Κυριακή, 1 Μαΐου 2011

I still love Πρωτομαγιά

Μ’ αρέσει πολύ η Πρωτομαγιά. Μ’ αρέσει αποβραδίς, όταν πέφτει η νύχτα δροσερή και φαντασιώνομαι πως κόβω λουλούδια από κήπους της Κυπριάδου. Δεν το έχω κάνει ποτέ, αλλά έτσι αποφάσισα ότι πρέπει να συμβαίνει, όταν έμαθα από τη φίλη μου τη Μαργαρίτα πως πρέπει να κλέβεις τριαντάφυλλα την παραμονή της Πρωτομαγιάς για να φτιάξεις το στεφάνι την άλλη μέρα.
Εκείνο που έχω κάνει την παραμονή της Πρωτομαγιάς ήταν να κυκλοφορήσω με τραμ στη Βιέννη, το 1967, με τους γονείς μου. Είχε γίνει μόλις η χούντα στην Ελλάδα, κι ήμασταν πολύ δυστυχείς οικογενειακώς, και κοιτάζαμε με ζήλια τις παρέες των νεαρών που μπαινόβγαιναν στο τραμ κρατώντας πανό, που γελούσαν και χαιρετιόντουσαν κλείνοντας ραντεβού για την επόμενη μέρα. Κι ήταν μυρωμένος ο αέρας. Σα να κόβεις λουλούδια στην Κυπριάδου.
Ήμουν δεκατεσσάρων χρονών, είχα απίστευτη λαχτάρα να τρέξω κι εγώ στους δρόμους με πανό, το περίμενα πώς και πώς, το θεωρούσα το άκρον άωτον της ελευθερίας και της απόλαυσης, και ξαφνικά είχε γίνει δικτατορία. Και σα να μην έφτανε αυτό, είχαμε βρεθεί και στη Βιέννη για λόγους υγείας, να πρέπει να βλέπουμε τη βιεννέζικη Πρωτομαγιά.
Δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου τέτοιο θέαμα, δεν έχω συγκλονιστεί ξανά με συγκέντρωση κόσμου, όπως αυτή η Πρωτομαγιά που έτυχα στη Βιέννη το 1967. Θα πρέπει να είχε κατέβει ο μισός πληθυσμός της, δεν ήταν και καμιά μεγάλη πόλη. Περνούσαν και περνούσαν οι άνθρωποι κι εμείς κλαίγαμε οικογενειακώς παρακολουθώντας τους από το πεζοδρόμιο. Κλαίγαμε, γιατί όλοι αυτοί φωνάζανε ένα σύνθημα, ένα και μοναδικό που δεν σταμάτησαν να το φωνάζουν από το πρωί μέσα στον ήλιο, ως το βράδυ που νύχτωσε:
Freiheit in Griechenland!
Ελευθερία στην Ελλάδα!
Περνούσαν και περνούσαν κι ήταν ατέλειωτοι, όλοι με τα συνδικάτα τους και τα ρούχα της δουλειάς. Οι γιατροί με τις άσπρες μπλούζες, οι νοσοκόμες με τις στολές, οι εργάτες με τις φόρμες τους, τα κράνη τους, οι φοιτητές με τα κανονικά τους ρούχα, όλοι συντεταγμένοι, κρατώντας γαρύφαλλα και φορώντας διάφορες κόκκινες κονκάρδες, κι όλοι με την ίδια φράση, την ίδια φωνή, το ίδιο σύνθημα, τον ίδιο θυμό: Ελευθερία στην Ελλάδα! Τους έβλεπες κι έλεγες, πόσο θα κρατήσει η χούντα, δεν θα αντέξει, θα τη ρίξει η πνοή αυτού του κόσμου!
Περπατούσαμε κι εμείς πάνω –κάτω μέσα στον κόσμο αυτό, προσπαθούσαμε να καταλάβουμε, κανείς μας δεν ήξερε γερμανικά, ξαφνικά βλέπουμε μια φωτογραφία μπροστά στο Δημαρχείο τους, μια κατασκευή είκοσι μέτρα ύψος τουλάχιστον που έδειχνε έναν άντρα, «Ο Γλέζος! μου λέει ο πατέρας μου, έχουν φωτογραφία το Γλέζο!»
Κι έτσι έμαθα μαζεμένα εκείνη τη μέρα, πρώτα λίγες λέξεις στα γερμανικά, κι ύστερα ποιος ήταν ο Γλέζος, τι είχε κάνει, καθώς και ποιοι ήταν οι Βιεννέζοι, για τους οποίους έχω ακούσει έκτοτε του κόσμου τα κλισέ και τις προκαταλήψεις, κι έχω καταλήξει στο συμπέρασμα πως εκείνη τη μέρα, αν και υπάρχουν έλληνες παντού, θα πρέπει να ήμασταν οι μόνοι που την είδαμε, εκείνη την Πρωτομαγιά.
Έχω πάντα μια προσδοκία την Πρωτομαγιά. Ακόμα και τώρα που έχω σιχαθεί τις πορείες και δεν υπάρχει περίπτωση να με πας ούτε δεμένη σε διαδήλωση, κάτι μέσα μου τραγουδάει και χοροπηδάει στους δρόμους. Κάτι μέσα μου ακόμα ελπίζει τη συμφωνία με κάποιο πλήθος, τη βάπτιση στη συλλογική ψυχή. Αθάνατο αριστερό φολκλόρ. Καλύτερα θα μάθαινα χορό, να ήξερα πώς τελετουργικά εκφράζεται η ανάγκη αυτή και ικανοποιείται.
Βγαίνω και μαζεύω λίγα λουλούδια, το έχω γυρίσει πλέον στο παγανιστικό, με τα παιδιά έφτιαχνα στεφάνια όσο ήταν μικρά, σήμερα φτιάχνω ένα μπουκέτο και θυμάμαι την Αλίκη που είχαμε κάνει μαζί εκδρομές, είχαμε πλέξει στεφάνια, κι είχαμε πλέξει επίσης προσδοκίες και βεβαιότητες για τις συγκινήσεις της φιλίας μας, αν μη τι άλλο. Με πιάνει ξαφνικά μια αμφιβολία, της είχα πει για κείνη την Πρωτομαγιά στη Βιέννη, την Freiheit in Griechenland και το πορτρέτο του Γλέζου; Μα βέβαια θα της είχα πει, είχαμε φλομώσει η μια την άλλη με παλιές ιστορίες, άρα δεν έχει νόημα να αμφιβάλω. Θα τηλεφωνιόμασταν και θα θυμόμασταν διάφορα σήμερα, αλλά δεν είμαι θλιμμένη καθώς τη σκέφτομαι, κοιτάζω τη φωτογραφία της και σχεδόν μιλάμε.
Πέρσι τέτοια εποχή ήμασταν στο Εδιμβούργο, και επισκεφτήκαμε φίλους σε ένα σπίτι που είχαμε μείνει πριν οκτώ χρόνια με ανταλλαγή, στην Κάρολ. Η Κάρολ, με την οποία αλληλογραφούμε, μας πήγε στην πλατεία της γειτονιάς της και μας έδειξε κάτι γλάστρες με ανθισμένες πρίμουλες. «Αυτές τις φύτεψα εγώ μαζί με τις φίλες μου» μας είπε.
Νομίζω ότι θα μου άρεσε πολύ να φυτέψω μια μέρα γλάστρες μαζί με τις φίλες μου σε μια πλατεία της Αθήνας. Μπορεί να ακούγεται πολύ ταπεινή ως προσδοκία, αλλά πλέον μου αρκεί. Κι ας ειρωνεύονται οι φίλοι επαναστάτες τους Ατενίστας.
Καλά κουράγια. Ο μήνας θα είναι δύσκολος, με εξαιρετική παραγωγή κακογουστιάς, ως συνήθως.

Δημοσίευση σχολίου

Πώς μένουν λεπτές οι Γαλλίδες;

Βλέποντας την Μπριζίτ Μακρόν στην Αθήνα αναρωτήθηκα γι άλλη μια φορά, όπως νομίζω, πολλές και πολλοί, ποιο να είναι το μυστικό της και μ...