Παρασκευή, 14 Ιανουαρίου 2011

H γειτόνισσα

Από το τριάρι του κάτω ορόφου ακούγονταν καµιά φορά άγριες φωνές και κλάµατα, τόσο που χτύπησα µια µέρα το κουδούνι. Μου άνοιξαν πρόσωπα ξαναµµένα, ζήτησαν συγγνώµη, ένα νεαρό ζευγάρι µε µικρό παιδί. Η γυναίκα πανέµορφη, αλλά δεν θα την έλεγες γυναίκα, έµοιαζε κοριτσάκι. Πέρασαν µήνες µε ησυχία, καληµέρες, χαµόγελα. Χτες στο ασανσέρ µόνη η µαµά και το παιδί, πιάσαµε κουβέντα, επέµενε να µε κεράσει ποτό από τον τόπο της. Είναι Ρουµάνοι. Θα ήθελε να µου δείξει το σπίτι µάλλον, σκέφτηκα όταν τελικά αποφάσισα να µπω. Ηταν τόσο τακτικό, καθαρό και περιποιηµένο, επίσης µε πλούσια συλλογή από µπιµπελό σε ράφια και γκοµπλέν σε κάδρα, που ντράπηκα να πατάω το χαλίµε τις βρεγµένες µπότες. Βαµµένοι οι τοίχοι µοβανοιχτό και ροζ κουρτίνες, όλα τα κάνω µόνη µου, λέει. Σπίτι µας είναι, το στολίζω, ας είναι νοικιασµένο, προσθέτει αµήχανα. Χαµογελούσε, ήταν τόσο όµορφη που όλα τα στολίδια, τα χρώµατα και τα εργόχειρα γύρω της κραύγαζαν κακογουστιά, ενώ κάποια άλλη µπορεί και να την κολάκευαν. Το πιτσιρίκι κυλιόταν στο πάτωµα να τραβήξει την προσοχή της, δεν ήθελε να µιλάει σε άλλον. ∆εν παρέλειψα να πω πόσο όµορφο ήταν το σπίτι της και δεν είπα κιχ για το πόσο όµορφη ήταν εκείνη. Στο χολ ήταν τα εργαλεία του άντρα της, του λέω να τα πάρει από δω, µου εξήγησε χαρίζοντας µου ξανά το υπέροχο χαµόγελό της. Εργαλεία πλακά. Η δουλειά που εξασφαλίζει κουρτίνες και µπιµπελό, δίνει νόηµα στην ταλαιπωρία της µετανάστευσης. Τη χαιρετώ θερµά, θα τα ξαναπούµε, υπόσχοµαι. Και ξαφνικά καταλαβαίνω την αιτία για τις φωνές και τα κλάµατα. Τόση οµορφιά σε µια ξενιτεµένη µικροµάνα πώς να τη διαχειριστεί ο έρµος ο πλακάς; Πώς να την αντέξει ακόµα και η ίδια;
Δημοσιεύτηκε στα ΝΕΑ στις 14 ιανουαρίου 2011
Δημοσίευση σχολίου

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...