Παρασκευή, 31 Δεκεμβρίου 2010

Ας αλλάξει πια μαμή η Ιστορία

Την προτελευταία μέρα του χρόνου ξύπνησα από το θόρυβο της έκρηξης στο Πρωτοδικείο. Ναι, ακούστηκε μέχρι την Κυψέλη, κυρίως έγινε αισθητή. Διαπέρασε σαν υποχθόνιο τράνταγμα τους τοίχους των πολυκατοικιών από τα θεμέλια, σα μπουμπουνητό, σαν ακραίο καιρικό φαινόμενο για ένα κλίμα που ισχύει στις πόλεις, ανάμεσα στα ντουβάρια. Καημένε ύπνε των δικαίων και των αδίκων, ύπνε των νοικοκυραίων που τόσο αρέσει στους επίδοξους επαναστάτες να σε χαλάνε, τι γλυκός που ήσουνα πριν ακουστεί αυτή η έκρηξη.
Ύπνος γλυκός με συμβιβασμούς βεβαίως. Συμβιβασμός με το τοπίο του ακάλυπτου γύρω από την κρεβατοκάμαρα. Με το πάρκινγκ που πήρε τη θέση του γειτονικού κήπου, τα καινούργια διαμερίσματα, που πάλιωσαν ήδη, να μας κρύβουν τον ήλιο τόσα χρόνια. Συμβιβασμός με τα χωρίς μόνωση παράθυρα, με τα τζάμια που τρίζουν, με τα σπασμένα τεντόπανα που τα κοπανάει ο αέρας και χτυπολογάνε και οι σωληνωτές τους λαμαρίνες. Με τα πιτσιρίκια που τρέχουν στο κάτω πάτωμα και κάνουν το σπίτι να πάλλεται ολόκληρο. Με τους ήχους των συναγερμών που χαλάνε κάθε τόσο και μας ζαλίζουν, με τους ήχους του σκουπιδιάρικου που περνάει αργά μέσα στη νύχτα, με τους ήχους του πάρτι που κάνουν κάθε τρεις και λίγο οι φοιτητές Εράσμους. Με τα τακούνια των γυναικών που ακούγονται καμιά φορά στο πλακόστρωτο, και πότε μας ξυπνάνε χαράματα, πότε μας ξυπνάνε μεσάνυχτα. Ένα σωρό ήχοι που πρέπει να συμβιβαστεί μαζί τους ο ύπνος των νοικοκυραίων.
Ίσως δεν είμαστε και ακριβώς νοικοκυραίοι εμείς, δεν ξέρω. Ίσως οι νοικοκυραίοι υπάρχουν μόνο στη φαντασία των βομβιστών, ή μάλλον στο λεξιλόγιο τους σαν πρόκληση που οφείλουν να την αντιμετωπίσουν με βόμβες και επιθέσεις γενικότερα. Οι νοικοκυραίοι, αυτό το τρομερό είδος που μπορεί να γίνει ένα μεγάλο τσουβάλι και να τους βάλει μέσα όλους. Τους μετανάστες από όλο τον κόσμο που αγωνίζονται να βγάλουν δυο δεκάρες, τα παιδιά των μεταναστών που αγωνίζονται να βάλουν τη ζωή τους σε μια σειρά, όλους τους ανθρώπους που συμβιβασμένοι με τα ντουβάρια της Αθήνας κοιμούνται τον πιο βαθύ, τον πιο χρήσιμο, τον πιο υγιεινό τους ύπνο, τον πρωινό.
Θα είναι κάποιο λάστιχο που σκάει κάπου μακριά, σκέφτηκα καθώς ξυπνούσα από τον περί ου ο λόγος ύπνο, και προσπάθησα να ξανακοιμηθώ, αλλά είδα πως είχε περάσει οκτώ η ώρα. Πολύ αργότερα έμαθα ότι ήταν βόμβα που με είχε ξυπνήσει. Βόμβα στους Αμπελόκηπους, πολύ μακριά από εδώ. Όχι και τόσο μακριά εν τέλει. Βόμβα των δεν ξέρω ποιών λυσσασμένων.
Ήταν η μέρα που η Νομαρχία Αττικής παρουσίαζε το Πεδίο του Άρεως στον Τύπο, και πήγα να κάνω τις ερωτήσεις μου. Ποιος θα το συντηρεί το πάρκο, θα ανοίξουν οι τουαλέτες, τι θα γίνει το Άλσος, κλπ. Προσέφεραν ένα καφέ στην πλατεία Πρωτομαγιάς. Πήγα στο μπαρ να ζητήσω γάλα για τον καφέ μου και ένας πελάτης πλήρωνε εκείνη την ώρα.
-Είστε με τη Νομαρχία, τον ρώτησε ο μπάρμαν.
-Όχι, όχι, εγώ δεν είμαι με αυτούς, είπε εκείνος πολύ περήφανα. Εγώ αυτούς, αν μπορούσα θα τους καθάριζα όλους, αλλά δεν έχω τα μέσα..
Ήταν γύρω στα τριάντα, τα μαλλιά σηκωμένα με μπριγιαντίνη, φορούσε ένα πολύ καλλιτεχνικό σακάκι, φαρδύ, με απλικαρισμένα κομμάτια, από ύφασμα σίξτις. Ο μπάρμαν του χαμογέλασε. Με κοίταξε, ξανάπε την ατάκα του, κι έφυγε ευχαριστημένος με το σακάκι του να ανεμίζει.
Το να λες τέτοια σε κάθε ευκαιρία είναι πλέον μαστ στην καθημερινότητά μας.
Το προηγούμενο μεσημέρι στην πλατεία Κολωνακίου είχα συναντήσει μια παλιά μου συνάδερφο να διαβάζει εκείνη τη μαύρη αφίσα «Αλήτες ρουφιάνοι δημοσιογράφοι» Φορούσε μια καμπαρντίνα Μπέρμπερις, καλοβαλμένη αστή κυρία, και δεν περίμενα να μου πει, όταν την πλησίασα, ότι δίκιο έχουν αυτοί που γράφουν και ονόματα στην αφίσα.
-Μα αυτό είναι στοχοποίηση, της λέω, είναι σα να λένε να πάνε να τους βάλουν μολότοφ. Κανονικές προγραφές με ονοματεπώνυμο..
-Είναι οι συνέπειες των πράξεων τους, μου λέει, τους έχεις ακούσει στην τηλεόραση; Είναι απαράδεκτοι, διχάζουν τους εργαζόμενους…
-Να σου πω, τηλεόραση δεν βλέπω, αλλά ό,τι και να λένε και να κάνουν, αυτή η αφίσα εμένα μου φαίνεται καθαρός φασισμός.
Δεν συμφωνούσε. "Η βία είναι η μαμή της Ιστορίας", μου θύμισε. Συμφωνήσαμε πως διαφωνούμε, ευχηθήκαμε καλή χρονιά κι αποχαιρετιστήκαμε. Έφυγα όμως με ένα σφίξιμο στην καρδιά. Με πόση ευκολία δέχονται τη βαρβαρότητα οι άνθρωποι, κι όχι άνθρωποι αμόρφωτοι ή ανυποψίαστοι. Με πόση ανάλαφρη συνείδηση αντιμετωπίζουν τη βία, τη βρισιά, την απειλή, τον προσβολή προς άλλους βέβαια. Και τους φόνους, και τις ζημιές, και τους εμπρησμούς, και τις άλλες απειλές, και τις μαγκιές και τους τσαμπουκάδες, κάθε μέρα, συνέχεια. Σα να μην υπάρχει άλλος τρόπος. Ίσως και να μην υπάρχει. Ίσως τόσο να έχουμε γαλβανιστεί στην κουλτούρα της μαγκιάς, του τσαμπουκά, της βίας γενικότερα, που να είναι αδύνατον να φανταστούμε κάτι άλλο.
Ωστόσο κάνω μια ευχή για το καινούργιο χρόνο, μια ουτοπική ευχή, ανεδαφική, ρομαντική κι όλα τα σχετικά. Εύχομαι να μπουχτίσουν κι άλλοι άνθρωποι αυτή την περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Τίποτε άλλο να μην κάνουν, να μπουχτίσουν μόνο. Να πουν μια μέρα μέσα τους, αμάν πια με τη βία που είναι η μαμή της Ιστορίας! Φτάνει! Ως εδώ! Να πάει σπίτι της αυτή η μαμή! Να ξεγεννήσει χωρίς μαμή η Ιστορία! Ας τη στείλουν σε μαιευτήριο!
Ποιος ξεγεννάει πια με μαμή στην εποχή μας; Ας ξεκολλήσει πια κι αυτή η Ιστορία!

Δημοσίευση σχολίου

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...