Δευτέρα, 6 Δεκεμβρίου 2010

Ανδρομάχη του Ρακίνα


Ανδρομάχη και Πύρος

Πήγαινα με κάποια συγκατάβαση να δω την Ανδρομάχη του Ρακίνα στην Κομεντί Φρανσέζ. Ποτέ δεν είχα δει Ρακίνα στη σκηνή, και μια και τον είχαμε διδαχτεί στο Γαλλικό Ινστιτούτο για το δίπλωμα που λεγόταν τότε Σορμπόν, είπα ας πάω να τον δω μια φορά. Έριξα μια ματιά στην υπόθεση, μήπως οι στίχοι,  που λέγονται ‘αλεξανδρινοί’, μου φανούν δύσκολοι. Δεν με μάγεψε η πλοκή, σαν εφηβικό μυθιστόρημα έμοιαζε. Ο Ορέστης αγαπά την Ερμιόνη, η οποία αγαπά τον Πύρο, ο οποίος αγαπά την Ανδρομάχη. Όπως αγαπάτε, κωμωδία του Σαίξπηρ θύμιζε. Αλλά η ευθύγραμμη αυτή κατεύθυνση ερώτων χωρίς ανταπόκριση είναι κάπως πιο περίπλοκη τελικά. Διότι ο Πύρος είναι βασιλιάς (της Ηπείρου, όπως το ιστορικό πρόσωπο Πύρος) και η Ανδρομάχη είναι αιχμάλωτη. Δηλαδή ο δεσμώτης έχει ερωτευτεί την αιχμάλωτη του, κι αμέσως η σχέση αποκτά άλλο ενδιαφέρον. Επιπλέον ο Πύρος στο έργο αυτό είναι γιος του Αχιλλέα, ο οποίος Αχιλλέας έχει σκοτώσει τον Έκτορα, τον άνδρα της Ανδρομάχης. (Οι τελευταίες λεπτομέρειες ακολουθούν τη γνωστή εκδοχή).
Λοιπόν μπορεί να σκεφτεί κανείς ότι η Ανδρομάχη αυτή θα είναι αρκετά μεγαλύτερη από τον Πύρο, αλλά μπορεί και όχι. Οι άνθρωποι παντρεύονταν νέοι, έκαναν παιδιά μικροί, οπότε είχαν ανοιχτές όλες τις δυνατότητες. Αλλά και είκοσι χρόνια να τον περνούσε τον Πύρο η Ανδρομάχη, τι σημασία έχει; Άλλα μετρούσαν, η αιχμαλωσία, ο θάνατος του Έκτορα, η ζωή του Αστυάνακτα. Και ο έρωτας βεβαίως, η ακαταμάχητη δύναμη που αναστατώνει ηγεμόνες και κόρες των βασιλιάδων.
Ναι, υπάρχει η λεπτομέρεια αυτή, ο Αστυάνακτας, ο γιος του Έκτορα, εκείνο το μωρό που πέταξε ο Οδυσσέας από τα τείχη της Τροίας, στο έργο του Ρακίνα ζει και είναι με τη μαμά του, αιχμάλωτος του Πύρου. Αιχμάλωτοι στην πόλη Βουθρωτό της Ηπείρου! Έδωσαν λέει, λάθος παιδί στον Οδυσσέα να σκοτώσει, και πάει τζάμπα το καημένο εκείνο, ο διάδοχος του ανύπαρκτου θρόνου μεγαλώνει ήσυχα υπό την προστασία του γιου του εχθρού του.
Ορέστης και Πυλάδης
Οι δε Έλληνες, αυτοί οι απαίσιοι τύποι της Ιλιάδας, στέλνουν τον Ορέστη να σκοτώσει το παιδί. Ναι, τον γνωστό Ορέστη, το γιο της Κλυταιμνήστρας και του Αγαμέμνονα, ο οποίος δεν ξέρουμε αν έχει ακόμα σκοτώσει τη μητέρα του. Αν δεν το έχει κάνει ακόμα, σύμφωνα με το έργο αυτό, δεν θα την σκοτώσει ποτέ. Διότι στο τέλος τρελαίνεται, και πώς να μην τρελαθεί από απελπισία για το λάθος που έκανε, να ακούσει την έξαλλη Ερμιόνη που του έλεγε να σκοτώσει τον Πύρο, από ζήλια, κι αφού τον έψησε καλά –καλά το μετάνιωσε και τον έδιωξε κακήν –κακώς, πήγε κι έπεσε στο πτώμα επάνω και μαχαιρώθηκε κι εκείνη. Πώς να αντέξει λοιπόν;
Μπλεγμένη τελικά η υπόθεση. Ωστόσο όλα γίνονται μέσα σε μια μέρα, σύμφωνα με τους κανόνες της κλασσικής τραγωδίας.
Μόλις οι ηθοποιοί πιάνουν στα χείλη τους αλεξανδρινούς στίχους, όλα γίνονται πολύ πιο απλά, ξεκάθαρα, κρυστάλλινα. Είναι μια παράσταση κλασική, σαν το έργο, πολύ λιτή, με ελάχιστη κίνηση, χωρίς σκηνοθετικά ευρήματα, σε ένα σκηνικό αόριστα ελληνικό, δυο σειρές από κολώνες. Οι ηθοποιοί στέκονται και απαγγέλλουν, κάνουν ένα ή δυο βήματα και ξαναστέκονται. Σέρνουν λίγο τους στίχους, ειδικά το δεύτερο μισό κομμάτι του στίχου, πράγμα που δίνει ένα ρυθμό επαναλαμβανόμενο. Κι όμως μοιάζει η φωνή να έρχεται από το βάθος της ύπαρξης τους, από το κέντρο του σώματος και της ψυχής τους. Κάθε λέξη, κάθε κίνηση, έχει τέτοιο βάρος που νομίζεις ότι θα σπάσει η σκηνή, όμως οι στίχοι συνεχίζονται ανάλαφροι ‘σαν τα πουλιά’, που έλεγε κι ο Όμηρος.  Σκηνή με τη σκηνή και στίχο με το στίχο τα πρόσωπα αναδεικνύουν την τρομερή τους αξιοπρέπεια και το πώς συγκρούεται με τον έρωτά τους.  Πώς μπορεί η κόρη του Μενελάου να παραδεχτεί την ήττα της; Πώς μπορεί ο γιος του Αχιλλέα να αγαπήσει τη χήρα του πατρικού φόνου; Όλο και βαθύτερα φαίνονται τα αδιέξοδα που τελικά τους καταπίνουν, και το θέμα είναι πως όλα αυτά τα οποία ακούγονται αστεία έτσι όπως τα περιγράφει το πρόγραμμα ως υπόθεση του έργου, όταν τα βλέπεις στη σκηνή έχεις εντελώς ταυτιστεί μαζί τους και βήμα- βήμα αλλάζεις και πείθεσαι, ύστερα ξαναλλάζεις, λες και παρακολουθείς δημηγορίες στο Θουκυδίδη όπου ο τελευταίος πάντα μιλάει καλύτερα, αλλά στο τέλος, όσο υπέροχα και να τα πει, δεν γλιτώνει το χειρότερο.
Δεν είναι οι ήρωες αυτοί σαν εκείνο τον βασιλέα Δημήτριο του Καβάφη, που "σαν τον παραίτησαν οι Μακεδόνες... επήγε κι έβγαλε τα χρυσά ενδύματα του και τα ποδήματα του πέταξε τα ολοπόρφυρα, κάνοντας όμοια σαν ηθοποιός...." Κρατούν τα ενδύματα τους, το βαρύ τους ρόλο, του βασιλιά, της αιχμάλωτης, της πριγκίπισας, του απεσταλμένου. Ο έρωτας χτυπιέται΄πάνω τους, η αξιοπρέπεια όμως νικάει, στο τέλος οι δυο πεθαίνουν, ο απεσταλμένος τρελαίνεται, η δε αιχμάλωτη έχει γίνει βασίλισσα. Πλήρης ανατροπή.
Πόσο είχα πεθυμήσει τελικά, να δω ένα τέτοιο έργο, κλασικό, να παίζεται κλασικά και να του αποδίδεται ολόκληρο το πραγματικό του βάρος. Νομίζω είναι αυτό που λείπει από το δικό μας θέατρο, λίγες κλασικές παραστάσεις, αληθινά κλασικές όμως, με τη θεατρική τους δύναμη σταθερή, όχι παρωδίες του κλασικού. Μου φαίνεται πως τόσο πολύ το έχουμε ξεχάσει κάτι τέτοιο, ώστε δυσκολεύομαι να το περιγράψω, φοβάμαι ότι δεν μπορώ να εξηγήσω για ποιο πράγμα μιλώ. Όταν εμείς λέμε «κλασικό» εννοούμε μάλλον «κλασικούρα», κάτι παλιό και ξεπερασμένο, κάθε άλλο παρά κλασσικό δηλαδή.
Πήγα στο Παρίσι με μεγάλη όρεξη να δω θέατρο. Είδα τη Μνούσκιν, τον Μπρουκ, είδα όπερα στη Βαστίλη, είδα τον Μισέλ Μπουκέ, και τι δεν είδα. Και στην Κομεντί Φρανσέζ είδα επιπλέον Μολιέρο και Εντουάρντο ντε Φίλιππο. Όμως η παράσταση που πιο πολύ με άγγιξε, με συγκίνησε, με ανατρίχιασε, ήταν αυτή, η Ανδρομάχη του Ρακίνα. Ίσως επειδή δεν το περίμενα. Το θέατρο κρύβει ακόμα εκπλήξεις, κι οι μικρότερες δεν είναι στα έργα του 17ου αιώνα…

Την επόμενη βδομάδα ξαναπήγα στην Κομεντί Φρανσέζ, είδα το Φιλάργυρο του Μολιέρου. Διαπίστωσα ότι δυο ηθοποιοί τουλάχιστον απο την παράσταση του Ρακίνα παίζανε κι εκεί. Πώς τα κατάφερναν να περνάνε σε άλλους τόσο διαφορετικούς ρόλους τόσο γρήγορα; Το συζήτησα με γάλλους φίλους και μου εξήγησαν ότι είναι παράδοση αυτό, γινόταν πάντα στην Κομεντί και σε άλλα θέατρα. Μου φάνηκε πολύ σκληρό για τους ηθοποιούς που δεν έχουν δουλειά, αλλά αυτοί που έχουν προφανώς ζουν πολύ έντονα.


Ο Ποδαλίδης ως Φιλάργυρος κοιτά τον κήπο όπου έχει θάψει το θησαυρό του

Το τελευταίο έργο που είδα στην Κ.Φ. ήταν ¨"Μεγάλη Μαγεία" του Εντουάρντο ντε Φίλιππο, σα να το είχε γράψει ο Πιραντέλο. Και πάλι μια ηθοποιός που έπαιζε στα άλλα δυο. Και σε πρωταγωνιστικούς ρόλους και στα δυο ο Denis Podalydes προφανώς ελληνικής καταγωγής, που είναι μεγάλο αστέρι του θεάτρου.
Αλλά αυτή την παράδοση δεν την έχουν μόνο εκει. Πήγαμε σε ένα άλλο θέατρο, το οποίο κάθε σεζόν παίζει όλα τα έργο ενός θεατρικού συγγραφέα. Ένα φτωχό θέατρο, Theatre du Nord Est το λένε. Και φέτος παίζουν όλον τον Λαμπίς, ένα συγγραφέα σαν τον δικό μας Ξενόπουλο, ο οποίος είχε γράψει 115. Και τα παίζουν όλα! Μα πώς γίνεται αυτό;
Είδαμε ένα από τα 115, που το λένε: "Το ταξίδι στην Κίνα". Οι ηθοποιοί του παίζουν σε καμιά δεκαριά έργα ο καθένας μέσα στο χειμώνα. Μου φάνηκε κάπως τερατώδες, αλλά η νεαρή φίλη τραγουδίστρια -ηθοποιός που γνωρίζαμε κι είχαμε πάει να δούμε, μας είπε ότι είναι πολύ ευτυχής, αν και πληρώνεται ελάχιστα.
Το πρόγραμμα με όλα τα έργα του Λαμπις
Γενικά είδα πολύ θέατρο στο Παρίσι. Έμεινα 15 μέρες και είδα εννιά παραστάσεις, ρεκόρ. Σαν τρελή έτρεχα σε δάση (κυριολεκτικά, στο δάσος της Βενσέν ας πούμε για τη Μνούσκιν) και σε παγωμένες λεωφόρους χωρίς εισιτήριο, αλλά ανταμείφθηκα. Τόσες παραστάσεις μαζεμένες δεν βλέπω ούτε σε ένα χρόνο. Διαπιστώνω ότι είναι ο καλύτερος τουρισμός σε μια χώρα που ξέρεις τη γλώσσα. Αλλά ακόμα και αν είσαι απλώς σε διαδικασία μάθησης, όπως είμαι εγώ στην Αγγλία, πάλι μπορείς να πυκνώνεις την εμπειρία του ταξιδιού. Βέβαια έχω δει και γερμανικές παραστάσεις, που δεν καταλαβαίνω λέξη. Αλλά όπως και να το κάνουμε, οι λέξεις έχουν άλλο ζουμί όταν καταλαβαίνεις το νόημα τους!
Δημοσίευση σχολίου

Η πόλη των χιλίων ποταμών

Αργήσαμε να πάρουμε μπρος, ομολογούσε στο ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος που ασχολούνταν με τις πλημμύρες. Λογικό, αφού υπήρχαν τόσα συγκλονισ...