Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2011

Αγαααάπη μου!


Μέρες αποχαιρετισμού λαμπικαρισμένες. Αποχαιρετάμε τη χρονιά. Ο ήλιος κάθε μέρα μας τιμά, μας καλεί να βγούμε έξω, να συγχρωτιστούμε, κι έχει ο θεός αυτός, ο θεός του ήλιου. Χτες το πρωί ξόδευε τη γενναιοδωρία του στο πάρκο, σε λιγοστές παρέες που είχαν βγει να παίξουν τα παιδιά τους. Είδα το γειτονάκι που συνήθως κυκλοφορεί με μια φασαριόζικη παρέα, να κάνει ποδήλατο μόνο του. Πήγαινε αργά, βαριόταν, έκανε την πίσω πεταλιά που κρατάει ακίνητο το παδήλατο, κοίταζε γύρω του άσκοπα. Κάποιον θα περίμενε που δεν ερχόταν ίσως, δεν πήγε πολύς κόσμος στο πάρκο. Πίσω μας ακούστηκε μια γυναικεία φωνή, «αγάπη μου, έλεγε, αγάπη μου, αγάαααπη μου» με κείνο το σύρσιμο που έχει το δεύτερη άλφα όταν απευθύνεται σε παιδιά ή σε μωράκια, και είδα στο πρόσωπο του αγοριού, που είναι γύρω στα οκτώ, να περνάει για δευτερόλεπτα ένα είδος ικανοποίησης, σα να άκουσε αυτό που ήθελε να ακούσει. Για δευτερόλεπτα τίποτε δεν του φάνηκε πιο φυσικό κι αναμενόμενο παρά να τον λέει μια γυναίκα «αγάπη της» και κείνο να πρέπει να πέσει στην αγκαλιά της. Για δευτερόλεπτα, για κλάσματα του δευτερολέπτου, η ευχαρίστηση έδωσε τη θέση της σε μια κάποια ενόχληση, σα να έλεγε, ναι, βέβαια αγάπη σου είμαι, αλλά έχουμε και δουλειές… Λάμψανε τα μάτια, πήγε το στόμα να γελάσει, σηκώθηκε το κεφάλι, κι ύστερα είδε τη γυναίκα, η οποία μιλούσε σε ένα σκυλί. Κι αμέσως το ύφος άλλαξε, το χαμόγελο έγινε ξινίλα, η απογοήτευση δεν έπρεπε βέβαια να φανεί, γιατί είναι ένα ζόρικο παιδάκι, ένα μικρό αντράκι που δεν χρειάζεται αγάπες και λουλούδια, σιγά τώρα, αλλά να, ξεχάστηκε. Και μόνο εγώ το είδα το ξεγέλασμα, που περνούσα γρήγορα, φορούσα και γυαλιά ηλίου, δεν με είδε που το είδα. Είδα την ξινίλα να απλώνεται μαζί με κάποια έκπληξη στο πρόσωπο του παιδιού, απορία για τον εαυτό του που θα ήθελε ίσως τη μεγαλόφωνη εκείνη αγάπη για πάρτη του, κι ύστερα θα βλεπε τι θα την έκανε, ή απορία για το πόσο πια μπορείς να αγαπάς ένα σκύλο. Τον είδα να κάνει στροφή επί τόπου, με κείνη την πεταλιά προς τα πίσω που βοηθάει το ποδήλατο να ισορροπεί χωρίς να τρέχει, να στρέφει την αμηχανία του προς την αντίθετη κατεύθυνση, να φεύγει αργά στη λιακάδα, να πηγαίνει προς το κεντρικό σιντριβάνι που λειτουργούσε, πετούσε στήλες νερού με δύναμη, λες κι ήταν καλοκαίρι.  Μα να μη μπορεί να πετάξει λίγη αγάπη στον αέρα, να δούνε όλοι πόσο το μικρό αγόρι δεν τη χρειάζεται καθόλου μα καθόλου;
Δημοσίευση σχολίου

Αλλο είναι το έπιπλο

Με ξάφνιασε το πάθος της αντίδρασης στο άρθρο του Καλύβα, περισσότερο από τις ίδιες τις απόψεις του, οι οποίες δεν θα φανταζόμουν, ε...