Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Ήταν ο Χριστός πρόσφυγας;



Δεν θυμάμαι ποιος πολιτικός είπε για το Χριστό πως ήταν πρόσφυγας, χάθηκε η δήλωση στην καθημερινή ροή παράξενων δηλώσεων, αλλά θα έπρεπε ίσως να το ψάξω, αφού κι εγώ έγραψα κάτι παρόμοιο λίγο πριν τα Χριστούγεννα, ότι ο Χριστός γεννήθηκε από γονείς ταξιδιώτες. Αυτό τουλάχιστον δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς, οι άνθρωποι δεν έβρισκαν πού να μείνουν καθώς ταξίδευαν, ήταν πιασμένα όλα τα δωμάτια εκείνη τη μακρινή νύχτα του έτους 1. Κάπως σαν τώρα στις διακοπές των Χριστουγέννων, πληρότης 100%. Ταξίδευαν για να απογραφούν σωστά στη  ρωμαϊκή επαρχία που ήταν η πατρίδα τους, κι εκεί που πήγαν δεν χωρούσαν. Έτσι βρέθηκαν στο σταύλο, που έγινε μετά σπήλαιο, αλλά μπορεί να ήταν κι από την αρχή σταύλος σε σπήλαιο. Οι αρχαίοι θεοί συνήθιζαν να γεννιούνται σε σπήλαια, εκεί που γεννήθηκε και η τέχνη, όπως ξέρουμε. Ίσως οι αρχαίοι άνθρωποι να συνήθιζαν να κάνουν σταύλους τις σπηλιές που τύχαινε να βρίσκονται δίπλα στο σπίτι τους, ίσως απλώς οι ιστορίες να έπρεπε να υποστούν κάποιες προσαρμογές για να γίνουν πιο ιερές. Καλύτερα να γεννιέσαι σε σπήλαιο, σαν τον Δία και διάφορους άλλους θεούς, αν είναι να γίνεις Θεός με βαθιές ρίζες.
Πάντως δεν είναι τυχαίο που ο Χριστός γεννήθηκε στη διάρκεια μιας μετακίνησης, αν το καλοσκεφτούμε. Η ίδια η θρησκεία ήταν μια μετακίνηση, ένας Μεσσίας των Εβραίων που επικράτησε ως Σωτήρας στους μη Εβραίους κυρίως, μέσα από τα ταξίδια του Παύλου στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, κι ενσωμάτωσε ημερομηνίες και συνήθειες αρχαίων θρησκειών καθώς μετακινούνταν σε κάθε κατεύθυνση. Η αγία εικόνα της γέννησης, μια εικόνα ιερή ούτως ή άλλως για την ανθρώπινη μοίρα, συμπληρώνεται από την έννοια της μετακίνησης. Ταξιδεύοντας οι άνθρωποι έγιναν άνθρωποι, φεύγοντας από την κοιτίδα της Αφρικής, περνώντας στις άλλες ηπείρους, όπου χάθηκαν για αιώνες, για να ξαναβρεθούν στους ιστορικούς καιρούς. Το ταξίδι είναι πάντα δοκιμασία και εμπειρία, αλλαγή και εξέλιξη, γνωριμία και εμβάθυνση. Βλέπεις σήμερα έναν πρόσφυγα που κοιμάται σε παράνομα νοικιασμένο διαμέρισμα και ποιος ξέρει, μπορεί σε λίγα χρόνια να έχει στήσει μαγαζάκι στο Βερολίνο, ή να έχει ανακαινίσει τα πορθμεία της Σουηδίας, ως ειδικός στα περάσματα, λέμε τώρα. Είναι μικρή η στιγμή που στέκεται εξαθλιωμένος, έκθετος στον οίκτο ή το φόβο σου, κι εσύ νομίζεις ότι μπορείς να τον κάνεις κάτι, να τον στεγάσεις- ταΐσεις – εγκαταστήσεις -εκμεταλλευτείς- ξαμολήσεις στην Ευρώπη ως όπλο εναντίον της-  ενώ εκείνος βρίσκεται κιόλας αλλού, νοερά τουλάχιστον, ανεξάρτητος και έτοιμος να ανακαλύψει τις δικές του δυνάμεις.
Σε κάθε περίπτωση, χρόνια πολλά σε ντόπιους και περαστικούς, τα καλύτερα να βρίσκονται μπροστά μας.


Τετάρτη, 21 Δεκεμβρίου 2016

Για την υγεία και το ασφαλιστικό

Επιτέλους, η επιστήμη αναγνωρίζει τα ωφέλη του τραγουδιού. Σύμφωνα με μελέτες, όταν τραγουδάμε, οι νευροδιαβιβαστές του εγκεφάλου συνδέονται με νέους και διαφορετικούς τρόπους. Το τραγούδι πυροδοτεί τον δεξιό κροταφικό λοβό του εγκεφάλου μας απελευθερώνοντας ενδορφίνες, οι οποίες μας κάνουν εξυπνότερους, υγιέστερους, περισσότερο ευτυχισμένους και δημιουργικούς. Όταν τραγουδάμε με άλλους, αυτή η επίδραση μεγιστοποιείται. Επιπλέον, εκπαιδεύουμε την αναπνοή και χαμηλώνουμε τα επίπεδα κορτιζόλης. Οπότε δεν χρειάζεται να απολογούμαστε αν μας αγριοκοιτάξουν την ώρα που τραγουδάμε στη βροχή, στο δρόμο, στο μετρό, ή αν παραπονεθούν όταν μας ακούν από το μπάνιο μας. Το ζητάει ο γιατρός, θα πούμε, το κάνω για την υγεία μου! Κι εκεί συνήθως δεν μπορεί να πει κανείς τίποτε, η υγεία θεωρείται ακόμα αγαθό που δικαιούται ο καθένας να υπερασπίζεται έστω και με τέτοιες ακραίες συμπεριφορές, όπως το τραγούδι.
Το καλύτερο, λένε οι επιστήμονες, είναι τα τραγουδάμε σε χορωδίες. Στην πραγματικότητα το ξέραμε πάντα, κάτι γίνεται εκεί που έχει σχέση με αταβιστικές, ανεξήγητες ροπές, με συνήθειες από τις αρχαίες θρησκείες, όταν οι πιστοί τραγουδούσαν όλοι μαζί ύμνους στη θεότητα, κι ένιωθαν κάπως την παρουσία της στο άκουσμα της ίδιας της φωνής τους. Παλμοί στον αέρα που θα ξυπνούσαν κάπως τα πουλιά, συντονισμός αναπνοών που σε γεμίζει με την αίσθηση της δύναμης του είδους, μια αληθινή στιγμιαία παρέμβαση στην τάξη της φύσης. Ακόμα και τώρα οι τραγουδιστές μοιάζουν με αρχιερείς, αν συγκινήσουν το κοινό παράγουν δέος, κάποιοι επενδύονται υπέρμετρη δόξα. Οι θρησκείες εξάλλου ποτέ δεν σταμάτησαν να παράγουν μουσική.
Το καλύτερο θα ήταν, για τους ερασιτέχνες, να τραγουδάμε σε παρέες. Τίποτε δεν υπάρχει σαν την ευτυχία να συντονίζονται οι φωνές με των φίλων, αν και το ακόμα καλύτερο είναι να τραγουδάμε νανουρίζοντας τα μωρά μας, πιο αφοσιωμένο κι εξαρτημένο κοινό δεν θα υπάρξει ποτέ. Όμως πόσο να κρατήσει, μεγαλώνουν τα άτιμα, το ρίχνουν στα φωνακλάδικα. Οπότε, με μεγάλα παιδιά και με παρέες σοβαρές, που πια δεν τραγουδάν, είναι ευτύχημα που μπορείς να γίνεις δεκτός σε χορωδία χωρίς πτυχίο μονωδίας. Για την υγεία πάντα, βέβαια, και τη βοήθεια στο γενικότερο ασφαλιστικό. Όχι επειδή μας αρέσει να τραγουδάμε, επειδή βρίσκουμε σχεδόν ανεξήγητη ευτυχία στην αναπαραγωγή ξανά και ξανά των ίδιων ήχων, με τα ίδια λόγια, γιατί αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, τη στιγμή που τόσες δουλειές μας περιμένουν, και τόσα προβλήματα ταλανίζουν την ανθρωπότητα. Αλλά η υγεία, η πιθανή απαλλαγή του ασφαλιστικού από κάποιες ασθένειες, αυτό συγχωρείται, προς το παρόν. Ακόμα και στα χριστουγεννιάτικα που τόσοι και τόσοι δηλώνουν ότι απεχθάνονται, οφείλουν οι πάντες να δείξουν ανεκτικότητα και γενναιοδωρία.

Τα παιδιά των άλλων

Κάθε λεπτό που περνά ο ανθρώπινος πληθυσμός της γης αυξάνεται με όλο και μεγαλύτερη ταχύτητα. Δεν καταφέρνουν φαίνεται οι γυναίκες των πλούσιων χωρών που όλο και πιο αργά κάνουν παιδιά, κι όλο και λιγότερα, να ισορροπήσουν την τεκνοποιία των γυναικών των φτωχών χωρών, που συνεχίζουν να παντρεύονται νέες και να κάνουν πολλά παιδιά. Ίσως βέβαια κι αυτές να έχουν λίγο φρενάρει, ποιος ξέρει; Αν πιστέψουμε τις γενικές στατιστικές που λένε ότι η φτώχεια μειώνεται στον κόσμο, πρέπει κανονικά να έχουν φρενάρει. Πάνε μαζί αυτά, οι γυναίκες κάνουν λιγότερα παιδιά αμέσως μόλις μπορέσουν να ελέγξουν λίγο τη ζωή τους, δηλαδή μόλις ανέβει κάπως το επίπεδο της.
Κι αφού έτσι είναι τα πράγματα, γιατί αγωνιούν τόσο οι πλούσιες χώρες για τη δική τους υπογεννητικότητα, και κάνουν εκκλήσεις στις γυναίκες να κάνουν περισσότερα παιδιά, και δημιουργούν κίνητρα, και παρακαλάνε γενικά ανθρώπους που δεν έχουν τέτοιους στόχους; Αφού περιμένουν τα παιδιά των φτωχών στην ουρά για να μπορέσουν να έρθουν στα πλούσια μέρη, να δουλέψουν, να πάρουν μια μικρούλα θέση στις χειρότερες γειτονιές, στις δυσκολότερες δουλειές, γιατί δεν τα θέλουν οι πλούσιοι, και παρακαλάνε τις δικές τους γυναίκες να κάνουν γνήσιους απογόνους, για να σταματήσει η γήρανση του πληθυσμού;
Ναι, ξέρω, δεν είναι τόσο απλό. Καθόλου απλό δεν είναι, κι εντελώς μπλοκαρισμένο μάλιστα. Οι μετανάστες είναι ανεπιθύμητοι επισήμως παντού, δεν υπάρχει χώρα που να ομολογεί ότι τους χρειάζεται. Ακόμα κι αν αυτό συμβαίνει, ο φόβος, η σιγουριά, πως η παραμικρή χαραμάδα στα σύνορα θα γεννήσει αμέσως κύματα ανεξέλεγκτα μεταναστών, εμποδίζει κάθε επίσημη διαδικασία υποδοχής. Πρόσφυγες μόνο, να είναι απελπισμένοι, κι αυτοί ακόμα είναι ανεπιθύμητοι στα περισσότερα πλούσια μέρη.
Κάποτε στη Γερμανία πήγαινες μετανάστης επίσημα, περνούσες εξετάσεις, στις ΗΠΑ το ίδιο. Τώρα πια τέρμα αυτά, κι ας δουλεύουν κρυφά στην Ιταλία χιλιάδες Κινέζοι, κι ας έχτισαν την Ελλάδα οι Βαλκάνιοι γείτονες τα χρόνια του χρήματος, κι ας συναντάς σε όλη την Ευρώπη μετανάστες στις πιο βαρειές δουλειές. Δεν βλέπω πολιτικό που θα μπορούσε να έχει το θάρρος οπουδήποτε να πει ότι, ξέρετε χρειαζόμαστε μερικούς ανθρώπους εδώ, ας βάλουμε κριτήρια, εξετάσεις, δοκιμασίες ρε αδερφέ. Όχι, τα παιδιά των άλλων δεν μας κάνουν, θέλουμε δικά μας.
Καθώς πλησιάζουν Χριστούγεννα, γιορτή μιας γέννησης όχι ακριβώς μεταναστών, αλλά ταξιδιωτών πάντως, σε δύσκολες συνθήκες, λέτε να το ξανασκεφτεί κανείς;

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Υική και θυγατρική στοργή

Ξύνουν τα νυχάκια τους οι Ευρωπαίοι. Βαρέθηκαν τη μονοτονία της συνύπαρξης, νοστάλγησαν τη δόξα των πολέμων, είναι πληκτικό να πρέπει κάθε Χριστούγεννα να ψήνεις γαλοπούλα; Αυτή η παγκοσμιοποιημένη κουλτούρα που μας αλλοιώνει τις παραδόσεις είναι αβάσταχτη, λένε. Οπότε πάρτε ένα Brexit κι ό,τι άλλο ήθελε προκύψει από τις επινοήσεις των πολιτικών που βάρυναν πρόωρα, γιατί να μπλέκουν με τα δύσκολα; Βρίσκουν εχθρούς και βαράνε τις σάλπιγγες, μαζεύουν το θυμό των πολιτών σε ψήφους, παίρνουν την εξουσία και συνεχίζουν να χρωματίζουν, να πλάθουν, να τελειοποιούν τους εχθρούς, άλλη δουλειά δεν ξέρουν.
Βέβαια, τα πράγματα δεν είναι μονοσήμαντα. Όπως μου έλεγε και μια φίλη γαλλίδα πριν χρόνια, τότε που είχε ψηφίσει κι εκείνη Όχι στο Ευρωσύνταγμα, δεν ήταν που δεν το ήθελε, όχι. Δηλαδή ναι. Το ήθελε, αλλά δεν ήταν αρκετά τέλειο. Ήταν πολύ νεοφιλελεύθερο, ή κάπως έτσι. Οπότε προτίμησε το Όχι, αφού τα πράγματα δεν είναι μονοσήμαντα. Έκτοτε δεν της δόθηκε η ευκαιρία να το αναπτύξει αυτό το τέλειο Σύνταγμα που ήθελε, ούτε και σε κανέναν άλλον. Ίσως τώρα που θα πρέπει να διαλέξει ανάμεσα πρόεδρο ανάμεσα στη Μαρίνα και τον άλλον, που καθόλου δεν της αρέσει, ψηφίσει πιο μονοσήμαντα. Συμβιβάζεται κανείς. Αλλά πάλι, ποιος ξέρει; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου.
Ωστόσο επιχαίρουν με πένθιμο ύφος, αυτό το υποκριτικό, δήθεν θλιμμένο, οι εχθροί της Ένωσης, αχ βρε παιδί μου η Ευρώπη δεν τραβάει. Μεγάλη παρακμή. Τιμωρείται η λιτότητα, η γερμανική πολιτική. Κι αυτοί οι Γερμανοί, τι το ήθελαν; Αν και δεν κατάλαβα ποτέ τι σημαίνει να είσαι κατά της λιτότητας όταν δεν έχεις λεφτά. Είμαι λίγο άσχετη με τα οικονομικά θέματα. Θα πρέπει να υπάρχει κάποιος τρόπος που δεν μας τον εξηγούν όλοι αυτοί οι πολύ μορφωμένοι άνθρωποι οι οποίοι είναι τώρα βουλευτές, γραμματείς, φαρισαίοι, ευρωβουλευτές. Κρίμα να μας αφήνουν στο σκοτάδι.
Και στην Ιταλία φαίνεται οι Ιταλοί δεν ψηφίσαν μονοσήμαντα, θέλαν κάτι καλύτερο, ή ίσως επιστροφή στις ρίζες, όπως εμείς. Εμείς με τις ρίζες έχουμε πάθος. Κολλημένοι στις ένδοξες αναμνήσεις. Επέτειοι, μαχητικότης, θλίψη και θυμός, κι άντε πάλι τα ίδια. Νοσταλγούμε την εποχή των παππούδων, τότε πολεμούσε ο κόσμος, έβρισκε διέξοδο η τεστοστερόνη. Τόσοι άντρες μαζεμένοι σε μια ήπειρο ειρηνική επί δεκαετίες, μπορεί και να ασφυκτιούν. Ή μπορεί να γαντζώνονται στις αναμνήσεις της γενιάς που πολέμησε, αυτής που σβήνει σιγά- σιγά ολοσχερώς. Να μην θέλει ν' αφήσει τους γονείς να πεθάνουν ήσυχα, να θέλει να ξαναζήσει τη δόξα των συγκρούσεων που ξέρει μόνο από τις διηγήσεις τους. Όλη αυτή η επιθετική νοσταλγία για εθνικές ταυτότητες στην Ευρώπη, τώρα πίσω- πίσω, ίσως είναι απονενοημένη πρόκληση στο χρόνο, άρνηση της φθοράς των γονιών. Ένα είδος υικής και θυγατρικής στοργής. Ποιος ξέρει; Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου...

Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Το στιγμιαίο και το διαρκές

Ναι, αλλά εκείνη η στιγμή, τι ωραία που ήταν! Τι τραγούδια, τι τοπία, τι φυσεκλίκια! Και τα πούρα, στριμμένα σε μηρούς νεαρών γυναικών. Στολές παραλλαγής, γένια, ο Τσε νεκρός στο βουνό. Τόσο όμορφος, αγέραστος εκείνος... Πόσο αγαπήσαμε την επανάσταση, το είπε και ο Κον Μπεντίτ, ο οποίος μετά έγινε σοσιαλδημοκράτης.
Εντάξει, την αγαπήσαμε, ήταν πολύ ωραία, αλλά όσο κι αν συνέχισε να φορά ο Κάστρο τη στολή του κομαντάντε, ο χρόνος δεν μπορούσε να παγώσει στο πρόσωπό του. Γερνούσε, γερνούσε, έφτασε τα ενενήντα, κι ήταν ακόμα αρχηγός μοναδικός και αδιαμφισβήτητος. Άντε, βοηθούσε και ο μικρότερος αδερφός, που είχε κι αυτός μεγαλώσει. Δεν υπήρξε πρωτοτυπία στην υπόθεση. Ο επαναστάτης έγινε δικτάτορας. Πόσες και πόσες φορές δεν έχει επαναληφθεί η ιστορία;
Είναι ωραίες στιγμές οι επαναστάσεις. Ξέσπασμα, λύτρωση, έκρηξη της έκφρασης, ελπίδα που δονεί τα πλήθη. Δρόμοι που γεμίζουν ανθρώπους. Δεν παραδεχόμαστε ότι οι επαναστάσεις εγκυμονούν δικτατορίες ακριβώς επειδή είναι επαναστατικές, τα γκρεμίζουν όλα, είναι ριζοσπαστικές, σπάζουν ρίζες, διαλύουν θεσμούς, σπάνια δέχονται ή δημιουργούν νέους θεσμούς, διάχυση της εξουσίας, είναι επικίνδυνες ακριβώς επειδή είναι ωραίες, αξέχαστες, κι επειδή πολύ τις αγαπήσαμε. Ψάχνουμε σε περίπλοκες εξηγήσεις, σε βαθυστόχαστες αναλύσεις πώς να ξεχάσουμε αυτό που βλέπουμε. Το ξέρω, το έχω κάνει. Προσπάθησα πολύ, είχα πάει και στην Κούβα πριν πολλά χρόνια. Στο περίφημο εκείνο Φεστιβάλ νεολαίας. Ο οδηγός μας, φοβόταν διαρκώς. Λέγαμε πάρα πολλά για να αναλύσουμε το καθεστώς του “σοσιαλισμού με ερωτικό πρόσωπο” (α ναι, αυτό ήταν από τα ωραιότερα που είχαμε πει) αλλά δεν μπορούσαμε να μη δούμε ότι ο οδηγός φοβόταν συνεχώς τους χαφιέδες του καθεστώτος. Κοιτούσε γύρω του, χλώμιαζε. Τον ρωτούσαμε διάφορα αφελή εμείς, έσκυβε το κεφάλι. Άλλαζε κουβέντα. Έπρεπε να στραμπουλάς το μυαλό σου για να μην τον βλέπεις.
Ερωτικό πρόσωπο βεβαίως είχε η Κούβα, κάθε δικτάτορας χρειάζεται να τον αγαπούν, και μάλιστα απευθείας οι υπήκοοι, χωρίς μεσάζοντες. Βουλή, βουλευτές, δικαστές, ανεξάρτητες αρχές, εκλογές και άλλα τέτοια κουραστικά. Κάθε δικτάτορας είναι πηγάδι άπατο έρωτα, δε χορταίνει ποτέ. Αν δεν υποκύψεις στον έρωτά του, την έχεις άσχημα. Καλές είναι οι αναλύσεις, να τις κάνεις από την ασφάλεια της δυτικής χώρας που λέγεται Ελλάδα, χωρίς δικτατορία σαρανταδύο χρόνια. Να είσαι ερωτευμένος με τον Τσε από το ωραίο σου δωμάτιο, να τον φοράς σε μπλουζάκι, να μην τον έχεις μια ζωή τεράστια τοιχογραφία στην κεντρική πλατεία της πόλης, παγωμένη στο χρόνο δικαιολογία για κάθε στέρηση ελευθερίας που σου κρατά ζωή και δυνάμεις στο κλουβί του ψυχαναγκασμού της βαρετής, τυραννικής, εξαντλητική και ψεύτικης λατρείας. Οι άνθρωποι που είχαν ποθήσει ελευθερία, έζησαν και πέθαναν καταπιεσμένοι, φτωχοί, φοβισμένοι κι επιπλέον μέσα στην υποκρισία για τον έρωτα με τον Κάστρο. Δεν υπάρχει δίλημμα, αν ήταν ο Κάστρο επαναστάτης ή δικτάτορας. Ήταν και τα δύο. Η επανάσταση κράτησε λίγους μήνες, η δικτατορία κράτησε μια ζωή. Μερικά εκατομμύρια ζωές, των άλλων.


Φως στην άκρη του τούνελ

Έπρεπε να το ψυλλιαστώ όταν μπήκα στο βαγόνι βιαστικά, και το τραίνο δεν ξεκινούσε. Κόσμος, πήχτρα, μέσα κι έξω στο σταθμό της Βικτώριας. ...