Δευτέρα, 4 Ιουλίου 2011

Κάτι μεγάλο πάνωθε μας

Το χειμώνα φέτος, ένα φόντο στη θεατρική ζωή ήταν φόντο της αληθινής ζωής: οι πολυκατοικίες της Αθήνας. Το αξεδιάλυτο συνοθύλευμα από ταράτσες, κεραίες, μαυρισμένες πλάκες, πιάτα δορυφορικής, σκουριασμένα κάγκελα, ο αθηναϊκό ορίζοντας με δυο λόγια, ήταν σκηνικό του «Μέσα». Ο Δημήτρης Παπαϊωάννου ιερουργούσε εντός του, ήταν το αναπόφευκτο πλαίσιο της  καθημερινότητας.  Δεν μπορούσες να πεις: όχι, δώστε μου κάτι άλλο! Βλέπουμε αρκετά την άσχημη πόλη, από ψηλά κι από χαμηλά, φτάνει πια ευχαριστημένη της προχειρότητα, δεν θέλουμε να την ξέρουμε…

Το καλοκαίρι μεγάλο φόντο σε θεατρική παράσταση έγινε το πρόσωπο του Ιησού, από τον Ρομέο Καστελούτσι. Σαν ρωμαίος κι αυτός, ελκύεται αθεράπευτα προς τη ρωμαϊκή θρησκεία, ακόμα κι αν την αρνηθεί παραμένει στη σκιά της. Ένας Ιησούς μεταβατικής περιόδου, ανάμεσα σε Δύση και Ανατολή, που ισχυρίζεται ότι είναι ο ποιμήν, που θα ήθελαν οι εγγεγραμμένοι στους καταλόγους να είναι ο ποιμήν τους, αφού είναι τόσο απλό και ανακουφιστικό να έχεις ποιμένα, αλλά τελικά μάλλον δεν είναι. Και βρίσκονται όλοι χωρίς ποιμένα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Καμία σχέση ανάμεσα στα δυο σκηνικά πέρα από το μέγεθός τους,  που έχει να κάνει με μόδες σκηνικών, ας το πούμε έτσι. Κι αυτή η μόδα για κάτι μεγάλο πάνωθέ μας μπορεί να φωνάζει πως το χρειαζόμαστε αυτό το κάτι το μεγάλο. Πως χάσαμε τις μεγάλες ιδέες, τις μεγάλες ελπίδες, το θεό βεβαίως και πρωτίστως, οπότε οι άνθρωποι γίνονται μικροί σαν έντομα πάνω στη σκηνή, οι κινήσεις τους μοιάζουν χωρίς νόημα, εκτός κι αν θυμίζουν ιεροτελεστία με σκοπό να ανήκουν κάπου, ικεσία ή το χειρότερο, παραίτηση. Κάτι αναζητάμε, μεγάλο. Κι αν το καταγγέλλουμε, δεν του γλιτώνουμε.

Κι ο μεν Ιησούς του Ρωμαίου, στο τέλος κάπως αλλοιώνεται, αμφισβητείται, παίζει η εικόνα του και χορεύει. Η θέα της Αθήνας όμως από ψηλά παραμένει αναλλοίωτη. Γιατί δεν είναι όραμα, δεν είναι ελπίδα, είναι η  αλήθεια που κατασκευάστηκε από τις φιλοδοξίες και τις αισθητικές μας, μια ουτοπία που πραγματώθηκε. Γύρω μας, έξω από το παράθυρο της κουζίνας, στο φωταγωγό, στο διάδρομο, στο μπαλκόνι, στην ταράτσα, ακαταμάχητη, πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα, προσφέρεται για στοχασμό και αυτογνωσία. Τοπίο της ελευθερίας μας, το χωρίς θεό και χωρίς καμία αρχή περιβάλλον που φτιάξαμε, αντιπροσφορά στον περίφημο αττικό ουρανό. Αυτό είναι ο θεός μας, γνήσιος έλλην και καθόλου ρωμαίος, όπου ο καθένας προσέφερε το λιθαράκι του όσο μπορούσε περισσότερο από το γείτονα. Αυτή η πάλη για κάτι παραπάνω σε τετραγωνικά, κι ό,τι άλλο, μας μεγαλώνει και μας τρέφει, είναι ο δικός μας ποιμήν.


http://www.greekfestival.gr/gr/article55.htm (Από την εφημερίδα του Φεστιβάλ Αθηνών)
Δημοσίευση σχολίου

Πώς μένουν λεπτές οι Γαλλίδες;

Βλέποντας την Μπριζίτ Μακρόν στην Αθήνα αναρωτήθηκα γι άλλη μια φορά, όπως νομίζω, πολλές και πολλοί, ποιο να είναι το μυστικό της και μ...