Παρασκευή, 7 Ιανουαρίου 2011

Χωριό μου χωριουδάκι μου

Ανακάλυψη της Δράκειας στις αρχές της δεκαετίας70
Θα ήθελα να έχω έστω μια αληθινή παιδική ανάμνηση απο το χωριό μου. Μια φορά να με είχαν στείλει διακοπές στη γιαγιά μου και να το είχα αντικρίσει παιδί. Θα ήθελα να το έχω τουλάχιστον ονειρευτεί λιγάκι, να μου μιλούσε η μαμά μου γι αυτό, αλλά ούτε κι αυτό συνέβη. Το χωριό μου, η Δράκεια Πηλίου, είναι στ' αλήθεια χωριό μου, είναι της γιαγιάς μου ο τόπος, αλλά μου αντιστέκεται. Δεν το γνώρισα παρά ενήλικη, μόλις είχα κάπως ξεπεράσει την ανάγκη για ρίζες, χωριό, γιαγιάδες, κήπους, χώμα, γη, φύση, που με ταλάνισε μικρή. Μεγάλωσα στην Αθήνα, σε διαμέρισμα, κι όλα τα παιδάκια που ήξερα είχαν γιαγιά σε κάποιο χωριό. Τα σχολικά βιβλια μας, τα παραμύθια, όλα είχαν ήρωες παιδιά που ζούσαν σε χωριά. Μεγάλη στέρηση. Δυστυχώς η γιαγιά μου είχε πεθανει πριν γεννηθώ, κι η μάνα μου δεν είχε δει ποτέ την πατρίδα της μαμάς της μέχρι μια μέρα στις αρχές της δεκαετίας του '70 που πήγανε με το μπαμπά μου στην Πορταριά για μια δουλειά και τότε είπαν να φτάσουν ως τη Δράκεια.
Έτσι το γνώρισα το χωριό μου. Πρωτοπήγαμε οικογενειακώς το Πάσχα του 1973 θα πρέπει να ήταν, ή μια χρονιά πριν, και μείναμε στο σπίτι της ξαδέρφης της μαμάς μου, της Πόπης. Δεν έχω ξανακοιμηθεί σε πιο κρύα σεντόνια στη ζωή από όσο θυμάμαι, ούτε έχω τόσο τουρτουρίσει να μπω και να βγω από κρεβάτι, αλλά παρόλ’ αυτά το χωριό με ενθουσίασε. Είχε μια ομορφιά ανέγγιχτη ακόμα τότε από άσφαλτο, λαμαρίνα και τσιμέντο. Μόλις είχε ανοιχτεί ο δρόμος για τα αυτοκίνητα, ήταν ακόμα χωματόδρομος. Η ξαδέρφη της μαμάς μας πήγε δυο βόλτες σε καλντερίμια, μία στον Άγιο Λαυρέντη, το γειτονικό χωριό, και μία στο εκκλησάκι κάτω από το σπίτι της, τον Άγιο Σπυρίδωνα. Τέτοια φύση δεν είχα ξαναδεί στη ζωή μου, εκείνα τα ξύλινα γεφυράκια πάνω από τα ρέματα έμοιαζαν με παραμύθι. Να έχω τέτοιο χωριό και να μην το έχω γνωρίσει παιδί; Ήταν μεγάλο κρίμα.
Με την αξίνα στον κήπο
Από τότε μέχρι σήμερα προσπαθώ να κερδίσω το χαμένο χρόνο. Ήμουνα μεγάλη πια για να παίξω στην πλατεία, μπορούσα όμως να περπατήσω, κι ακόμα το κάνω συστηματικά. Μπορούσα να μαζέψω λουλούδια και να προσπαθήσω να μάθω τα ονόματα τους. Μπορούσα να βγάλω φωτογραφίες, να μιλήσω με τους ντόπιους, να τους ρωτήσω για τη γιαγιά μου, να επισκεφτω παλιά σπίτια, να κολυμπήσω στις παραλίες, να πιω τσίπουρα, να μάθω τις ιστορίες των ανθρώπων, να μην αφήσω πλατεία για πλατεία που να μην καθίσω να πιω έναν καφέ και να ατενίσω τη θέα, ΄να κάνω ο,τι μπορώ τέλος πάντων για να οικειοποιηθώ αυτή τη χαμένη πατρίδα.
Και το έκανα κατά δύναμη, ακόμα το κάνω. Η μαμά μου, ξετρελαμένη με την ανακάλυψη της, αγόρασε κάποια στιγμή ένα σπιτάκι που το βελτιώνουμε και το φροντίζουμε ακόμα. Στη Δράκεια βέβαια, όχι σε άλλο χωριό. Στον κήπο του τα δικά μου παιδιά χόρτασαν χώμα και παιχνίδι και λάσπη, ακόμα και να αρμέγουν κατσίκα έμαθαν απο τα γειτονόπουλα. Όλα αυτά που λαχταρούσα εγώ μικρή, τα παιδιά μου μπορεί και να τα μπούχτισαν. Από τριών χρονών τα έτρεχα στις πεζοπορίες, δεν καταλάβαινα κούραση και παράπονο. Οι χωριάτες τα έβλεπαν κι έλεγαν, καλέ δεν θα αντέξουν αυτά τόσο περπάτημα. Οι φίλοι μου κουνούσαν το κεφάλι τους. Ή που θα αγαπήσουν τη φύση, έλεγαν, ή που θα τη σιχαθούν.
Τώρα που μεγάλωσαν πάντως φαίνεται πως δεν τη σιχάθηκαν, μάλλον την αγάπησαν, και θα έχουν πάντα την ευτυχία να θυμούνται αληθινές στιγμές κοντά της, με αναφορά ένα αληθινό χωριό.
Περπάτημα απο τη Δράκεια στον Άγιο Λαυρέντη
 Εγώ ωστόσο ακόμα δεν έχω καταφέρει να νιώσω εντελώς οικεία με αυτό τον ξανακερδισμένο τόπο. Μου αντιστέκεται με το γνωστό τρόπο που αντιστέκονται οι πηλιορείτες. Κλειστοί, καθόλου φιλικοί, μυστικοπαθείς. Ποτέ δεν μου έδειξαν τα μονοπάτια που ζητούσα, αν δεν υπήρχαν τα βιβλία του Χαρατσή δεν θα τα είχα μάθει ποτέ.
Όποτε πηγαίνω αισθάνομαι ξένη, και καθώς φθείρεται σιγά- σιγά το θάμβος της ομορφιάς του τόπου, καθώς το συνηθίζω κι ακόμα άδικα προσπαθώ να συνηθίσω τον τρόπο που οι ντόπιοι κακομεταχειρίζονται την ομορφιά αυτή, αναρωτιέμαι ώρες- ώρες αν έχει νόημα να πηγαίνω ακόμα σε αυτό το χωριό, μήπως πρέπει πια να παρατήσουμε την προσπάθεια
Μόνο χτες βράδυ, παραμονή των Θεοφανείων, που ήρθε η χορωδία ανδρών, όπως συνηθίζεται, στο σπίτι να πουν τα κάλαντα, ένιωσα λίγο να με υιοθετούν επιτέλους. Ήταν νέα φουρνιά οι τραγουδιστάδες, οι φίλοι των παιδιών μου πια που πήραν τη θέση των μεγάλων, κι όταν τους άνοιξα ήρθαν όλα να με χαιρετίσουν και να με φιλήσουν χαμογελαστά, θερμά. Τόσα χρόνια που χαρτζηλικώνω και χαϊδολογάω τα παιδάκια αυτά δεν πήγαν χαμένα, τουλάχιστον αυτά με μάθανε, σκέφτηκα, κι όπως πάντα το παθαίνω με τα κάλαντα, στην Αθήνα με τα παιδιά των μεταναστών, στη Δράκεια με τα παιδιά των ντόπιων που μεγάλωσαν και μοιάζουν περισσότερο με μετανάστες κι αυτά έτσι που πιάνουν δουλειά απο τα δώδεκά τους, πήρα να βουρκώνω.

Δημοσίευση σχολίου

Η πόλη των χιλίων ποταμών

Αργήσαμε να πάρουμε μπρος, ομολογούσε στο ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος που ασχολούνταν με τις πλημμύρες. Λογικό, αφού υπήρχαν τόσα συγκλονιστ...