Τρίτη, 10 Ιουλίου 2012

Καλώς σε βρίσκω πατρίδα με τις μικρές σου βαρβαρότητες


Πήρα λεωφορείο γύρω στις 11 το πρωί, το περίμενα ένα τεταρτάκι. Ευτυχώς είχε λίγη σκιά στη στάση, αλλά ένιωθα την ανάσα μου δύσκολη. Όταν ήρθε, βρήκα θέση να καθίσω, είχε και κλιματισμό, πασάς ένιωσα. Παίρνω μια βαθιά αναπνοή, αλλά δεν πρόλαβα να την ευχαριστηθώ. Στην επόμενη στάση είδα τον οδηγό να κλείνει την πόρτα στα μούτρα μιας κοπέλας που ετοιμαζόταν να ανέβει. Δεν είχε φτάσει τελευταία στιγμή, περίμενε ήδη εκεί, πλησίασε με κάπως αργό βήμα, γιατί έξω είχε ήλιο, όμως ο οδηγός έκανε πως δεν την είδε. Κόντεψε να της πιάσει το χέρι ή το πόδι, γιατί επέτρεψε μόνο σε έναν επιβάτη να ανέβει κι αμέσως έκλεισε απότομα. Την άφησε απέξω απορημένη, ξαφνιασμένη, κι εντελώς ακίνητη, ούτε φωνή έβγαλε, ούτε κίνηση έκανε, τόσο η ζέστη την είχε παραλύσει. Κι εμείς μέσα επίσης δεν αντιδράσαμε, κανείς δεν μίλησε, δεν διαμαρτυρήθηκε, κάναμε όλοι οικονομία δυνάμεων.
Δυο στάσεις μετά κατάφερε να μαγκώσει το πόδι μιας άλλης κοπέλας η οποία πήγαινε να κατέβει. Αυτή τη φορά ο κόσμος φώναξε και τον ανάγκασε να ξανανοίξει την πόρτα και να την ελευθερώσει. Το έκανε θυμωμένα, κι άρχισα πια να ανησυχώ αν θα κατάφερνα να βγω αρτιμελής από εκείνο το λεωφορείο. Όταν έφτασα στη στάση μου φρόντισα να έχω πίσω και μπροστά μου αρκετό κόσμο, ευτυχώς πήγαινα Ακαδημίας και τα κατάφερα.
Στην επιστροφή ήμουν εγώ εκείνη που είχε την εμπειρία της πόρτας που κλείνει στα μούτρα. Ήταν αργά το μεσημέρι κι ο ήλιος πια σε εξουθένωνε. Έφτασα στο σκαλί του λεωφορείου κι ετοιμάστηκα ν’ ανέβω τη στιγμή που η πόρτα έκλεισε μπροστά μου απότομα. Πάλι καλά που δεν είχα προλάβει ν’ απλώσω χέρι ή πόδι. Το λεωφορείο έφυγε και σωριάστηκα στο μεταλλικό παγκάκι της στάσης. Ήταν καυτό, αλλά έπρεπε να καθίσω λίγο να ηρεμήσω, να αποδεχτώ την απλή πραγματικότητα. Δυο εβδομάδες ταξίδι στην κρύα Σκωτία δεν μπορεί να σε κάνουν να ξεχνάς την πατρίδα σου. Όχι. Εδώ είμαστε πάλι, με την καθημερινή μας βαρβαρότητα, την καθημερινή μας κόλαση άνευ λόγου και αιτίας. Welcome back to Greece. Εδώ που τα λέμε, καμιά φορά που οι οδηγοί λεωφορείου ξανανοίγουν την πόρτα για να πάρουν κάποιον καθυστερημένο, δεν νιώθεις λίγο dépaysée;
Μπορεί να φιλοσοφήσει κανείς κατά βούληση για τη συμπεριφορά των οδηγών της σημερινής ημέρας. Ίσως και οι δυο είχαν τσακωθεί με τη γυναίκα τους και έπαιρναν εκδίκηση από το γυναικείο φύλο. Ίσως απλώς απολάμβαναν τις μικρές σαδιστικές χαρές της εξουσίας. Αυτό δεν είναι το άλας, η νοστιμιά της χώρας αυτής; Να δίνει ικανοποίηση σε διάφορα αντριλίκια; Γι αυτό δεν μας αρέσει; Αυτή την ιδιαιτερότητα δεν υπερασπιζόμαστε;  
Εκτός κι αν υπάρχει κάτι άλλο στο βάθος της άνευ λόγου βάρβαρης συμπεριφοράς, ένα είδος διαμαρτυρίας για την καταπίεση που υποστήκαμε να ζήσουμε με μέσα που δεν επινοήσαμε μόνοι μας, εμείς οι απόγονοι των αρχαίων ελλήνων, να χρησιμοποιούμε λεωφορεία και μάλιστα δημόσια, τη στιγμή που θα θέλαμε κάτι πιο αρμονικό με την πορεία των προπαππούδων μας, έναν αραμπά ας πούμε. Κι όσο μας υποχρεώνουν να μεταχειριζόμαστε τέτοια μέσα του διαβόλου, ξενόφερτα, άκαρδα σιδερικά, θα εκδικούνται οι βαρβάτοι άντρες τις εμφανώς προδότρες γυναίκες, διότι κοίτα οι άτιμες πόσο απολαμβάνουν να μπαίνουν όλες διαρκώς σε λεωφορείο. 
Δημοσίευση σχολίου

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρ...