Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2013

Η τελευταία σελίδα


Στο τρίτο του βιβλίο ο Γαζμέτ Καπλάνι συνεχίζει να περνάει σύνορα, με την κυριολεκτική και με τη μεταφορική έννοια. Μετά την περιπέτεια του μετανάστη που έφτασε με τα πόδια απο την Αλβανία στην Ελλάδα πριν είκοσι χρόνια, την οποία διηγήθηκε με χιούμορ στο "Μικρό ημερολόγιο συνόρων", το πρώτο του βιβλίο, μετά την καθημερινή και συστηματική προσπάθεια εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας και νοοτροπίας στο "Με λένε Ευρώπη", το δεύτερο βιβλίο του, υπάρχει τώρα μια επιστροφή. Ο ήρωας του, μετανάστης χρόνια εγκατεστημένος στην Ελλάδα, πρέπει να γυρίσει πίσω, στην Αλβανία, για την κηδεία του πατέρα του. Κι εκεί τον περιμένουν περιπέτειες παλιές, κρυμμένες αλλά όχι ξεχασμένες, πληγές της βαλκανικής και της ευρωπαϊκής Ιστορίας που ζητούν αποκάλυψη, δικαίωση, κατανόηση. Εκεί ο μετανάστης ανακαλύπτει ότι και ο πατέρας του ήταν πρόσφυγας στην Αλβανία. Τα πάθη του παρελθόντος ζωντανεύουν σε ένα παρόν που έχει κι αυτό ένα σωρό δικά του.
Εκείνο που απολαμβάνω πάντα όταν διαβάζω βιβλία ή δημοσιογραφικά κείμενα του Καπλάνι, είναι η μοναδική στο είδος της αφέλεια της ματιάς του πάνω στα ελληνικά ή και στα αλβανικά πράγματα. Αυτός ο υπήκοος της απολυταρχικής Αλβανίας έχει κατακτήσει μια εσωτερική ελευθερία που διαρρηγνύει ό,τι πιο πολύ από κάθε τι τον καταπίεσε και τον καταπιέζει: τα σύνορα που το κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας του θέλησε να κάνει αδιαπέραστα, και που η σημερινή Ελλάδα συχνά νοσταλγεί. Γιατί οφείλουμε να ομολογήσουμε πως και η δική μας απομόνωση από τους βόρειους γείτονες πολύ δύσκολα έσπασε μέσα στο μυαλό μας. Μπορεί να σύνορα να άνοιξαν, τα σημεία εισόδου και εξόδου να πολλαπλασιάστηκαν, αλλά οι νοοτροπίες οχυρώθηκαν με ενισχυμένη ξενοφοβία και μπήκαν σύνορα μέσα στα μυαλά.
Εκείνοι οι χάρτες με τους οποίους μεγαλώσαμε στο σχολείο, όπου η Ελλάδα περιτριγυριζόταν απο λευκό περιθώριο με ονόματα, καμία άλλη χώρα δεν είχε βουνά, ή πόλεις, χρώματα κανενός είδους, μας έχουν στοιχειώσει το μυαλό. Όταν διαβάζω κείμενα του Καπλάνι είναι σα να χρωματίζονται επιτέλους τα λευκά περιθώρια. Πίσω απο τη γραμμή των συνόρων δεν υπάρχουν φαντάσματα, είναι χώρες κι εκεί, ζωντανοί άνθρωποι, ιστορίες, ζωές, στεναχώριες και χαρές.
 Εχει μια λοξή καθαρή ματιά ο Καπλάνι πάνω στην ελληνική πραγματικότητα, ισως επειδή έμαθε τα ελληνικά στο πανεπιστήμιο, δεν πέρασε απο το εργοστάσιο παραγωγής ομοιόμορφου τόπου σκέψης που είναι τα σχολεία μας. Ανοίγει τα αδιαπέραστα σύνορα που ακόμη έχουμε στο μυαλό μας με τις γειτονικές χώρες και μπαινοβγαίνει όπως κάνουν χιλιάδες άνθρωποι γύρω μας χωρίς να μπορούν να βρουν όμως διόδους για την γραπτή έκφραση. Είναι συγγραφέας διεθνής που γράφει στα ελληνικά. Είναι η υπεραξία της ευμάρειας που ζήσαμε, ένα κομμάτι του συσσωρευμένου δυναμικού που η κρίση δεν καταστρέφει.
Θησαυροί ιστοριών ζουν γύρω μας βουβά. Άνθρωποι απ' όλον τον κόσμο βασανίστηκαν, δούλεψαν σαν σκυλιά, ερωτεύτηκαν και ξεκίνησαν μικρά σπιτικά στα δυαράκια της Αθήνας, έκαναν παιδιά και τα έβαλαν κι αυτά στο μεροκάματο της υπαρξιακής αγωνίας που σου εξασφαλίζει η ζωή στην Ελλάδα χωρίς σωστά χαρτιά και πιστοποιητικά γεννήσεως και υπάρξεως. Βουβοί θησαυροί κυκλοφορούν και ξεχνάνε, αγωνίζονται, πονάνε και θυμούνται, αλλά πόσο λίγοι βρίσκουν το δρόμο να γράψουν, να μιλήσουν, να συγκεντρώσουν κόσμο με το ίδιο πρόβλημα και να καταγράψουν ιστορίες, όπως είχε κάνει ο Καπλάνι στο "Με λένε Ευρώπη". Αντί να ακούσουμε τον πλούτο αυτό που ανασαίνει δίπλα μας, ακούμε δυστυχώς ρατσιστικά παραληρήματα. Ο Καπλάνι είναι πολύτιμος, κι είναι δυστυχώς μοναδικός ακόμα. Εύχομαι, γι άλλη μια φορά το εύχομαι, καθώς μας ανοίγει την όρεξη για ιστορίες τόσο κοντινές και ταυτόχρονα τόσο φρέσκες και πρωτότυπες, να βοηθήσει να ανοίξουν δρόμους γραφής και γι άλλους. Οι μετανάστες, παλιοί και νέοι, έχουν να μας πουν πολλά.
Δημοσίευση σχολίου

Φως στην άκρη του τούνελ

Έπρεπε να το ψυλλιαστώ όταν μπήκα στο βαγόνι βιαστικά, και το τραίνο δεν ξεκινούσε. Κόσμος, πήχτρα, μέσα κι έξω στο σταθμό της Βικτώριας. ...