Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Ας αλλάξει πια μαμή η Ιστορία

Την προτελευταία μέρα του χρόνου ξύπνησα από το θόρυβο της έκρηξης στο Πρωτοδικείο. Ναι, ακούστηκε μέχρι την Κυψέλη, κυρίως έγινε αισθητή. Διαπέρασε σαν υποχθόνιο τράνταγμα τους τοίχους των πολυκατοικιών από τα θεμέλια, σα μπουμπουνητό, σαν ακραίο καιρικό φαινόμενο για ένα κλίμα που ισχύει στις πόλεις, ανάμεσα στα ντουβάρια. Καημένε ύπνε των δικαίων και των αδίκων, ύπνε των νοικοκυραίων που τόσο αρέσει στους επίδοξους επαναστάτες να σε χαλάνε, τι γλυκός που ήσουνα πριν ακουστεί αυτή η έκρηξη.
Ύπνος γλυκός με συμβιβασμούς βεβαίως. Συμβιβασμός με το τοπίο του ακάλυπτου γύρω από την κρεβατοκάμαρα. Με το πάρκινγκ που πήρε τη θέση του γειτονικού κήπου, τα καινούργια διαμερίσματα, που πάλιωσαν ήδη, να μας κρύβουν τον ήλιο τόσα χρόνια. Συμβιβασμός με τα χωρίς μόνωση παράθυρα, με τα τζάμια που τρίζουν, με τα σπασμένα τεντόπανα που τα κοπανάει ο αέρας και χτυπολογάνε και οι σωληνωτές τους λαμαρίνες. Με τα πιτσιρίκια που τρέχουν στο κάτω πάτωμα και κάνουν το σπίτι να πάλλεται ολόκληρο. Με τους ήχους των συναγερμών που χαλάνε κάθε τόσο και μας ζαλίζουν, με τους ήχους του σκουπιδιάρικου που περνάει αργά μέσα στη νύχτα, με τους ήχους του πάρτι που κάνουν κάθε τρεις και λίγο οι φοιτητές Εράσμους. Με τα τακούνια των γυναικών που ακούγονται καμιά φορά στο πλακόστρωτο, και πότε μας ξυπνάνε χαράματα, πότε μας ξυπνάνε μεσάνυχτα. Ένα σωρό ήχοι που πρέπει να συμβιβαστεί μαζί τους ο ύπνος των νοικοκυραίων.
Ίσως δεν είμαστε και ακριβώς νοικοκυραίοι εμείς, δεν ξέρω. Ίσως οι νοικοκυραίοι υπάρχουν μόνο στη φαντασία των βομβιστών, ή μάλλον στο λεξιλόγιο τους σαν πρόκληση που οφείλουν να την αντιμετωπίσουν με βόμβες και επιθέσεις γενικότερα. Οι νοικοκυραίοι, αυτό το τρομερό είδος που μπορεί να γίνει ένα μεγάλο τσουβάλι και να τους βάλει μέσα όλους. Τους μετανάστες από όλο τον κόσμο που αγωνίζονται να βγάλουν δυο δεκάρες, τα παιδιά των μεταναστών που αγωνίζονται να βάλουν τη ζωή τους σε μια σειρά, όλους τους ανθρώπους που συμβιβασμένοι με τα ντουβάρια της Αθήνας κοιμούνται τον πιο βαθύ, τον πιο χρήσιμο, τον πιο υγιεινό τους ύπνο, τον πρωινό.
Θα είναι κάποιο λάστιχο που σκάει κάπου μακριά, σκέφτηκα καθώς ξυπνούσα από τον περί ου ο λόγος ύπνο, και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, αλλά είδα πως είχε περάσει οκτώ η ώρα. Πολύ αργότερα έμαθα ότι ήταν βόμβα που με είχε ξυπνήσει. Βόμβα στους Αμπελόκηπους, πολύ μακριά από εδώ. Όχι και τόσο μακριά εν τέλει. Βόμβα των δεν ξέρω ποιών λυσσασμένων.
Ήταν η μέρα που η Νομαρχία Αττικής παρουσίαζε το Πεδίο του Άρεως στον Τύπο, και πήγα να κάνω τις ερωτήσεις μου. Ποιος θα το συντηρεί το πάρκο, θα ανοίξουν οι τουαλέτες, τι θα γίνει το Άλσος, κλπ. Προσέφεραν ένα καφέ στην πλατεία Πρωτομαγιάς. Πήγα στο μπαρ να ζητήσω γάλα για τον καφέ μου και ένας πελάτης πλήρωνε εκείνη την ώρα.
-Είστε με τη Νομαρχία, τον ρώτησε ο μπάρμαν.
-Όχι, όχι, εγώ δεν είμαι με αυτούς, είπε εκείνος πολύ περήφανα. Εγώ αυτούς, αν μπορούσα θα τους καθάριζα όλους, αλλά δεν έχω τα μέσα..
Ήταν γύρω στα τριάντα, τα μαλλιά σηκωμένα με μπριγιαντίνη, φορούσε ένα πολύ καλλιτεχνικό σακάκι, φαρδύ, με απλικαρισμένα κομμάτια, από ύφασμα σίξτις. Ο μπάρμαν του χαμογέλασε. Με κοίταξε, ξανάπε την ατάκα του, κι έφυγε ευχαριστημένος με το σακάκι του να ανεμίζει.
Το να λες τέτοια σε κάθε ευκαιρία είναι πλέον μαστ στην καθημερινότητά μας.
Το προηγούμενο μεσημέρι στην πλατεία Κολωνακίου είχα συναντήσει μια παλιά μου συνάδερφο να διαβάζει εκείνη τη μαύρη αφίσα «Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» Φορούσε μια καμπαρντίνα Μπέρμπερις, καλοβαλμένη αστή κυρία, και δεν περίμενα να μου πει, όταν την πλησίασα, ότι δίκιο έχουν αυτοί που γράφουν και ονόματα στην αφίσα.
-Μα αυτό είναι στοχοποίηση, της λέω, είναι σα να λένε να πάνε να τους βάλουν μολότοφ. Κανονικές προγραφές με ονοματεπώνυμο..
-Είναι οι συνέπειες των πράξεων τους, μου λέει, τους έχεις ακούσει στην τηλεόραση; Είναι απαράδεκτοι, διχάζουν τους εργαζόμενους…
-Να σου πω, τηλεόραση δεν βλέπω, αλλά ό,τι και να λένε και να κάνουν, αυτή η αφίσα εμένα μου φαίνεται καθαρός φασισμός.
Δεν συμφωνούσε. "Η βία είναι η μαμή της Ιστορίας", μου θύμισε. Συμφωνήσαμε πως διαφωνούμε, ευχηθήκαμε καλή χρονιά κι αποχαιρετιστήκαμε. Έφυγα όμως με ένα σφίξιμο στην καρδιά. Με πόση ευκολία δέχονται τη βαρβαρότητα οι άνθρωποι, κι όχι άνθρωποι αμόρφωτοι ή ανυποψίαστοι. Με πόση ανάλαφρη συνείδηση αντιμετωπίζουν τη βία, τη βρισιά, την απειλή, τον προσβολή προς άλλους βέβαια. Και τους φόνους, και τις ζημιές, και τους εμπρησμούς, και τις άλλες απειλές, και τις μαγκιές και τους τσαμπουκάδες, κάθε μέρα, συνέχεια. Σα να μην υπάρχει άλλος τρόπος. Ίσως και να μην υπάρχει. Ίσως τόσο να έχουμε γαλβανιστεί στην κουλτούρα της μαγκιάς, του τσαμπουκά, της βίας γενικότερα, που να είναι αδύνατον να φανταστούμε κάτι άλλο.
Ωστόσο κάνω μια ευχή για το καινούργιο χρόνο, μια ουτοπική ευχή, ανεδαφική, ρομαντική κι όλα τα σχετικά. Εύχομαι να μπουχτίσουν κι άλλοι άνθρωποι αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τίποτε άλλο να μην κάνουν, να μπουχτίσουν μόνο. Να πουν μια μέρα μέσα τους, αμάν πια με τη βία που είναι η μαμή της Ιστορίας! Φτάνει! Ως εδώ! Να πάει σπίτι της αυτή η μαμή! Να ξεγεννήσει χωρίς μαμή η Ιστορία! Ας τη στείλουν σε μαιευτήριο!
Ποιος ξεγεννάει πια με μαμή στην εποχή μας; Ας ξεκολλήσει πια κι αυτή η Ιστορία!

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Τι ετήσια συνδρομή να κάνω φέτος;

Κάθε χρόνο τέτοια εποχή αγοράζω ετήσιο εισιτήριο διαρκείας για τα μέσα μεταφοράς της Αθήνας. Μια καρτούλα που μου φέρνει ρίγη εθνικής υπερηφάνειας (ο καθένας με τα ρίγη του, άλλοι προτιμούν να ριγούν με αεροπλάνα F16, εγώ με τρόλεϊ και λεωφορεία, τραμ και μετρό) ένα επίτευγμα της χώρας μου, της πόλης μου, και εμού προσωπικώς. Να μπορείς να μπαίνεις όποτε θες σε όποιο μέσο θες, να έχεις επιπλέον μπροστά σου την προοπτική να μάθεις όλες τις γραμμές μέχρι να βγεις στη σύνταξη, τότε που δεν θα χρειάζεται να κάνεις άλλη δουλειά πέρα από το να κυκλοφορείς. Φέτος όμως πέρασαν οι μέρες, τελειώνει ο χρόνος, κι ακόμα δεν πήγα να πάρω την κάρτα μου. Ουσιαστικά εδώ και δυο εβδομάδες πηγαίνω παντού με τα πόδια, αφού τα ΜΜΜ απεργούν. Είναι τα καλά της Κυψέλης, μπορεί παλικάρια να ζούμε στα στενά, αλλά αν θέλουμε τσάρκα στο Σύνταγμα είμαστε εκεί σε μισή ώρα με κανονικό περπάτημα, και για τους Αμπελόκηπους θέλουμε τρία τεταρτάκια. Επιπλέον κάνω καθημερινή άσκηση, όχι μόνο γυμναστικής αλλά και συμβιβασμών με την πραγματικότητα. Αυτοί είμαστε, λέω στον εαυτό μου καθώς γυρίζω στο πλάι για να τρυπώσω στο πεζοδρόμιο από το χώρο που άφησαν τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα και τα μηχανάκια, πάψε να αγανακτείς, και το καλάμι μου σκοντάφτει στο τσιγκέλι για τη μπαγκαζιέρα. Εισπράττω μια μελανιά και συνεχίζω απτόητη. Κοιτάζω το ρολόι, αν  διανύω τις αποστάσεις πιο γρήγορα, ή πιο αργά κάθε μέρα. Αντί για εισιτήριο διαρκείας σκέφτομαι μήπως αγοράσω εκείνο το μηχανάκι που φοράς σα βραχιόλι και μετράει χρόνους, χιλιόμετρα, καρδιακούς παλμούς, όλα. Το μόνο κακό, σωματικά, είναι ότι βγάζω κάλους στις πατούσες. Αντί για εισιτήριο διαρκείας, φέτος μάλλον θα κάνω συνδρομή ετήσια στην πεντικιουρίστα.

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ Τετάρτη 29 Δεκεμβρίου 2010:
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4610847

Γεια σας τρολέδες, γεια σας ελεγκτές
Γεια σας σπρωξιές κι εσείς χειρολαβές
Γεια σας οι πόρτες που μαγκώνουν κορμιά
Γεια σας οδηγοί τρελοί μες στη νυχτιά

Τρίτη, 28 Δεκεμβρίου 2010

Ο πελάτης έχει πάντα περιθώρια για σνομπάρισμα

Ήθελε η μουσαφίρισά μου η παριζιάνα ψώνια στο Κολωνάκι, πέταξα από τη χαρά μου κι εγώ. Τι θαυμάσια ευκαιρία σε εποχές που γενικά δεν περισσεύει ούτε χρόνος ούτε χρήμα ούτε ηθική δικαίωση για τέτοιες δραστηριότητες! Ξεκινήσαμε με κέφι συμπυκνωμένο δέκα τουλάχιστον τέτοιων εξορμήσεων που είχαμε επιθυμήσει τα προηγούμενα χρόνια και δεν τις είχαμε κάνει, και μπήκαμε ξεχειλίζοντας χαρά και θετική διάθεση στο μαγαζί με τα διάσημα ελληνικά μοντέλα, να ενισχύσουμε τη ντόπια παραγωγή. Μας υποδέχτηκαν σαν παρείσακτες, σαν απρόσκλητες σε γιορτή ανακτόρων. Ωστόσο δεν υπήρχε άλλος πελάτης στο μαγαζί, θα δικαιούμασταν να ελπίζουμε πως άξιζε να μας δώσουν λίγη σημασία. Λάθος άποψη. Ό,τι κι αν λέγαμε ήταν φάλτσο, ό,τι κι αν ζητούσαμε ήταν παράλογο. Ήταν σα να περνούσαμε ένα είδος εξετάσεων όπου είχαμε πιαστεί αδιάβαστες, και μας απειλούσε ποινή τουλάχιστον να γράψουμε 100 φορές ότι… Τι αλήθεια ακριβώς θα γράφαμε; Δεν ξαναπηγαίνω σε μαγαζί που δεν ξέρω από προηγούμενες έρευνες τις σταθερές τους συνήθειες. (Δεν ξέρετε ότι δεν έχουμε αυτά τα νούμερα εδώ; Δεν έχετε ξανάρθει; Δεν ξέρετε ότι τοποθετούμε τα ρούχα ανά απόχρωση; Δεν ξέρετε πού είναι τα δοκιμαστήρια; ) Δεν ξαναζητάω από πωλήτρια ή πωλητή να μου φέρει κάτι στο δοκιμαστήριο, και δεν περιμένω να με βοηθήσει να δοκιμάσω τα παπούτσια, όπως γινόταν την εποχή της μαμάς μου. Ή μήπως να γράψουμε εκατό φορές, «Δεν ξαναμπαίνουμε κεφάτες με μαγαζί για να μην προκαλούμε σε μια πόλη που οφείλεις να είσαι μουρτζούφλης και θυμωμένος εναντίον όλων για να θεωρείσαι αξιοπρεπής παρουσία»; Όλα χρήσιμα. Ίσως χρησιμότερο θα ήταν να γράφαμε 100 φορές, «Μόλις με υποδεχτούν με αγένεια σε ένα μαγαζί φεύγω αμέσως και δεν ψωνίζω τίποτε από ανθρώπους που μου φέρονται δυσάρεστα».

Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ 28 Δεκεμβριου 2010
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4610682

Δευτέρα, 27 Δεκεμβρίου 2010

Παιδιά στη ζητιανιά

Νομίζω ότι το μόνο είδος που υπόκειται απόλυτα στους κανόνες της ελεύθερης αγοράς είναι οι ζητιάνοι. Έχουν πληθύνει  πολύ τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα, άρα θα πρέπει να υπάρχει ζήτηση. Θα πρέπει  να βγάζουν καλό μεροκάματο εκθέτοντας τα παιδιά τους ή τα σκυλιά τους, ή τις πληγές και τα εγκαύματά τους σε κοινή θέα. Περπατώ πολύ, τώρα τελευταία περπατώ συνέχεια λόγω απεργιών, και βλέπω παιδιά στη ζητιανιά να αυξάνονται και να πληθύνονται. Μια μέρα γιορτινή με πάρα πολύ κόσμο στο κέντρο, ήταν μια γυναίκα με τρία μωρά στη Βουκουρεστίου, γωνία με Πανεπιστημίου. Αναρωτιέμαι αν έβγαλε περισσότερα λεφτά από τους μουσικούς που καμιά φορά έχουμε την τύχη να συναντάμε εκεί. Οι περαστικοί λυπούνται τα παιδιά και δίνουν κάτι. Δεν τα λυπούνται τόσο που να μη δώσουν τίποτε, ώστε να αναγκάσουν τους γονείς να τα βγάλουν από τη ζητιανιά. Είναι περίπλοκο και αμφίβολο. Μήπως αν τα βγάλουν από τη ζητιανιά, τα αναγκάσουν να κάνουν κάτι χειρότερο; Να εκδίδονται ας πούμε; Ποιος ξέρει; Αν οι γονείς είναι αποφασισμένοι να εκμεταλλευτούν τα παιδιά τους, θα βρουν τον τρόπο. Πάντως πριν λίγο καιρό είχα διαβάσει την έκκληση ενός ανθρώπου που σαν παιδί το ανάγκαζαν οι γονείς να ζητιανεύει. «Σας ικετεύω, μη δίνετε λεφτά στα παιδιά!» έλεγε. Άρα, προς το παρόν μπορούμε να τα προστατέψουμε μη δίνοντας.
Είναι δύσκολο όμως, ειδικά τα Χριστούγεννα, με αυτή τη λατρεία προς τα παιδιά που αφήνουμε ελεύθερη. Το παιδί που ζητιανεύει μας αναστατώνει, δίνουμε κάτι για να το βοηθήσουμε να φύγει από τη ζητιανιά, λες και δεν ξέρουμε ότι όσο δίνουμε τόσο συντηρείται η εργολαβία, κι όσο ελπίζουμε να το γλιτώσουμε τόσο βαθύτερα το πιέζουμε να βυθιστεί. Ο οίκτος μας κυκλοφορεί αφορολόγητος και απλοϊκός στους δρόμους, και παράγει όλο και χειρότερα θεάματα.

Δημοσιεύτηκε σΤΑ ΝΕΑ τη Δευτέρα 27 Δεκεμβρίου 2010
συνδεσμος: http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4610497

Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Ταξιδιώτες της Αθήνας, έκθεση στο Παρίσι (Didier Ben Lalou: Athènes, les gens du voyage)


Τι κρύβουν αυτές οι βαριές πόρτες, που κάποτε άνοιγαν για να περάσουν άμαξες στην εσωτερική αυλή;
Την πρώτη φορά που είχα πάει στο Παρίσι, πριν τρεις δεκαετίες, περπατούσα ακατάπαυστα, κι επειδή δεν χόρταινα τη θέα των σπιτιών, άνοιγα και τις εξώπορτες να κοιτάζω μέσα. Έβρισκα αυλές, κήπους, άλλοτε πολυτελείς, άλλοτε απλές, άλλοτε πολύπλοκα δρομάκια, πάντα κάτι ενδιαφέρον πάντως. Μου έγινε συνήθεια, και τα δυο χρόνια που έμεινα εκεί το έκανα συνέχεια, έσπρωχνα μεγάλες, βαριές εξώπορτες για να κοιτάξω μέσα. Ήταν ένα αίσθημα ελευθερίας, να μπορείς να σπρώχνεις έτσι μια ξένη πόρτα, ένα αίσθημα ότι συμμετέχεις σε μια δημοκρατία γεμάτη δυνατότητες, έστω κι αν δεν κατάφερνες στην τελική τίποτε άλλο περισσότερο στο θέμα των εισόδων, να μπεις κάπου δηλαδή στ’ αλήθεια, να γίνεις δεκτός και να αναγνωριστείς, εκτός από το να σπρώχνεις πόρτες για να ρίχνεις κλεφτές ματιές. (ενίοτε προχωρούσα μέσα κάνοντας ότι ψάχνω κάποιον, μήπως με ρωτούσε κανείς τι θέλω εκεί, αλλά ποτέ δεν με ρώτησε)
Τώρα πια όμως αυτό δεν γίνεται. Οι πόρτες είναι κλειδωμένες. Εκεί που κάποτε ήταν ένα κουμπάκι και το πατούσες και άνοιγε, τώρα υπάρχει πληκτρολόγιο με αριθμούς και πρέπει να ξέρεις κώδικες για να ανοίξει η πόρτα. Σε ελάχιστα κτίρια ακόμα μπορείς να κοιτάξεις μέσα, σε δημόσια μόνο, ή σε μερικά που έχουν γκαλερί στο ισόγειο και οφείλουν να είναι ανοιχτά.
Ένα από αυτά με τις γκαλερί βρίσκεται στην οδό Ντωφίν. Είναι πολύ καλλιτεχνική περιοχή, στην αριστερή όχθη. Η γκαλερί λέγεται  Hagalleria και την επισκεφτήκαμε με τη φίλη μου που με φιλοξενούσε, επειδή ήξερε ότι θα βλέπαμε εκεί εικόνες από την Αθήνα. Για την ακρίβεια, εικόνες μεταναστών από την Αθήνα. Όχι Αλβανούς με το καινούργιο τους αυτοκίνητο, Πακιστανούς να προσεύχονται ή Ινδούς να διδάσκουν γιόγκα, αλλά Αφρικανούς περαστικούς, πωλητές με το μεγάλο μπόγο στον ώμο, αυτή την τόσο γνώριμη πια εικόνα.
Ο φωτογράφος λέγεται Didier Bel Loulou. H έκθεση, Athènes, les gens du voyage.
O φακός είχε ακινητοποιήσει αυτή την υπερβολικά κινούμενη στην αληθινή Αθήνα εικόνα. Ο μαύρος ταξιδιώτης στη φωτογραφία μοιάζει με άγαλμα, κι ας είναι πάνω του τόσο εφήμερα τα κουρέλια που φορά. Ο μπόγος, ένα βρώμικο σεντόνι, έχει κυλιστεί σε αυτά τα πεζοδρόμια που ξέρουμε τόσο καλά. Φαίνονται οι πατημασιές μας πάνω του. Και στο πρόσωπο που δεν ξεχωρίζουν καλά τα χαρακτηριστικά, φαίνεται το βάσανο όλης αυτής της μορφής που έχει πάρει η ζωή ενός ανθρώπου σχεδόν ερήμην του.
Εδώ, στην Αθήνα, μαζί μας, περπάτησε ο φωτογράφος, παρακολούθησε αυτούς που εμείς δεν θέλουμε να βλέπουμε. Εκείνος για καιρό τους κοίταξε, είδε τα χρώματα και τη λάμψη τους, είδε τα πρόσωπα και τα σώματα τους, είδε τους φθαρμένους τοίχους που στηρίζουν τις πλάτες τους, τα σκουπίδια που έχουν γίνει το περιβάλλον τους, τη φτώχεια, την ασχήμια, και την ομορφιά τους. Οι εικόνες των πιο περιφρονημένων στεγάζονται τώρα στο Παρίσι, στην πιο καλλιτεχνική γειτονιά, κι εκείνοι δεν το ξέρουν. Αλλά ούτε και οι αστυνομικοί που τους κυνήγησαν, οι ρατσιστές που τους έβρισαν, ούτε κι αυτοί το ξέρουν, αυτό είναι που με στεναχωρεί.
Αυτό είναι το μέγα μυστικό μιας πόλης σαν αυτή, σαν το Παρίσι εννοώ, τα πάντα γίνονται Ιστορία. Υπάρχουν και αμέσως παράγεται η αναπαράσταση τους. Όχι όλα όμως, υπάρχει επιλογή. Ο αφρικανός με τον τρομερό μπόγο στον ώμο μπαίνει στα καλλιτεχνικά δρώμενα. Αχ να του χάριζες Τέχνη λίγη παρηγοριά...
Βγαίνουμε στο δρόμο με ένα αίσθημα ενοχής απροσδιόριστο. Αυτό το ζάρωμα του μαύρου προσώπου, σα να προσπαθούσε να γίνει μικρούλι, να εισχωρήσει στον προνομιακό μας κόσμο, όπου δεν χρειάζεται να τρέχεις κυνηγημένος κουβαλώντας τεράστιους μπόγους, μπορείς απλώς να υπάρχεις νόμιμα στην ήπειρο των προνομίων, τη δική μας, και να μπαίνεις κανονικά σαν άνθρωπος σε ένα μαγαζί να πιεις ένα τσάι, όπως κάναμε εμείς αμέσως μετά.
 Οι πόρτες του Παρισιού δεν θα ανοίξουν ποτέ ξανά τόσο εύκολα. Οι πόρτες της Ευρώπης παρομοίως. Μόνο η Τέχνη θα μπορεί να παραβιάζει τους κώδικες, και θα τους αναγκάζει κάθε τόσο να μπλοκάρουν, να τρελαίνονται, να αλλάζουν. Αυτό τουλάχιστον μπορούμε να το ελπίζουμε, νομίζω.

Εδώ ο σύνδεσμος για τη σελίδα του φωτογράφου
http://www.didierbenloulou.com/serie-athenes-fr.html:

Σάββατο, 25 Δεκεμβρίου 2010

Ο Μάρκος Μπότσαρης στο Ορσαί

Λουτρά υπό Ζερόμ
Άλλη μια μέρα με κρύο στο Παρίσι το Νοέμβριο, το τυχερό μουσείο ήταν το Ορσαί. Δεν είχα σκοπό να το δω όλο, ένα τσάι ήθελα να πιω, να κάνω μια βολτίτσα μόνο, αλλά είπαμε, μπαίνεις μέσα και παρασύρεσαι, ειδικά αν έξω σε θερίζει η παγωνιά. Είδα λοιπόν όλο το Ορσαί, από ιμπρεσιονισμό μέχρι μοντέρνους και μεταμοντέρνους, έφαγα ένα σάντουιτς και ήπια καφέ στο πολυτελέστατο εστιατόριο, όπου με δέκα ευρώ νοιώθεις να είσαι η Μαρία Αντουανέτα στις Βερσαλίες, κι όταν βγήκα έξω είχε νυχτώσει κι είχα ξανά την ευτυχία να βλέπω βιτρίνες να στολίζονται για τα Χριστούγεννα.
Αν μπορούσα να αγοράσω μια μόνο εικόνα από το Μουσείο, θα προτιμούσα τον Μάρκο Μπότσαρη υπό Ζερόμ. Ο οποίος Ζερόμ ήταν ένας τύπος που θα σας θύμιζε πολύ Γύζη αν ήσασταν άσχετοι σαν εμένα. Ακαδημαϊκή ζωγραφική, πολύ καθαρές γραμμές, κλασσικά θέματα, και μεγάλη δόξα στον καιρό του. Τόση που τις μνημειακές σκηνές μνημειακών στιγμών, όπως ας πούμε τη δολοφονία του Καίσαρα, το χαιρετισμό  των μονομάχων στον Καίσαρα, τα λιοντάρια στην αρένα με τους χριστιανούς, τον Ναπολέοντα στην Αίγυπτο και άλλα τέτοια, τα έστησαν στο σινεμά ακριβώς όπως τα είχε στήσει ο Ζερόμ στα τελάρα του. Κι ίσως να μην το ήξεραν κιόλας οι σκηνοθέτες πως τον μιμούνταν.
"Το μαραμπού"

Όπως όλοι οι ζωγράφοι του καιρού του που σέβονταν τον εαυτό τους, ο Ζερόμ είχε επισκεφτεί την Ανατολή, δηλαδή πρώτα Ιταλία κι ύστερα Βαλκάνια, Ρουμανία, Ελλάδα, Ισταμπούλ, την Αίγυπτο, το Σινά, την Πέτρα, Ιερουσαλήμ, Τανγκέρη, Αλγέρι. Ζωγράφισε πολύ τα χαρέμια και τα λουτρά, σχεδόν όσο και τις βιβλικές ή τις κλασσικές σκηνές. Κι ανάμεσα στα σκλαβοπάζαρά του, όπου ηδυπαθείς νεαρές κρύβουν το πρόσωπο ενός σώματος γυμνού, και τις μαύρες σκλάβες που τρίβουν λευκές κυράδες στα χαμάμ, βλέπω κι έναν Μάρκο Μπότσαρη αραχτόν, στραβοχυμένο μάλλον σε μια πολυθρόνα με φόντο πλακάκια Ιζνι σαν των χαρεμιών, ζωσμένο τα άρματα και τους ναργιλέδες. Πρέπει τώρα να ξέρετε ότι οι Παριζιάνοι είναι παλαιόθεν οπαδοί του Μπότσαρη, δεν ξέρω γιατί ξεχώρισαν αυτόν από όλους τους οπλαρχηγούς της Ελληνικής Επανάστασης. Υπάρχει στο Παρίσι και οδός Μπότσαρη και στάση του μετρό. Αλλά τέτοια όψη δεν είχα φανταστεί ότι θα φανταζόταν κάποιος πως μπορούσε να έχει. Κι έπειτα μένω με την απορία: τη φαντάστηκε, ή του ποζάρισε ο Μπότσαρης;
Μπα, αποκλείεται να τον βρήκε αυτοπροσώπως. Κι αν τον έβρισκε, λέτε να καθόταν με τέτοιο ύφος στην πολυθρόνα; Δεν ξέρω…
Μάρκος Μπότσαρης
Στο μαγαζί του Μουσείου προσπάθησα να βρω φωτογραφία αυτού του πίνακα, αλλά δεν είχαν. Βρήκα όμως αυτήν εδώ στο διαδίκτυο.
Κι έτσι κοιτάζοντας τον Μπότσαρη στο Ορσαί προσπαθώ να συλλάβω ολόκληρο το βάθος αυτής της δυτικής ματιάς προς την Ανατολή την εποχή που οι Ελληνες αποφάσισαν να φτιάξουν και αυτοί το δικό τους κράτος. Το πώς είδαν οι ευρωπαίοι και βορειοαμερικανοί τους Έλληνες, αφού πρώτα τους ονειρεύτηκαν με χλαμύδες. Το πώς μετά οι Έλληνες, υπό το βάρος της ματιάς έμοιασαν στους πίνακες ή στις φαντασίες των δυτικών, ή πώς έχασαν κάθε εξωτικό στοιχείο αντικρίζοντας το μέσα απο τα ξένα μάτια. Και πώς ακόμα μπερδεύονται΄, πώς ακόμα μπερδευόμαστε με το πώς μας βλέπουν, πώς βλέπουμε τον εαυτό μας, πώς νομίζουμε ότι μας βλέπουν ξέροντας πως ξέρουμε, κι όλο αυτό το παιχνίδι των εικόνων στους καθρέφτες τέλος πάντων και των αντανακλάσεων που συνεχώς διορθώνονται η μια σε σχέση με την άλλη.
Εδώ που τα λέμε θα μπορούσε ο Μπότσαρης να πάρει μια τέτοια πόζα στο ζωγράφο, για να δείξει πόσο βαριέται την όλη υπόθεση της απεικόνισης, κι ο ζωγράφος για εκδίκηση να βγάλει στον πίνακα τη δυσαρέσκεια του μοντέλου, χωρίς να φαντάζεται ότι δυτικοποιημένοι Έλληνες εκατό χρόνια μετά θα τρίβανε τα μάτια τους μπροστά στον πίνακα αυτόν και δεν θα αναγνώριζαν κανένα απο τα ηρωικά κλισέ του σχολείου και τις προσωπογραφίες των πολύ καλοστημένων οπλαρχηγών.

Ηλεκτρονική σελίδα του Μουσείου:http://www.musee-orsay.fr/en/home.html
Ηλεκτρονικές σελίδες για τον Ζερόμ: http://www.musee-orsay.fr/en/home.html
http://www.google.com/images?q=gerome&rls=com.microsoft:el:IE-SearchBox&oe=UTF-8&rlz=1I7SNYK&um=1&ie=UTF-8&source=univ&ei=bkcYTYbhDoKUjAeQ3Kj2BQ&sa=X&oi=image_result_group&ct=title&resnum=3&ved=0CEAQsAQwAg&biw=1004&bih=399

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

Πληθυντικός των Χριστουγέννων

Tώρα στολίζουμε αληθινό έλατο
Κάθε Χριστούγεννα στην παιδική μου ηλικία, κατεβάζαμε από το πατάρι ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο με ξύλινο κορμό και συρμάτινα κλαριά ντυμένα με πράσινο χαρτί, τα οποία δίπλωναν στον κορμό για να μην πιάνουν χώρο. Ένα αντικείμενο σα μακρύ αδράχτι που με προσεκτικές κινήσεις, ανοίγοντας ένα- ένα τα κλαριά, το μεταμορφώναμε σε έλατο με άψογο τριγωνικό σχήμα. Ύστερα ομόρφαινε με  γυάλινες μπάλες που δεν έπρεπε να σπάσουν αλλά πάντα έσπαζαν, μπαμπάκι στρωμένο στα κλαριά και κάτι σαν γυαλιστερή ομίχλη τριγύρω. Αυτή η γεμάτη ευλάβεια ιεροτελεστία, μη χαλάσει το δέντρο, μη σπάσουν τα στολίδια, αυτή η μεταμόρφωση έμοιαζε τόσο πολύ λατρευτική από μόνη της. Λατρεύαμε κάτι μεγάλο, δεν μπορούσε να είναι μόνο η γέννηση του Χριστού. Αργότερα έμαθα ότι τη μέρα αυτή, ή μάλλον τη νύχτα αυτή του χειμερινού ηλιοστασίου γιορτάζονταν πανάρχαιες γιορτές, τα γενέθλια του Μίθρα θεού του ήλιου μεταξύ άλλων, κι άλλες που έχουν να κάνουν με το φως, το λίγο και πολύτιμο φως του χειμώνα που όμως υπόσχεται την αργή έλευση του καλοκαιρινού ήλιου. Ακόμα και τώρα Δρυίδες, λέει,  στην Αγγλία, κόβουν το γκι, κι αναρωτιέμαι αν καταλαβαίνουν ότι αρνούμενοι τη ρωμαϊκή παράδοση των Χριστουγέννων ξαναγυρίζουν σε αυτή μέσω παγανιστικών γιορτών, γιατί κι αυτή τι έκανε; Πήρε τις πανάρχαιες γιορτές και τις έκανε χριστιανικές. Κι από τη Ρώμη τα Χριστούγεννα κατέκτησαν τον κόσμο, γιατί είναι ακαταμάχητα σαν τη μεγάλη νύχτα του χειμώνα,  σαν την αργή έλευση του φωτός.
Πόσο τα αγαπώ τα Χριστούγεννα, έτσι στον πληθυντικό, γεμάτα από τη μυστική μαγεία και το δέος των αρχαίων, γεμάτα από όλων μας τις παιδικές παρηγοριές, τις παιδικές βεβαιότητες ότι ανήκουμε σε κάτι μεγάλο και έξω από μάς καθώς φτιάχνουμε το δέντρο, λέμε κάλαντα, τρώμε γλυκά. Καλά Χριστούγεννα, παγκόσμια και ιδιαίτερα, στον πληθυντικό των ανθρώπων.
Δημοσιεύτηκε σΤΑ ΝΕΑ στις 22 Δεκεμβρίου 2010
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4610051

Βοήθεια σε βουλευτές σε απόγνωση

Οι βουλευτές είναι στα πρόθυρα της απόγνωσης, δεν ξέρουν πώς να πείσουν τους ψηφοφόρους για την πολιτική που ακολουθούν και τα νοµοσχέδια λιτότητας και στερήσεων που ψηφίζουν. Γιατί άραγε δεν δοκιµάζουν τη µέθοδο του καλού παραδείγµατος; Στην παιδαγωγική πάντα έχει αποτέλεσµα και οι πολιτικοί θέλουν να τους θεωρούµε πατέρες του έθνους. Στην οικογένεια λοιπόν, λένε παιδαγωγοί και ψυχολόγοι, πάντα το παράδειγµα βλέπουν τα παιδιά κι αυτό µιµούνται, ό,τι κι αν τους λες. Γιατί δεν κόβουν τους µισθούς και τα επιδόµατά τους οι βουλευτές, να δουν πόσο πολύ πιο πειστικοί θα γίνουν; Πρέπει να αρχίσουν βέβαια οι πιο πατέρες από τους πατέρες, οι βουλευτές της κυβέρνησης δηλαδή, µε τους υπουργούς πρώτους και καλύτερους. Υστερα όλα θα τους έρθουν ευκολότερα, οι εξηγήσεις θα περισσεύουν. Και θα ακολουθήσουν οι άλλοι, γιατί ποιος θα τολµήσει να µην παραιτηθεί από τον µισθό του όταν οι άλλοι παραιτούνται; Θα είναι κάτι πολύ ψυχαναγκαστικό για τους ίδιους και άκρως διδακτικό για µας τους άλλους. Μπορεί να µην είναι σε τελική ανάλυση πολλά τα λεφτά που θα εξοικονοµηθούν έτσι, αλλά συµβολικά θα λειτουργήσουν για πολλαπλάσια. Απορώ πώς δεν το έχουν ήδη σκεφτεί, κανονικά θα έπρεπε να συνωθούνται στο ταµείο περικοπών και επιστροφών από µήνες. Στο κάτω - κάτω δεν είναι παρά λεφτά. Σιγά το πράγµα δηλαδή. Αναίµακτη αυταπάρνηση. Μας µιλάνε για πόλεµο και δεν χρειάζεται αίµα, µόνο χρήµα. Ετσι θα στείλουν το µήνυµα του πατριωτισµού που µε τα λόγια δεν περνάει, ακούγεται µάλιστα σαν µια τεράστια κοροϊδία αυτών που µπορούν να µην περικόβουν τους µισθούς τους εις βάρος των άλλων, που δεν µπορούν και θα βάλουν φρένο στην απαξίωση της πολιτικής και των θεσµών, εξοικονοµώντας λίγα ψιλά ταυτοχρόνως.
Δημοσιεύτηκε σΤΑ ΝΕΑ την Τρίτη 21 Δεκεμβρίου 2010 
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4609870

Τι να μοιράσω από σένα Αθήνα;

Οι έλληνες δημοσιογράφοι απεργούσαν, αλλά το BBC έκανε πολύ καλή δουλειά. Υπήρχε διαρκής ενημέρωση, μαζί και η περηφάνια ότι ασχολούνται μαζί μας ξανά τα διεθνή κανάλια και εφημερίδες. Οι δρόμοι, οι πλατείες της Αθήνας στα πλάνα. Κάπου ξεχωρίζει ένας γιορταστικός ψευτοπολυέλαιος. Άντε να βρεις το κουράγιο να στολίσεις το σπίτι σου. Άντε να ξεκινήσεις τα προεόρτια των Χριστουγέννων. Πώς θα γιορτάσεις πόλη μου; Κάτω από τον εορταστικό ψεύτικο πολυέλαιο πετάνε τα μολότοφ σαν πύρινα φίδια. Δεν είναι εορταστικά εφέ ωστόσο. Ένα τουίτερ στέλνει την εικόνα του πρώην υπουργού Κώστα Χατζηδάκη μέσα στα αίματα. Περνούσε το δρόμο και τον ξυλοκόπησαν διαδηλωτές. Από κάτω τα σχόλια είναι χαιρέκακα και επιδοκιμαστικά. Ένας σοβαρός πολιτικός είναι καλύτερο θύμα από κάποιον που το παίζει μάγκας, δεν είναι τυχαίο ποιον ξυλοκόπησαν.
Τι πόλη να σας μοιράσω παιδιά μου; Σε ποιο δρόμο να πάω βόλτα να ξεχαστώ; Σε μια πόρτα μέσα μπαίνουν τα ΜΑΤ, δεν ξεχωρίζω πού είναι. Από έξω ρίχνουν μολότοφ, με πάθος, με μανία. Μολότοφ σε κλειστό χώρο, όπως στη Μαρφίν.
Έχουμε τινάξει στον αέρα τους φραγμούς, ό,τι έχει εφεύρει ο πολιτισμός για να σταματάει τις αιμοβόρικες και κανιβαλικές διαθέσεις των δίποδων απτέρων που είμαστε. Αφήσαμε να εξευτελιστούν οι ωραίες αυτές επινοήσεις, δεν θέλαμε ούτε κανόνες, ούτε ευγένειες, ούτε καταπίεση, ούτε για τα παιδιά μας, ούτε για τα αυτοκίνητά μας, ούτε για τίποτε. θαυμάσαμε κιόλας μια και δυο και τρεις φορές την καταστροφή τους.  Το θεωρούμε και επανάσταση επιπλέον. Όχι, το πρώτο πληθυντικό δεν ισχύει. Έχουν τινάξει τους φραγμούς από μέσα τους πάρα πολλοί άνθρωποι γύρω μας, άλλοι λεκτικά, άλλοι με πράξεις βίας. Κάτι πρέπει να κάνουμε για να αναδειχθεί ξανά η χρησιμότητά τους. Εκστρατεία αποκατάστασης ορίων, επειγόντως.
 Δημοσιεύτηκε σΤΑ ΝΕΑ τη Δευτέρα 20Δεκεμβρίου 2010
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=10&ct=13&artid=4609654

Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

Η κυρία με τον μονόκερω

H όραση, υποτίθεται
Τίγρεις και πίθηκοι και αρνιά, κουνέλια, σκύλοι, αϊτοί, πελεκάνοι, λύκοι, αλεπούδες, πέρδικες, οκαπίες, γατόπαρδοι, κι άλλα πουλιά που δεν τα ξέρω, ελάφια, λύκοι, κι άλλα παράξενα ζώα κερασφόρα που δεν τα ξέρω. Τριγυρίζουν την κυρά με το μονόκερω, το μόνο ζώο που είναι εντελώς φανταστικό. Το άλογο με το κέρατο στο κεφάλι. Όταν ήμουν μικρή πίστευα ότι υπήρχε τέτοιο ζώο. Πολύ πληγώθηκα όταν έμαθα πως ήταν φανταστικό. Θα πρέπει να έχει κάτι πολύ έντονο συμβολικά ο μονόκερως για να μετράει τόσο πολύ ακόμα και για μένα, που γενικά δεν με ενδιέφεραν πια και τόσο πολύ τα ζώα.
Μερικά ζώα περπατάνε ανάμεσα στα χιλιάδες λουλούδια, άλλα πετάνε ανάμεσα σε άλλες χιλιάδες λουλούδια. Λέω πως περπατάνε αυτά που στέκονται στο ίδιο ανθισμένο πράσινο βάθρο με την κυρά. Ένα νησάκι στρογγυλό σε μια κόκκινη θάλασσα γεμάτη κι αυτή με φυτά και ζώα ιπτάμενα. Τι ευτυχία είναι αυτή που έχει αυτή η γυναίκα. Την περιτριγυρίζουν τα πλάσματα της γης και της φαντασίας, έχει και μια θεραπαινίδα να της κρατά τα πράγματα. Δεξιά κι αριστερά την παραστέκουν ο μονόκερως κι ένα λιοντάρι. Κι εκείνη χαμογελά μακάρια. Την πλησιάζει ένας παπαγάλος, τη σκιάζουν δέντρα γεμάτα φρούτα. Φοράει κορδέλες και στολίδια, μακρύ φόρεμα, μακριά μαλλιά. Για λίγες στιγμές, όπως αντικρίζω στο σκοτεινό δωμάτιο του μουσείου Κλυνύ αυτή την πανδαισία, μου πιάνεται η ανάσα. Τέτοια πληθωρική φύση, τέτοιο ξέσπασμα λατρείας, κι αυτός ο μονόκερως μέσα σε όλα, δεν είναι ξεκάθαρα σεξουαλικός υπαινιγμός; Οι ταπισερί υμνούν τον οργασμό, τόσο χαρούμενα, τόσο αθώα, τόσο εξαντλητικά. Πλησιάζω το φύλακα, έναν πελώριο μαύρο μαυροντυμένο και χαμένο στο σκοτάδι φύλακα, ρωτάω κάτι πιο πολύ για να μιλήσω, να βγάλω με μερικές λέξεις τη συγκίνηση που με πλημμυρίζει.
Μουσική για τα θηρία
 -Κάτι δείχνει; λέω, υπάρχει άραγε κάποια ιστορία.
-Βεβαίως κυρία, με ξενερώνει ευγενέστατα και πηγαίνοντας στην είσοδο ξεκρεμάει μια ταμπελίτσα με πληροφορίες και μου τη φέρνει. Αναγκάζομαι να τη διαβάσω. Οι πέντε από τις ταπισερί υποτίθεται ότι παριστάνουν τις πέντε αισθήσεις. Να, εδώ δίνει κάτι να δοκιμάσει ο μονόκερως, εκεί κοιτάζεται στον καθρέφτη, εκεί παίζει αυτό το μυστήριο όργανο, και στην τελευταία κρατά το κέρατο του μονόκερου, είναι η αφή. Το μυστήριο διαλύεται μέσα στη λογική εξήγηση που με απογοητεύει. Αλλά ευτυχώς υπάρχει ακόμα η έκτη ταπισερί, η πιο μεγάλη, αυτή που δείχνει μια σκηνή με την επιγραφή Mon seul desir και την κυρία να αφήνει τα κοσμήματα  στην υπηρέτρια καθώς στέκεται στην είσοδο της. Εκεί μέσα θα ολοκληρωθεί ο οργασμός, σκέφτομαι, αλλά οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι μάλλον απεκδύεται των κοσμημάτων για να πάει να μονάσει. Καλέ τι μας λέτε; Θα μας τρελάνετε τελείως; Αυτή να μονάσει; ΑΥΤΗ;
Τέλος πάντων, μετανιώνω που ρώτησα και διάβασα και δεν έμεινα σιωπηλή να χαζέψω την ευωχία αυτή και να φαντάζομαι ό,τι τραβάει η ψυχή μου. Μεσαίωνα σκοτεινέ με τα φωτεινά σου μυστήρια, πώς να ξεχάσω τώρα τις λογικές ερμηνείες; Η συγγραφέας Τρέισι Σεβαλιέ έγραψε μια ιστορία για την υφάντρα που τις έφτιαχνε αυτές τις ταπισερί, θυμάμαι τώρα. Πως ήταν, λέει, τυφλή και ξεχώριζε τα χρώματα από την αφή. Θλίψη. Εδώ μιλάμε για διονυσιακή και ήρεμη χαρά. Τη νιρβάνα της πλήρωσης.
Μόνο ένας πόθος (desir)για τόση ομορφιά;
 Να κοιτάξω πολλή ώρα τα ιπτάμενα ζώα μήπως και καταφέρω να ελαφρώσω λίγο κι εγώ, μήπως αιωρηθώ στο κόκκινο διάστημα που προσφέρουν όσο να τρίψει τη μύτη του το λαγουδάκι και να γυρίσει το κεφάλι του το ελαφάκι…
Η κυρία με το μονόκερω δεν μας έχει φανερώσει όλα της τα μυστήρια, γράφει το φυλλάδιο που αγόρασα στο μαγαζί. Αυτό δα έλειπε…                                                                              

Hλεκτρονική διεύθυνση του μουσείου Κλυνύ:
http://www.musee-moyenage.fr/

Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Μουσείο Ρομαντικής ζωής

O προθάλαμος του παλιού μου σπιτιού
Ένα πρωινό θέλησα να επισκεφτώ την παλιά μου γειτονιά, το 17ο διαμέρισμα του Παρισιού, εκεί που είχα μείνει όταν ήμουνα φοιτήτρια. Πλατεία Κλισύ, η επόμενη στάση του μετρό ήταν, η La Fourche, η διχάλα δηλαδή, η φουρκέτα. Έφτασα μέχρι το σπίτι που κάποτε η πόρτα του άνοιγε όταν την έσπρωχνες, αλλά τώρα έχει κώδικα για να ανοίξεις, και έβγαλα απλώς φωτογραφία την πρόσοψη. Η οικειότητα πήγε περίπατο, με τον κώδικα εννοώ. Κι όμως μέσα από το τζάμι ο προθάλαμος έμοιαζε σα να έχω φύγει πριν μισή ώρα, κι όχι πριν τριάντα χρόνια. Κατοικεί μέσα μου η αίσθηση του χώρου, όπως κάποτε κατοικούσα εγώ εκεί, έχει εγκατασταθεί και δεν μετακομίζει. Άραγε μέσα, στη δεύτερη πόρτα, γιατί είχε ένα σωρό πόρτες αυτή η παλιά πολυκατοικία, να υπάρχει ακόμα το ταμπελάκι που έλεγε: «Μην κλείνετε την πόρτα, θα επιληφθεί ο Μπλουντ» με σχεδιασμένο δίπλα ένα γκρουμ με κόκκινο σακάκι και καπέλο- κατσαρόλι. Ήταν δηλαδή μια διαφήμιση του μηχανισμού της πόρτας, που επαναλαμβανόταν και παραμέσα, στις άλλες δυο, και σου έδινε μια ψευδαίσθηση φροντίδας και μια αίσθηση καλωσορίσματος μόλις έμπαινες στο σπίτι.. Δεν μπορώ να περιμένω να βγει κάποιος ή να μπει. Έχει αφόρητη σκόνη και θόρυβο. Στο διπλανό κτίριο γίνονται εργασίες, έχουν βάλει σκαλωσιές και χαλάνε τον κόσμο. Κι έτσι δεν μπορώ να ανοίξω την πόρτα για να δω αν ο Μπλουντ είναι πάντα εκεί και αναλαμβάνει να κλείσει την πόρτα
 Έφυγα γρήγορα. Δεν κατάφερα να νιώσω πολύ ρομαντικά στα παλιά μου λημέρια. Επόμενη απόπειρα ρομαντισμού στο Μουσείο de la vie romantique, που βρίσκεται σχετικά κοντά, κάτω από το Μουλέν Ρούζ, στη Μονμάρτη. Ήταν το ατελιέ ενός ζωγράφου, του Αρί Σεφέρ, που αγνοούσα την ύπαρξη του, δεν είμαι δυνατή στους ζωγράφους. Βρίσκεται σε μια γειτονιά που είχε ζήσει καλλιτεχνικές δόξες στα τέλη του 19ου αιώνα. Είχαν εκεί χτιστεί πολλά ατελιέ ζωγράφων, είχαν κατοικήσει πολλοί ποιητές, κάποτε μάλιστα ονομάστηκε η περιοχή «Νέα Αθήνα» που είναι ό,τι πιο κουλτουριάρικο μπορεί να ονομαστεί μια περιοχή. Τρομερή ειρωνεία, αν σκεφτείς πόσο μισεί την κουλτούρα η αληθινή νέα Αθήνα.

O Γκόγκολ στην αφίσα

Στη είσοδο του μουσείου ένα πανό με προσωπογραφία του Γκόγκολ, αναγγέλλει μια έκθεση ρωσικού ρομαντισμού. Ο ρώσικος ρομαντισμός μέσα στον γαλλικό. Είδα και τους δυο, το μουσείο είχε το προσόν να είναι πολύ μικρό. Πέντε αίθουσες για τον ρώσικο ρομαντισμό, με έργα από την Πινακοθήκη Τρετιακόφ της Μόσχας, λιγότερες για το γαλλικό, ή μάλλον μερικά δωμάτια του παλιού σπιτιού που έχουν μείνει όπως ήταν, με τα έργα του ζωγράφου και κάποια από τα ρομαντικά του έπιπλα.
Είχε πάρα πολύ κόσμο στο ρώσικο ρομαντισμό. Με δυσκολία μπορούσες να πλησιάσεις στους πίνακες και τα γλυπτά. Στριμώχνονταν στο μικρό χώρο τρία γκρουπ επισκεπτών πολύ ξανθών. Έμοιαζαν με Ρώσους, αλλά ελάχιστοι μιλούσαν ρώσικα.
Πούσκιν και Γκόγκολ απο την Τρετιακόφ της Μόσχας
Μέχρι εκείνη τη μέρα δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η ρώσικη τέχνη ουσιαστικά ξεκίνησε με τον Πέτρο τον Α΄. Εκείνος ήταν που μετά το ταξίδι του στη δυτική Ευρώπη, που το έκανε αμέσως μόλις πήρε ολοκληρωτικά την εξουσία, αποφάσισε να κάνει τη Ρωσία ευρωπαϊκή, να ενισχύσει τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τις τέχνες γενικά. Σαν ένας φοιτητής που πάει για σεμινάριο και μαγεύεται από την ομορφιά των πόλεων της γηραιάς ηπείρου, έτσι γύρισε στην πατρίδα του και βάλθηκε να αναδείξει τα δικά της ταλέντα. Ακολούθησε η ρωσική άνοιξη, όπου μέσα σε ελάχιστα χρόνια εμφανίστηκαν τόσοι ζωγράφοι και γλύπτες, συγγραφείς, μουσικοί, ποιητές, ηθοποιοί και γενικά καλλιτέχνες που δεν είχαν εμφανιστεί τους προηγούμενους αιώνες μαζεμένους.
 Υπάρχει ανάμεσα στους πίνακες ένα πορτρέτο του Πούσκιν, ο Γκόγκολ της αφίσας, κι ένα μικρό άγαλμα του Πούσκιν. Κατά τα άλλα βλέπεις την Πετρούπολη όταν χτίστηκε, τη Μόσχα που ήταν ήδη παλιά και μυθική, χωρικούς και ευγενείς, λιμάνια και σαλόνια, τοπία μέρα και νύχτα, και σε κάθε πινακίδα επαναλαμβάνεται πόσο ξαφνική ήταν αυτή η ακμή, πόσο εκρηκτική σε κάθε τομέα της τέχνης.

Τα δωμάτια του Σεφέρ

Και πώς να ήταν η ρώσικη τέχνη πριν από την έκρηξη αυτή; Πώς εκδηλωνόταν, πριν την ενισχύσει ο Πέτρος; Είχε άλλα χαρακτηριστικά άραγε; Μήπως ο Ντοστογιέφσκι, κι όλοι οι Ρώσοι που έχουν γράψει εναντίον της ευρωπαϊκής τέχνης που ‘αλλοίωνε τη ρώσικη ψυχή’ είχαν κάτι υπόψη τους; Ή μήπως ήταν μια ακόμα ρομαντική ιδέα κι αυτή, ότι υπήρχε κάποια γνήσια κι αμόλευτη ρώσικη ψυχή την οποία ο ξενομανής Πέτρος μόλυνε δια παντός με τη φωτισμένη δεσποτεία του και τη μανία του να δει τη χώρα του να κατακλύζεται από αριστουργήματα. Ίσως ακόμα κι ο Ντοστογιέφσκι να ήταν τέκνο της αυτοκρατορικής αυτής επιθυμίας για πνευματική και καλλιτεχνική αναγέννηση, ένα τέκνο δυσαρεστημένο κι αυστηρό απέναντι στις συνθήκες που το γέννησαν. Δεν διάλεξε ένα δυτικό, ας πούμε, λογοτεχνικό είδος, το μυθιστόρημα, για να εργαστεί; Τέκνο της ευρωπαϊκής στροφής, αλλά τον έτρωγε ο καημός για τη γνήσια Ρωσία. Και ποια ήταν άραγε η γνήσια Ρωσία; Τα γένια των Βογιάρων που απαγόρευσε ο Πέτρος, το παλιό ημερολόγιο, η εξουσία του πατριάρχη;
 Και στου Τσέχωφ όλα τα θεατρικά έργα, αργότερα, υπάρχει κάποιο πρόσωπο που νοσταλγεί τη γνήσια Ρωσία. Στην εποχή του Τσέχωφ έχει πια περάσει η φάση της εισαγωγής ευρωπαϊκής κουλτούρας, έχει ξεχαστεί ίσως η ‘άνοιξη’, θεωρείται αυτονόητο να έχει κουλτούρα μια τόσο μεγάλη και ισχυρή χώρα. Κάποιος όμως πάντα νοσταλγεί την αληθινή Ρωσία, ένα από τα πρόσωπα, λίγο καρικατούρα, σαν οποιοδήποτε τέτοιο τύπο σε οποιαδήποτε χώρα. Μπορεί αυτή η γνήσια Ρωσία να μην ήταν παρά ένα όραμα του Ντοστογιέφσκι που περιείχε περισσότερη άρνηση παρά αληθινές εικόνες, όπως πολύ συχνά συμβαίνει. Και βέβαια η πίστη αυτή στη βαθιά ψυχή του λαού που κρύβει θησαυρούς, είναι ό,τι πιο ρομαντικό υπάρχει.
Κι αυτή η αίσθηση της ‘ξενόφερτης τέχνης’ μπορεί να πέρασε σαν κλισέ στην πολιτική και να οδήγησε σε γενικότερη άρνηση των ‘αστικών πολιτιστικών αξιών’ που κυνηγήθηκαν στην Επανάσταση. Εκείνη η μανία της εισβολής στα χειμερινά Ανάκτορα, οι εικόνες που στοιχειώνουν τα επαναστατικά οράματα ανά τον κόσμο. Βέβαια, μετά την επικράτηση της, το Μετρό της Μόσχας το στόλισαν σαν ανάκτορο, αποκαθιστώντας την αξία της τέχνης και της πολυτέλειας, με τη διακήρυξη ότι ανήκει στο λαό. Σπουδαία κίνηση αυτή, πιο επαναστατική από το να καταστρέφεις. Αλλά λιγότερο γνωστή, δυστυχώς.
Ίσως έφταιγε και η κοσμοσυρροή στο Μουσείο, αλλά με τέτοιες σκέψεις με μελαγχόλησε λίγο ο ρώσικος ρομαντισμός.

Σε αυτό το σαλόνι κάποτε έπλητεε η Σάνδη

Στο κομμάτι του παλιού σπιτιού του Αρύ Σεφέρ που έχει διατηρηθεί, υπάρχει ένα σαλονάκι που σε αφήνουν να φωτογραφήσεις, και κάμποσα πορτρέτα και αναμνηστικά της Γεωργίας Σάνδη. Ήταν συχνά επισκέπτρια του σπιτιού όταν έμενε εδώ ο Σεφέρ, και με τα ενθύμια της ξεκίνησε το μουσείο. Υπάρχει ένα γλυπτό με τα χέρια της. Δίπλα, τα χέρια του Σοπέν. Σα να άφησαν κι οι δυο ένα ζευγάρι μαρμάρινα χεράκια στον κρύο και σκληρό αυτό κόσμο πριν τον αποχαιρετίσουν.

Πέρασαν λοιπόν από το σπίτι αυτό τρεις γενιές καλλιτεχνών, τουλάχιστον. Ο Σεφέρ που το νοίκιασε πρώτος, μάζευε κόσμο γύρω του, προωθούσε και βοηθούσε κι άλλους ζωγράφους. Η κόρη του αγόρασε το σπίτι μετά το θάνατο του, κι από αυτήν το κληρονόμησε η μικρανιψιά του ζωγράφου Νοεμί Ερνάν- Ψυχάρη. Να κι ένα ελληνικό όνομα, ναι, είναι ο γνωστός Γιάννης Ψυχάρης, ο πρωτοπόρος δημοτικιστής, συγγραφέας του «Ταξιδιού». Είχε παντρευτεί την κόρη του Ρενάν, αλλά μετά χωρίσανε. Η κόρη του, Κορί Ψυχάρη –Σιοάν συνέχισε να δέχεται καλλιτέχνες, όπως διαβάζω στο φυλλάδιο με τη μικρή ιστορία του Μουσείου. Μετά από μερικές περιπέτειες κατέληξε το σπίτι στο Δήμο του Παρισιού για εκθέσεις σαν αυτή.

Οδηγίες για τους περιπατητές
 Κρίμα που κάνει ψοφόκρυο και δεν μπορώ να ρομαντζάρω λίγο στον κηπάκο. Πρέπει να φύγω γρήγορα με βήμα ταχύ για να επιβιώσω ως την επόμενη στάση σε μαγαζί, μουσείο ή καφενείο. Περνάω, ακριβώς δίπλα, από ένα ξενοδοχείο που ήταν κάποτε το θέατρο Γκινιόλ, μαριονέτες για παιδιά κυρίως. Από κει λέμε κι εμείς την έκφραση «γκραν γκινιόλ». Σε μερικές γωνίες έχει βελάκια με αποστάσεις για ποδαρόδρομο, πράγμα πολύ ενθαρρυντικό για τη δική μου περίπτωση και μερικών ακόμα χιλιάδων προσκυνητών στο Παρίσι.
Η ηλεκτρονική διεύθυνση του Δήμου Παρισίων όπου υπάγεται το Μουσείο:

Τετάρτη, 15 Δεκεμβρίου 2010

Προσωπικό μανιφέστο αποχής από πορείες κι απεργίες

Απεργώ επειδή η εφημερίδα δεν βγαίνει, αλλά αν μπορούσα δεν θα απεργούσα. Δεν πηγαίνω σε πορείες, όσο άδικα κι αν βρίσκω τα μέτρα, διότι ξέρω πολύ καλά πως καταλήγουν σε βίαιες αναμετρήσεις. Είμαι κατά της βίας χωρίς ‘μα’ και χωρίς ‘αλλά’. Μου χρειάστηκαν μερικά χρόνια για να το πω ξεκάθαρα στον εαυτό μου,  επειδή ανήκω σε γενιές που είχαν το προνόμιο να μην ζήσουν πόλεμο.  Kαι δεν εννοώ την αστυνομική βία, που έχω πολλά χρόνια να τη δώ, αλλά τη βία των διαδηλωτών, που τη βλέπω πολύ συχνά. ΄Δεν μπορεί να είναι σύμπτωση. Οι νεαροί που πετάνε μολότοφ είναι εξαιρετικά βίαιοι και δεν καταλαβαίνω πώς μπορούν άνθρωποι που εκπροσωπούν εργαζομένους, υποτίθεται, συνδικαλιστές και πολιτικοί, πώς δέχονται να καπελώνονται κάθε φορά απο αυτούς τους εγκληματίες που έχουν ήδη σκοτώσει τρεις ανθρώπους με τα μολότοφ.
Από ό,τι έχω καταλάβει, η χώρα μου είναι σε πολύ δύσκολη κατάσταση. Το κράτος είναι χρεωμένο, κι όλοι είμαστε οικονομικά δεμένοι μαζί του. Υποτίθεται ότι αγωνιζόμαστε όπως στον πόλεμο, όπου τα ξεχνάς όλα και βάζεις τη ζωή σου σε κίνδυνο. Δεν είναι οι ζωές μας σε κίνδυνο, δεν έχουμε πόλεμο, ευτυχώς. Αλλά η χώρα μας χρειάζεται την αυταπάρνηση του καθενός.
Θα βοηθούσε πολύ να την έδειχναν πρώτοι οι πολιτικοί. Να παραιτούνταν από το μεγαλύτερο μέρος του μισθού τους, βουλευτές και υπουργοί. Ας μην είναι πολλά τα λεφτά, θα μετρούσαν συμβολικά πολύ περισσότερο. Θα βοηθούσε οι επιχειρηματίες να μην φαίνονταν τόσο άπληστοι, οι φοροφυγάδες να υποχωρούσαν ελαφρώς, να μην μοιάζουν όλοι σαν να τραβάνε τις σάρκες από ένα σκελετωμένο πτώμα. Θα βοηθούσε να έδιναν όλοι αυτοί οι μεγάλοι και σπουδαίοι το καλό παράδειγμα, αλλά αφού δεν το δίνουν τόσο το χειρότερο. Ο πόλεμος έχει μεγάλες πιθανότητες να χαθεί, όμως ο καθένας μας μπορεί να διασώσει την αξιοπρέπεια του. Σε κάθε πόλεμο δεν υπάρχουν μόνο σπουδαίοι στρατηγοί και ήρωες φαντάροι, υπάρχουν μέτριοι στρατηγοί, προδότες, μαυραγορίτες, λιποτάκτες, για να χρησιμοποιήσω ορολογία που τόσο αρέσει στους εθνικιστές, και την καταλαβαίνουμε όλοι καλά, λόγω της πολεμικής κουλτούρας μας. Στην ειρήνη, χρειάζονται άλλες λέξεις, άλλες αποχρώσεις, και το λεξιλόγιο δεν είναι τόσο πλούσιο όσο λένε. Αλλά η αξιοπρέπεια και η αυταπάρνηση πώς αλλιώς να ειπωθούν;
Τα γράφω αυτά επειδή βράχνιασα σήμερα να εξηγώ σε φίλους γιατί δεν πήγα στην πορεία, γιατί ήμουν κατά της απεργίας κλπ. Είναι δύσκολο να τα πεις, ακούγονται μεγαλόστομα, αλλά έτσι σκέφτομαι. Πιστεύω ότι πολλοί σκέφτονται σαν εμένα. Μπορεί να είμαι αφελής. Πάντα αφελής υπήρξα, δεν θα αλλάξω τώρα.





Πέμπτη, 9 Δεκεμβρίου 2010

Μότσαρτ στο Παρίσι

Οι γκρι εικονες είναι του μοντέρνου κτιρίου
Με το που έφτασα στο Παρίσι πήγα στην Όπερα της Βαστίλης κι έβγαλα εισιτήριο για την παράσταση «Γάμοι του Φίγκαρο» του Μότσαρτ. Ήταν πανάκριβο, κι ήταν το τελευταίο που υπήρχε. Η θέση, λοξά στην πλατεία. Υπερβολικά λοξά, όπως διαπίστωσα όταν πήγα.
Η σκηνή του θεάτρου του Μπρουκ
Το ανέβασμα ήταν παραγωγή της Σκάλας του Μιλάνου σε σκηνοθεσία του Τζόρτζιο Στρέλερ, και δεν μπορώ να πω ότι δεν μου άρεσε. Κατά κάποιο τρόπο πάντως δεν μπόρεσα να το απολαύσω. Κατ’ αρχήν με απογοήτευσε αρκετά το κτίριο. Από τότε που φτιάχτηκε, δεκαετίες πριν, δεν είχα καταφέρει να το δω από μέσα, και τώρα πια ήταν αργά. Σα μοντέρνο επιβλητικό κτίριο, το Μέγαρο Μουσικής είναι πιο όμορφο, έστω και μόνο επειδή έχει μέσα επένδυση ξύλου, αυτό το ζεστό καφετί χρώμα, κι όχι το γκρίζο της Opera de Bastille. Αν είχα πάει στην παλιά Όπερα, τη Γκαρνιέ, θα ήταν αλλιώς. Η ατμόσφαιρα του παλιού κτιρίου είναι διαφορετική, σε παραμυθιάζει πάντα, ή τουλάχιστον παραμυθιάζει μια αθηναία μπουχτισμένη απο μοντέρνο. Εκεί μπορεί και τη μουσική να την άκουγα διαφορετικά.
Αλλά μπορεί να έφταιγε και η τιμή του εισιτηρίου. Με τόσα λεφτά πια λες τι θα δω και τι θα ακούσω. Στην πραγματικότητα όμως η παράσταση του Πήτερ Μπρουκ με το Μαγεμένο Αυλό του Μότσαρτ λίγο πιο βόρεια, στο θέατρο Bouffes du Nord που είδα την ίδια εβδομάδα, με εισιτήριο που κόστιζε το ένα τέταρτο της τιμής της Όπερας, μου άρεσε πολύ περισσότερο.
Το ανέβασμα του Μπρουκ ήταν όπως στην Κάρμεν που είχε κάνει κάμποσα χρόνια πριν. Η ίδια αντίληψη, λιτά σκηνικά, κάτι καλάμια που στηρίζονταν σε μικρές βάσεις και συμβόλιζαν όλα τα περάσματα που υπάρχουν στον Αυλό, αλλά και τα δάση. Οι τραγουδιστές ήταν ξυπόλητοι, έτρεχαν απαλά στο πάτωμα του θεάτρου, κάποια σχέση αποκτούσε η φωνή τους με το χώρο. Αυτή η αλαφράδα περνούσε στο σώμα, στη φωνή, κι ακουγόταν αλλιώς, έτσι καθώς ήταν και σχεδόν γυμνή απο μουσική.
Τα καλάμια στα χέρια των ηθοποιών δημιουργούν τείχη
Ορχήστρα δεν υπήρχε, μόνο ένα πιάνο συνόδευε τους τραγουδιστές, οι οποίοι όμως τραγουδούσαν κανονικά τις άριες, όπως στην όπερα. Κι αυτό ήταν το ωραίο, οι φωνές αναδεικνύονταν μέσα σε κείνο τον πολύ μικρότερο από την Όπερα χώρο, επειδή ήταν μόνες, δεν τις έπνιγε η ορχήστρα.
Είναι μια θαυμάσια ιδέα και ξαναδίνει ζωή στην Όπερα με απλά μέσα. Ακόμα και χωρίς μεγάλες αίθουσες, ορχήστρες κλπ, οι φωνές των τραγουδιστών είναι τόσο συγκινητικές, τόσο σπουδαίες. Δεν υπάρχει όργανο σαν την ανθρώπινη φωνή, κι αφού η Όπερα είναι θέατρο, δράμα, μόνη η φωνή, η άρια, το τραγούδι χρειάζονται στην πραγματικότητα.
Στην παράσταση του Μπρουκ οι τραγουδιστές τραγουδούσαν τις άριες στα γερμανικά, αλλά μιλούσαν γαλλικά στους διαλόγους. Έτσι κατάλαβα επιτέλους τη ροή της όπερας αυτής, τη βασική πλοκή της. Γιατί τη λογική της δεν υπάρχει περίπτωση να την καταλάβω ποτέ, τη μασονική συμβολιστική του Μότσαρτ. Δεν μπορώ και δεν ενδιαφέρομαι ιδιαιτερα. Αλλά οι διάλογοι στέκουν και μόνοι τους, πέρα από την παράξενη πλοκή έχουν χιούμορ και ειρμό, τουλάχιστον κομμάτι- κομμάτι.

Η πλατεία Βαστίλης μέσα απο την Όπερα
Στην Αθήνα πριν δυο χρόνια είχα δει μια παράσταση της Κάρμεν στο δρόμο. Ήταν κάτι δημοτικές γιορτές και μια παρέα νέοι λυρικοί τραγουδιστές είχαν ανεβάσει την Κάρμεν με συνοδεία ένα μαγνητόφωνο, ή ένα αρμόνιο, δεν θυμάμαι. Ήταν εξαιρετική, ο κόσμος σταματούσε στο δρόμο και άκουγε. Είχα μείνει δυο ώρες όρθια. Οι φωνές ήταν τέλειες, το παίξιμο μοντέρνο. Αυτή ήταν η μόνη φορά που είδα τέτοιου είδους όπερα στην Ελλάδα. Το παράξενο είναι δηλαδή ότι έχουμε Μέγαρο Μουσικής και μπορούμε να δούμε Όπερα κανονική με εισιτήριο πολύ πιο φτηνό από τη Γαλλία, αλλά δεν έχουμε αυτή την ωραία άποψη της απλής όπερας. Και τώρα υπάρχει η προοπτική να αποκτήσουμε κι άλλη επίσημη Όπερα, αλλά μικρές και απλές δεν φαίνεται να ενδιαφέρουν κανέναν. Αυτό είναι το παράδοξο.  

Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Ανδρομάχη του Ρακίνα


Ανδρομάχη και Πύρος

Πήγαινα με κάποια συγκατάβαση να δω την Ανδρομάχη του Ρακίνα στην Κομεντί Φρανσέζ. Ποτέ δεν είχα δει Ρακίνα στη σκηνή, και μια και τον είχαμε διδαχτεί στο Γαλλικό Ινστιτούτο για το δίπλωμα που λεγόταν τότε Σορμπόν, είπα ας πάω να τον δω μια φορά. Έριξα μια ματιά στην υπόθεση, μήπως οι στίχοι,  που λέγονται ‘αλεξανδρινοί’, μου φανούν δύσκολοι. Δεν με μάγεψε η πλοκή, σαν εφηβικό μυθιστόρημα έμοιαζε. Ο Ορέστης αγαπά την Ερμιόνη, η οποία αγαπά τον Πύρο, ο οποίος αγαπά την Ανδρομάχη. Όπως αγαπάτε, κωμωδία του Σαίξπηρ θύμιζε. Αλλά η ευθύγραμμη αυτή κατεύθυνση ερώτων χωρίς ανταπόκριση είναι κάπως πιο περίπλοκη τελικά. Διότι ο Πύρος είναι βασιλιάς (της Ηπείρου, όπως το ιστορικό πρόσωπο Πύρος) και η Ανδρομάχη είναι αιχμάλωτη. Δηλαδή ο δεσμώτης έχει ερωτευτεί την αιχμάλωτη του, κι αμέσως η σχέση αποκτά άλλο ενδιαφέρον. Επιπλέον ο Πύρος στο έργο αυτό είναι γιος του Αχιλλέα, ο οποίος Αχιλλέας έχει σκοτώσει τον Έκτορα, τον άνδρα της Ανδρομάχης. (Οι τελευταίες λεπτομέρειες ακολουθούν τη γνωστή εκδοχή).
Λοιπόν μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι η Ανδρομάχη αυτή θα είναι αρκετά μεγαλύτερη από τον Πύρο, αλλά μπορεί και όχι. Οι άνθρωποι παντρεύονταν νέοι, έκαναν παιδιά μικροί, οπότε είχαν ανοιχτές όλες τις δυνατότητες. Αλλά και είκοσι χρόνια να τον περνούσε τον Πύρο η Ανδρομάχη, τι σημασία έχει; Άλλα μετρούσαν, η αιχμαλωσία, ο θάνατος του Έκτορα, η ζωή του Αστυάνακτα. Και ο έρωτας βεβαίως, η ακαταμάχητη δύναμη που αναστατώνει ηγεμόνες και κόρες των βασιλιάδων.
Ναι, υπάρχει η λεπτομέρεια αυτή, ο Αστυάνακτας, ο γιος του Έκτορα, εκείνο το μωρό που πέταξε ο Οδυσσέας από τα τείχη της Τροίας, στο έργο του Ρακίνα ζει και είναι με τη μαμά του, αιχμάλωτος του Πύρου. Αιχμάλωτοι στην πόλη Βουθρωτό της Ηπείρου! Έδωσαν λέει, λάθος παιδί στον Οδυσσέα να σκοτώσει, και πάει τζάμπα το καημένο εκείνο, ο διάδοχος του ανύπαρκτου θρόνου μεγαλώνει ήσυχα υπό την προστασία του γιου του εχθρού του.
Ορέστης και Πυλάδης
Οι δε Έλληνες, αυτοί οι απαίσιοι τύποι της Ιλιάδας, στέλνουν τον Ορέστη να σκοτώσει το παιδί. Ναι, τον γνωστό Ορέστη, το γιο της Κλυταιμνήστρας και του Αγαμέμνονα, ο οποίος δεν ξέρουμε αν έχει ακόμα σκοτώσει τη μητέρα του. Αν δεν το έχει κάνει ακόμα, σύμφωνα με το έργο αυτό, δεν θα την σκοτώσει ποτέ. Διότι στο τέλος τρελαίνεται, και πώς να μην τρελαθεί από απελπισία για το λάθος που έκανε, να ακούσει την έξαλλη Ερμιόνη που του έλεγε να σκοτώσει τον Πύρο, από ζήλια, κι αφού τον έψησε καλά –καλά το μετάνιωσε και τον έδιωξε κακήν –κακώς, πήγε κι έπεσε στο πτώμα επάνω και μαχαιρώθηκε κι εκείνη. Πώς να αντέξει λοιπόν;
Μπλεγμένη τελικά η υπόθεση. Ωστόσο όλα γίνονται μέσα σε μια μέρα, σύμφωνα με τους κανόνες της κλασσικής τραγωδίας.
Μόλις οι ηθοποιοί πιάνουν στα χείλη τους αλεξανδρινούς στίχους, όλα γίνονται πολύ πιο απλά, ξεκάθαρα, κρυστάλλινα. Είναι μια παράσταση κλασική, σαν το έργο, πολύ λιτή, με ελάχιστη κίνηση, χωρίς σκηνοθετικά ευρήματα, σε ένα σκηνικό αόριστα ελληνικό, δυο σειρές από κολώνες. Οι ηθοποιοί στέκονται και απαγγέλλουν, κάνουν ένα ή δυο βήματα και ξαναστέκονται. Σέρνουν λίγο τους στίχους, ειδικά το δεύτερο μισό κομμάτι του στίχου, πράγμα που δίνει ένα ρυθμό επαναλαμβανόμενο. Κι όμως μοιάζει η φωνή να έρχεται από το βάθος της ύπαρξης τους, από το κέντρο του σώματος και της ψυχής τους. Κάθε λέξη, κάθε κίνηση, έχει τέτοιο βάρος που νομίζεις ότι θα σπάσει η σκηνή, όμως οι στίχοι συνεχίζονται ανάλαφροι ‘σαν τα πουλιά’, που έλεγε κι ο Όμηρος.  Σκηνή με τη σκηνή και στίχο με το στίχο τα πρόσωπα αναδεικνύουν την τρομερή τους αξιοπρέπεια και το πώς συγκρούεται με τον έρωτά τους.  Πώς μπορεί η κόρη του Μενελάου να παραδεχτεί την ήττα της; Πώς μπορεί ο γιος του Αχιλλέα να αγαπήσει τη χήρα του πατρικού φόνου; Όλο και βαθύτερα φαίνονται τα αδιέξοδα που τελικά τους καταπίνουν, και το θέμα είναι πως όλα αυτά τα οποία ακούγονται αστεία έτσι όπως τα περιγράφει το πρόγραμμα ως υπόθεση του έργου, όταν τα βλέπεις στη σκηνή έχεις εντελώς ταυτιστεί μαζί τους και βήμα- βήμα αλλάζεις και πείθεσαι, ύστερα ξαναλλάζεις, λες και παρακολουθείς δημηγορίες στο Θουκυδίδη όπου ο τελευταίος πάντα μιλάει καλύτερα, αλλά στο τέλος, όσο υπέροχα και να τα πει, δεν γλιτώνει το χειρότερο.
Δεν είναι οι ήρωες αυτοί σαν εκείνο τον βασιλέα Δημήτριο του Καβάφη, που "σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες... επήγε κι έβγαλε τα χρυσά ενδύματα του και τα ποδήματα του πέταξε τα ολοπόρφυρα, κάνοντας όμοια σαν ηθοποιός...." Κρατούν τα ενδύματα τους, το βαρύ τους ρόλο, του βασιλιά, της αιχμάλωτης, της πριγκίπισας, του απεσταλμένου. Ο έρωτας χτυπιέται΄πάνω τους, η αξιοπρέπεια όμως νικάει, στο τέλος οι δυο πεθαίνουν, ο απεσταλμένος τρελαίνεται, η δε αιχμάλωτη έχει γίνει βασίλισσα. Πλήρης ανατροπή.
Πόσο είχα πεθυμήσει τελικά, να δω ένα τέτοιο έργο, κλασικό, να παίζεται κλασικά και να του αποδίδεται ολόκληρο το πραγματικό του βάρος. Νομίζω είναι αυτό που λείπει από το δικό μας θέατρο, λίγες κλασικές παραστάσεις, αληθινά κλασικές όμως, με τη θεατρική τους δύναμη σταθερή, όχι παρωδίες του κλασικού. Μου φαίνεται πως τόσο πολύ το έχουμε ξεχάσει κάτι τέτοιο, ώστε δυσκολεύομαι να το περιγράψω, φοβάμαι ότι δεν μπορώ να εξηγήσω για ποιο πράγμα μιλώ. Όταν εμείς λέμε «κλασικό» εννοούμε μάλλον «κλασικούρα», κάτι παλιό και ξεπερασμένο, κάθε άλλο παρά κλασσικό δηλαδή.
Πήγα στο Παρίσι με μεγάλη όρεξη να δω θέατρο. Είδα τη Μνούσκιν, τον Μπρουκ, είδα όπερα στη Βαστίλη, είδα τον Μισέλ Μπουκέ, και τι δεν είδα. Και στην Κομεντί Φρανσέζ είδα επιπλέον Μολιέρο και Εντουάρντο ντε Φίλιππο. Όμως η παράσταση που πιο πολύ με άγγιξε, με συγκίνησε, με ανατρίχιασε, ήταν αυτή, η Ανδρομάχη του Ρακίνα. Ίσως επειδή δεν το περίμενα. Το θέατρο κρύβει ακόμα εκπλήξεις, κι οι μικρότερες δεν είναι στα έργα του 17ου αιώνα…

Την επόμενη βδομάδα ξαναπήγα στην Κομεντί Φρανσέζ, είδα το Φιλάργυρο του Μολιέρου. Διαπίστωσα ότι δυο ηθοποιοί τουλάχιστον απο την παράσταση του Ρακίνα παίζανε κι εκεί. Πώς τα κατάφερναν να περνάνε σε άλλους τόσο διαφορετικούς ρόλους τόσο γρήγορα; Το συζήτησα με γάλλους φίλους και μου εξήγησαν ότι είναι παράδοση αυτό, γινόταν πάντα στην Κομεντί και σε άλλα θέατρα. Μου φάνηκε πολύ σκληρό για τους ηθοποιούς που δεν έχουν δουλειά, αλλά αυτοί που έχουν προφανώς ζουν πολύ έντονα.


Ο Ποδαλίδης ως Φιλάργυρος κοιτά τον κήπο όπου έχει θάψει το θησαυρό του

Το τελευταίο έργο που είδα στην Κ.Φ. ήταν ¨"Μεγάλη Μαγεία" του Εντουάρντο ντε Φίλιππο, σα να το είχε γράψει ο Πιραντέλο. Και πάλι μια ηθοποιός που έπαιζε στα άλλα δυο. Και σε πρωταγωνιστικούς ρόλους και στα δυο ο Denis Podalydes προφανώς ελληνικής καταγωγής, που είναι μεγάλο αστέρι του θεάτρου.
Αλλά αυτή την παράδοση δεν την έχουν μόνο εκει. Πήγαμε σε ένα άλλο θέατρο, το οποίο κάθε σεζόν παίζει όλα τα έργο ενός θεατρικού συγγραφέα. Ένα φτωχό θέατρο, Theatre du Nord Est το λένε. Και φέτος παίζουν όλον τον Λαμπίς, ένα συγγραφέα σαν τον δικό μας Ξενόπουλο, ο οποίος είχε γράψει 115. Και τα παίζουν όλα! Μα πώς γίνεται αυτό;
Είδαμε ένα από τα 115, που το λένε: "Το ταξίδι στην Κίνα". Οι ηθοποιοί του παίζουν σε καμιά δεκαριά έργα ο καθένας μέσα στο χειμώνα. Μου φάνηκε κάπως τερατώδες, αλλά η νεαρή φίλη τραγουδίστρια -ηθοποιός που γνωρίζαμε κι είχαμε πάει να δούμε, μας είπε ότι είναι πολύ ευτυχής, αν και πληρώνεται ελάχιστα.
Το πρόγραμμα με όλα τα έργα του Λαμπις
Γενικά είδα πολύ θέατρο στο Παρίσι. Έμεινα 15 μέρες και είδα εννιά παραστάσεις, ρεκόρ. Σαν τρελή έτρεχα σε δάση (κυριολεκτικά, στο δάσος της Βενσέν ας πούμε για τη Μνούσκιν) και σε παγωμένες λεωφόρους χωρίς εισιτήριο, αλλά ανταμείφθηκα. Τόσες παραστάσεις μαζεμένες δεν βλέπω ούτε σε ένα χρόνο. Διαπιστώνω ότι είναι ο καλύτερος τουρισμός σε μια χώρα που ξέρεις τη γλώσσα. Αλλά ακόμα και αν είσαι απλώς σε διαδικασία μάθησης, όπως είμαι εγώ στην Αγγλία, πάλι μπορείς να πυκνώνεις την εμπειρία του ταξιδιού. Βέβαια έχω δει και γερμανικές παραστάσεις, που δεν καταλαβαίνω λέξη. Αλλά όπως και να το κάνουμε, οι λέξεις έχουν άλλο ζουμί όταν καταλαβαίνεις το νόημα τους!

Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου 2010

Πύλες της Ανατολής

Ντέβα κάτι σαν άγιος του βουδισμού, 7ος, 8ος αιώνας
Δεν ήθελα να πάω σε μουσεία στο Παρίσι. Βόλτες ήθελα να κάνω, να χορτάσω του δρόμους του, όσο μπορούσα, όσο θα με κρατούσαν τα ποδαράκια μου. Έχουμε τόση στέρηση από περπάτημα απολαυστικό εμείς οι αθηναίοι. Εδώ το περπάτημα θεωρείται βασανιστήριο για κατώτερα όντα, κι αφού έτσι το θεωρούμε, έτσι το έχουμε κάνει. Ανήκω σε μια άκρως καταπιεσμένη μειοψηφία περιπατητών της δυστυχούς Αθήνας
Πήγα λοιπόν για περπάτημα αλλά λογάριαζα χωρίς την κλιματική αλλαγή, αυτή που έφερε τη Σαχάρα στην Ελλάδα και το Βόρειο Πόλο στο Παρίσι. Δεν κατάφερνα να περπατώ για πολλή ώρα χωρίς να χρειάζομαι διάλειμμα σε ζεστό χώρο. Έμπαινα σε μαγαζιά, σε μουσεία, σε καφενεία, όπου έβρισκα.
Περνώντας από το Τροκαντερό κοντά, μόλις είχα φωτογραφήσει την ελληνική εκκλησία προσπαθώντας να θυμηθώ ένα Πάσχα εκεί πριν τριάντα χρόνια, είχα φτάσει στο όριο των δυνάμεων μου και βρισκόμουν μπροστά στο μουσείο ανατολικής τέχνης Γκιμέ. Είναι ένα μουσείο που το απέφευγα ως τώρα συστηματικά, έχοντας αποφασίσει ότι η ανατολική τέχνη με ξεπερνά, δεν είμαι σε θέση να την παρακολουθήσω. Μου φτάνει η δυτική που ήδη είναι τεράστια για τη φτωχή μου αφομοιωτική ικανότητα στα εικαστικά, την ανατολική μπορώ να την αφήσω στην ησυχία της.

Αυτά ως εκείνη τη μέρα της προηγούμενης εβδομάδας που λόγω κρύου αποφάσισα να περάσω το κατώφλι του μουσείου ανατολικής τέχνης. Στο μεγάλο του προθάλαμο δεν μπορώ να πω ότι ζεστάθηκα αμέσως, έτσι προχώρησα μέσα, και να μην τα πολυλογώ, το τράβηξα, το απέφυγα, αλλά τελικά το περπάτησα σχεδόν ολόκληρο. Και πλέον δεν ανήκω σε αυτούς που έχουν εξοβελίσει την ανατολική τέχνη από τη ζωή τους, αλλά στους άλλους.
Βούδας του 5ου αιωνα
Από τη μια στην άλλη, οι αίθουσες με τράβηξαν. Νομίζω στη αρχή ήταν το χαμόγελο. Ρε συ, αυτοί χαμογελάνε σαν αρχαϊκές κόρες, σκέφτηκα και πλησίασα να δω. Είναι να μην κάνεις την αρχή, ύστερα σε τραβάνε κάτι τέτοια από το μανίκι και αιχμαλωτίζεσαι.
Εν ολίγοις, το μουσείο αυτό έχει εξαιρετικά έργα. Έχει μοναδικά γλυπτά και τοιχογραφίες, και υφάσματα, ακόμα και μια στούπα ολόκληρη στημένη μέσα, ένα μικρό ναό με θόλο. Και περπατώντας και βλέποντας τα αγάλματα και τα χαμόγελά τους, και τα πολλά χέρια μερικών και τα παράξενα σύμβολα που κρατάνε, κάνοντας αναπόφευκτες συγκρίσεις και συνειρμούς, με πιάνει η περιέργεια. Την οποία πηγαίνω να λύσω στο μικρό μαγαζί του μουσείου που πουλάει και βιβλία. Παίρνω ένα για την ινδική μυθολογία, ένα για το βουδισμό κι ένα για την ανατολική τέχνη. Διάβασα μιάμιση φορά το πρώτο (γιατί είναι πολύ περίπλοκη η ινδική μυθολογία) μία το δεύτερο, και το τρίτο δεν το άνοιξα ακόμα. Έμαθα δυο τρία πράγματα για τον Βισνού, τον Βράχμα και τον Σίβα, τα αγάλματα του οποίου πλημμυρίζουν το μουσείο, ακόμα και για την Κάλι και τις άλλες γυναικείες θεότητες, για τη θρησκευτική συμπεριφορά των Ινδών και για τις βασικές φιλοσοφικές τους αντιλήψεις. Έμαθα για τις θρησκείες της Ινδίας, για το πώς ο βουδισμός ενώ ξεκίνησε απο εκεί, τελικά μετά απο μια εποχή μεγάλης διάδοσης προχώρησε ανατολικότερα, και στην πατρίδα του σήμερα είναι σχεδόν ανύπαρκτος. Πήγε σε άλλη γή σε άλλα μέρη, άλλαξε, σε κάθε τόπο προσαρμόστηκε με τις ντόπιες συνήθειες και μορφές.
Μυθική βασίλισσα
Κυρίως αισθάνθηκα, περιδιαβαίνοντας τις αίθουσες εκείνου του μουσείου, ότι κάθε τόπος, όση ιδιαιτερότητα κι αν έχει, όσο μοναδικός κι αν είναι, και ισχυρός, όσο κι αν βρίσκεται μακριά και απομονωμένος, έχει σχέση με τους άλλους, εν προκειμένω με τους δικούς μας, μια σχέση που ξεχνάμε διαρκώς. Η ανατολική τέχνη, που προτιμούσα να την απωθώ για να μην μπλέξω με τα δύσκολα, ενώνεται με ένα μεταξωτό νήμα με τη δυτική τέχνη. Κυριολεκτικά μεταξωτό, το μετάξι ήταν το ακαταμάχητο προϊόν που ήθελαν οι δυτικοί και ταξίδευαν εκεί για να το εισάγουν. Κι όπως ταξίδευαν για να πάρουν, έδιναν κιόλας κατιτίς, κι όπως έπαιρναν άφηναν, κι άλλαζαν εκείνοι, άλλαζαν και τους άλλους. Κανένας εξερευνητής δεν υπήρξε πρώτος, κάποιος άλλος υπήρχε πάντα πριν απο αυτόν, κι ο πιο παλιός στα βάθη του χρόνου, ήταν ένας αδερφός που είχε αποχαιρετήσει τον αδερφό του, ή ίσως τον είχε σκοτώσει κι έφυγε μακριά. Η ανατολή είναι δίπλα, κι οι κοινοί θνητοί δεν θέλησαν ποτέ να δεχτούν τα σύνορα των ηγεμόνων, πάντα τους τραβούσε το εμπόριο, τα καραβάνια κι οι ανταλλαγές.



Κινέζος βούδας

Έτσι μια βόλτα στο κρύο Παρίσι μου άνοιξε τις μυρωμένες πύλες της Ανατολής, και τώρα που γύρισα στην Ελλάδα βλέπω με άλλο μάτι τους γείτονές μου από την Ινδία. Σκέφτομαι ότι μπορεί να είναι ινδουιστές, να πιστεύουν δηλαδή στους πολλούς θεούς του ινδουικού  πανθέου το οποίο είναι σαν την ελληνική μυθολογία, εξίσου πολύπλοκο, απέραντο, με χιλιάδες εκδοχές, θεότητες, ήρωες και ημιθέους, πολυθεϊστικό όσο γίνεται. Και πού θα μπορούν να φτιάχνουν τις γιρλάντες τους οι άνθρωποι, πού θα βρίσκουν αγάλματα να τις τυλίγουν;
Πόσο αφιλόξενα θα νιώθουν στην άσχημή μας πόλη.
 Δεν είναι μικρό πράγμα, μια θρησκεία που παρέμεινε πολυθεϊστική επί αιώνες, ένας λαός που δεν υπέστη αυτή τη μεγάλη αλλαγή του χριστιανισμού και του ισλαμισμού. Πώς να τον καταλάβουμε; Ξαφνικά σκέφτομαι για πρώτη φορά στη ζωή μου, ότι θα ήθελα κάποτε να πάω στην Ινδία. Όχι για τίποτε άλλο, για να δω τα λουλούδια με τα οποία στολιζουν τους θεούς τους, και που μάλλον μοιάζουν με τα στεφάνια που συνήθιζαν οι αρχαίοι έλληνες να στολίζουν τους δικούς τους. Αν ήμουν δωδεκαθεϊστής δηλαδή θα είχα φύγει ήδη.




"Οι ναυαγοί της τρελής ελπίδας"

Για το έργο της Μνούσκιν δεν έβρισκα εισιτήρια. Είπα, μια μέρα θα πάω εκεί πριν αρχίσει η παράσταση, μήπως πετύχω επιστροφή. Φαινόταν δύσκολο, πρέπει από το τέρμα του μετρό να πάρεις λεωφορείο για την παλιά Φυσιγγιοθήκη (Καρτουσερί). Επιπλέον, τη μέρα που το αποφάσισα, έπεσα σε μποτιλιάρισμα με το λεωφορείο, δεν πρόλαβα να περάσω απο το σπίτι να αφήσω τα συμπράγκαλα. Κουβαλούσα δυο ογκώδη βιβλία που είχα αγοράσει, μεταξύ άλλων. Κι έτσι φορτωμένη εμφανίστηκα στην πόρτα του θεάτρου την τελευταία στιγμή πριν κλείσει, και πήρα το τελευταίο εισιτήριο που κάποιος είχε επιστρέψει, σε περίοπτη θέση, με την καλύτερη δυνατή ακουστική και θέαση. Τυχερή.
Το έργο ήταν παράξενο, γοητευτικό και περίπλοκο. Ιστορία μέσα σε ιστορία, λογοτεχνία μέσα σε σινεμά, σινεμά μέσα σε θέατρο. Αλλά κυρίως, σοσιαλιστικές ιδέες μέσα στο παρελθόν, σαν ιδέες και σαν πράξη, σαν αυταπάτες και σαν γεγονότα. Όλα μαζί σε περιτύλιγμα κωμωδίας. Οι «Ναυαγοί της τρελής ελπίδας». Γραμμένο από την Ελέν Σιξούς πάνω στο βιβλίο του Βερν,  «Μαγγελανία»
Στη μεγάλη, χορταστική σκηνή του Θεάτρου του Ήλιου, η ιστορία πλέκεται σε τρία επίπεδα. Μια ομάδα πιονέρων κινηματογραφιστών γυρίζει ταινία με πρωτόγονα μέσα, τα οποία έχουν μεγάλη πλάκα βέβαια για μας, με σενάριο βασισμένο σε αυτό το βιβλίο του Βερν. Το γύρισμα γίνεται λίγο πριν ξεσπάσει ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος. Και οι κινηματογραφιστές είναι σοσιαλιστές, θέλουν να περάσουν μήνυμα μέσα από το έργο τους. Κάνουν τα γυρίσματα και τους τρώει η αγωνία, τι θα γίνει; Θα καταφέρουν οι σοσιαλιστές να ξεπεράσουν τις εντάσεις; Θα κερδίσει η χιονοστιβάδα προσβολών και ευθιξιών που οδηγεί στον πόλεμο; Και οι πασιφιστές, ο Ζωρές, τι θα κάνει; Δίνει πολιτικές μάχες χρόνια ολόκληρα κατά του πολέμου, κατά της υποχρεωτικής στράτευσης, προσπαθεί να οργανώσει τους εργάτες, να τους ενώσει με στόχο την ειρήνη και τη βελτίωση της ζωής τους. Θα τα καταφέρει;
Υπάρχει κάποια αισιοδοξία, τα συνδικάτα κέρδισαν πολλά πράγματα τα τελευταία χρόνια, ο πόλεμος τέλειωσε στα Βαλκάνια, οι άνθρωποι ελπίζανε ότι ήρθε η στιγμή οι λαοί να επωφεληθούν απο την τεχνολογία, να χειραφετηθούν απο τις ηγεσίες που ξεκινούσαν πολέμους για δικές τους ευθιξίες και φιλοδοξίες.
αφίσα στο φουαγιέ

Τη συνέχεια την ξέρουμε εμείς οι θεατές. Τον Ζωρές τον δολοφόνησε το 1914 ένας εθνικιστής νεαρός και ο πόλεμος ξεκίνησε εκείνη την ίδια χρονιά, μετά την άλλη δολοφονία, του αυστριακού διαδόχου στο Σεράγεβο. Οι πασιφιστές θα μείνουν μια εξευτελισμένη μειοψηφία που θα σηκώνουν την ύβρι των επιλογών τους, και θα τους αποκαλούσαν προδότες ένθεν και ένθεν οι εμπόλεμοι, επι χρόνια.  Ο πόλεμος, αναπόφευκτος, σάρωσε τα νιάτα των ευρωπαίων της εποχής εκείνης, με τρόπο που δεν είχε ξαναγίνει και που δεν ξανάγινε, για την  δυτική Ευρώπη τουλάχιστον, ούτε στον Δεύτερο Πόλεμο.
Ο πόλεμος εκείνος ήταν που φύτεψε στις ψυχές των ευρωπαίων την απόφαση να μην ξαναπολεμήσουν μεταξύ τους, και γι αυτό έζησαν τον Δεύτερο Πόλεμο σαν μια ιδιαίτερα οδυνηρή παρένθεση στην απόφασή τους. (Εδώ στην Ελλάδα  λέγανε «πουρκουάδες» τους γάλλους, μάλλον επειδή δεν είχε συμμετάσχει η Ελλάδα αρκετά στον Πρώτο πόλεμο, και δεν ήξεραν τι τίμημα είχαν πληρώσει οι υπόλοιποι ευρωπαίοι)

Διάλειμμα στο φουαγιέ

Γύριζε λοιπόν στη μεγάλη σκηνή η μανιβέλα της πρωτόγονης μηχανής λήψης, έστηναν οι ηθοποιοί τις σκηνές του Βερν, σκάγαμε στα γέλια εμείς το κοινό με τους βοηθούς που ταρακουνούσαν την άκρη από τα κασκόλ για να φαίνεται  ότι φυσάει, και τα κόσκινα που άδειαζαν το ψεύτικο χιόνι, κι ο πόλεμος πλησίαζε. Στην τελευταία σκηνή οι εναπομείναντες ναυαγοί έφευγαν σε πιο απομονωμένα μέρη, κατά την προσφιλή μέθοδο του Βερν, για να ζήσουν αμόλυντοι από την εισβολή των εκμεταλλευτών, κι εμείς ξέραμε ότι στην πραγματική ευρωπαϊκή ιστορία δεν υπήρξε διαφυγή, όλος ο κόσμος πέρασε από τις μυλόπετρες του Πολέμου. Αλλά βγήκαμε έξω με χαμόγελο, γιατί το έργο μας είχε γεμίσει τρυφερότητα για τις ουτοπίες των παππούδων μας, ή μάλλον των προπαππούδων, για τους σοσιαλιστές που είχαν νικηθεί παντοιοτρόπως αλλά όχι οριστικά και όχι εντελώς, για τους καλλιτέχνες και επιστήμονες που είχαν πάντα τις ιδέες ότι ο κόσμος αλλάζει μέσα από την τέχνη και με την επιστήμη.
Και για την αλήθεια όλων αυτών φυσικά. Γιατί έχουν δίκιο, όντως ο κόσμος αλλάζει με την τέχνη και την επιστήμη. Όπως είχαμε όλοι μας αλλάξει, πλουτίσει και γλυκάνει καθώς τρέχαμε με την ψυχή ζεσταμένη από το κόκκινο γλυκό κρασί του θεάτρου να προλάβουμε το τελευταίο μετρό.
Το βιβλίο για τον Βερν που είχα μεταφράσει το 2005
Στο φουαγιέ πουλούσαν και το βιβλίο του Βερν, τη "Μαγγελανία". Με βάση το βιβλίο αυτό, ο γιος του Ιουλίου Βερν, ο Μισέλ, έγραψε το πολύ πιο σοσιαλιστικό δικό του, τους "Ναυαγούς του Ιωνάθαν", όταν ο πατέρας του πέθανε, και το παρέδωσε να εκδοθεί με το όνομα Ιούλιος Βερν. Οι ναυαγοί πέρασαν απο διάφορα πολιτικά στάδια για να ανακαλύψουν ότι κανένα δόγμα δεν μπορεί να καλύψει τέλεια τις ανθρώπινες ανάγκες, και κάθε ιδεολογία όταν εφαρμόζεται παράγει ό,τι ακριβώς θέλει να αποκλείσει. Ήταν μια ιστορία με ξεκάθαρο πολιτικό μήνυμα, και θεωρούνταν το πιο πολιτικό βιβλίο του Ιουλίου Βερν. Πολύ αργότερα, πριν λίγες δεκαετίες δηλαδή, ανακάλυψαν οι ερευνητές τη λαθροπροσωπία αυτή, σε όλα σχεδόν τα βιβλία που παρέδωσε ο γιος μετά το θάνατο του πατέρα.
Κατά κάποιο τρόπο η Ελέν Σιξούς κάνει ό,τι και ο γιος του Βερν. Παίρνει ένα βιβλίο του και το αλλάζει κατά βούληση. Αντί για μια πολιτική ουτοπία, όπως είχε γράψει ο υιός Βερν, εκείνη γράφει αυτή το χρονικό της αρχής του 20ου αιώνα, μέσα απο τις περιπέτεις των πρωτοπόρων του σινεμά. Οι "Ναυαγοί του Ιωνάθαν" γίνονται "Ναυαγοί της τρελής ελπίδας".
Είχα μεταφράσει στα ελληνικά πριν μερικά χρόνια το βιβλίο του Λυσιάν Μπογιά "Τα παράδοξα του μύθου Ιούλιος Βερν" , που αναφερόταν εκτενώς στις οικογενειακές και αρκετά ψυχαναλυτικές αυτές περιπέτειες, τη σχέση του πατέρα Βερν με το γιο. Αλλά δεν έχω διαβάσει κανένα απο τα δυο βιβλία, ούτε τη "Μαγγελανία", ούτε τους "ναυαγούς του Ιωνάθαν". Οι ουτοπίες είναι πιο χαριτωμένες και συγκινητικές μέσα απο φίλτρα σαν αυτά  της παράστασης.
Αργότερα βρήκα αυτό το τραγούδι του Μπρελ για την εποχή εκείνη, με σχετικές φωτογραφίες, και το αναπάντητο ερώτημα (αν και όχι τόσο αναπάντητο τελικά) "Γιατί σκότωσαν τον Ζωρές;"
 

To λινκ για τον ιστότοπο του Theatre du Soleil:

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...