Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

Υπάλληλοι Τραπέζης

Μπούχτισα τους λυρισμούς των καταστροφολόγων. Έχουνε πάρει μια παραδοξολογία του Μπρεχτ και μας βάζουν φωτιά κάθε τρεις και λίγο. Και δεν υπάρχει ποτέ εμπρηστής, μόνο αναλύσεις, κι ύστερα κι άλλη ποίηση!
Βαρέθηκα να ακούω να διασύρουν την ποίηση, να ξεζουμίζουν κάθε κείμενο απελπισίας και άρνησης άλλων εποχών. Τους παιάνες των μεγάλων στιγμών που αν δεν μας προκύπτουν τις φτιάχνουμε παίζοντας με τις ζωές των άλλων. Θα σιχαθώ την ποίηση με δαύτους. Είναι θανατερή η χρήση που κάνουν. Είναι βάρβαρη, κακόγουστη, ακαλαίσθητη, και τελικά αντικαλλιτεχνική. Υπάρχει και η πεζογραφία, όπως υπάρχει η καθημερινή ζωή με τη δική της λάμψη και τη δική της αξία.

Αν δεν θέλετε να σας απαρνηθώ, ποιητές, βρείτε τον επαναστατικό λυρισμό της ζωής της Παρασκευής Ζούλια, 32 χρόνων, που είχε φορέσει τα αξιοπρεπή της ρούχα και είχε κατέβει στη δουλειά της. Υμνείστε το πρωινό της Αγγελικής Παπαθανασοπούλου που είχε περάσει ώρες και μέρες και χρόνια πίσω από το γκισέ. Ελευθερώστε τη μνήμη του Επαμεινώνδα Τσακάλη, 36 ετών, που την πιάνουν στο στόμα τους οι πραματευτές της δήθεν επανάστασης και τη διασύρουν μέσα στο βρωμερό αφρό της λογοδιάρροιας τους. Να βούλωναν το στόμα τους τουλάχιστον για λίγο, αλλά πού τέτοια τύχη. Ενός λεπτού σιγή, διάολε.

Κάποτε αγαπούσα τους ποιητές. Τώρα τελευταία διαβάζω συνέχεια στίχους που υμνούν το απόλυτο για λεζάντα στα σπασμένα σκαλοπάτια, στα κατεστραμμένα μαγαζιά, στα καμένα αυτοκίνητα, στα κατεβασμένα ρολά. Δεν είναι ποίηση αυτή, είναι τελάληδες του φόβου. Στίχοι έξω από τις καμένες ζωές.

Διεκδικώ το λυρισμό της ζωής της Παρασκευής, της Αγγελικής και του Επαμεινώνδα. Τα χρόνια των σπουδών τους και τα σχέδια για το μέλλον τους. Το μακιγιάζ των κοριτσιών, τους δισταγμούς τους πριν ψωνίσουν ένα ζευγάρι παπούτσια, το γέλιο τους σε κάποιον που τους άρεσε, την κούραση που προσπαθούσαν να διώξουν με ένα καφέ. Αυτοί ήταν οι σκληρά εργαζόμενοι, για τους οποίους υποτίθεται ότι γινόταν η εκατοστή πορεία και το πεντηκοστό μπάχαλο απέξω, κι από μέσα. Αυτό κάνουν οι εργαζόμενοι. Ξυπνάνε πρωί, πίνουν μισό καφέ, τρέχουν με το ένα παπούτσι στο χέρι. Θυμάμαι τη μάνα μου να ξεκινάει έτσι κάθε πρωί, υπάλληλο τραπέζης. Με την ευγνωμοσύνη για τη δουλειά, με τη βαθιά ανάσα που την είχε για άλλη μια μέρα.
Ποιος είναι αυτός που θα πει στον υπάλληλο τραπέζης να μην πάει στη δουλειά του; Ποιος έχει αυτό το δικαίωμα; Τι την κάναμε την ελευθερία μας; Ποιον διορίσαμε να βάζει φωτιά στις τράπεζες μας; Στα βιβλιοπωλεία, στα μαγαζιά στους δρόμους μας; Ποιος διόρισε αυτούς τους νεαρούς τιμωρούς της ζωής μας; Έχουμε τελείως τρελαθεί, όλοι, απολύτως;
Βοηθάτε ποιητές. Ξεκουνηθείτε. Βρείτε λέξεις πολίτες, πεζογράφοι πάρτε τη σκυτάλη, αλλάξτε σκοπό, χτυπήστε άλλους ρυθμούς. Ξυπνήστε. Δεν πάει άλλο.
Δημοσίευση σχολίου

Πώς μένουν λεπτές οι Γαλλίδες;

Βλέποντας την Μπριζίτ Μακρόν στην Αθήνα αναρωτήθηκα γι άλλη μια φορά, όπως νομίζω, πολλές και πολλοί, ποιο να είναι το μυστικό της και μ...