Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

Φροντιστής σκηνής: Η Αθήνα του μαρκήσιου

Φαίνεται πως ο μαρκήσιος ντε Νουαντέλ, πρεσβευτής της Γαλλίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, είχε ακούσει για την πόλη Αθήνα και ήθελε να τη δει. Την επισκέφτηκε το 1674 παίρνοντας μαζί του ένα ζωγράφο, ο οποίος τον απαθανάτισε με κόκκινο μακρύ πανωφόρι, μάλλον ανατολίτικης μόδας, να γίνεται δεκτός από τις τοπικές αρχές έξω από την πόλη. Πίσω του ζωγράφισε την Αθήνα ανφάς γύρω από το ψηλό της κάστρο, την Ακρόπολη, με το πιο σπάνιο τζαμί που έγινε ποτέ στην κορυφή, τον Παρθενώνα ολόκληρο..  Στο βάθος έβαλε τη θάλασσα και τα νησιά, αριστερά, στην εξοχή, τις κολώνες από τον αρχαίο ναό του Ολυμπίου Διός.
Το πρώτο πράγμα που με τραβά στο μεγάλο αυτό πίνακα είναι οι φερετζέδες δυο γυναικών στη δεξιά πλευρά που παρακολουθούν από μακριά την άφιξη του Γάλλου. Φέτος για να αντέξω τη δύσκολη σκηνή, που είναι η Αθήνα, κάνω βουτιές στα παρασκήνια, στις μαρτυρίες του παρελθόντος της. Έχω μπει για πρώτη φορά στη ζωή μου στο Μουσείο της Πόλεως των Αθηνών, στην πλατεία Κλαυθμώνος, το πρώτο παλάτι του Όθωνα όπως γράφει, και οπλίζομαι με υπομονή για να αποκρυπτογραφήσω όσο θα αντέξουν τα πόδια μου ρομαντικές εικόνες της Αθήνας. Δεν περίμενα αυτό το λεπτομερειακό ρεπορτάζ από μια εποχή που ξεχνάμε ότι υπήρξε. Δεκατρία χρόνια πριν ο Μοροζίνης βομβαρδίσει την Ακρόπολη. Είναι μια μικρή πόλη, σαν τις μεσαιωνικές, με τείχος τριγύρω, γεμάτη κόκκινες στέγες. Συμμαζεμένη, περιορισμένη, σαν τις πόλεις που ξετρελαίνουν τους τουρίστες στην Ευρώπη με το μικρό μέγεθος του παρελθόντος τους, όπου χαρούμενα παιδιά ανεβαίνουν στα τείχη και κάνουν τρέχοντας το γύρο. Οι οχυρώσεις είναι πια παιδικές χαρές, οι παλιές μικρές πόλεις είναι πια ανοιχτές σε όλους, απρόσιτες στα αυτοκίνητα, γεμάτες μαγαζάκια. Η χαρά του παιδιού. Η μικρή τους κλίμακα εξημερώνει τη σχέση με την έννοια της πόλης, το βάθος του χρόνου εξοικειώνει με τη σύγχρονη μεγαλούπολη.
Αυτή η πόλη δεν υπάρχει στις δικές μας γνώσεις, στην αίσθηση της συνέχειας που αποκτάμε για την Αθήνα. Είναι σα να έχουμε βάλει στο μυαλό μας ένα κάγκελο, όπως στην Αρχαία και τη Ρωμαϊκή Αγορά, και δεν μπορούμε να φανταστούμε τους τοίχους και τις κολώνες τους να στηρίζουν σπιτάκια ή τέντες που σκίαζαν τα μαγαζάκια, δρόμους σκονισμένους ανάμεσα στα ερείπια της Αδριάνειας βιβλιοθήκης, κεραμίδια πάνω από αρχαίους, μεγάλους τοίχους. Αν μπορούσα να δω την πόλη έτσι θα σταματούσα να χάνομαι, θα αποκτούσα επιτέλους το αίσθημα προσανατολισμού που λείπει από τη ζωή μου, κάνω τη σκέψη αυτή καθώς πλησιάζω στο μεγάλο πίνακα του Jacques Carrey, ο οποίος είναι ‘διαρκές δάνειο της πόλης Σαρτρ’.
Η Αθήνα δεν ήταν ακριβώς σαν μούμια που μόλις έρθει σε επαφή με το οξυγόνο διαλύεται, αφού ανάπνεε ήσυχα κάτω από το πέπλο της λήθης, αλλά αυτός ο φιλομαθής μαρκήσιος με το ζωγράφο του είδαν κάτι που κανένας άλλος δεν πρόλαβε να δει, ή έστω να καταλάβει ότι έβλεπε. Μέχρι τότε τη ζωγράφιζαν όπως τη φαντάζονταν, με τις κολώνες και τα ερείπια ατάκτως ερριμμένα. Ο πρεσβευτής είδε μια ζωντανή μικρή πόλη με το παλιό μεγαλείο ανακυκλωμένο στη μικρομεσαία της πραγματικότητα. Μετά το πέρασμα του όλα άρχισαν να αλλάζουν πιο γρήγορα.  Ενάμιση αιώνα αργότερα το λαμπρό παρελθόν της θα καταπιεί τα ενδιάμεσα στοιχεία. Λίγες δεκαετίες μετά το άπληστο παρόν θα τυλίξει τα πάντα, σα μαγικό δάσος που κλείνει εκείνο το παλάτι με τη βασιλοπούλα που κοιμόταν εκατό χρόνια. Το πριγκιπόπουλο είναι ο θεατής, ας πούμε εγώ που κοντεύω να φιλήσω την επιφάνεια του διαρκούς αυτού δανείου.
 http://issuu.com/greekfestival/docs/ef-29?mode=window&pageNumber=1
http://www.greekfestival.gr/gr/article55.htm
Δημοσίευση σχολίου

Αλλο είναι το έπιπλο

Με ξάφνιασε το πάθος της αντίδρασης στο άρθρο του Καλύβα, περισσότερο από τις ίδιες τις απόψεις του, οι οποίες δεν θα φανταζόμουν, ε...