Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2012

Αμφίβια ζωή


Μ’ αρέσει ο κόσμος που κατεβαίνει για μπάνιο τα καλοκαίρια, όλο και πιο πολύς, όλο και πιο εξοικειωμένος με τη θάλασσα. Αυτή η αποκάλυψη σωμάτων, συνηθειών, ονομάτων, σχέσεων, φόβων και θάρρους, η έκθεση τόσων πραγμάτων σε κοινή θέα, η έκθεση των σωμάτων γυμνών στο νερό. Η τηλεόραση μπορεί να δείχνει τους τέλειους κώλους με συνέπεια, εκεί που πάω εγώ η τελειότης μας αποφεύγει. Είναι παραλία οικογενειακή, τα νέα κορίτσια δεν συχνάζουν, έρχονται ώριμες κυρίες ώριμοι κύριοι. Αυτές οι λέξεις, κύριος, κυρία, αμέσως χρησιμοποιούνται σαν παρέο να κρύψουν κοιλιές ξεχειλωμένους, μηρούς με κυτταρίτιδα, παραμορφωμένα δάχτυλα ποδιών, όλα τα βάσανα που η κοινωνία καλύπτει και η παραλία αποκαλύπτει.
Πόδια σε σαγιονάρες κατεβαίνουν τις κατηφόρες προσεχτικά. Όλο και γλιστράνε κάποιοι, θα χρειάζονταν αρβύλες αλλά οι γυναίκες έρχονται με λουλουδιασμένο πλαστικό, κάθε χρόνο και πιο φωσφορίζον. Μαθημένες, απτόητες, βαμμένα νύχια, λαδωμένες γάμπες, πλησιάζουν το νερό, διαλέγονται μαζί του. Θα με σηκώσεις όταν βυθιστώ; Μάλιστα κυρία, ελάτε, είμαι ο πιο υπάκουος εραστής σας. Εμπιστευτείτε με. Τον εμπιστεύονται. Όχι αμέσως, κάνουν νάζια, αχ, κρύο, αχ, δεν παραδίνονται αμέσως. Σιγά- σιγά, μερικές βρέχουν τα μπράτσα τους. Κάποιες πέφτουν με την πλάτη. Άλλες δεν αντέχουν να δίνονται χωρίς να το κοιτάνε στα μάτια. Κι αφού βουτήξουν σωπαίνουν, ίσως κάποτε υπήρξαμε είδος αμφίβιο, δεν εξηγείται τόσο βαθιά χαρά.
Οι άντρες ορμάνε εκδικητικά, πλατς και μέσα, με κομψές βουτιές. Στη γενιά μου δεν μαθαίναμε βουτιές με το κεφάλι, τα κορίτσια. Ίσως με είχαν μάθει κάποτε νομίζω, αλλά το ξέχασα. Δεν μπορώ την απότομη είσοδο, είμαι του σταδιακού, από κάτω προς τα πάνω, πόντο –πόντο, και πολλά μικρά αχ και βαχ μέχρι την τελική κραυγούλα. Μερικοί γελάνε. Αυτή η δημόσια επίδειξη ηδονής τέλος πάντων, τι άσεμνη. Αλλά δεν πειράζει, έχω αποφασίσει να μην κρατάω μέσα μου το σοκ της τελικής παράδοσης.
Στο μεταξύ χαζεύω τις οικογένειες με σαδιστική ευχαρίστηση. Α, ήρθε η ώρα επιτέλους να εκτεθείτε αγαπητοί έξω από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού σας, τις πέντε λαμαρίνες του αυτοκινήτου σας. Καλύτερα να είχατε  προπονηθεί με κάποια βόλτα στο πάρκο, στην πόλη, στους δρόμους, να μη μοιάζετε τώρα τόσο γελοία υπερπροστατευτικοί, τόσο υστερικοί χωρίς λόγο, αγχωμένοι και μυγιασμένοι, αλλά δεν θέλατε. Ιδού τα παιδιά σας ανυπεράσπιστα στο κριτικό βλέμμα των προνομιούχων που μεγάλωσαν τα δικά τους και σας χαζεύουν ανελέητα. Όμως όχι, μη φοβάστε, υπάρχει ακόμα επιείκεια, συμπαράσταση, στοργή. Ο κόσμος είναι καλός με τα παιδιά, τους δίνουν συμβουλές, τα ενθαρρύνουν, τους χαμογελούν. Βαφτίζονται τα τυχερά παιδιά στη σχέση με τη θάλασσα, προνομιούχες γενιές που θεωρούν αυτονόητη συνοδεία της ζέστης αυτή την απόλαυση. Όταν ήμουν εγώ παιδί και παραθερίζαμε στην Ερμιόνη, τα ντόπια κορίτσια δεν τα άφηναν να κολυμπάνε. Δεκαετία του 60. Ακόμα και το 70 στα νησιά. Τώρα κανείς πουθενά δεν διανοείται να το σκεφτεί κάτι τέτοιο. Η δημοκρατία της θάλασσας έχει κυριαρχήσει απ’ άκρου σ’ άκρο. Κάτι είναι κι αυτό.



Δημοσίευση σχολίου

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρ...