Πέμπτη, 2 Δεκεμβρίου 2010

Μια σπίθα ανυπακοής

Παριζιάνικη ουρά μπροστά σε μαγαζί ειδών ραπτικής
Επιστρέφοντας από το Παρίσι, μπήκα στο Ντιούτι φρη του αεροδρομίου να αγοράσω μια κρέμα για τη μητέρα μου, όπως κάνω όταν γυρίζω από ταξίδι. Στο ταμείο δεν είχε ουρά, μόνο μια κοπέλα πλήρωνε τις αγορές της. Στάθηκα πίσω της αφήνοντας κενό μισό μέτρο ανάμεσα μας, και σε λίγα δευτερόλεπτα κάποιος με έσπρωξε αρκετά έντονα, να πάω μπροστά, να μην έχει κενό η ουρά. Ποια ουρά, τρία άτομα είχαμε γίνει με αυτόν. Δεν πρόλαβα να αντιδράσω, πήγα μπροστά, κάλυψα τη μισή απόσταση, κι ύστερα σταμάτησα αποφασιστικά. Γιατί έπρεπε να υποχωρώ σε κάποιον αγενή που σπρώχνει χωρίς λόγο; Ήταν ένας τεράστιος άνθρωπος, με πέρναγε ένα κεφάλι και δυο ώμους, κι ήταν Έλληνας. Οι Έλληνες, είναι γνωστό παγκοσμίως, δεν ανέχονται τις ουρές. Θα σπρώξουν, να μπουν από πλάι, θα βρίσουν, αλλά να περιμένουν αποκλείεται, θεωρούν ότι προσβάλλεται η  αξιοπρέπεια τους. Καθώς επέμενε να με πιέζει να σπρώξω κι εγώ την μπροστινή μου, που πλήρωνε στο ταμείο, με έπιασε το πείσμα. Όχι ρε φίλε, δεν πάω άλλο μπροστά. Θα περιμένεις, κι ας πιέζεις. Θα αντισταθώ. Πώς λέει και ο Μίκης; Ανυπακοή! Χα χα, αυτός άλλη ανυπακοή θέλει, εγώ αυτήν θα κάνω. Δεν θα προχωρήσω ρούπι. Σπρώχνε όσο θες. Με υποδέχεσαι εκ μέρους της πατρίδας, όπου όλα θα είναι πιο δύσκολα, να μην ξεχνιόμαστε. Ναι, στην Ελλάδα θα δίνουμε ξανά τις μάχες μας για τα αυτονόητα και θα τις χάνουμε συνήθως. Αυτό που θεωρούν λογικό οι ξενέρωτοι της Ευρώπης, να περιμένεις σε μια ουρά τη σειρά σου, να μη σπρώχνεις τους πιο κοντούς και μικρόσωμους μπροστά σου, εμείς το θέτουμε σε αμφισβήτηση καθημερινά. Εμείς ομνύουμε στο νόμο της ζούγκλας, ναι, γιατί η μαμά σου σε έκανε έτσι τεράστιο αν όχι για να σαρώνεις στο πέρασμα σου μερικούς πολιτισμένους και εκφυλισμένους;
Ανυπακοή σε πλακάκια: η Γαλλική Επανάσταση στο σταθμό της Βαστίλης
Ε λοιπόν φίλε μου, δεν θα σου περάσει. Για τριάντα δευτερόλεπτα ακόμα θα τους σεβαστείς τους κανόνες της γηραιάς Φραγκίας, γιατί ακόμα κι αν με ρίξεις κάτω από την πίεση, πιο μπροστά δεν πάω. Κι αλήθεια, τι δυσάρεστο πράγμα ήταν αυτό, η καμπαρντίνα του σχεδόν με είχε τυλίξει, κανονικά η γυναίκα του, που του διάλεγε τα υπόλοιπα ψώνια λίγο πιο πέρα, θα έπρεπε να κάνει σκηνή ζήλειας.  Ωστόσο αισθάνομαι κι εγώ το πατριωτικό καμάρι ότι δεν υποχώρησα στην καταπίεση του πατριώτη, έμεινα βράχος υπό πίεση μέχρι που τέλειωσε επιτέλους η μπροστινή, και προχώρησα κανονικά να πληρώσω κι εγώ, ακούγοντας τον από πίσω απτόητη να αγκομαχά από ανυπομονησία. Κι όταν τέλειωσα και γύρισα κι είδα τα ξινισμένα μούτρα του, έδωσα επιπλέον πατριωτικά συγχαρητήρια στον εαυτό μου.
Δημοσίευση σχολίου

Η ροκού και η άλλη

Μα πώς αφήνουν να γίνονται ροκ συναυλίες στο Ηρώδειο, αναρωτήθηκε η ροκ της παρέας, κάπως συγκλονισμένη από τη μίξη των ειδών. Α...