χρειάζονται τόσο εντυπωσιακά ευρήματα για να είναι γοητευτική η ιστορία. Στο βιβλίο της  «A single thread» η περιγραφή των γυναικών που κεντούν  σου φέρνει σχεδόν φαγούρα στα δάχτυλα από την επιθυμία κάτι να κεντήσεις κι εσύ, κάτι να δημιουργήσεις. Προσωπικά το έχω ξαναπεράσει σε νεαρή ηλικία, τότε που είχαμε την αναίδεια να νομίζουμε ότι μπορούμε όλα να τα κάνουμε. Αυτό τουλάχιστον το μπόρεσα, μια κυρία στη Σκύρο, ένα μακρινό καλοκαίρι, μου έδειξε την αληθινή σκυριανή βελονιά, αυτή που πάει πίσω- μπρος στο ύφασμα και είναι σχεδόν διπλής όψεως,  όχι την εύκολη που βλέπεις στα έτοιμα κεντήματα των καταστημάτων σουβενίρ. Κέντησα μια γυναίκα σχηματοποιημένη, με τα χέρια απλωμένα να περιτριγυρίζονται από πουλιά και ιπτάμενα λουλούδια, παλιό σκυριανό σχέδιο. Υπήρχε στον πυρήνα της ιδέας κάτι από την «Κυρία με το μονόκερω» τώρα που το σκέφτομαι, αλλά ως τεχνοτροπία καμία σχέση. Εκείνο που δεν κατάφερα ήταν να προφυλάξω το έργο μου από τη φθορά, γιατί μη θέλοντας να το κορνιζώσω, ακυρώνοντας το κέντημα από την μη χρήση του, το έκανα μαξιλάρι και βέβαια φαγώθηκαν οι λεπτεπίλεπτες κλωστές του. Πώς να χαίρεσαι καθημερινά ένα έργο τέχνης;

Το μοντέρνο ντύσιμο έχει  καταργήσει τέτοια ερωτήματα. Απλά και ανθεκτικά ρούχα σε μίνιμαλ σχέδια μας προβληματίζουν πλέον με την αφθαρσία τους παρά με οτιδήποτε άλλο. Δύσκολο να ενσωματώσεις κάτι φτιαγμένο στο χέρι με κάποιου είδους τέχνη στη γκαρνταρόμπα σου, ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι κατορθώνεις να το ολοκληρώσεις.

Μήπως θα ήταν πιο εύκολο να φτιάξεις ένα πάπλωμα; Στο επόμενο βιβλίο της Σεβαλιέ που διάβασα, “The last runaway”, το οποίο εκτυλίσσεται λίγα χρόνια πριν τον Αμερικανικό Εμφύλιο, κι ενώ επιτρέπεται στις Βόρειες Πολιτείες να καταδιώκεις φυγάδες από τις Νότιες  Πολιτείες,  η ηρωίδα έχει ταλέντο στο ράψιμο και επιδίδεται κυρίως στην κατασκευή παπλωμάτων. Συμβαίνουν εν τω μεταξύ φοβερά πράγματα στην πλοκή του μυθιστορήματος, αλλά τα μαγικά δάχτυλα της ράφτρας, η οποία μπλέκεται με τον λεγόμενο «Υπόγειο σιδηρόδρομο» δηλαδή το δίκτυο βοήθειας στους φυγάδες, με στοιχειώνουν ως αναγνώστρια, τόσο που χρειάζεται να δω ένα αληθινό τέτοιο πάπλωμα σε μουσείο για να καταλάβω ότι είναι αδύνατον να το φτιάξω έτσι, έστω και για κουκλόσπιτο. Θα μπορούσα όμως να ψάξω για κάποια ομάδα που διδάσκεται από εκπαιδευμένες τεχνίτριες τη διαδικασία και την ακολουθεί ως γκρουπ θέραπι δια πάσαν νόσο, της νοσταλγίας χαμένων γυναικείων τεχνών συμπεριλαμβανομένης; Κάπου πήρε το μάτι μου κάτι τέτοιο. Όταν τελειώνει το πάπλωμα, ποιος από το γκρουπ το παίρνει άραγε;

Εκείνο που σίγουρα δεν θα μπορέσω να μάθω είναι οι γυάλινες χάντρες που κατασκευάζει η ηρωίδα του τελευταίου της βιβλίου, αυτό το με το γυαλί στο εξώφυλλο, η οποία ζει στο Μουράνο. Είχα τέτοιον ενθουσιασμό για τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας δικαιώνει τις ταπεινές καλλιτέχνιδες του παρελθόντος ώστε το αγόρασα και το διάβασα πριν καν γίνει η επίσημη παρουσίαση του στο Λονδίνο. Με οδήγησε να εκτιμήσω εκ των υστέρων την εκδρομή που είχαμε κάνει πριν πολλά χρόνια στο Μουράνο, όταν είχαμε επισκεφτεί τη Βενετία με τα παιδιά μας και υποχωρήσαμε στη σαγήνη που τους ασκούσαν τα γυάλινα μπιμπελό. Προσπαθούσαμε να τα σνομπάρουμε μετά, δεν είχαν καλλιτεχνική αξία, αλλά τελικά χαίρομαι που ακόμα υπάρχει το γυάλινο αλογάκι και ο κύκνος που είχαν διαλέξει, τα πιο εύκολα σχέδια να φτιάχνεις με γυαλί, όπως έμαθα διαβάζοντας το βιβλίο της Σεβαλιέ.

Η ηρωίδα της και σε αυτό το βιβλίο καταπιέζεται από την οικογένεια και τις συνθήκες, και βρίσκει διέξοδο σε μια δουλειά που μόνο γυναίκες την έκαναν επειδή οι άντρες υαλοποιοί δεν καταδέχονταν, να φτιάχνει χάντρες με μικρή φλόγα σε μικρό τραπέζι, ενώ οι άντρες δουλεύουν σε  φούρνο με πολύ υψηλή θερμοκρασία φτιάχνοντας τα πάντα. Είναι πάλι η εικόνα αυτή, η δυνατότητα της ταπεινής τέχνης που δινόταν σε γυναίκες στη διάρκεια των αιώνων, σαν διέξοδος δημιουργική, οικονομική, και συχνά κοινωνική. Να κεντάς, να ράβεις, να υφαίνεις, να φτιάχνεις μόνη σου χάντρες σε μια γωνία, να δημιουργείς, να χαίρεσαι, να επιβιώνεις, έστω και αν η διάκριση και η αναγνώριση αργούν, ή δεν έρχονται ποτέ.

Τέχνες γυναικείες, τέχνες επινοημένες από τον εγκλεισμό και τον καταναγκασμό, τέχνες ωστόσο. Όσο κι αν θεωρούνται δευτεροκλασάτες, όσο κι αν υπήρξαν κακοπληρωμένες, τελικά απελευθερώνουν όχι μόνο με τη χαρά που δίνουν στη δημιουργό αλλά και με την αναγνώριση που με κάποιο τρόπο βρίσκει το δρόμο της. Δεν ανατρέπουν την τάξη των πραγμάτων,  με τους νόμους και τις ανισότητες, της δίνουν όμως μικρές σκουντιές και την οδηγούν στο σημείο όπου όλα αλλάζουν.

Στο μαγαζάκι του μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου βρίσκω κουκλάκια που παριστάνουν την Μαίρη Άννινγκ, ερασιτέχνιδα συλλέκτρια απολιθωμένων οστών στις ακρογιαλιές του Ντόρσετ, η οποία πρόλαβε να απολαύσει τιμές για τις ανακαλύψεις και τις παρατηρήσεις της, αν και την υποδέχτηκαν με μεγάλη προκατάληψη στην αρχή. Η Σεβαλιέ την έχει κάνει ηρωίδα του βιβλίου της «Remarkable creatures». Η δική της τέχνη ήταν κυρίως να παρατηρεί και να καταγράφει. Περπατώντας με τις μακριές της φούστες δίπλα στο κύμα, η Μαίρη Άννινγκ βρήκε κομματιασμένους  πτερόσαυρο,  ιχθυόσαυρο και πλεισιόσαυρο. Θα ήταν κάτι σαν εργόχειρο αυτό το παζλ, να  σχηματίσει ολόκληρους αυτούς τους δεινοσαύρους.

Οι συγγραφείς που ασχολούνται με το παρελθόν μοιάζουν λίγο σ’ αυτή την παλαιοντολόγο. Συλλέγουν παράξενα απολιθώματα εκεί που σκάει το κύμα και μπερδεύεται το νερό με την άμμο, πηγαινοέρχονται κομμάτια ξεχασμένων αιώνων και χρειάζεται φαντασία να ζωντανέψει κανείς εικόνες που κάποτε υπήρξαν. Μεγάλα οστά σε οδηγούν σε σκελετούς δεινοσαύρων, και υλικά ραψίματος ή κεντήματος, κομμάτια παλιών παπλωμάτων, λεπτοδουλεμένες χάντρες, στα χέρια και τις ζωές των γυναικών που τα κράτησαν κι έραψαν, κέντησαν, ύφαναν τη ζωή και τη χειραφέτηση τους.

Τέχνες γυναικείες, τέχνες πλέον χαμένες. Δεν χρησιμοποιούμε πια χειροποίητα παπλώματα, δεν σκεπάζουμε τα έπιπλα με σεμεδάκια, κοροϊδεύουμε τις γιαγιάδες μας που το κάνουν. Τα χειροποίητα αντικείμενα που κυκλοφορούν, και πουλιούνται, αν και είναι πανάκριβα, δεν ζουν τις εργάτριες τους. Συνήθως είναι εξωτικά, φερμένα από μέρη όπου ακόμα οι αμοιβές των γυναικών είναι πολύ χαμηλές. Ένα πουλόβερ πλεγμένο στο χέρι, ας πούμε, θα ήταν πανάκριβο αν πληρωνόταν με κανονικά μεροκάματα. Δεν ξέρω πώς θα μπορούσαμε, χωρίς εγκλεισμούς πλέον και καταναγκασμούς, να ξαναβρούμε την επαφή με τα ταλέντα της κλωστής και της βελόνας. Βρίσκω πολλές διαφημίσεις για ομάδες δημιουργικής γραφής, αλλά φαίνεται ότι η δημιουργική ραπτική είναι πολύ πιο διακριτική. Θα πήγαινα ευχαρίστως μια φορά την εβδομάδα για πλέξιμο, ράψιμο, σχεδίαση ρούχων, έστω κι αν λεγόταν γκρουπ θέραπι. Πάντα υπάρχει κάτι να θεραπεύουμε εντός μας με τα ίδια μας τα χέρια.


Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2024

Πόσο δύσκολο να γίνει το προσωπικό, πολιτικό.

Τη νύχτα που έφτασε ο Καραμανλής στο Ελληνικό να αναλάβει τα ηνία της χώρας που είχε βρεθεί στο χείλος του γκρεμού, πενήντα χρόνια πριν, δεν είχα πάει στο αεροδρόμιο για την υποδοχή. Πήγα την επόμενη νύχτα, ή ίσως ήταν δυο μέρες μετά, να υποδεχτώ τον Μίκη Θεοδωράκη. Στήθηκα στο πλήθος που στριμωχνόταν προς τη σκάλα του αεροπλάνου, όπου  ένας αστυνομικός προσπαθούσε να επιβάλει την τάξη. Κάποια στιγμή άπλωσε τα χέρια για να μας απωθήσει προς τα πίσω,  κι έπιασε το μπράτσο μιας γυναίκας,  η οποία του κατέβασε βίαια το χέρι και του είπε με φωνή πολύ σταθερή:

-Μην με αγγίζεις. Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να απλώνεις το χέρι σου επάνω μου! Μην ακουμπάς  το σώμα μου!

Ο αστυνομικός σα να το σκέφτηκε υπό το φως των αλλαγών που συνέβαιναν, σιωπηλά φρόντισε να απομακρυνθεί, καταπίνοντας κόκκινος το θυμό του. Εγώ είχα μείνει να την κοιτάζω με θαυμασμό. Δεν θα τολμούσα να μιλήσω έτσι σε αστυνομικό. Ώστε αυτό ήταν λοιπόν, η χούντα είχε πέσει στ’ αλήθεια. Ανέτελε η εποχή των δικαιωμάτων μας, που δεν τα ξέραμε καλά -καλά ποια θα μπορούσαν να είναι. Πιο πολύ από κάθε στιγμή το ένιωσα στα λόγια εκείνης της γυναίκας. Όλα θα άλλαζαν. Θα μαθαίναμε να αισθανόμαστε και να φερόμαστε σαν πολίτες. Τι δικαιούμασταν και τι μπορούσαμε, (ή μήπως οφείλαμε;) να διεκδικούμε. Θα μπορούσαμε να βγούμε  από τη μοναξιά των διάβασμάτων, από το φόβο των αποκαλύψεων της αληθινής μας σκέψης, κι επιτέλους με ελευθερία να προχωρήσουμε, άφοβα.

Μέχρι τότε η πολιτική συζήτηση ήταν υπόθεση στενής παρέας, και η φεμινιστική  ακόμα πιο στενής και μυστικής. Μας είχε βρει το λεγόμενο ‘δεύτερο κύμα’ του φεμινισμού στις πιο ανελεύθερες συνθήκες. Αδιανόητο στις αρχές της δεκαετίας του 70, όταν ακόμα εναντίον της χούντας δεν γίνονταν παρά κάποιες συμβολικές εκρήξεις βομβών από αντιστασιακές οργανώσεις μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού, να μιλάς για δικαιώματα των γυναικών. Ωστόσο φεμινιστικά βιβλία μεταφράζονταν ή  κυκλοφορούσαν  στα ξενόγλωσσα βιβλιοπωλεία του κέντρου. Δεν θεωρούνταν απειλή στο καθεστώς οι ανησυχίες ευαίσθητων αμερικανίδων και γαλλίδων για τη γυναικεία κατάσταση, μάλλον κάτι πολύ μακρινό και εξωτικό που δεν αφορούσε τις ‘υγιώς σκεπτόμενες ελληνίδες’. Ζούσαμε εξάλλου σε  παράξενη συνθήκη τις εκτρώσεις, ένα από τα πιο μαρτυρικά γυναικεία ζητήματα: ναι μεν οι εκτρώσεις απαγορεύονταν από το νόμο, γίνονταν ωστόσο κανονικά στα μαιευτήρια με όλες τις προδιαγραφές, κυρίως δοκιμαζόταν η αξιοπρέπεια σου. Καμία σχέση με την εφαρμογή της απαγόρευσης στη Γαλλία ή την Ιταλία. Όμορφη και παράξενη πατρίδα…

Είχαμε διαβάσει ρηξικέλευθα φεμινιστικά βιβλία την εποχή που ακόμα και σε παρέες πολύ αριστερών, πολύ προοδευτικών, πολύ τολμηρών σε ιδέες φοιτητών η λέξη φεμινισμός προκαλούσε ειρωνικά σχόλια. Μα πώς μπορούσαμε να ασχολούμαστε με τέτοια ζητήματα; Ο σοσιαλισμός θα τα έλυνε αυτομάτως, δεν ήταν αυτονόητο; Ας αναλύαμε λοιπόν ξανά και ξανά τη διαδικασία έλευσης του σοσιαλισμού σε ατέρμονες συνεδριάσεις που άρχισαν από την πρώτη μέρα της ευλογημένης εκείνης πανεπιστημιακής χρονιάς, τον Σεπτέμβριο του 74. Χαρμανιασμένες για πολιτικές συζητήσεις μετά τα εφτά χρόνια υποχρεωτικής σιωπής, περάσαμε τους πρώτες μήνες στα αμφιθέατρα να παρακολουθούμε ατελείωτες ιδεολογικές συγκρούσεις επί του καυτού αυτού θέματος, οι οποίες απαλύνονταν μόνο μπροστά σε προτάσεις που θα έκαναν πιο εύκολη τη φοίτηση στα Πανεπιστήμια, όπως μεταφορές μαθημάτων και τέτοια. Ακούραστοι ρήτορες εναλλάσσονταν στο βήμα ξεδιπλώνοντας τις ικανότητες τους αντοχής στην κούραση και στην επανάληψη δογμάτων, κι ανάμεσα τους μερικές γυναίκες, ελάχιστες, γύρω στις τρεις, για να μην πω μόνο δυο και πέσω έξω, ακόμα πιο δυναμικές κι επίμονες. Αντέξαμε μέχρι τις διακοπές των Χριστουγέννων, ύστερα μας κέρδισε ο καπιταλισμός και οι καταναλωτικές του συνήθειες. Μα πόσο ουσιαστικά προοδευτικός μπορούσε να είναι ο πολιτικός λόγος που δεν περιλάμβανε στην πρώτη γραμμή θέματα ισότητας ανδρών και γυναικών, όχι μόνο τυπικά, εντάξει, κανείς δεν θα είχε αντίρρηση, αλλά επί της ουσίας;

Γυναικεία θέματα δεν θίχτηκαν καθόλου όλους εκείνους τους μήνες. Στο κλίμα της νέας πολιτικής άνθισης, το προσωπικό αντί να γίνεται πολιτικό φαινόταν να πρέπει να είναι πιο προσωπικό από ποτέ. Έπρεπε να είσαι δυναμική, επιθετική, χαλκέντερη, να έχεις θάρρος και αντοχή, για να μπορέσεις να μιλήσεις στις συνελεύσεις, να αποκτήσεις έστω μικρή πολιτική υπόσταση. Όπως έπρεπε ως τότε να τα βγάζεις πέρα μόνη σου με όλες τις αντιξοότητες της ζωής και του έρωτα, από τα πειράγματα στο δρόμο (δεν υπήρχε η έννοια της σεξουαλικής παρενόχλησης) έως τις διευθετήσεις των ερωτικών σου σχέσεων και τις  ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες. Δεν φαινόταν στον ορίζοντα η δυνατότητα να μπορέσουν κάποτε να μας ενώσουν όλα αυτά τα άχαρα θέματα, να βγούμε από τα βιβλία και τη στενή μας παρέα, να ανταλλάξουμε απόψεις δια ζώσης με γυναίκες που είχαν τους ίδιους προβληματισμούς, να κάνουμε το προσωπικό πολιτικό τέλος πάντων.

Την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε το βιβλίο της Αννί Λεκλέρ Parole de femme. Το διάβασα στα γαλλικά πριν μεταφραστεί, ήμασταν τότε σε ευθεία σύνδεση με τις γαλλικές ιδέες, ό,τι πιο τολμηρό μπορούσε να διατυπωθεί στον κόσμο από εκεί θα ερχόταν. Συγκλονίστηκα. Δεν χρειαζόταν να είμαστε ακριβώς σαν τους άντρες, έλεγε πολύ απλά, οι παραδοσιακά γυναικείες ασχολίες και ειδικεύσεις ήταν εξίσου σημαντικές. Τι ανακούφιση και ευτυχία μου χάρισε η δυνατότητα να στραφώ με μεγαλύτερη ειλικρίνεια απέναντι στον εαυτό μου! Μα πού θα τα συζητούσαμε όλα αυτά, πώς θα πείθαμε όσους διαρκώς τα αμφισβητούσαν;

Γυναικείες ομάδες άρχισαν ωστόσο σιγά σιγά να διαμορφώνονται. Ο Σύνδεσμος για τα Δικαιώματα της Γυναίκας, ο παλιός, κλασικός φεμινιστικός φορέας που είχε αγωνιστεί για την ψήφο των γυναικών και την κατάργηση νόμων που επέβαλαν διακρίσεις,  αναβίωσε και γεννήθηκαν νέοι, κυρίως κομματικοί, μερικοί ξεκάθαρα αρνητικοί απέναντι στο φεμινισμό πρώτου και δεύτερου κύματος. Η Κίνηση Δημοκρατικών Γυναικών ήταν η πιο ανοιχτή σε σύγχρονους προβληματισμούς, και είχε την πιο ταιριαστή έδρα στα Εξάρχεια, ένα παλιό σπίτι, μεγάλο, με κήπο και δυο φοίνικες στην πρόσοψη, ιδανικό για μαζώξεις και συζητήσεις. Στη φωτεινή κουζίνα του συνάντησα μια μέρα τις φίλες μου, καθήσαμε με καφέδες στην ξύλινη τραπεζαρία και ονειρεύτηκα καθημερινές τέτοιες συναντήσεις. Δεν κράτησε όμως πολύ η λειτουργία εκείνου του σπιτιού, έπρεπε οπωσδήποτε να ακολουθήσει τη μοίρα του, τη γνωστή μοίρα των ωραίων κτιρίων της Αθήνας.

Ωστόσο ήρθε μια μέρα που βρεθήκαμε πλήθος να διαδηλώνουμε με πλακάτ έξω από το Χίλτον όπου γίνονταν τα καλλιστεία. Χάρηκα απίστευτα το πλήθος, αλλά δεν ένιωθα τελείως ειλικρινής με το αίτημα. Τα καλλιστεία μου άρεσαν κάποτε, η αναμέτρηση για την ομορφιά, πέρα από τη σάχλα βέβαια. Μα έτσι ριζωμένες ήταν οι αντιφάσεις μέσα μας. Οι φωνές μας ακούγονταν ψιλές, όχι αρκετά μαχητικές για διαδήλωση.Πώς να διατυπώσεις ξεκάθαρα συνθήματα, να συντάξεις απαιτήσεις;  Δεν θα γινόταν με διαδηλώσεις και έξυπνα συνθήματα αυτή η αλλαγή.

 Υπήρχαν οι νόμοι που έπρεπε να αλλάξουν, αυτό τουλάχιστον ήταν πολύ ξεκάθαρο. Ήμασταν ευρωπαϊκή χώρα πλέον. Το Σύνταγμα του 75 υποσχόταν ευθυγράμμιση των νόμων με την αρχή της ισότητας ανδρών και γυναικών, αλλά οι λεπτομέρειες, ας τις πούμε έτσι, έπρεπε να ρυθμιστούν σταδιακά. Η έκτρωση αποποινικοποιήθηκε το 1976, επιτρεπόταν να γίνεται για ιατρικούς λόγους μέχρι την 12η εβδομάδα. Δεν ήταν αρκετό,  ήταν η αρχή. Έπρεπε να καμφθούν αντιστάσεις. Αλλά ήταν ακαταμάχητη η ορμή για ελευθερίες, φυσούσε δυνατά ο αέρας της προόδου.

Η κυβέρνηση του ΠαΣοΚ ήταν που  άλλαξε το Οικογενειακό δίκαιο το 1982, καθιέρωσε τον πολιτικό γάμο, αποποινικοποίησε τη μοιχεία. Καταργήθηκε η προίκα και η έννοια του εξώγαμου παιδιού, η προστασία των παιδιών αναδείχτηκε ως πρωταρχική αξία. Μικρότερες και πιο άγνωστες αλλαγές χρειάστηκε να γίνουν σε πολλές διατάξεις που καθιέρωναν τη γυναίκα πολίτη δεύτερης κατηγορίας. Σε μερικά πράγματα αποκτήσαμε νόμους πιο προοδευτικούς από πολλές ευρωπαϊκές χώρες, ας πούμε το επώνυμο της γυναίκας να μην αλλάζει με το γάμο παρά μόνο αν το ζητήσει η ίδια, επί τούτου. Φαινόταν πολύ εξωτικό στην αρχή, αλλά να που στο μεταξύ μια χαρά το συνηθίσαμε, έστω κι αν μπερδεύει λίγο τη σχέση με τα παιδιά, το να έχουν δηλαδή οι γυναίκες εντελώς διαφορετικό επίθετο από τα παιδιά τους, αν δεν έχει δηλώσει το ζευγάρι στο γάμο ότι θέλουν να πάρουν τα παιδιά και τα δυο επίθετα. Δεν έχουμε παρά να το κάνουμε κι αυτό σταδιακά, αν και κάπως ο αέρας της προόδου έχει πέσει και οι συντηρητικές πλευρές της κοινωνίας επιστρέφουν δυναμικά με διάφορους τρόπους τις τελευταίες δεκαετίες.

Τότε ένα μικρό βήμα υποχώρησης σε συντηρητικές απόψεις είχε γίνει στο θέμα του γάμου.  Ο πολιτικός γάμος  δεν θα ήταν ο μόνος έγκυρος, ο θρησκευτικός θα παρέμενε ισοδύναμος. Μικρή και σεμνή εμφάνιση του κύρους της εκκλησίας, ευγενική υπενθύμιση θα λέγαμε, σε σχέση με τη σκληρή μεταγενέστερη στάση της.

 Τόσες αλλαγές  σε νόμους που αφορούσαν τη ζωή μας μαζεμένες δεν είχαν ξαναγίνει. Αλλά στις νεαρές ηλικίες όπου είχαν ήδη σκάσει τα δυο πρώτα κύματα του φεμινισμού, όπως ήμασταν τότε, φαίνονταν αυτονόητες. Οι γυναικείες ομάδες και εκδόσεις πύκνωναν, οι αναλύσεις βάθαιναν, έμενε το πολιτικό, αυτές οι νομικές κατακτήσεις, να γίνει προσωπικό, να αλλάξει τα κλισέ για τις γυναίκες παντού, από τους χώρους εργασίας και τις οικογένειες, ως τις εικόνες που οι ίδιες κατασκευάζουμε για τον εαυτό μας.

Ακόμα το παλεύουμε. Πολιτικά, εμείς εδώ  συζητάμε για τη σωστή κατάληξη του θηλυκού της λέξης βουλευτής, αλλά ταυτόχρονα βλέπουμε τις γυναίκες σε θεοκρατικά καθεστώτα να μην επιτρέπεται να ζήσουν έξω από την πόρτα του σπιτιού τους.  Μπορεί η απελευθέρωση των γυναικών να είναι κάτι σαν τοπικό  επεισόδιο στην ανθρώπινη ιστορία;  Ή μήπως  η πατριαρχία δύσκολα και με βίαιους υστερικούς σπασμούς αργοπεθαίνει;


Κολυμπι, κολύμπι, κολύμπ

Βάζω στο νερό το ποδαράκι μου, προσεχτικά, είμαι μεγάλη γυναίκα, κάνω δυο βήματα, φτάνει η δροσιά ως την καρδιά. Ταυτόχρονα είμαι έξι χρονώ...