Πέμπτη, 13 Μαΐου 2010

Αλλάζουν τον κόσμο οι εμπρησμοί;


Για μια στιγμή, καθώς το τρόλει περνούσε στην Πατησίων και κοιτούσα από ψηλά, σκίστηκε η βρωμερή πράσινη λινάτσα που κρύβει το ερείπιο του Μινιόν τόσα χρόνια και φάνηκε από μέσα φως, μια γυμνή λάμπα να κρέμεται σε ένα χώρο όπου φαίνονται μόνο κολώνες από μπετόν. Δεν προχωράνε οι εργασίες, το μαγαζί που θα άνοιγε στα τέλη του 2009, Φολί φολί είχα διαβάσει πως θα ήταν, μάλλον δυσκολεύεται. Πώς η εταιρία να ξαναστήσει το μεγάλο κατάστημα στην υποβαθμισμένη πλέον γειτονιά;
Οι επιχειρηματίες καμιά φορά φαίνεται πως υπερεκτιμούν τις δυνάμεις τους.
Την Κυριακή είχα περάσει από την Ομόνοια, ήταν στρωμένη με σωρούς από πλαστικές σακούλες που τις πετούσαν ανοίγοντας τα εμπορεύματα πλανόδιοι έμποροι και πελάτες τους. Κανείς δεν περνούσε να τις μαζέψει. Διάφοροι νεαροί δημοτικοί αστυνόμοι καμάρωναν μιλώντας μεταξύ τους. Ε, πώς να σκύψουν τα παιδιά να μαζέψουν σκουπίδια; Μετανάστες όλων των χρωμάτων κυκλοφορούσαν ανάμεσα στο σκουπιδαριό, εξοικειωμένοι. Έγιναν κι αυτοί αδιάφοροι σαν εμάς, εκπαιδεύτηκαν καταλλήλως, κι έχουν περισσότερο δίκιο να νιώθουν περαστικοί.
Βέβαια πάντα λαϊκή ήταν η Ομόνοια. Απλώς υπάρχουν διαβαθμίσεις βρώμας και αδιαφορίας. Έχει πάντα καλά μαγαζιά, έχει τώρα το Χόντο, τη Ζάρα, ευτυχώς οι επιχειρηματίες δεν την εγκαταλείπουν. Αλλά το Μινιόν στοιχειώνει τόσα χρόνια και δεν βοηθά την ισορροπία.
Προσπαθώ να το θυμηθώ πώς ήταν πριν καεί, και είναι αδύνατον. Ζώντας σε ένα μέρος που το βλέπεις κάθε μέρα ξεχνάς πώς ήταν κάποτε, όπως γίνεται με τα παιδιά που δεν καταλαβαίνεις ότι μεγαλώνουν. Γι αυτό οι γονείς βγάζουν φωτογραφίες στα παιδιά τους και μετά κάθονται και τις κοιτάνε. Πρέπει να βρω στο Ίντερνετ καμιά παλιά φωτογραφία.Όταν κάηκε το Μινιόν και ο Κατράντζος έλειπα από την Ελλάδα. Το θυμάμαι φυσικά από τις εφημερίδες, αλλά τουλάχιστον απέφυγα να το ζήσω. Δεν είχα πολυκαταλάβει τι είχε συμβεί. Το είχα καταγράψει στο μυαλό μου σαν κάτι τυχαίο.
Ο Κατράντζος πιο πάνω έχει εξαφανιστεί από προσώπου γης. Το τριγωνάκι οικόπεδο μοιάζει τόσο μικρό, είναι απίστευτο ότι βρισκόταν εκεί πέρα ένα πολυκατάστημα. Το ξέχασα κι αυτό, όπως τα παλιά ωραία κτίρια της Κυψέλης που γκρεμίστηκαν ένα- ένα για να γίνουν πολυκατοικίες.
Όταν δούλευα στην Ομόνοια, στην Αυγή,  περνούσα από το Μινιόν, μου αρέσανε πάντα οι βόλτες στα πολυκαταστήματα. Ήταν όμως κυριολεκτικά η σκιά του εαυτού του. Είχε γίνει κρατικό, για να μπορέσει να ξανανοίξει, με κάτι διακανονισμούς που δεν κατάλαβα ποτέ, κι ενώ θα έλεγε κανείς ότι ήταν ένα κανονικό πολυκατάστημα, μια παράξενη, υποβόσκουσα μιζέρια το κατέτρωγε, δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί. Το είχε περιλάβει ο Παπανδρέου στις προβληματικές με ειδική τροπολογία, διάβασα τώρα. Ψόφια πράγματα δηλαδή, πώς να δουλέψει ένα μαγαζί ματαιότητας ως προβληματική κρατική επιχείρηση; Έκλεισε τελικά, αφού θα χρεώθηκε κάμποσο, υποθέτω.
Μίζερο παρέμεινε και το Ατενέ όλα αυτά τα χρόνια, έκλεινε, άνοιγε, αναρωτιέμαι αν υπάρχουν άνθρωποι να ψωνίζουν ακόμα εκεί, ή είχε γίνει κι αυτό προβληματική κι απλώς πλήρωνε τους υπαλλήλους να πηγαίνουν να το ανοίγουν.
Τώρα με τους εμπρησμούς έπιασα το Google και το έριξα στην παρελθοντολογία. Είχα ξεχάσει ότι οι βόμβες, οι εκρήξεις και οι εμπρησμοί δεν είχαν σταματήσει ποτέ στην Αθήνα. Δεν ήθελα να δίνω βάση, απωθούσα αυτό το πράγμα ως οπαδός της κανονικότητας. Δεν θέλησα να σκεφτώ ποτέ μου και να παραδεχτώ ότι έχουμε αντάρτικο πόλης, που σχηματίστηκε εν μέρει στη χούντα και έπρεπε μετά σώνει και καλά να συνεχίσει τη δράση του, οπότε εμπλουτίστηκε με νέο αίμα.
Ονειρεύτηκα κι εγώ επαναστάσεις κάποτε, διάβαζα τους Αθλίους και φανταζόμουνα τον εαυτό μου στο ηρωικό οδόφραγμα του Ενζολορά, κι ας μην είχα καταλάβει γιατί το είχε κάνει ο Ενζολοράς το οδόφραγμά του. Οι αδικίες εξεγείρουν και τα παραδείγματα εμπνέουν. Θα είχε τους πολιτικούς λόγους του υποθέτω, και πιθανότατα δεν είχε άλλες επιλογές δράσης.
Και το Μάη του 68 ζήλεψα πολύ, στην εφηβεία με χούντα εμείς εδώ.  Πολλοί ονειρευτήκαμε επαναστάσεις, πολλοί ζηλέψαμε το Μάη του 68, και φτάσαμε τώρα κάθε τόσο να τον βλέπουμε να παίζεται στους δρόμους της Αθήνας σαν κακόγουστη παράσταση. Δεν τη χορταίνουμε, ξανά και ξανά η ίδια παραγωγή. Ξανά να παιχτεί ο Μάης του 68, ξανά να παιχτεί το Πολυτεχνείο του 73, να πάρουν μέρος κι όσοι δεν πρόλαβαν, να ξαναπαίξουν κι όσοι δεν το χόρτασαν. Το παρακολουθούμε χρόνια τώρα χωρίς να θέλουμε να συζητήσουμε σοβαρά τι νόημα έχει αυτή η ιστορία, τώρα που  υπάρχουν κι άλλες επιλογές, ακόμα και για τους Ενζολοράδες.


Οι τωρινοί εμπρησμοί με οδηγούν να ξανακοιτάξω τους παλιούς. Εκείνους τους πρώτους, επί κουρασμένης κυβέρνησης Ράλλη. Τότε υπήρχαν ακόμα στον κόσμο δυο υπερδυνάμεις, ψυχρός πόλεμος, θεωρούσαμε τη CIA παντοδύναμη, πιστεύαμε ότι ήταν πίσω από τη 17 Νοέμβρη κι από όλες τις βόμβες που έσκαγαν στην Αθήνα. Όταν κάηκε το Μινιόν, ο Κατράντζος, το Ατενέ, κι ένα σωρό άλλα, είχαν συλλάβει δυο αδερφές οι οποίες αθωώθηκαν ‘πανηγυρικά’ όπως διευκρινίζουν τα δημοσιεύματα, λόγω αμφιβολιών. Η μια ήταν σύζυγος ενός τυπογράφου, ο οποίος επίσης κατηγορήθηκε και αθωώθηκε λόγω ελλείψεως στοιχείων. 

Τι ακριβώς επεδίωκαν αυτοί οι άνθρωποι καταστρέφοντας τα καμάρια της Αθήνας; Να χτυπήσουν το κεφάλαιο, να κηρύξουν την επανάσταση, να τιμωρήσουν τους Αθηναίους για τις καταναλωτικές του συνήθειες, ή να τους γλιτώσουν απ’ αυτές σαν αυτόκλητοι άγγελοι; Θα πρέπει να είχαν αποφασίσει ότι ο λαός, αυτό που θεωρούσαν λαό και γνήσιες εργατικές μάζες, κινδύνευαν να αλλοτριωθούν από τα αγαθά του μικροαστισμού και να χάσουν τις υποτιθέμενες επαναστατικές τους αρετές. Περνούσαν καλά εν ολίγοις, αγοράζοντας με δόσεις οικιακό εξοπλισμό από το Μινιόν και αθλητικά είδη από τον Κατράντζο, άρα η επανάσταση κινδύνευε! Πώς θα ξεσηκώνονταν αν άρχιζαν να είναι ευτυχισμένοι;

Όλα αυτά μαζί και κάμποσα ακόμα ήταν ο στόχος των εμπρηστών, αλλά κυρίως να εντυπωσιάσουν ο ένας τον άλλον, η μία ομάδα την άλλη, κάνοντας επίδειξη ικανοτήτων και αποτελεσματικότητας. Τόσα χρόνια μετά εκείνο που κατάφεραν είναι να συντελέσουν στη μοιραία υποβάθμιση του κέντρου από την Κλαυθμώνος και κάτω, χωρίζοντας την Αθήνα στα δύο. Στο πάνω μέρος προς το Σύνταγμα έχουν μαζευτεί τα καλά μαγαζιά, το κάτω έχει μείνει στη μοίρα του. Κι επίσης δεν υπάρχει πια ούτε ένα από τα μεγάλα καταστήματα με το παλιό όνομά του.

Δεν της έφταναν δηλαδή της Αθήνας τα μικρά οικόπεδα, οι στενοί δρόμοι, η αστυφιλία, η έλλειψη σχεδίου πέρα από το κέντρο, δεν της έφτανε ο πόλεμος και ο εμφύλιος που την άλλαξαν βίαια, η ανάγκη στέγασης, οι πολυκατοικίες, η αντιπαροχή, η μανία να ξεζουμιστεί η γη σαν οικονομική αξία, οι παρανομίες των εργολάβων, όλα αυτά που σε κάνουν να μη μπορείς να βρεις μια συνέχεια στην πόλη, πέρα από το ότι δεν μπορείς να περπατήσεις και ούτε να αναπνεύσεις, είχε και τους επαναστάτες της συμφοράς που κατέστρεψαν τόσο αποτελεσματικά τα δικά της μαγαζιά σβήνοντας κι άλλα χαρακτηριστικά της, κόβοντας κι άλλη συνέχεια.


Ο άνθρωπος που είχε κατηγορηθεί για τον εμπρησμό και πανηγυρικά αθωωθεί, αυτοκτόνησε λιγα χρόνια μετά.
Κι ύστερα, τι έγινε με τους επιχειρηματίες που είχαν καταστραφεί οικονομικά; Κάποια ρεπορτάζ δημοσιεύονταν κάθε τόσο, κυρίως σε σχέση με τον Γεωργακά του Μινιόν που ήταν αυτοδημιούργητος και ως πρώην φτωχόπαιδο μπορούσε να συγκινήσει ακόμα το κοινό. Αλλά ακόμα και αυτό το στόρι ήταν στο όριο του κιτς, δεν έβγαζε τα πρώτης ποιότητας κείμενα. Κατά κάποιο τρόπο έπεσε και ο ίδιος θύμα της ξανθοπουλικής αυτής εικόνας, πιστεύοντας ότι θα τον βοηθούσε ο Αντρέας και το ΠαΣοκ. Του έγινε στενός κορσές του Αντρέα, μέχρι να κηρύξει προβληματική το ΜΙΝΙΟΝ και να τον ορίσει διευθυντή του ως υπάλληλο, για να αργοπεθάνει. Αν δεν είχε την αυταπάτη αυτή και αγωνιζόταν με όρους της αγοράς, της τότε- μπορεί και να τα κατάφερνε.

Τους υπόλοιπους επιχειρηματίες τους έφαγε η μαρμάγκα. Η φαιά ουσία των καλύτερων γραφιάδων αναλώθηκε στο να αθωώσει αυτούς που είχαν συλλάβει ως εμπρηστές. Γράφτηκαν αναλύσεις περί προβοκατόρων, ξένων δυνάμεων, συνομωσιών, τα γνωστά. Οι επιχειρηματίες που καταστράφηκαν ήταν αυτονόητο ότι ανήκαν στο μεγάλο κεφάλαιο, άρα καλά να πάθουν, υπήρχε ένα τέτοιο πνεύμα στο πέπλο σιωπής που κάλυψε τον πόνο τους. Ε, κανένα άρθρο σε περιοδικό θα μπήκε, το πολύ- πολύ. Έχουν δίκιο λοιπόν αυτοί που λένε ότι δεν ευνοούμε καθόλου την επιχειρηματικότητα στην Ελλάδα, ότι ψυχικά είμαστε αντίθετοι με οποιονδήποτε κάνει μια επιχείρηση, ειδικά αν πετύχει.

Συνειδητοποιώ τώρα, σκαλίζοντας πάντα το Google ότι αυτά τα πράγματα τα χωνέψαμε και τα ξεχάσαμε. Όλη αυτή τη βία στην πόλη τότε, την κάναμε στην μπάντα.

Έντεκα χρόνια μετά κάηκε και ο Κάπα Μαρούσης. Ήταν σε διαδήλωση μετά τη δολοφονία του Τεμπονέρα, έγιναν στους δρόμους συγκρούσει με τα ΜΑΤ. Ο εμπρησμός δεν εξιχνιάστηκε ποτέ. Υπάρχει η άποψη ότι ένας αστυνομικός έριξε κάτι μέσα, αυτό διάβασα σε σάιτ και δημοσιεύματα της εποχής εκείνης. Τώρα πια, σοφότερη και πεπειραμένη, εκ των υστέρων τείνω να πιστέψω ότι κάτι τέτοιο δεν στέκει. Οι αστυνομικοί δεν ρίχνουν κάτι μέσα σε μαγαζιά για να τα κάψουν, οι ‘αντάρτες πόλης’ το κάνουν. Ρίχνουν μολότοφ κι αρπάζουν αμέσως τα εύφλεκτα υλικά. Τέσσερις άνθρωποι πέθαναν τότε εκεί. Ένοχος κανένας.

Διάβασα συνέντευξη του ιδιοκτήτη του μαγαζιού πριν λίγες μέρες. Τον θυμήθηκαν λόγω των νέων εμπρησμών. Είχε ένα ανασφαλές, απολογητικό ύφος. Μέχρι φυλακή πήγε για τα χρέη του. Ζει τώρα με ένα μικρό μαγαζί. Ίσως να αναρωτιέται κάποιες στιγμές αν είναι απόβρασμα της κοινωνίας.

Άλλαξε λοιπόν ο κόσμος με τους εμπρησμούς και τις βόμβες, όπως ονειρεύονται οι επαναστάτες; Μα και βέβαια! Τα μαγαζιά γέμισαν σεκιούριτι, μάλιστα μια από αυτές τις εταιρίες την έκανε ο ίδιος ο Κατράντζος. Katrantzos Security. Το Μινιόν δεν ορθοπόδησε ποτέ. Το Ατενέ παρομοίως. Τα ελληνικά πολυκαταστήματα ξεχάστηκαν, μια κάποια συνέχεια αναμνήσεων σε σχέση με αυτά εξαφανίστηκε, το κέντρο υποβαθμίστηκε, η Πατησίων έχει μια μόνιμη τεράστια πληγή που ζέχνει. Ο κόσμος δεν πάει πια για ψώνια στα μέρη αυτά, μόνο όσοι μένουν εκεί κοντά ή είναι στο δρόμο τους. Οι βόλτες μετατοπίστηκαν βόρεια, κι από κει όπως φαίνεται θα μετατοπιστούν ξανά κάπου αλλού, γιατί πια το κέντρο της Αθήνας έχει γίνει επικίνδυνη περιοχή και τα μαγαζιά του στόχος. Η παράδοση των εμπρησμών ξαναρχίζει εκεί που είχε σταματήσει, κρίση πάλι, λόγια πάλι, η διαφορά είναι ότι τώρα δύσκολα δεχόμαστε ότι οι μπάτσοι τα κάνουν όλα. Τουλάχιστον μερικοί από μας δύσκολα το δεχόμαστε. Μετά τους 3 νεκρούς στη Μάρφιν ίσως μερικοί προβληματίζονται. Αν και αμέσως άρχισαν οι δικαιολογίες και οι ερμηνείες και οι εξηγήσεις.

Δεν ξέρω αν η Αθήνα θα γίνει ποτέ κανονική πόλη. Στο βάθος της καρδιάς μας όλοι ελπίζουμε, όσο ζούμε, κάτι καλύτερο. Αυτή τη στιγμή πάντως το κέντρο της υποβαθμίζεται ξανά, και όχι από την κρίση μόνο και την αδιαφορία του δημάρχου. Βοηθάνε κι οι εμπρηστές, πρέπει να τους το αναγνωρίσουμε.

Δημοσίευση σχολίου

Μέγα κόστος

Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχει στον κόσμο αυτό έστω κι ένας άνθρωπος που αποφασίζει μια ωραία πρωία ...