Πέμπτη, 27 Ιανουαρίου 2011

Άσυλο και μετανάστες

Τη λέξη «άσυλο» την πρωτοέµαθαστην «Παναγία των Παρισίων» στα «Κλασσικά Εικονογραφηµένα» . Εκεί ο Κουασιµόδος κλέβει από την αγχόνη τη λιπόθυµη Εσµεράλδα και σκαρφαλώνει σαν πίθηκος στα καµπαναριά της εκκλησίας για να τη σώσει, φωνάζοντας «Ασυλο! Ασυλο!». Πιάνουν δυο σελίδες τα καρέ της ανάβασης µε µόνο αυτή τη λέξη στα συννεφάκια.

Πρώτα τη λέει ο ήρωας, µέχρι που καταλαβαίνει το πλήθος από κάτω και επαναλαµβάνει: «Ασυλο! Ασυλο!». Ετσι σώζεται η όµορφη Τσιγγάνα. Είναι συγκλονιστικό, σου εντυπώνει στο µυαλό τη λέξη και την έννοια. Αργότερα, στο µάθηµα της Ιστορίας µάθαµε πως ο στρατηγός Παυσανίας ζήτησε άσυλο σε ναό, όπου τον έκλεισαν και τον άφησαν να αργοπεθάνει χωρίς να παραβιάζουν το άσυλο, οι υποκριτές. Πλακάκια µε τον άγιο, από τότε.

Εν ολίγοις, οι ναοί είναι τα κατ’ εξοχήν άσυλα, οι χώροι που δέχονται ικέτες, και είναι εντυπωσιακό πώς κανένας µέχρι τώρα δεν σκέφτηκε να δοκιµάσει τη δική τους αντοχή στην παρουσία αληθινών ικετών, όπως είναι σήµερα οι µετανάστες. Κανένας δεν προσπάθησε, τόσα χρόνια, να χρησιµοποιήσει σαν άσυλο τις εκκλησίες. Κι ας είναι τόσο πιο πολλές, και αποκεντρωµένες, σε κάθε πόλη και χωριό, σε κάθε γειτονιά, πολύ πιο πρακτικές από πανεπιστήµια.

Ισως από την πολλή συζήτηση της έννοιας του ασύλου στα πανεπιστήµια, και την πολύ παράξενη χρήση του, να σκέφτηκαν κάποιοι την ταύτιση των λέξεων – τους αιτούντες πολιτικό άσυλο δηλαδή µε το πανεπιστηµιακό άσυλο, αλλά και πάλι, δεν είναι παράξενο που ποτέ κανένας δεν σκέφτηκε τους άλλους, πιο φυσικούς χώρους του ασύλου; Εκτός αν, στο µυαλό των ανθρώπων που είχαν την ιδέα, οι εκκλησίες είναι χώροι ιεροί που δεν µπορούµε να τους χρησιµοποιούµε παίζοντας µε τις έννοιες και µε τις µοίρες ξένων ανθρώπων, έστω ικετών, το πανεπιστήµιο όµως όχι.
Θα είναι παράξενο να καταργηθεί το άσυλο τώρα, πάντως. ∆εν καταργήθηκε όταν µπήκαν διάφοροι στις Σχολές, έσπασαν έπιπλα, έκλεψαν κοµπιούτερ, κατέστρεψαν εργασίες φοιτητών, αφόδευσαν (ναι!) πάνω σε γραφεία. Κι ας συνέβη πολλές φορές, ξανά και ξανά.

∆εν καταργήθηκε όταν µπήκαν διάφοροι άγνωστοι µέσα, ατιµώρητοικαι ξεχασµένοι πια, κι έβαλαν φωτιά στο Πολυτεχνείο. Ούτε όταν µπαίνουν µέσα διάφοροι που πετάνε έξω µολότοφ.

Ούτε όταν κρύβονται κλέφτες που τους κυνηγά η Αστυνοµία.

Τα Πανεπιστήµια επί χρόνια είναι απροστάτευτα απέναντι σε όποιον έχει όρεξη να καταστρέψει δηµόσια περιουσία, και µάλιστα σχετική µε τη γνώση.
Aρκεί να είναι έλληνας πολίτης και λευκός βέβαια.
Κάποιοι έχουν εγκατασταθεί σε αίθουσες του Πολυτεχνείου, χρόνια. Αλλά το άσυλο παραµένει ταµπού.
Γίνονται συζητήσεις. Λέγονται αυτονόητα πράγµατα, ξαναλέγονται, χάνονται λεφτά σε καταστροφές, φθείρονται και παρακµάζουν τα Πανεπιστήµια. «Εχει νόηµα να υπάρχει άσυλο όταν έχουµε ∆ηµοκρατία;» ρωτάνε µερικοί. «Μα δεν έχουµε ∆ηµοκρατία» λένε άλλοι, αλλά όχι στους πρώτους, έτσι στον αέρα. Κανείς δεν µιλάει στον άλλον σε αυτήν τη χώρα. Ολοι µιλάνε στον αέρα, στον κανέναν, και απαντάει η ηχώ.

Υστερα από όλα αυτά θα είναι παράξενο να καταργηθεί το άσυλο τώρα που χρησιµοποιείται κυριολεκτικά, µας αρέσει δεν µας αρέσει. Και δεν µας αρέσει, αλλά πρέπει να παραδεχτούµε ότι έχει κάποιο νόηµα.

Εδώ το άσυλο γίνεται άσυλο, όχι ιδεών βέβαια, γιατί όντως οι ιδέες δεν διώκονται στο κράτος µας, αλλά ανθρώπων. Είναι µια ενδιαφέρουσα νοµική κατάσταση που θα έπρεπε να προκαλέσει ερµηνείες ειδικών και διάλογο, και δηµοσιότητα προς την υπόλοιπη Ευρώπη, η οποία φέρεται ανώριµα στο θέµα των µεταναστών.

Οµως αν καταργηθεί τώρα αυτό το άσυλο που όντως δεν έχει νόηµα να υπάρχει, θα είναι επειδή χρειάστηκε να δοθεί σε ανθρώπους, όχι σε ιδέες. Και μάλιστα σε ανθρώπους ξένους, σε μετανάστες. Αφήσαμε τα δικά μας παιδιά να ρημάζουν τα πάντα, οι ξένοι όμως, οι μελαχρινοί αυτοί απρόσκλητοι απελπισμένοι τύποι είναι το όριο μας.

Κι αυτό είναι πολύ σκληρό για την αυτογνωσία µας.

Κείμενα δυο ημερών στα ΝΕΑ, 26 και 27 Ιανουαρίου 2011
Δημοσίευση σχολίου

Η πόλη των χιλίων ποταμών

Αργήσαμε να πάρουμε μπρος, ομολογούσε στο ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος που ασχολούνταν με τις πλημμύρες. Λογικό, αφού υπήρχαν τόσα συγκλονισ...