Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Κωνσταντινούπολη, πρώτη γνωριμία

  
Μωσαϊκά του βυζαντινού παλατιού
Το πρώτο ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη είναι σαν ταξίδι στο χρόνο. Η σημερινή Ισταμπούλ θυμίζει σε πολλά την Αθήνα της δεκαετίας του 50, κι ίσως γι αυτό αρέσει στους έλληνες να ταξιδεύουν εκεί. Στο δρόμο βλέπεις ένα σωρό φτωχούς ανθρώπους που έχουν έρθει από την επαρχία, ακριβώς όπως ήταν η Αθήνα πριν σαράντα χρόνια. Πολύς κόσμος. Πάρα πολύς κόσμος, τρέχει πάνω κάτω, αγωνίζεται, στριμώχνεται στα πεζοδρόμια, στους δρόμους, στις υπόγειες, διαβάσεις, στα φανάρια. Στη γέφυρα του Γαλατά κι από τις δυο μεριές ψαρεύουν άνδρες κάθε ηλικίας, είναι τόσοι πολλοί που δεν βρίσκεις  χώρο να σταθείς να χαζέψεις τη θέα. Πιάνουν συνέχεια ψάρια, δεν έχω δει τόσο εύκολο ψάρεμα. Μέχρι να περάσουμε από τη μια άκρη στην άλλη θα είδαμε και καμιά εικοσαριά ψάρια να σπαρταράνε στο καλάμι.

  Στα παζάρια γίνεται χαμός. Όχι μόνο στα μεγάλα παζάρια, όπως το Σκεπαστό Παζάρι και το Αιγυπτιακό, με τους ξένους, αλλά και στα μικρά, σε κάθε δρόμο, σε κάθε στενό. Εκεί η νοσταλγία μεγαλώνει, πουλάνε βλέπεις κάτι πράγματα που είχαν οι παππούδες μας, μνήμες από χωριά της παιδικής ηλικίας μας ξεπηδούν καθώς χαζεύουμε ξεχασμένα μπακίρια και ντενεκέδες, που εδώ χρησιμοποιούνται ακόμα, τηγάνια, σόμπες, ταψιά κάθε λογής, μασίνες, γκαζιέρες, ψηστιέρες, ηλεκτρικά είδη που έχουν εξαφανιστεί από τη δική μας ζωή. Και ψάθα χύμα, σαν αυτή που είχαν κάποτε οι γύφτοι για να φτιάχνουν τις καρέκλες. Και κάθε είδους πλεγμένη ψάθα βέβαια.
Εκεί στο παζάρι των στενών είδα κάποια στιγμή έναν άντρα που φορούσε ένα ξηλωμένο παλιό σακάκι. Είχε ανοίξει μια μεγάλη τρύπα στο μέσα μέρος της μανικοκόλλησης, κι όπως κουνούσε τα χέρια φαίνονταν οι στρώσεις του υφάσματος. Ήταν τόσο παλιοκαιρίστικο το ρούχο, τόσο σκούρο, τόσο ντεμοντέ, που πιο πολύ απ’ όλα με ταξίδεψε στο χρόνο, τότε που στην Αθήνα έβλεπες ένα σωρό κόσμο με ρούχα παλιά και μπαλωμένα αξιοπρεπώς και επιμελώς. Τόσο παλιά που θα νόμιζες ότι το ονειρεύτηκα, αλλά ξέρω ότι το έχω ζήσει, στην πόλη μου, που τώρα έχει τόσο αλλάξει ώστε να μοιάζει σαν άλλη ζωή.
Το άλλο ταξίδι στο χρόνο είναι η επίσκεψη στα αξιοθέατα, που αρχίζει από τον Ιππόδρομο, όπου στέκονται στη σειρά, ένας αιγυπτιακός Οβελίσκος, ένας μπρούτζινος μικρός κίονας από τους Δελφούς που θα ανήκε σε τρίποδο, κι ένας άλλος χτιστός ρωμαϊκός οβελίσκος, λεγόμενος του Πορφυρογέννητου, που είναι απλώς ένας στύλος από πέτρες. Έτσι αρχίζουμε από την πρώτη αυτοκρατορική εποχή της πόλης, τότε που ο Κωνσταντίνος μάζεψε ό,τι αριστούργημα μπορούσε, από κάθε γωνιά της Αυτοκρατορίας και το έφερε να στολίσει την καινούργια του πόλη.
Έχει μείνει ένα μικρό κομμάτι από τον Ιππόδρομο, αλλά και μόνο τη βάση του Οβελίσκου να δεις φαντάζεσαι μια χαρά την αγριότητα των θεαμάτων που αγαπούσαν οι πρόγονοί μας οι Ρωμαίοι.
Η πλατεία είναι γεμάτη υπαλλήλους από το παρακείμενο κρατικό κτίριο (ένα πολύ όμορφο κτίριο), μαθητές που επισκέπτονται αξιοθέατα με τις γραβάτες και τα κοστουμάκια τους, τουρίστες όλων των εθνών. Λίγο πιο πέρα, σε μια σειρά παγκάκια  που καθόμαστε αφού επισκεφτήκαμε καναδυο μαυσωλεία (τουρμπέδες) και μερικά τζαμιά, κυκλοφορούν πωλητές σιμιτιών και επίσης μπορείς να παραγγείλεις κάτι να πιεις. Οι υπαίθριοι πωλητές είναι πολύ ισχυρή παράδοση. Αγοράζω ένα χυμό ρόδι, κάτι που στην Αθήνα το βρίσκεις μόνο στο Public με έξι ευρώ και θεωρείται σπάνιο. Εδώ κοστίζει δυο τούρκικες λίρες.
Συνεχίζουμε στην Αγιασοφιά, μαζί με πολλούς ασιάτες και ευρωπαίους τουρίστες. Απ’ έξω δεν είναι όμορφη, εξαιτίας των προσθηκών που έχουν γίνει κατά καιρούς για να τη στηρίξουν, αλλά μέσα είναι όντως υποβλητική. Αν και σε μια μητρόπολη για την οποία έχεις ακούσει τόσα πολλά από μικρό παιδί, είναι δύσκολο να εντυπωσιαστείς, το παλεύουμε. Με τον οδηγό στο χέρι πηγαίνουμε σε όλα τα σημεία που αναφέρει, βγάζουμε φωτογραφίες, στεκόμαστε στην ουρά για να θέσουμε το δάχτυλο σε μια τρύπα της ‘κολώνας που δακρύζει’, ξελαιμιαζόμαστε για να δούμε τη διακόσμηση στις οροφές.
Η μεγαλοπρέπεια όμως δεν μπορεί να κρύψει ένα είδος τσαπατσουλιάς που επικρατεί εδώ μέσα. Η χριστιανική μητρόπολη έγινε μουσουλμανική, τα μωσαϊκά σκεπάστηκαν, ύστερα ξεσκεπάστηκαν, ύστερα ξανασκεπάστηκαν και ξαναμαναξεσκεπάστηκαν. Οι συντηρητές θα πρέπει να σπάνε το κεφάλι τους πώς να τα διατηρήσουν και πώς να τα αναδείξουν όλα. Τα μουσουλμανικά μάλλον παρουσιάζονται αρκετά με τα μεγάλα στρογγυλά πανό στα τύμπανα του θόλου που έχουν καλλιγραφίες απο το Κοράνι, τα χριστιανικά συνεχίζουν να αποκαλύπτονται. Νοσταλγώ τον Άγιο Μάρκο της Βενετίας που δεν έχει περάσει τόσες ταλαιπωρίες, αν και θεμελιωμένος πάνω σε παλούκια.
Καλύτερα θα ήταν να είχαμε πάει  πρώτα στα μωσαϊκά από το Μεγάλο Παλάτιο, που είδαμε μερικές μέρες μετά. Είναι ένα σχετικά άγνωστο και σχετικά καινούργιο αξιοθέατο, γιατί οι τελευταίες βυζαντινές δυναστείες είχαν εγκαταλείψει το Παλάτιο  και είχαν μετακομίσει στις Βλαχέρνες, οπότε θα πρέπει να ήταν ερειπωμένο πριν απο την οθωμανική κατάκτηση. Δεν έχει απομείνει τίποτε πέρα από αυτά τα ψηφιδωτά, που στεγάζονται σε ένα απλό μουσείο, πίσω από την Αγιασοφιά, δίπλα σε ένα παζάρι. Είναι φτιαγμένα στην εποχή του Ιουστινιανού, αλλά δεν θυμίζουν τα σύγχρονα τους, της Αγίας Σοφίας. Εδώ βλέπεις, σε άσπρο φόντο, παιδιά που παίζουν με ζώα, που κυνηγάνε, υπάρχουν θηρία μέσα σε δάση, κεφάλια του Βάκχου, αρκούδες, πίθηκοι που κατεβάζουν χουρμάδες με ένα καλάθι στην πλάτη, ελέφαντες παρέα με λιοντάρια, αγόρια που ταΐζουν το γαϊδουράκι τους, κουβαλάνε τα παιχνίδια τους, ένα σωρό σκηνές ανάλαφρες και γεμάτες ζωντάνια, απενοχοποιημένες, χαρούμενες και ευχάριστες, πολύ κοντά στον αρχαίο παγανισμό. Εντάξει, δεν βλέπεις και την Αφροδίτη να χαριεντίζεται αποκαλύπτοντας στήθη και μπούτια, αλλά ούτε και το καταθλιπτικό, αυστηρό βλέμμα των διαφόρων χριστιανών αγίων.
Μετά από αυτή την πανδαισία, τα χριστιανικά μωσαϊκά της Μονής της Χώρας σε κάνουν να σκεφτείς  ότι οι αυτοκράτορες κρατούσαν για τον εαυτό τους ένα ευχάριστο περιβάλλον και για τους πιστούς δημιουργούσαν διδακτική υποβλητικότητα. Ταυτόχρονα, ίσως και νωρίτερα, η εικονογραφία της εκκλησίας μπορεί να έχει κρατήσει μερικά χρώματα, κάποια ποικιλία στα φυλλώματα των φυτών και μια ζωντάνια στην απόδοση των λίγων ζώων που απομένουν, αλλά όλα έχουν το στυλιζάρισμα της θρησκείας που έπρεπε πια να ελέγξει, να ομογενοποιήσει, να συγκρατήσει, να απειλήσει. Η αυτοκρατορία άλλαζε τα πολιτικά της μέσα, είχαν τελειώσει οι ελευθερίες και τα ρίσκα του πολυθεϊσμού. Δεν της αρκούσε να ελέγχει τα σύνορα, έπρεπε να ελέγχει και τα άτομα΄, να τακτοποιεί και να ρυθμίζει τις συνειδήσεις. Απαντώντας στις προκλήσεις των δυνατών θεών της Ανατολής, το Μίθρα, την Αστάρτη, τον Όσιρι, κι όλους τους άλλους που είχαν πέραση στον πληθυσμό της, και λατρεύονται απο τους στρατιώτες της, η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία αποφάσισε να χρησιμοποιήσει το κράμα που η ίδια κατασκεύασε ως Χριστιανισμό, να ξέρει τι της γίνεται.
Είμαστε ακόμα όλοι μας παιδιά της Ρώμης. Ακόμα μας κυνηγάνε τα οράματα και τα κατορθώματα της, αφού κυνήγησαν επί αιώνες τους βασιλιάδες και τους αυτοκράτορες Ανατολής και Δύσης, και κάθε μικρό και μεσαίο ηγεμόνα, κάθε παπά και κάθε διανοούμενο. Μια Ευρώπη ενωμένη, πότε με τον Ιουστινιανό, πότε με τον Καρλομάγνο, πότε με τους Γερμανούς της Αγίας Ρωμαϊκής κλπ, πότε με τους τσάρους, πότε με το Ναπολέοντα, πότε με το Χίτλερ. Ακόμα κι ο Μωάμεθ ο πορθητής κάτι τέτοια θα είχε κατά νου. Όλοι ήθελαν να ενώσουν την Ευρώπη, υπό την κυριαρχία τους βέβαια, να δημιουργήσουν ξανά την PAX ROMANA. Αυτό που φανταζόταν ο καθένας ότι ήταν η PAX ROMANA. Κι όταν, πριν μερικά χρόνια, ονειρευτήκαμε  ότι η Ενωμένη Ευρώπη, θα μπορούσε να γίνει αλήθεια πια, όχι σαν αυτοκρατορία, αλλά σαν εθελούσια ένωση κρατών –εθνών που παραιτούνται από τους εθνικισμούς τους, πάλι κάτι ρωμαϊκό ονειρευτήκαμε. Και ιδού το αποτέλεσμα, σε αυτό που θέλησε να γίνει η Ενωμένη Ευρώπη, λυσσομανάνε πάλι οι εθνικισμοί.

Στο χαρέμι του ΤοπΚαπι
 Εδώ, στην Πόλη, σαν κύμα τραβήχτηκε η μια αυτοκρατορία, η ρωμαϊκή, σαν άλλο κύμα ήρθε κι απλώθηκε η οθωμανική. Ο πορθητής ήθελε να κατακτήσει τον κόσμο, να τελειοποιήσει το καθεστώς της μιας θρησκείας που ελέγχει τους πάντες, πιστεύοντας ότι η δική του θα ήταν η καλύτερη. Αλλά περιορίστηκε στην παρηκμασμένη ανατολική πλευρά της μονοθεϊστικής επικράτειας και βρέθηκε απλώς κάτω από το θόλο που τόσο είχε θαυμάσει. Τον ξαναθαύμασε, έκανε με ενθουσιασμό την Αγιασοφιά τζαμί, κι ύστερα συνέχισε να παράγει θόλους. Αν δείτε τζαμί χωρίς θόλο ξαφνιάζεστε, κι όμως δεν είναι θρησκευτικός κανόνας του Ισλάμ οι θόλοι, υποθέτω. Μίμηση της κατακτημένης μητρόπολης είναι, ένα είδος αναβίωσης του αυτοθαυμασμού για την πόλη που κατάφερε κάποτε ο πορθητής να κατακτήσει. Πέρασαν αιώνες μέχρι να χειραφετηθούν οι μουσουλμάνοι από αυτό το σχέδιο. Αλλά καθώς μετά την Αγιασόφια πάμε στο Μπλε Τζαμί, σκέφτομαι ότι οι μουσουλμάνοι, τουλάχιστον οι Τούρκοι, είναι επίσης παιδιά των Ρωμαίων, μόνο που ίσως το συνειδητοποιούν λιγότερο.
Κι έπειτα πάμε στο Τοπ Καπί βεβαίως, με μιλιούνια κόσμο, με ουρές παντού, με υπομονή, επιμονή και τη γνωστή τουριστική μας επιμέλεια. Ευτυχώς το μισό είναι κλειστό για συντήρηση, θα επιβιώσουμε. Περνάμε απο το χαρέμι, όπου τη στιγμή εκείνη δεν έχει πολύ κόσμο. Ένα εξαιρετικά στολισμένο κλουβί για γυναίκες, που θα έχει κάνει όλους τους άντρες του κόσμου κάποια στιγμή να ονειρεύονται. Κι όλες τις γυναίκες του κόσμου κάποια στιγμή να ανατριχιάζουν. Ρίχνει ακόμα την εφιαλτική του σκιά πάνω στα ζευγάρια της Ιστάμπουλ που θέλουν να ζήσουν ισότιμα, άραγε;
Το παρόν μας αγκαλιάζει ανάλαφρο καθώς κάνουμε βόλτα στην Ιστικλάλ, έναν από τους πιο πετυχημένους πεζόδρομους του κόσμου. Τα μαγαζιά είναι ανοιχτά ως αργά, οι δρόμοι πλημμυρίζουν νεολαία, οικογένειες, τουρίστες, ντόπιους, περιπατητές και μικροπωλητές. Περνάει και το τραμ, τρέχουν τα πιτσιρίκια πάνω του. Είναι το παλιό τραμ, καμία σχέση με το σύγχρονο που διασχίζειεδώ και λίγα χρόνια ένα μεγάλο μέρος του κέντρου της πόλης.
Σε μερικά σπίτια υπάρχουν ελληνικές επιγραφές, εδώ είναι η μεγάλη οδός του Πέρα, το κοσμοπολίτικο, και κυρίως ρωμέικο, καμάρι της Κωνσταντινούπολης. Όμως μόνον έναν έλληνα συναντάμε, κι αυτός δεν είναι ντόπιος, τώρα εγκαταστάθηκε εδώ, που παντρεύτηκε Τουρκάλα. Μας δείχνει ένα ρωμέικο μαγαζί στη γωνία, 'καπέλα Καίτη'. Έχει κλείσει απο νωρίς, οι κυρίες που το κρατούν είναι μεγάλες και κουράζονται.
Βοηθάει τον πωλητή χυμού απο ρόδι
Κάτω απο το Φανάρι, στην επόμενη βόλτα μας, βλέπουμε τα σπίτια των Ρωμιών, πώς ερημώνουν αγριεμένα. Όταν φτάσεις εδώ απο το Μπαλάτ, την εβραίικη γειτονιά που είναι γεμάτη ζωντάνια, σε πιάνει η ψυχή σου με την αλλαγή του τοπίου. Η Ιστάμπουλ έχασε τους ρωμιούς της και τους νοσταλγεί, τους νοσταλγούν όσοι έχουν την ωριμότητα να το παραδέχονται. Αυτή τη στιγμή, μπορεί οι Τούρκοι να είναι πιο φτωχοί και εκτός Ευρώπης, αλλά σε κάποια πράγματα είναι ωριμότεροι απο μας, και ο πρωθυπουργός τους πιο τολμηρός απο τους πολιτικούς μας.
Την τελευταία μέρα, κάνοντας εκδρομή στο Βόσπορο, σε μια ταβέρνα ένας γέρος με τραβάει να μου δείξει οπωσδήποτε τη φωτογραφία της Παναγίας Σουμελά στην Τραπεζούντα, την πατρίδα του. Την ξέρω βέβαια αυτή τη φωτογραφία, αλλά απο ευγένεια πηγαίνω. Μου λέει ότι ήσαν έλληνες εκεί πολλοί, όπως κι εδώ, και τώρα έφυγαν κι απο δω, τέτοια. Έχει πράσινα μάτια που βουρκώνουν καθώς μιλάει. Μετά τη βόλτα μας, όταν επιστρέφουμε και περνάμε ξανά μπροστά απο την ταβέρνα του, ακούω κάποιον να φωνάζει  'Αφέντη!'. Γυρίζω, τον βλέπω. Γελά απο τη χαρά του που με ξαναβρήκε. Θα με φώναξε έτσι επειδή το 'εφέντιμ' δεν έχει γένη, σκέφτομαι, δεν υπάρχουν γένη στα τούρκικα, και νομίζει ότι αρκεί να πει 'αφέντη' για να είναι σωστά ελληνικά! Κοκκινίζω, ο αφέντης.  Είναι τόσο απρόσμενη προσφώνηση.
'Αυτή εδώ είναι ελληνίδα και έμαθε τούρκικα' πληροφορεί ενθουσιασμένος τους νεαρούς που δουλεύουν στο μαγαζί του, κι εκείνοι κουνάνε το κεφάλι κάπως απορημένοι.
'Γεια σου εφέντιμ, του λέω κι εγώ βιαστκά, μη χάσω και το πλοίο. Σε εμπιστεύομαι στον Αλλάχ!' (Αλλάχ ισμαρλαντίμ)
Από τον πύργο του Γαλατά
Δημοσίευση σχολίου

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...