Πέμπτη, 19 Ιανουαρίου 2012

Το κουλούρι του άστεγου

Η Φατίμα και τα αδέλφια της μαζί με το κουλούρι
Αυτές οι γυναίκες από το Αφγανιστάν όλο χαμογελάνε. Είναι κάτι ανεξήγητο, πού το βρίσκουν τέτοιο κέφι; Το καλοκαίρι εντάξει, έβγαιναν όλες μαζί βόλτα με τα πιτσιρίκια τους στο πάρκο, μιλούσαν μεταξύ τους και χαμογελούσαν. Τώρα πετυχαίνω πού και πού καμία μονάχη με τα πιτσιρίκια της, πάλι χαμογελάν.
Είναι μυστήριο. Τόσο ευχαριστημένες είναι πια που βρέθηκαν στον παράδεισο της Δύσης; Ή μήπως τους έχουν δώσει κάποια συμβουλή του στυλ: «εκεί που θα πάτε, κοιτάτε να είστε ευχάριστες, για να σας κρατήσουν και να μη σας βάλουν σε κανένα αεροπλάνο επαναπατρισμού στα γρήγορα»;
Πού τις επαναπατρίζουν αυτές και τα παιδιά τους είναι επίσης μυστήριο. Δεν ξέρουν καμία γλώσσα να μιλήσουν, μόνο φαρσί. Τρομερό να μιλάς τα φαρσί σε έλληνες που ξέρουν φαρσί ένα σωρό γλώσσες πλην των φαρσί. Το μόνο που καταλαβαίνουμε από όσα λένε είναι «Αφγανιστάν». Ίσως είναι Αφγανές που έρχονται διωγμένες από το Ιράν. Πρόσφυγες που περνάνε στο Ιράν, αλλά είναι ανεπιθύμητοι. Ποιος ξέρει τι ταξίδι έχουν κάνει για να φτάσουν ως εδώ. Πού μένουν, που κοιμούνται με τα παιδιά τους; Γιατί έφυγαν; Δεν μοιάζουν οικονομικοί μετανάστες. Είναι καλοβαλμένες οι γυναίκες, τα παιδιά καθαρά, προσεγμένα. Πόσο θα αντέξει αυτή η όψη τους, η κάπως αξιοπρεπής; Πού θα καταλήξουν; Τι πέρασαν; Πού θα βρίσκονται σε μισό χρόνο;
Χτες μια πολύ νεαρή μητέρα έκανε βόλτα με τέσσερα πιτσιρίκια. Μαντίλα η μαμά, μαντίλα και η μεγαλύτερη κόρη που ήταν γύρω στα έντεκα και παρίστανε ότι πρόσεχε τα μικρότερα. Τρέχανε, παίζανε, τα είδε ένας  που λιαζόταν σ’ ένα παγκάκι, σηκώθηκε και τους έδωσε το  κουλούρι του. Μεγάλος πειρασμός, να δίνεις κάτι σε παιδιά, ειδικά όταν δεν ζητάνε. Η όψη του δωρητή ήταν πολύ πιο άθλια από τα ξένα  γυναικόπαιδα, έμοιαζε με άστεγο, ωστόσο επέμενε να δώσει το κουλούρι στο μικρότερο κορίτσι. Βουβή συνεννόηση. Η μαμά δέχτηκε να το πάρει. Τα άλλα παιδιά δεν ζήλεψαν, δεν γκρίνιαξαν, δεν ζήτησαν κομμάτι. Δεν φαίνονταν να πεινάνε, ήταν μάλλον προς το γεματούτσικο. Έχουν φαγητό. Πού να το βρίσκουν, ποιος τους φροντίζει, πώς τα βγάζουν πέρα με τα διαβατήρια, τις αιτήσεις ασύλου, τα σύνορα, τον τελικό προορισμό; Πού άφησαν το σπίτι τους, σε χωριό ή σε πόλη; Θέλουν να γυρίσουν πίσω; Θέλουν να ζήσουν στην Ευρώπη; Πώς αγοράζουν ψωμί; Τι βλέμματα αντικρίζουν όταν περπατάνε στην Πατησίων;
Πλησίασα με τη φωτογραφική μου μηχανή. Να βγάλω μια φωτογραφία, ρωτάω. Στήνεται η οικογένεια, πίσω η μαμά, μαζεύει τα παιδιά μπροστά, ύστερα για τη δεύτερη πόζα, τ’ αφήνει μόνα τους. Αφγανιστάν, μου λέει. Το κορίτσι με τη μαντίλα δείχνει ένα- ένα τ’ αδέρφια της, λέει τα ονόματα τους. Εκείνη τη λένε Φατίμα.
Αν είχα μια καλύτερη κάμερα θα έβγαζα φωτογραφία σαν του National Geographic. Πάντα αφγανές βάζει στα εξώφυλλα του. Δεν βοηθάει βέβαια πολύ το ντεκόρ εδώ,  είναι κι αυτό το ξεκάρφωτο χαμόγελο.
Δημοσίευση σχολίου

Αλλο είναι το έπιπλο

Με ξάφνιασε το πάθος της αντίδρασης στο άρθρο του Καλύβα, περισσότερο από τις ίδιες τις απόψεις του, οι οποίες δεν θα φανταζόμουν, ε...