Δευτέρα, 30 Ιουλίου 2012

Εδώ είναι το ταξίδι


Πώς ξεκίνησε ένας καθηγητής αρχαίας Ιστορίας να ασχολείται με τα μονοπάτια τόσο συστηματικά, θέλω να μάθω καθώς καθόμαστε στη δροσιά της πλατείας μετά το τέλος του συνεδρίου στο Συρράκο. Ήταν ένα συνέδριο τοπικής ενδοσκόπησης, κατά κάποιο τρόπο, το χωριό κι η περιοχή του περιγράφηκε από πολλές μεριές, και στην ουσία το βλέπουμε με καινούργια μάτια καθώς βγαίνουμε από την αίθουσα «Κώστας Κρυστάλλης» (πώς αλλιώς θα μπορούσε να λέγεται;)
Ο Γιάννης Πίκουλας που μας μίλησε για το δίκτυο συγκοινωνιών του χωριού στην εποχή της ακμής του, δεν είναι ντόπιος, κάθε άλλο, ωστόσο μοιάζει να έχει περπατήσει κάθε μονοπάτι, λιθόστρωτο, καλντερίμι και μουλαρόδρομο που μπορεί να περπατηθεί στην περιοχή. Και, προσοχή, αυτές οι λέξεις έχουν όλες διαφορετική σημασία, όπως μας εξήγησε, δίνοντας ένα νέο στόχο στους συστηματικούς περιπατητές, να προσπαθούν κάθε φορά να κατατάσσουν το δρόμο που περπατούν στη σωστή κατηγορία. Μεγάλες αρτηρίες και μικρά περάσματα φτιάχνουν ένα δίκτυο που ενώνει τα χωριά μεταξύ τους κι όλα μαζί με τις πόλεις της περιοχής.
Βέβαια το Συρράκο στα χρόνια της ακμής του δεν θα το έλεγες χωριό, μάλλον κωμόπολη ήταν, με πολλά εργαστήρια επεξεργασίας των δικών του προϊόντων, ακόμα και με ένα είδος ταξικής πάλης, τη διαρκή αντίθεση ανάμεσα στους «ραφτάδες», όπως λέγονταν οι έμποροι και βιοτέχνες, και στους κτηνοτρόφους.
Δύσκολα φαντάζεται κανείς μια τόσο παραγωγική ζωή στ’ άγρια αυτά βουνά επί αιώνες, αλλά σχεδιάζοντας το δίκτυο της συγκοινωνίας που γινόταν με άλογα, κυρίως όμως με μουλάρια και μόνο για απλές ανάγκες με γαϊδούρια, κάπως αρχίζει να βλέπει την εικόνα πιο καθαρά. Αν έχεις ένα γερό ζώο για κουβάλημα ανθρώπων, αποσκευών, και γενικά των πάντων, τότε μπορείς να κάνεις πολλά.
Πριν την ομιλία του ο καθηγητής μας μοίρασε ένα χάρτη με σχέδιο των δρόμων για μουλάρια, που ήταν οι μεγάλοι, φαρδιοί και προσεγμένοι δρόμοι, και των μονοπατιών για πεζούς ή μικρότερα ζώα και λιγότερο φορτωμένα, που ήταν οι μικρότεροι. Έχει πράγματι περπατήσει αυτά τα μέρη, με το δικό του τρόπο, δηλαδή όχι μόνο σαν ορειβάτης, αλλά και σαν παρατηρητής ιστορικών χρήσεων και ερευνητής. Αν και ο τομέας του είναι η αρχαία Ιστορία, διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, ασχολείται με όλων των αιώνων τα περάσματα, αφού υπήρξε ορειβάτης πριν γίνει επιστήμων και κατάφερε να διαβεί τους δρόμους της ζωής συνδυάζοντας και τα δυο. Τον ζηλεύω. Έχει περπατήσει την Ελλάδα και τις γειτονικές χώρες αρχαίων πολιτισμών, έχει ανέβει πολλές φορές στις Άλπεις. Μιλώντας μαζί του βλέπω νοερά για πρώτη φορά ξεκάθαρα τα βουνά να παίρνουν θέση στις ιστορικές αλλαγές, στους χώρους που γνωρίζω. Τι συναρπαστική εμπειρία, να περπατάς διαβάζοντας τα μέρη που βλέπεις και πατάς, να αναγνωρίζεις εποχές μέσα από τα ελάχιστα ίχνη και να μπορείς να φαντάζεσαι το βλέμμα των οδοιπόρων πριν από σένα, τις ανάσες που έπαιρναν, τις κορυφές και τους ορίζοντες που αντίκριζαν.
Πώς ξεκίνησε αυτή η πορεία;
Παίρνοντας το πτυχίο του Ιστορικού Αρχαιολογικού τμήματος είχε σκοπό να φύγει στο εξωτερικό για μεταπτυχιακό, πράγμα που δεν έγινε, για οικογενειακούς λόγους. Έμεινε στην Ελλάδα, έπιασε δουλειά, ξεκινώντας παράλληλα ένα μεταπτυχιακό εδώ. Από την ιδέα του επιβλέποντος καθηγητή, σχετικά με την Οικονομία της αρχαίας Αρκαδίας, ξέφυγε προς την τοπογραφία της ίδιας περιοχής. Έτσι μπόρεσε να συνδυάσει την ψυχαγωγία με την έρευνα. Έχει περπατήσει, και δημοσιεύσει ένα βιβλίο για τους δρόμους του λαδιού στην ανατολική και νότια Πελοπόννησο, για την περιήγηση του Παυσανία που επίσης περπάτησε, και παραδίνει τώρα στο τυπογραφείο  ένα βιβλίο για τους δρόμους της αρχαίας Σπάρτης.
Και συνεχίζει να οδοιπορεί, συχνά με ομάδες φοιτητών που μαθαίνουν να αναγνωρίζουν επιφανειακά ευρήματα, κυρίως κεραμικά, πάντα με κιάλια που χρησιμοποιούν διαρκώς για να καταλάβουν τη φιλοσοφία του δρόμου. Φεύγοντας από δω θα πάνε στον Ταΰγετο, που θεωρεί ότι είναι από τα ωραιότερα και πιο παρθένα βουνά. Δεν τολμάω να πω ότι εμένα μου αρέσουν τα μη παρθένα, τα καλά πατημένα, καλά σημαδεμένα μονοπάτια, όπου ελπίζω να βρίσκω κόσμο Ανήκουμε σε διαφορετικές κατηγορίες περιπατητών, όσοι δεν περπατούν καθόλου θεωρούν πως είμαι ορειβάτης, αλλά σχετικά με τους αληθινούς ορειβάτες εγώ πηγαίνω στο νηπιαγωγείο.
Μια παρέα γερμανών εφήβων από ένα περιβαλλοντικό σχολείο που φέρνει κάθε χρόνο μαθητές στο Συρράκο, φτάνει στην πλατεία και βγάζει από τις πλάτες τα σακίδια να ξεκουραστεί στη σκιά του πλάτανου. Αυτά τα παιδιά είναι οι τέλειοι τουρίστες για βουνά, ακούραστα, ορεξάτα, με σεβασμό στο περιβάλλον. Αναρωτιέμαι αν τους μαθαίνουν τη λειτουργία των μονοπατιών όπως την έμαθα μόλις τώρα, κι αν θα μπορούσαν όλες αυτές οι γνώσεις να γίνουν φυλλάδια, να γίνουν χάρτες, να προσελκύουν κόσμο που θα ενίσχυε την οικονομία αυτού του ωραίου, του ξαναγεννημένου στην ουσία χωριού. Γιατί αφότου οι κτηνοτρόφοι εγκατέλειψαν σιγά- σιγά τη σκληρή ζωή τους, έναν αιώνα τουλάχιστον μετά τους ραφτάδες που είχαν πρώτοι εγκαταλείψει το χωριό, τα σπίτια ξαναχτίστηκαν τώρα τελευταία, πριν αρχίσει η κρίση, με πέτρα και προδιαγραφές. Κι αυτή τη στιγμή είναι ανοιχτό το ερώτημα αν και κατά πόσον μπορούν να ζωντανέψουν στ’ αλήθεια.

Δημοσίευση σχολίου