Παρασκευή, 17 Δεκεμβρίου 2010

Μουσείο Ρομαντικής ζωής

O προθάλαμος του παλιού μου σπιτιού
Ένα πρωινό θέλησα να επισκεφτώ την παλιά μου γειτονιά, το 17ο διαμέρισμα του Παρισιού, εκεί που είχα μείνει όταν ήμουνα φοιτήτρια. Πλατεία Κλισύ, η επόμενη στάση του μετρό ήταν, η La Fourche, η διχάλα δηλαδή, η φουρκέτα. Έφτασα μέχρι το σπίτι που κάποτε η πόρτα του άνοιγε όταν την έσπρωχνες, αλλά τώρα έχει κώδικα για να ανοίξεις, και έβγαλα απλώς φωτογραφία την πρόσοψη. Η οικειότητα πήγε περίπατο, με τον κώδικα εννοώ. Κι όμως μέσα από το τζάμι ο προθάλαμος έμοιαζε σα να έχω φύγει πριν μισή ώρα, κι όχι πριν τριάντα χρόνια. Κατοικεί μέσα μου η αίσθηση του χώρου, όπως κάποτε κατοικούσα εγώ εκεί, έχει εγκατασταθεί και δεν μετακομίζει. Άραγε μέσα, στη δεύτερη πόρτα, γιατί είχε ένα σωρό πόρτες αυτή η παλιά πολυκατοικία, να υπάρχει ακόμα το ταμπελάκι που έλεγε: «Μην κλείνετε την πόρτα, θα επιληφθεί ο Μπλουντ» με σχεδιασμένο δίπλα ένα γκρουμ με κόκκινο σακάκι και καπέλο- κατσαρόλι. Ήταν δηλαδή μια διαφήμιση του μηχανισμού της πόρτας, που επαναλαμβανόταν και παραμέσα, στις άλλες δυο, και σου έδινε μια ψευδαίσθηση φροντίδας και μια αίσθηση καλωσορίσματος μόλις έμπαινες στο σπίτι.. Δεν μπορώ να περιμένω να βγει κάποιος ή να μπει. Έχει αφόρητη σκόνη και θόρυβο. Στο διπλανό κτίριο γίνονται εργασίες, έχουν βάλει σκαλωσιές και χαλάνε τον κόσμο. Κι έτσι δεν μπορώ να ανοίξω την πόρτα για να δω αν ο Μπλουντ είναι πάντα εκεί και αναλαμβάνει να κλείσει την πόρτα
 Έφυγα γρήγορα. Δεν κατάφερα να νιώσω πολύ ρομαντικά στα παλιά μου λημέρια. Επόμενη απόπειρα ρομαντισμού στο Μουσείο de la vie romantique, που βρίσκεται σχετικά κοντά, κάτω από το Μουλέν Ρούζ, στη Μονμάρτη. Ήταν το ατελιέ ενός ζωγράφου, του Αρί Σεφέρ, που αγνοούσα την ύπαρξη του, δεν είμαι δυνατή στους ζωγράφους. Βρίσκεται σε μια γειτονιά που είχε ζήσει καλλιτεχνικές δόξες στα τέλη του 19ου αιώνα. Είχαν εκεί χτιστεί πολλά ατελιέ ζωγράφων, είχαν κατοικήσει πολλοί ποιητές, κάποτε μάλιστα ονομάστηκε η περιοχή «Νέα Αθήνα» που είναι ό,τι πιο κουλτουριάρικο μπορεί να ονομαστεί μια περιοχή. Τρομερή ειρωνεία, αν σκεφτείς πόσο μισεί την κουλτούρα η αληθινή νέα Αθήνα.

O Γκόγκολ στην αφίσα

Στη είσοδο του μουσείου ένα πανό με προσωπογραφία του Γκόγκολ, αναγγέλλει μια έκθεση ρωσικού ρομαντισμού. Ο ρώσικος ρομαντισμός μέσα στον γαλλικό. Είδα και τους δυο, το μουσείο είχε το προσόν να είναι πολύ μικρό. Πέντε αίθουσες για τον ρώσικο ρομαντισμό, με έργα από την Πινακοθήκη Τρετιακόφ της Μόσχας, λιγότερες για το γαλλικό, ή μάλλον μερικά δωμάτια του παλιού σπιτιού που έχουν μείνει όπως ήταν, με τα έργα του ζωγράφου και κάποια από τα ρομαντικά του έπιπλα.
Είχε πάρα πολύ κόσμο στο ρώσικο ρομαντισμό. Με δυσκολία μπορούσες να πλησιάσεις στους πίνακες και τα γλυπτά. Στριμώχνονταν στο μικρό χώρο τρία γκρουπ επισκεπτών πολύ ξανθών. Έμοιαζαν με Ρώσους, αλλά ελάχιστοι μιλούσαν ρώσικα.
Πούσκιν και Γκόγκολ απο την Τρετιακόφ της Μόσχας
Μέχρι εκείνη τη μέρα δεν είχα συνειδητοποιήσει ότι η ρώσικη τέχνη ουσιαστικά ξεκίνησε με τον Πέτρο τον Α΄. Εκείνος ήταν που μετά το ταξίδι του στη δυτική Ευρώπη, που το έκανε αμέσως μόλις πήρε ολοκληρωτικά την εξουσία, αποφάσισε να κάνει τη Ρωσία ευρωπαϊκή, να ενισχύσει τη ζωγραφική, τη γλυπτική, τις τέχνες γενικά. Σαν ένας φοιτητής που πάει για σεμινάριο και μαγεύεται από την ομορφιά των πόλεων της γηραιάς ηπείρου, έτσι γύρισε στην πατρίδα του και βάλθηκε να αναδείξει τα δικά της ταλέντα. Ακολούθησε η ρωσική άνοιξη, όπου μέσα σε ελάχιστα χρόνια εμφανίστηκαν τόσοι ζωγράφοι και γλύπτες, συγγραφείς, μουσικοί, ποιητές, ηθοποιοί και γενικά καλλιτέχνες που δεν είχαν εμφανιστεί τους προηγούμενους αιώνες μαζεμένους.
 Υπάρχει ανάμεσα στους πίνακες ένα πορτρέτο του Πούσκιν, ο Γκόγκολ της αφίσας, κι ένα μικρό άγαλμα του Πούσκιν. Κατά τα άλλα βλέπεις την Πετρούπολη όταν χτίστηκε, τη Μόσχα που ήταν ήδη παλιά και μυθική, χωρικούς και ευγενείς, λιμάνια και σαλόνια, τοπία μέρα και νύχτα, και σε κάθε πινακίδα επαναλαμβάνεται πόσο ξαφνική ήταν αυτή η ακμή, πόσο εκρηκτική σε κάθε τομέα της τέχνης.

Τα δωμάτια του Σεφέρ

Και πώς να ήταν η ρώσικη τέχνη πριν από την έκρηξη αυτή; Πώς εκδηλωνόταν, πριν την ενισχύσει ο Πέτρος; Είχε άλλα χαρακτηριστικά άραγε; Μήπως ο Ντοστογιέφσκι, κι όλοι οι Ρώσοι που έχουν γράψει εναντίον της ευρωπαϊκής τέχνης που ‘αλλοίωνε τη ρώσικη ψυχή’ είχαν κάτι υπόψη τους; Ή μήπως ήταν μια ακόμα ρομαντική ιδέα κι αυτή, ότι υπήρχε κάποια γνήσια κι αμόλευτη ρώσικη ψυχή την οποία ο ξενομανής Πέτρος μόλυνε δια παντός με τη φωτισμένη δεσποτεία του και τη μανία του να δει τη χώρα του να κατακλύζεται από αριστουργήματα. Ίσως ακόμα κι ο Ντοστογιέφσκι να ήταν τέκνο της αυτοκρατορικής αυτής επιθυμίας για πνευματική και καλλιτεχνική αναγέννηση, ένα τέκνο δυσαρεστημένο κι αυστηρό απέναντι στις συνθήκες που το γέννησαν. Δεν διάλεξε ένα δυτικό, ας πούμε, λογοτεχνικό είδος, το μυθιστόρημα, για να εργαστεί; Τέκνο της ευρωπαϊκής στροφής, αλλά τον έτρωγε ο καημός για τη γνήσια Ρωσία. Και ποια ήταν άραγε η γνήσια Ρωσία; Τα γένια των Βογιάρων που απαγόρευσε ο Πέτρος, το παλιό ημερολόγιο, η εξουσία του πατριάρχη;
 Και στου Τσέχωφ όλα τα θεατρικά έργα, αργότερα, υπάρχει κάποιο πρόσωπο που νοσταλγεί τη γνήσια Ρωσία. Στην εποχή του Τσέχωφ έχει πια περάσει η φάση της εισαγωγής ευρωπαϊκής κουλτούρας, έχει ξεχαστεί ίσως η ‘άνοιξη’, θεωρείται αυτονόητο να έχει κουλτούρα μια τόσο μεγάλη και ισχυρή χώρα. Κάποιος όμως πάντα νοσταλγεί την αληθινή Ρωσία, ένα από τα πρόσωπα, λίγο καρικατούρα, σαν οποιοδήποτε τέτοιο τύπο σε οποιαδήποτε χώρα. Μπορεί αυτή η γνήσια Ρωσία να μην ήταν παρά ένα όραμα του Ντοστογιέφσκι που περιείχε περισσότερη άρνηση παρά αληθινές εικόνες, όπως πολύ συχνά συμβαίνει. Και βέβαια η πίστη αυτή στη βαθιά ψυχή του λαού που κρύβει θησαυρούς, είναι ό,τι πιο ρομαντικό υπάρχει.
Κι αυτή η αίσθηση της ‘ξενόφερτης τέχνης’ μπορεί να πέρασε σαν κλισέ στην πολιτική και να οδήγησε σε γενικότερη άρνηση των ‘αστικών πολιτιστικών αξιών’ που κυνηγήθηκαν στην Επανάσταση. Εκείνη η μανία της εισβολής στα χειμερινά Ανάκτορα, οι εικόνες που στοιχειώνουν τα επαναστατικά οράματα ανά τον κόσμο. Βέβαια, μετά την επικράτηση της, το Μετρό της Μόσχας το στόλισαν σαν ανάκτορο, αποκαθιστώντας την αξία της τέχνης και της πολυτέλειας, με τη διακήρυξη ότι ανήκει στο λαό. Σπουδαία κίνηση αυτή, πιο επαναστατική από το να καταστρέφεις. Αλλά λιγότερο γνωστή, δυστυχώς.
Ίσως έφταιγε και η κοσμοσυρροή στο Μουσείο, αλλά με τέτοιες σκέψεις με μελαγχόλησε λίγο ο ρώσικος ρομαντισμός.

Σε αυτό το σαλόνι κάποτε έπλητεε η Σάνδη

Στο κομμάτι του παλιού σπιτιού του Αρύ Σεφέρ που έχει διατηρηθεί, υπάρχει ένα σαλονάκι που σε αφήνουν να φωτογραφήσεις, και κάμποσα πορτρέτα και αναμνηστικά της Γεωργίας Σάνδη. Ήταν συχνά επισκέπτρια του σπιτιού όταν έμενε εδώ ο Σεφέρ, και με τα ενθύμια της ξεκίνησε το μουσείο. Υπάρχει ένα γλυπτό με τα χέρια της. Δίπλα, τα χέρια του Σοπέν. Σα να άφησαν κι οι δυο ένα ζευγάρι μαρμάρινα χεράκια στον κρύο και σκληρό αυτό κόσμο πριν τον αποχαιρετίσουν.

Πέρασαν λοιπόν από το σπίτι αυτό τρεις γενιές καλλιτεχνών, τουλάχιστον. Ο Σεφέρ που το νοίκιασε πρώτος, μάζευε κόσμο γύρω του, προωθούσε και βοηθούσε κι άλλους ζωγράφους. Η κόρη του αγόρασε το σπίτι μετά το θάνατο του, κι από αυτήν το κληρονόμησε η μικρανιψιά του ζωγράφου Νοεμί Ερνάν- Ψυχάρη. Να κι ένα ελληνικό όνομα, ναι, είναι ο γνωστός Γιάννης Ψυχάρης, ο πρωτοπόρος δημοτικιστής, συγγραφέας του «Ταξιδιού». Είχε παντρευτεί την κόρη του Ρενάν, αλλά μετά χωρίσανε. Η κόρη του, Κορί Ψυχάρη –Σιοάν συνέχισε να δέχεται καλλιτέχνες, όπως διαβάζω στο φυλλάδιο με τη μικρή ιστορία του Μουσείου. Μετά από μερικές περιπέτειες κατέληξε το σπίτι στο Δήμο του Παρισιού για εκθέσεις σαν αυτή.

Οδηγίες για τους περιπατητές
 Κρίμα που κάνει ψοφόκρυο και δεν μπορώ να ρομαντζάρω λίγο στον κηπάκο. Πρέπει να φύγω γρήγορα με βήμα ταχύ για να επιβιώσω ως την επόμενη στάση σε μαγαζί, μουσείο ή καφενείο. Περνάω, ακριβώς δίπλα, από ένα ξενοδοχείο που ήταν κάποτε το θέατρο Γκινιόλ, μαριονέτες για παιδιά κυρίως. Από κει λέμε κι εμείς την έκφραση «γκραν γκινιόλ». Σε μερικές γωνίες έχει βελάκια με αποστάσεις για ποδαρόδρομο, πράγμα πολύ ενθαρρυντικό για τη δική μου περίπτωση και μερικών ακόμα χιλιάδων προσκυνητών στο Παρίσι.
Η ηλεκτρονική διεύθυνση του Δήμου Παρισίων όπου υπάγεται το Μουσείο:
Δημοσίευση σχολίου

Η πόλη των χιλίων ποταμών

Αργήσαμε να πάρουμε μπρος, ομολογούσε στο ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος που ασχολούνταν με τις πλημμύρες. Λογικό, αφού υπήρχαν τόσα συγκλονιστ...