Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Η κρυφή γοητεία της οπισθοδρόμησης

Να πηγαίνουν οι γυναίκες φαντάροι; Άκουσα μια τέτοια συζήτηση την προηγούμενη εβδομάδα. Πόθεν προέκυψε πάλι αυτό το ξεθυμασμένο, μπαγιάτικο θέμα; Αφού το παρακολούθησα σε καμιά δεκαριά εκπομπές, κατάλαβα ότι ήταν πρόταση της Χρυσής Αυγής. Σίγουρα μου θύμησε τα νιάτα μου, ήταν της μόδας αυτό στη δεκαετία του 80. Λες και ήταν χτες.
Να πηγαίναμε και πίσω στο χρόνο....

Λίγες  μέρες αργότερα, ξεκίνησε το σήριαλ με το νόμο Ραγκούση, και όπου να’ ναι θα έρθει άλλο, κάποιο θέατρο που μπορεί να θεωρηθεί τολμηρό, όπως ο Τελευταίος Πειρασμός πριν τριάντα χρόνια, και γιατί όχι όπως τα Ευαγγελικά, πριν εκατό; Προχωρώντας ο χειμώνας μπορεί να φτάσουμε να συζητάμε περί δουλείας, κι αν οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι, αρέσει πολύ στη ΧΑ αυτό, όπως άρεσε και στον Χίτλερ, που είχε επεξεργαστεί την επιστροφή στη δουλεία θεσμικά, ή μάλλον είχε καταβυθιστεί στο παρελθόν της αρχαιότητας και την είχε ανασύρει, όπου μπορούσε εφάρμοζε την ιδέα αυτή πολύ οργανωμένα και μαζικά. Στο δρόμο για την αρχαία Σπάρτη μπορεί να ξεθαφτούν κι άλλα αρχαία ζητήματα και πολύ οικεία, η ψήφος των γυναικών, το οικογενειακό δίκαιο, ο πολιτικός γάμος, η μίνι φούστα και τα σορτς, οι ποδιές στο σχολείο, διάφορα, σκεφτείτε κι εσείς κάτι πιο εθνικοπατριωτικό, δεν είμαι πολύ καλή σ’ αυτά.
Αν και κατά βάθος είμαστε όλοι καλοί σ’ αυτά. Γυναίκες στο στρατό, μάλιστα, είχαμε κάνει κάτι ωραία ρεπορτάζ  τότε, πολλή πλάκα είχαν. Πόσο οικείο το θέμα, και πόσο ανακουφιστική αυτή η οικειότητα, αυτή η καταβύθιση στο παρελθόν κάθε ώρα και στιγμή, αυτή η στροφή στα σίγουρα και στα συζητημένα. Κάθε μέρα μπορεί να βρίσκεται κάτι τέτοιο, να γλιστράμε πίσω στα παιδικά μας χρόνια, στο γυμνασιάρχη της επαρχίας που απαγόρευε τα πάντα, να ξεχνιόμαστε.  Γλυκούτσικα, χαριτωμένα δηλητήρια μιας οικείας χυδαιότητας.  Να ξαναβρίσκουμε κάτι που νομίζουμε συλλογικό υποσυνείδητο, τα λυμένα ζητήματα του προπολεμικού εικοστού αιώνα, και να νιώθουμε την ευτυχία του cocooning με την απλή και αδάπανη αυτή μέθοδο. Που δεν είναι και τόσο αδάπανη βέβαια, αλλά δεν το ξέρουμε. Θα νομίζουμε πως είναι νορμάλ καθώς προχωράει ο 21ος αιώνας κι ο κόσμος αλλάζει και πρέπει να τον προλάβουμε, εμείς να ασχολούμαστε με τα παιδικά μας χρόνια, την υπέροχη χαμένη μας υπανάπτυξη. Θα ξεχάσουμε σιγά- σιγά όσα μάθαμε, όσα στ’ αλήθεια μας ενδιαφέρουν, θα φύγουν τα τρένα χωρίς εμάς, και δεν θα τα βλέπουμε καν να περνάνε, θα ξεχάσουμε τις δεξιότητες που αποχτήσαμε, τους ορίζοντες που άνοιξαν μπροστά μας, θα συζητάμε για το αν πρέπει τα παιδιά των μεταναστών να πηγαίνουν στους παιδικούς σταθμούς. Κρίμα τα πτυχία και τα σχολεία, και τη μόρφωση που μαζέψαμε, τόσες γνώσεις, τόσες ευαισθησίες, τόσες αποχρώσεις, όλες θα τις χάσουμε ανεπαισθήτως. Θα αποβλακωθούμε καθώς θα γερνάμε πρόωρα και θα παλιμπαιδίζουμε ασύστολα. Τόνοι από παπλώματα θα μας σκεπάσουν, θα μας απομονώσουν, θα μας κουφάνουν και θα μας τυφλώσουν.
Γιατί το δαγκώνουμε τόσο εύκολα το δόλωμα που μας πετάει η ακροδεξιά; Μα γιατί είναι φτιαγμένο από οικεία υλικά. Πώς θα αντισταθούμε να διασώσουμε τα εγκεφαλικά μας κύτταρα; Δεν μπορείς να την αγνοήσεις, είναι επικίνδυνη, πρέπει διαρκώς να δίνεις απαντήσεις. Δεν μπορείς να την αφήσεις να λύνει και να δένει στις γειτονιές και στα σχολεία. Αλλά αναμασώντας ανέμελα στα κανάλια τα τσιτάτα της ως γραφικά μάλλον την ενισχύει. Κάτι άλλο χρειάζεται, κάτι που ίσως θα έχει να κάνει με τα ίδια αυτά τα οικεία υλικά. Ίσως πρέπει να ξανακοιτάξουμε αυτά που τα θεωρούμε τόσο οικεία, μήπως θέλουν γενική επισκευή και πέταμα, που λένε στο χωριό μου. 
Δημοσίευση σχολίου

Φως στην άκρη του τούνελ

Έπρεπε να το ψυλλιαστώ όταν μπήκα στο βαγόνι βιαστικά, και το τραίνο δεν ξεκινούσε. Κόσμος, πήχτρα, μέσα κι έξω στο σταθμό της Βικτώριας. ...