Σάββατο, 14 Ιουλίου 2012

Λιπος που δεν καίγεται


Διακριτικά μεταφερόμεθα στας εξοχάς
Το Λαύριο είναι σα να ζει σε παράλληλο Σύμπαν. Όταν έρχεσαι εδώ από την κατακαημένη Κυψέλη παθαίνεις πολιτιστικό σοκ. Κάθε χρόνο μεγαλώνει, νέα μαγαζιά, νέες πλατείες, νέοι δρόμοι. Πού βρίσκονται διαρκώς λεφτά γι αυτή την πόλη;
Στο λιμάνι είχαν χτίσει ένα τεράστιο εμπορικό κέντρο πριν λίγα χρόνια. Το έβλεπα να προχωράει αργά, θα μείνει έτσι φάντασμα, έλεγα μέσα μου. Και νάτο φέτος τελειωμένο, γεμάτο περιποιημένα καφενεία. Μέχρι και Jumbo άνοιξε.
Το δημοτικό σινεμά έκλεισε όμως. Σε έναν ωραίο χώρο με ευκαλύπτους, ήταν η καλύτερη έξοδος για τη μητέρα μου, που περνά εδώ τα καλοκαίρια της και είναι σινεφίλ. Δυστυχώς το έχασε αυτό. Με τόση κίνηση δεν θα μπορούσε ένας ιδιώτης να το αναλάβει; Άντε όμως να βγάλεις άκρη με τις δημοτικές δουλειές.
Την πήρα ένα βράδυ και πήγαμε για παγωτό στην καινούργια Δωδώνη. Στο λιμάνι σουλατσάρει κόσμος, πηγαινοέρχονται αυτοκίνητα, υπάρχει μια εικόνα πόλης που ακόμα διαμορφώνεται. Έχει κομμάτια καλοφτιαγμένα κι άλλα τσαπατσούλικα, σα γιαπί που δεν λέει να τελειώσει. Το λιμάνι μεγαλώνει ολοένα, να πηγαίνουν τα πλοία σε πολλά νησιά. Κι ο κόσμος πηγαίνει στα νησιά αυτές τις μέρες, αυτό είναι βέβαιο.
Πηγαίνοντας για το παγωτό χρειάστηκε να περπατήσουμε για αρκετή ώρα μέσα στο δρόμο, δίπλα στ’ αυτοκίνητα. Μου κακοφαινόταν να βλέπω τη μαμά μου να πηγαίνει στην άκρη του δρόμου σέρνοντας τα πόδια της. Έχει ένα σκύψιμο που δεν θα αλλάξει πια, και δίπλα στ’ αυτοκίνητα φαινόταν τόσο μικρή, όσο φαινόταν. Λίγο να έκανε στο πλάι ένα από δαύτα θα την έλειωνε και δεν θα την είχε δει καν. Ωστόσο περπάτησε αποφασιστικά και χωρίς γκρίνια, έχοντας αποδεχτεί την κατάσταση, όπως όλος ο κόσμος. Αν ήμουν μόνη ή με πιο νεανική παρέα, μπορεί να μου άρεσαν όλα περισσότερο. Αλλά τα γηρατειά είναι εκεί, μας περιμένουν όλους, κι οι πόλεις που τα περιφρονούν μοιάζει να μας χλευάζουν συλλήβδην.
Σάββατο πρωί πήγα στο σούπερ μάρκετ. Είχε πάρα πολύ κόσμο, ουρές παντού. Στα τυριά έπαιρνες χαρτί προτεραιότητες και φώναζαν τους αριθμούς. Ένας χοντρός στο τηλέφωνο παρακαλούσε τη γυναίκα του να κάνει υπομονή, ο αριθμός του πλησίαζε.
Στο ζύγισμα των λαχανικών άλλες ουρές, Αγόρασα λεμόνια Αργεντινής, ήταν τα πλησιέστερα που υπήρχαν. Περιμένοντας να τα ζυγίσουν χάζευα τους πελάτες. Μερικοί είχαν πελώρια καρότσια τίγκα ως επάνω. Κι ήταν όλοι χοντροί, μα όλοι. Βάλθηκα να ανακαλύψω έναν κανονικό άνθρωπο από άποψη βάρους. Υπήρχε μόνο μια πωλήτρια. Φορούσε μάλιστα μια μπλε μπλούζα, όπως όλες, αλλά με δυο πένσες στη μέση. Αναρωτήθηκα αν ένιωθε ανώτερη εκεί μέσα, με τόσες υπέρβαρες να την περιτριγυρίζουν. 
Στη Σκωτία μου φάνηκε πως οι άνθρωποι είχαν παχύνει μέσα στα δυόμιση χρόνια που είχα να πάω.  Φαίνεται πως είναι πανευρωπαϊκό φαινόμενο. Οι άνθρωποι βλέπουν τηλεόραση, πίνουν κοκακόλες και τρώνε ανθυγιεινά, οπότε παχαίνουν. Συσσωρεύουμε λίπη για μια δύσκολη στιγμή που δεν θα έρθει. Το πιο δύσκολο πράγμα είναι η καθημερινότητά μας, η ευκολία της. Να βγεις από αυτή τη φτηνή παχυντική αδράνεια που μας περιτριγυρίζει,. Να κάνεις κάτι.
Περίμενα στην ουρά κι ένας χοντρός μπήκε μπροστά μου κι άρχιζε να με βρίζει, ότι του είχα πάρει τη θέση. Πήρα αυστηρό ύφος, του είπα ότι αυτός προσπαθούσε να πάρει τη δική μου. Έφυγα λουσμένη στον ιδρώτα και στην αγανάκτηση του. Έξω τα τεράστια αυτοκίνητα εμπόδιζαν το ένα το άλλο προσπαθώντας να παρκάρουν δίπλα σε ξεχειλισμένους κάδους σκουπιδιών, όσο γινόταν πιο κοντά στο σουπερ μάρκετ. Καινούργια αυτοκίνητα, μεγάλα, λαμπερά, σε μια σκονισμένη, ανασούμπαλη πόλη. Ακόμα έτσι.
Το βράδυ οι γείτονες συζητούσαν πολιτικά. Τι θέλουν οι αμερικάνοι για μας, τι επιδιώκουν οι γερμανοί. Και οι γάλλοι, τι λένε οι γάλλοι; Αλλά υπάρχουν κι οι Τούρκοι. Και οι εβραίοι φυσικά. Πολύ δύσκολη κατάσταση, να πρέπει να είσαι στο μυαλό όλων αυτών για να βγάλεις συμπέρασμα. Κι εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε φαίνεται. Μόνο να υποθέτουμε τι επιδιώκει ο καθένας, να μαζευόμαστε και να τρώμε. 
Δημοσίευση σχολίου