Δευτέρα, 24 Οκτωβρίου 2011

Μέρα στο φαλακρό βουνό

Xλιδάτη σκάλα στις εγκαταστάσεις του τελεφερίκ
Το τελεφερίκ της Πάρνηθας είναι τώρα δωρεάν και περνά κάθε ενάμιση λεπτό, ανακαινισμένο εντυπωσιακά. Πόσα χρόνια είχαμε να πάμε; Δεν το αποφασίζαμε, να μη δούμε τα καμένα. Εδώ έχουν φτιάξει ένα σούπερ χλιδάτο κτίριο με πολυελαίους, σκάλες τεράστιες, μέχρι κι ένα μουσειάκι για την Πάρνηθα. Η χρήση του τελεφερίκ είναι δωρεάν.
Μπαίνουμε στο θαλαμίσκο καθώς περνά αργά μπροστά μας με ανοιχτή την πόρτα, μαζί με δυο μαμάδες και μια ξανθιά μεσήλικη κουρασμένη γυναίκα. Καθώς υψώνεται η καμπίνα πάνω απο την απότομη πλαγιά, τα παιδιά ξετρελλαίνονται, σέρνονται απο κάθισμα σε κάθισμα, οι μαμάδες ανησυχούν. Η ξανθιά γυναίκα σχεδόν θρηνεί για το βουνό, τις πυρκαγιές που το κατέστρεψαν, το ξενοδοχείο που ρήμαξε. ‘Δεν αγάπησε κανείς αυτόν τον τόπο λέει κουνώντας το κεφάλι, μόνο ο θεός τον αγαπά’.
Κι όντως ο θεός έχει ξημερώσει πάλι μια ωραία ηλιόλουστη μέρα, ό,τι χρειάζεται για εκδρομή.

Ελάφου αποκάλυψις


Φτάνοντας  επάνω περπατάμε για ώρα σε φαρδείς  διαδρόμους ντυμένους με μοκέτα που στρίβουν και ξαναστρίβουν μέχρι την έξοδο. Προσπερνάμε την είσοδο του Καζίνου. Δεν καταλαβαίνουμε ποιο χώρο καταλαμβάνει. Το παλιό Μον Παρνές, που το βλέπουμε όταν πια βγαίνουμε έξω, είναι σχεδόν ερείπιο. Το μισοκρύβει  ένας πράσινος κτιριακός όγκος, πνιγμένος απο εγκαταστάσεις εξαερισμού που θυμίζει  τσίρκο. Το σύνολο είναι εντελώς σαρδανάπαλο, του γυρίζουμε την πλάτη γρήγορα για να δούμε τι γίνεται στο βουνό.


Μια σταλίτσα κωνωφόρο, θα το δούμε δέντρο σε τούτη τη ζωή;
Προχωράμε στη διαδρομή που κάναμε παλιά, από το ελικοδρόμιο στο καταφύγιο Μπάφι. Είναι μια απλή διαδρομή, πανεύκολη, που κάνει όλος ο κόσμος. Κάποτε ήταν πυκνό δάσος εδώ και δυσκολευόμασταν να βρούμε την αρχή του μονοπατιού. Τώρα δεν υπάρχει το δάσος να μας μπερδέψει. Όλη η πλαγιά είναι καμένη, το μονοπάτι ξεχωρίζει εύκολα. Το παίρνουμε και περπατάμε σε ένα τοπίο που δεν θυμίζει σε τίποτε αυτό που ξέραμε. Από τα έλατα έχουν μείνει κομμένοι κορμοί βαλμένοι στη σειρά, στηριγμένοι με πασαλάκια για να μην παίρνει το χώμα η βροχή, και κομμένα κούτσουρα λίγο πάνω από τη ρίζα, αυτά που ήταν κάποτε τα έλατα, μαύρα κι άραχλα. Στα τέσσερα χρόνια που πέρασαν από την πυρκαγιά, έχουν φυτρώσει πουρνάρια και διάφορα άλλα θαμνώδη. Η Πάρνηθα εδώ γίνεται σαν τα ξερά βουνά των νησιών, με φρύγανα και βράχια. Τα έλατα δεν υπάρχει περίπτωση να ξαναβγούν από  μόνα τους, αλλά ούτε και πεύκα βλέπουμε. Ξαφνικά αντικρίζουμε ένα ελάφι πάνω στην πλαγιά. Ένα κομψό, μοναχικό ελάφι με μεγάλα λεπτά κέρατα που τα διακρίνουμε κόντρα στο φως, μας κοιτάει από μακριά κι ύστερα περνάει μπροστά μας, φεύγει απέναντι. Είχαμε δει και παλιότερα ένα ελάφι στο δάσος, φευγαλέα. Ποτέ για τόσο πολλή ώρα. Τώρα στο γυμνό βουνό ξεχωρίζουν τα καημένα, γυμνά κι αυτά.
Πόσο αλλιώτικα ήταν τα δέντρα, τι πλούτος μας περιτριγύριζε. Πώς άλλαζαν τα πάντα, κατεβάζανε αεράκια, φέρνανε δροσιές, ήταν ένας κόσμος ολόκληρος, τον μύριζες, τον ένιωθες, τον άκουγες να ψιθυρίζει. Χανόσουν, φοβόσουν, περπατούσες περιδεής και δεν προλάβαινες να παρατηρείς. Τώρα το μάτι αγκαλιάζει ελεύθερο και φτωχό μια απέραντη έκταση γεμάτη μ’ αυτούς τους στρωμένους κορμούς, τα χρήσιμα κουφάρια. Το έδαφος είναι σκέτη πέτρα, κοτρώνια πάνω σε βράχια. Πώς θα βγουν εδώ ξανά δέντρα, πώς καν να τα φυτέψει κανείς;

Επιτέλους έλατα και το Μπάφι στην κορφούλα

Ωστόσο κάμποσοι άνθρωποι περπατάνε όπως εμείς, με τα ορειβατικά μπαστούνια και τα σακίδια,  κι όταν διασταυρωνόμαστε χαιρετιόμαστε. Ακόμα κι αυτό, μετά την αγριάδα της Αθήνας και όλες τις καταθλιπτικές συζητήσεις για το χρέος και τη βία, είναι βάλσαμο στην ψυχή. Σχεδόν μας ξαφνιάζει. Την ώρα που βγάζω μια φωτογραφία περνάνε δυο γυναίκες και ρωτάνε αν θέλουμε να μας βγάλουν όλες μαζί. Οι φίλες μου που περπατούν μπροστά δεν της απαντούν. Δεν κατάλαβαν τι ρώτησε, δεν πήγε ο νους τους ότι θα άκουγαν μια τόσο ευγενική προσφορά. Ευτυχώς την κατάλαβα εγώ και τις φώναξα να γυρίσουν πίσω να στηθούν, να μας φωτογραφίσει. Θα μας περνούσε για πολύ άξεστες.
Σε κάθε στροφή αντικρίζουμε νέες πλαγιές από αυτό το είδος του ξερού βουνού στο οποίο μεταμορφώθηκε η πλούσια, η άγρια δασωμένη Πάρνηθα. Κάτι πευκάκια κοντά στο δρόμο ύψους δέκα εκατοστών, ελάχιστα, είναι η μόνη μαρτυρία πως έγινε προσπάθεια αναδάσωσης.
Στην τελευταία στροφή να τα έλατα. Υπάρχουν εδώ ακόμα, δεν κάηκαν, το δάσος ανασαίνει κι εμείς μπαίνουμε στα πνευμόνια του σα χαρούμενα μικρόβια. Σκαρφαλώνουμε μέσα σε σκιές τα τελευταία μέτρα ως το Μπάφι, εκείνη την απότομη ανηφόρα, συναντάμε ξανά το υγρό χώμα, την αιχμή των φύλλων, την αφή των κορμών. Κάποτε στεναχωριόμασταν για το γκι και τα παράσιτα που τρώγανε τους κορμούς των δέντρων, θυμόμαστε. Πού να ξέραμε;
 Στο καταφύγιο έχει κόσμο που κάθεται στη λιακάδα, έχουν βγάλει τραπεζάκια έξω. Πίνουμε καφέ με θέα τις γυμνές πλαγιές και στο βάθος το παραμορφωμένο Μον Παρνές. Δυο σκυλάκια δεμένα μπροστά μας προσπαθούν μάταια να πηδηχτούν. Ένα παιδάκι κλαίει γιατί δεν θέλει να φύγει. «Εντάξει, του λέει ήρεμα η μαμά του, θα μείνουμε κι άλλο». Του κόβεται ο λυγμός στη μέση και δεν ξέρει τι να τον κάνει. Οι άνθρωποι είναι ήρεμοι και γελαστοί, μέσα στη χαρά και την απόλαυση, καλότροποι κι ευχάριστοι.

Στην Πάρνηθα το 1997

Στην κατάβαση, μια ώρα μετά, προλαβαίνουμε τη μαμά στο μονοπάτι να δείχνει κάτι στο παιδάκι της. Κοιτάμε κι εμείς, είναι ένα κοπάδι ελάφια. Φαίνονται καθαρά στη γυμνή πλαγιά, το πιο σωματώδες με τα κέρατα που θα είναι το αρσενικό, τα άλλα μικρότερα. Τρέχουν πέρα δώθε, στέκονται ακίνητα, το παιδάκι κοιτάζει, η μαμά του μιλά συνεχώς, για τη ζωή των ελαφιών θα του λέει. Συνεχίζουμε στο φαλακρό βουνό, σουρουπώνει καθώς φτάνουμε στο Μον Παρνές και μπαίνουμε ξανά στον μακρύ διάδρομο. Την ώρα που επιβιβαζόμαστε εμείς στο τελεφερίκ φτάνουν από κάτω οι παίκτες του Καζίνου. Είναι Σάββατο βράδυ κι έχει κόσμο. Εύχομαι καλή τύχη στους παίκτες, εύχομαι να συμπαθήσουν λίγο και την Πάρνηθα, αλλά υποπτεύομαι ότι δεν θα μπορούν καν να τη βλέπουν από κείνο το περίκλειστο πράγμα που τους κατευθύνουν για να συγκεντρωθούν στη ρουλέτα και τα λοιπά παιχνίδια.

Μπάφι, το έτος 2000

Το Μον Παρνές είναι πραγματικά για να βλέπεις πώς παρέρχεται η δόξα του κόσμου. Και το δάσος; Να βλέπεις πώς παρήλθαν τα δάση των ευρωπαϊκών βουνών. Μόνο που ετούτο ήταν το δικό μας. Ήταν το βουνό που αγαπούσαμε, που το περπατούσαμε, που δοκιμάζαμε το χιόνι μόλις έπεφτε, που συναντούσαμε τη φύση στα μεγαλεία της. Ο πνεύμονας, η παρηγοριά, το καταφύγιο και το κρυφό απόθεμα δυνάμεων μιας πόλης 5 εκατομμυρίων. Πρωτεύουσας και τα ρέστα. Ενός πληθυσμού πολύ πατριωτικού, έτοιμου να δώσει το αίμα του για τις βραχονησίδες του Αιγαίου, αλλά αμήχανου ως προς το τι να δώσει για να προστατέψει το κοντινό του δασωμένο βουνό, τη μεσογειακή του μοναδικότητα, τον πνεύμονα του, το πράσινο του, το δικό του δάσος.

Γύρω πλαγιές με φρύγανα και πρώτο πλάνο πλαστική δεξαμενή

Πίσω στο σπίτι έψαξα τις φωτογραφίες που είχαμε βγάλει στην Πάρνηθα τότε που πηγαίναμε με τα παιδιά μικρά. Τότε που γκρινιάζαμε για το γκι. Μου φάνηκαν σα λεκιασμένες, σαν ξεθωριασμένες, σα να τις βρήκε η βροχή από στάχτες που έπεφτε στα κεφάλια μας τη νύχτα εκείνη του καλοκαιριού του 2007, τότε που καιγόταν η Πάρνηθα. Είχε γίνει και μια ωραία διαδήλωση τότε, α ναι, από διαδηλώσεις πάμε καλά. Πιστεύουμε ότι κάνουν θαύματα οι διαδηλώσεις, ενώ χρειάζονταν βόλτες, περιπλανήσεις, εκδρομές, χρειαζονταν μαθήματα φυτολογίας. Να μαθαίναμε πώς λέγονται όλα αυτά τα δέντρα. Να έρχονταν συνέχεια τα σχολεία εκδρομές. Να ήταν συνήθεια οι ορειβασίες, να νιώθανε όλοι οι αθηναίοι ότι το βουνό τους ανήκει. Ήμασταν λίγοι αυτοί που την ξέραμε, την αγαπούσαμε και αισθανόμασταν πως τη δικαιούμαστε.

Στη δεκαετία του 90 τα παιδιά μας ήταν μικρά και τα έλατα μεγάλα

Η λογική μας λέει ότι το βουνό δεν θα ξαναγίνει όπως ήταν. Είναι πολυ αδιάφοροι οι έλληνες, εδώ δεν μπόρεσαν ένα μικρό κέντρο της πόλης τους να προστατέψουν. Αλλά χωρίς ελπίδα δεν ζει κανείς, θα ξαναρθουμε να δούμε, όσο τα πόδια μας βαστάνε λέμε πως θα ερχόμαστε.






Δημοσίευση σχολίου

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...