Πέμπτη, 28 Ιουλίου 2011

Ξανακερδισμένη πατρίδα

                                                                 Ταξιδιωτικό 
 Δημοσιεύτηκε στο Βοοk's journal του Αυγούστου

                                        Από τις αφηγήσεις των προσφύγων στις χαρές των τουριστών


Ισπάρτα, η μακρινή πατρίδα του πατέρα μου

Θα μπορούσα όλα αυτά τα χρόνια να έχω κάνει ένα ταξίδι στην Τουρκία. Τόσος κόσμος πάει κι έρχεται, είναι δίπλα, είναι φτηνή, κι έχω πάει σε τόσα νησιά, αλλά απέναντι δεν περνούσα. Σα να μην άντεχα να ανακαλύψω την αληθινή υπόσταση του τόπου που η αναφορά του στοίχειωσε τα παιδικά μου χρόνια, καθόρισε την ταυτότητα και την ιδιοσυγκρασία μου.
Μικρασιάτισσα είμαι, έλεγα από μικρό παιδί όταν ρωτούσαν την καταγωγή μου, και δεν ήξερα καλά περί τίνος πρόκειται, τι είναι αυτή η Μικρασία. Στο σπίτι της γιαγιάς μου οι μεγάλοι μιλούσαν τούρκικα μεταξύ τους όταν δεν ήθελαν να καταλάβουμε. Οι αφηγήσεις τους δεν έμοιαζαν με την κλασσική αφήγηση των προσφύγων της Σμύρνης και άλλων παραλιακών περιοχών. Δεν έρχονταν από κάποια ένδοξη, γνωστή, ελληνόφωνη πόλη. Ήταν Σπαρταλήδες, κι αν εξαιρέσεις τους συμπατριώτες τους, δεν συνάντησα ποτέ κανέναν που να ξέρει τι σήμαινε αυτό, όποτε περήφανα ανακοίνωνα ότι είμαι από τα Σπάρτα.
Ο πατέρας μου, προσφυγάκι στην Αθήνα
το 1924, με τη μικρή αδερφή του,
και το παράπονο στα μάτια

Ήταν λίγο παράξενη οικογένεια, άνθρωποι άδικα ταλαιπωρημένοι από τα γυρίσματα της Ιστορίας, και γεμάτοι πάθος. Αφοσιώθηκα στην αδικία που είχαν υποστεί, τους λάτρεψα, ενσωμάτωσα την απώλειά τους. Δεν διεκδίκησα ποτέ να είμαι και λίγο θεσσαλή από την πλευρά της μαμάς μου, ας πούμε. Εκεί δεν έβλεπα κανένα μέγα δράμα. Ήρεμοι άνθρωποι έμοιαζαν, με δυο –τρεις εσωτερικές μεταναστεύσεις και μια οικονομική καταστροφή στην Κατοχή. Ψιλοπράματα.
Ο πιο μεγάλος καημός ήταν το σπίτι του παππού. Πρώτη μου μίλησε η γιαγιά γι αυτό, όταν κάποτε παραπονέθηκα που άφησε την ωραία μονοκατοικία της στη Νέα Φιλαδέλφεια για ένα διαμέρισμα. «Από τότε που έχασα το αληθινό μου σπίτι δεν με νοιάζουν τα σπίτια πια» μου είχε πει. Και βάλθηκα να μάθω ποιο ήταν το αληθινό της σπίτι, το μόνο που είχε το προνόμιο να την πονέσει.
Έτσι άρχισε η εξιστόρηση των μεγαλείων της πατρίδας, κι έγινε αυτό που μας έδεσε σα γιαγιά και εγγονή, το μοναδικό παραμύθι που μου διηγόταν ξανά και ξανά, με νέες λεπτομέρειες κάθε φορά, χωρίς να κουράζομαι να την ακούω. Είχαν κήπο με κερασιές, είχαν άλογο στο στάβλο για να πηγαίνει επισκέψεις σε αρρώστους ο παππούς. Είχανε χαλιά παντού, είχανε χαλιά και στους τοίχους ακόμα.
Όταν οι μεγάλοι έχουν χάσει κάτι πρέπει να το παραλάβεις σα να είναι περιουσιακό στοιχείο, γι αυτό γεννιέσαι εξάλλου, να συντηρήσεις τη μνήμη, τα ονόματα. Δεν σε ρωτάνε αν προτιμάς ανάλαφρα παιδικά χρόνια με παραμύθια των Γκριμ αντί για αφηγήσεις προσφυγιάς. Παίρνεις τη μερίδα σου και πορεύεσαι.
Έκανε κρύο πολύ σε κείνο το μέρος. Ήταν σε οροπέδιο επάνω. Μαγείρευαν με ζωικό λίπος για να ζεσταίνονται. Ακόμα και στην Ελλάδα πια όταν ήρθαν, έτσι μαγείρευαν. Μέσα στα λιπαρά τους πιάτα ξανάβρισκαν τη γεύση του τόπου τους, Τρώγανε κάτι πιλάφια με κοτόπουλο διαλυμένο μέσα και μαζί τυρί. Επίσης πολύ ταχίνι. Βούτυρο παντού. Πατσά που δεν έχω ξαναφάει ίδιο πουθενά.
Έφτιαχνε η γιαγιά μου τα παράξενα φαγητά της, τα ονομάτιζε με την πλούσια, υγρή  φωνή της, και τα έτρωγα σαν μεταλαβιά του χαμένου σπιτιού με τον κήπο που δεν θα έπαιζα ποτέ. Κατάπινα τα πάντα με ευγνωμοσύνη και κατανόηση. Δεν νομίζω να υπάρχει παιδί της γενιάς μου που να έχει φάει τόσο ιδιότροπα φαγητά χωρίς καμία διαμαρτυρία.
Αυτή ήταν η επαφή μας, να μου ματώνει την ψυχή με την απώλεια της, κι εγώ με παράξενο παιδικό μαζοχισμό να ζητάω κι άλλο,  ξανά την ίδια διήγηση. Με είχε κάνει να κλάψω, και μόλις άρχιζα να ηρεμώ θυμόταν κι άλλες λεπτομέρειες.  Τα ταβάνια είχανε γύψους επιχρυσωμένους μου είπε μια μέρα. Τα έπιπλα ήταν από καρυδιά, τα είχαν παραγγείλει στην Ευρώπη. Είχαν ταξιδέψει με το τρένο ως εκεί. Μπροστά στην εξώπορτα είχε σκαλιά, επάνω δυο κολώνες. Ο κήπος είχε στρογγυλό παρτέρι. Σχέδιο γαλλικό. Ανάμεσα στα δέντρα περνούσε ρυάκι.
Μεγάλωνα σε διαμέρισμα, χωρίς καμία αναφορά σε κάποιο ελληνικό χωριό, κι όλα αυτά μου καλλιέργησαν μεγάλη νοσταλγία για το χαμένο αυτό μέρος. Ένα διαρκές παράπονο, ένα διαρκές αίσθημα αδικίας που ανανεωνόταν σε κάθε ευκαιρία, με κάθε αντιξοότητα της παιδικής ζωής, επέδρασε στο χαρακτήρα και τη νοοτροπία μου. Η οποία κάποια στιγμή συναντήθηκε με το γενικότερο κλίμα παράπονου και αισθήματος αδικίας, και πέρασε από στάδια παροξυσμού μέχρι να στραφεί σε μια πιο ώριμη, πιο ψύχραιμη στάση. Με τα χρόνια αυτό βεβαίως. Με την ηλικία.
Αυτό το παραμυθένιο μέρος,  τη χαμένη πατρίδα, πώς θα μπορούσε να τη δει κάποιος, να την επισκεφτεί σαν τουρίστας, να ανασάνει τον αέρα της,  να φάει επιτόπου τα φαγητά της; Δεν ανήκε σε κάποιο παράλληλο και απρόσιτο σύμπαν;
Πάνε είκοσι χρόνια τώρα που άνθρωποι σαν εμένα, έχοντας μεγαλώσει με παρεμφερείς καημούς, άρχισαν δειλά στην αρχή τις εξερευνήσεις. Είναι τόσο κοντά εν τέλει, η Τουρκία.
Θα μπορούσα, σκεφτόμουν τα τελευταία χρόνια, να έχουμε πάει ένα ταξίδι όσο ζούσε ο πατέρας μου. Σχεδίαζε διαρκώς στο χαρτονάκι από τα  κουτιά των τσιγάρων ένα σχεδιάγραμμα του περίφημου σπιτιού. Κι έλεγε πάντα: αυτό το σπίτι ήταν ένα ανάκτορο!
Η Σμύρνη όπως φαίνεται απο το κάστρο του Πάγου
Δεν πήγα ποτέ μαζί του. Επισκέφτηκα την Τουρκία πρώτη φορά το περασμένο καλοκαίρι, όταν είχαν πια πεθάνει όλοι οι μικρασιάτες μου. Την πρωτοβουλία την πήρε ο Σύλλογος Σπάρτης Μικράς Ασίας, έτσι την ονομάζουν επίσημα, Σπάρτη, όχι Σπάρτα. Σαν τη Σπάρτη της Λακωνίας, και μερικοί υποστηρίζουν ότι ήταν αποικία των Σπαρτιατών. Έχουμε μια αδυναμία στα ονόματα ως γνωστόν, στις ένδοξες καταγωγές. Αν όμως δεις στο χάρτη αυτή την πόλη που ονομάζεται Ισπάρτα στα τούρκικα, καταλαβαίνεις ότι αποκλείεται να ήταν ελληνική αποικία. Οι αποικίες γίνονταν στα παράλια. Προφανώς οι αρχαίοι κάτοικοι της, Χετταίοι, Λυδοί,  ή κάτι παρεμφερές, εκχριστιανίστηκαν επί ρωμαϊκής κυριαρχίας, και ως ορθόδοξοι έζησαν στις αυτοκρατορίες, μέχρι να τους διώξει το ’22. Αλλά τι σημασία έχουν αυτά; Αν θέλει κάποιος να αισθάνεται Σπαρτιάτης κι όχι απλώς Σπαρταλής, δικαίωμα του. Σημασία έχει ότι ο σύλλογος μπορεί να σχεδιάζει ταξίδια στην πατρίδα των γονιών και παππούδων, ταξίδια τουριστικά που είναι ταυτόχρονα ψυχοθεραπευτικά, ή αυτογνωσίας, όπως το προτιμά κανείς. Μπορεί να κλείνει ξενοδοχεία σε καλές τιμές και διαδρομές με ξεναγό τουρκάλα από την Κω που ζει πια στη Σμύρνη, η οποία ακούει ψύχραιμα όλα τα παράπονα και τις ερωτήσεις των ελλήνων ταξιδιωτών. Μπορεί να οργανώνει συναντήσεις ακόμα και με το νομάρχη, κυρίως με έναν ξεχωριστό άνθρωπο, έναν τούρκο σπαρταλή (μπορεί και Σπαρτιάτη) που επί χρόνια κρατάει αρχείο για την ξεριζωμένη κοινότητα, κι έρχεται να τη συναντήσει κάθε φορά  που γίνονται τέτοια «προσκυνήματα στην πατρίδα» με τα σχεδιαγράμματα και τις γνώσεις του, πιάνει έναν –έναν από το χέρι και τους δείχνει το σπίτι των παππούδων τους.
Με αυτούς τους ανθρώπους λοιπόν ταξίδεψα για πρώτη φορά στην Τουρκία, έχοντας τον ίδιο στόχο, να ψαύσω το σώμα της αληθινής πόλης Ισπάρτα, να ανακαλέσω τη μνήμη των αγαπημένων μου συγγενών που δεν ζουν πια, και να τους αναλογιστώ μικρά παιδιά και νεαρούς άντρες και γυναίκες να πατάνε με τα πόδια τους το συγκεκριμένο μέρος, να σχεδιάζουν τη μέρα τους στον ορίζοντά του, να κινούνται και να υπάρχουν στους δρόμους, τις πλατείες, τα βουνά και τις λίμνες που τριγυρίζουν την πόλη, τους τοίχους των σπιτιών της.

                                             Τόσο κοντά, τόσο μακριά
Παραλία της Σμύρνης
Το ταξίδι στη Σμύρνη με το αεροπλάνο είναι πολύ σύντομο. Σε μισή ώρα είσαι εκεί, μια πορτοκαλάδα δεν προλαβαίνεις να πιεις και βρίσκεσαι αντιμέτωπος με το νέο  πρόσωπο αυτής της μυθικής πόλης, να διαχειριστείς όπως μπορείς το παρελθόν, και το παρόν της.
Βρήκαμε τη Σμύρνη να ψήνεται στη ζέστη του μεσημεριού. Την προσεγγίσαμε με το πούλμαν από την πίσω πλευρά της, παρακολουθώντας την ανάπτυξη της, που γίνεται με μεγάλες πολυκατοικίες πανταχόθεν ελεύθερες, δηλαδή μπλοκ που έχουν γύρω –γύρω μπαλκόνια και αρκετό χώρο. Σκαρφαλώνουν στους λόφους, κατεβαίνουν σε κοιλάδες, ζώνουν τη θάλασσα. Περάσαμε και μια ολόκληρη αυθαίρετη γειτονιά, και μερικές φτωχογειτονιές με χαμηλά σπίτια. Έχει τρία εκατομμύρια πληθυσμό η Σμύρνη και πάει στα τέσσερα. Μπορεί και να τα έχει ήδη ξεπεράσει. Πάντως οι πολυκατοικίες έχουν στέγες και κάπως εξωραΐζεται η όψη τους, και στις στέγες βάζουν πολύ συχνά φωτοβολταϊκά, που φαίνονται καλύτερα σε γερτές επιφάνειες, παρά σε οριζόντιες όπως  οι ταράτσες της Αθήνας.
Μας πήγαν πρώτα στο κάστρο του Πάγου που το είδε ο Μεγαλέξαντρος στον ύπνο του και το έχτισε. Ήταν ζεστό σαν ανοιχτός φούρνος, κι ευτυχώς πουλούσαν κάτι πιτσιρίκια μπουκάλια παγωμένο νερό και διάφορα σουβενίρ. Βρήκαμε μια σκιά να σταθούμε να ατενίσουμε τη θέα προς τη θάλασσα. Οι επισκέπτες ανυπομονούσαν να καταφύγουν σε κλιματισμένο χώρο. Μπήκαμε βιαστικά στο πούλμαν, κατεβήκαμε προς την παραλία.
Εδώ έγιναν προσχώσεις, μας είπε η ξεναγός, και δέκα χρόνια τώρα έχουμε αυτή τη μεγάλη λεωφόρο μπροστά στη θάλασσα. Τέρμα η στενή παραλία των παλιών φωτογραφιών, τέρμα και τα αρχοντικά κτίρια. Ελάχιστα έχουν διασωθεί, ένα είναι σήμερα το ελληνικό προξενείο, ένα άλλο η Συναγωγή. Μικρομεσαίες πολυκατοικίες ζώνουν το  μέτωπο της παραλίας. Μπροστά τους υπάρχει χώρος για πάρκινγκ, μπροστά στο πάρκινγκ παρτέρι, μπροστά στο παρτέρι περνά η διπλή λεωφόρος, νησίδα με φοίνικες στη μέση, μετά πάλι παρτέρι και νησίδες και τέλος η καθεαυτού προκυμαία με πλατείες και χώρους για περίπατο.

Το ασανσέρ της Σμύρνης τη νύχτα

Μας πήγαν με το πούλμαν στην πλατεία Ρολογιού, να θαυμάσουμε τα μνημεία της νίκης, της ήττας. Κάμποση ώρα σταθήκαμε στο κλιματιζόμενο όχημα μπροστά στο μνημείο του δημοσιογράφου «που ξεκίνησε τη σφαγή το 22» άκουσα να λένε. Μήπως δεν άκουσα καλά. Δημοσιογράφος ήταν; Μάλιστα… Οι δημοσιογράφοι ζηλεύουν την πραγματικότητα, δεν περιορίζονται να την παρακολουθούν, θέλουν να παρέμβουν. Από το πολύ να κουρδίζουν τα συναισθήματα μπαίνουν μπροστά και τα οδηγούν, τέτοια σκέφτομαι. Ο σφαγέας εδώ κρατά ένα πιστόλι και μια σημαία στην αγκαλιά. Μια πλάκα στη βάση του αγάλματος τον δείχνει να κλωτσάει τσολιάδες. Με όλη μου την καλή διάθεση, δυσκολεύομαι να χωνέψω την ύπαρξη αυτού του μνημείου, πράγμα που με κάνει να το ψάξω λίγο στο Google. H αναζήτηση βγάζει το όνομα Χασάν Ταχσιν, μυστικού πράκτορα, από τη Θεσσαλονίκη, που δεν άρχισε τη σφαγή το 22, αλλά επιτέθηκε το ’19 στον ελληνικό στρατό ο οποίος είχε μόλις αποβιβαστεί στη Σμύρνη. Είναι διαφορετικό, όπως και να το κάνεις. Σκότωσε έναν ιππέα κι αμέσως σκοτώθηκε επί τόπου, περιστατικό που προκάλεσε τις πρώτες ταραχές.  Πουθενά στον κόσμο δεν θα έκαναν άγαλμα κάποιον που άρχισε μια σφαγή. Ψάχνοντας λίγο ακόμα πέφτω σε νεώτερες ιστορικές αμφισβητήσεις όλων αυτών των γεγονότων. Μπορεί να μην έγινε τίποτε από όλα αυτά, δεν υπάρχουν στοιχεία. Μπορεί όλα να είναι κατασκευή προπαγάνδας. Εμείς  γιατί να στεκόμαστε ειδικά εδώ, να λέμε τη δική μας εκδοχή για ένα αμφισβητήσιμο γεγονός; Μήπως νοιώθουν οι Σπαρταλήδες ενοχές που ετοιμάζονται να αφήσουν χρήματα σε τούρκικα μαγαζιά, να τραφούν με τούρκικα φαγητά για επτά μέρες, να συγκινηθούν με τούρκικα τραγούδια και προσπαθούν να εξιλεωθούν αποτίοντας φόρο τιμής στην ανάμνηση της σφαγής;
Ο πρόεδρος του Σωματείου πήρε το μικρόφωνο από την ξεναγό, ένοιωσε την ανάγκη να κάνει μάθημα ιστορίας.  
 ‘Οι Έλληνες ήρθαν εδώ να επιβάλλουν την τάξη’ ξεκινά να λέει. Τι τα θέλεις και τα ξύνεις, θα έλεγα εγώ. Και όλη την εκδρομή να φας μιλώντας, δεν θα βγάλεις άκρη. Άστο καλύτερα. Δεν μπορείς να τους βγάλεις λάδι τους Έλληνες σε αυτή την υπόθεση. Πέρασε όμως ένας αιώνας. Όσοι το ζήσανε δεν υπάρχουν πια. Κι ακόμα πληρώνουμε βαριά, σε χρήμα και σε δυσπιστία, εκείνη την υπόθεση, χώρια οι μικροί πόλεμοι και οι διωγμοί και η καταπίεση των μειονοτήτων εκατέρωθεν τόσα χρόνια. Άσε να απολαύσουμε το ταξίδι μήπως εξομαλυνθούν τα πάθη, μήπως η επαφή εξημερώσει τα ήθη.
Μνημείο στην παραλία και τουρίστρια έτοιμη να λιποθυμήσει
 Κάνει ζέστη τρομερή. Το πούλμαν προχωρά στην παραλία, μας αφήνει μπροστά στο σπίτι του Κεμάλ, μουσείο ανοιχτό για το κοινό. Ανεβαίνω μόνη και δοκιμάζω πρώτη φορά τα τούρκικα που είχα ψευτομάθει πριν λίγα χρόνια. Ξέρω λέξεις για το σπίτι, την κρεβατοκάμαρα, το «ωραίο», το «σαν παλάτι» κλπ. Τριγυρίζω τα ταριχευμένα δωμάτια που μυρίζουν ναφθαλίνη και μούχλα, τις χρησιμοποιώ δοκιμαστικά. Οι ένστολοι φύλακες ανταποκρίνονται. Δουλεύει.
Έξω ο ήλιος σε ψήνει στο τσιμέντο. Έφυγαν όλοι του γκρουπ και πάμε σε ένα μνημείο στην παραλία, αλλά δεν αντέχουμε ούτε να το κοιτάξουμε. Δείχνει κάτι πουλιά, στη σκιά του κάθονται τσιγγάνες. Θέλουν να μας πουν τη μοίρα μας. Την ξέρουμε, αν δεν καθίσουμε σε μια σκιά να πιούμε παγωμένη μπύρα θα πεθάνουμε σε πέντε λεπτά.
Κι αυτό κάνουμε, περνώντας απέναντι. Τραπεζάκια έξω.  Παραγγέλνω ‘μία για τον καθένα’ που είναι birer. Birer bira. Σωθήκαμε.
 Δίπλα μας κάθονται νεαροί όλο χαρές και κέφια. Αγόρια και κορίτσια, τολμηρά, εκδηλωτικά. Μας κοιτάνε, γελάνε, γελάμε κι εμείς.
Στο ξενοδοχείο η πρώτη γεύση τούρκικου φαγητού βρίσκει τις γνώμες να διίστανται. Εγώ το βρίσκω καταπληκτικό, όλοι οι άλλοι έχουν αντιρρήσεις.
Νυχτώνει, οι ξαδέρφες μου, που ταξιδεύουμε μαζ,ί θέλουν να ξεκουραστούν. Τις πείθω να βγούμε για  βόλτα. Να πάμε στο Ασανσέρ,  με ταξί, (τακσί) με λεωφορείο, με κάτι. Στη ρεσεψιόν δεν μιλούν αγγλικά, αλλά είναι εύκολο να μάθουμε πως πάει λεωφορείο εκεί, μας λένε και το νούμερο. Εδώ δίπλα είναι.
Έξω ένας ταξιτζής περιμένει στη γωνία και προσπαθώ να τον ρωτήσω ποια κατεύθυνση να πάρουμε. Ένα άσπρο αυτοκίνητο σταματάει δίπλα μας, δυο κοπέλες μας ρωτάνε αγγλικά πού θέλουμε να πάμε.
-Στο Ασανσέρ τους λέμε. Δεν ξέρουμε πολύ καλά τι είναι αυτό το Ασανσέρ, αλλά το έχουν πρώτο στα αξιοθέατα.
-Ελάτε, θα σας πάμε εμείς, λέει η οδηγός.
-Μα πώς; Ευχαριστούμε, αλλά δεν γίνεται. Είμαστε τέσσερις…
-Ελάτε, καθίστε πίσω, χωράτε.
Σε χρόνο μηδέν καθάρισαν το πίσω κάθισμα, και στριμωχτήκαμε, αλλά χωρούσαμε, όντως. Ήταν αδύνατον να αρνηθούμε, επέμεναν πολύ. Η οδηγός, μια νεαρή επιχειρηματίας, πανέξυπνη, μιλούσε τέλεια αγγλικά. Είχαν έρθει από την Ιστάμπουλ εκείνη την ίδια μέρα οδηγώντας, εργάζονταν σε κάποια διεθνή έκθεση που είχε σχέση με τον τουρισμό. Πήγαιναν για ξεκούραση, αλλά είχαν δει τέσσερις γυναίκες ξένες να ψάχνουν πληροφορίες κι αποφάσισαν να τις βοηθήσουν. Γυναικεία αλληλεγγύη.
Τσούλησε το αυτοκίνητο στη φαρδιά παραλιακή οδό, και για λίγα δευτερόλεπτα ήταν σα να ήμασταν κάτοικοι της πόλης αυτής, να  συνηθίζαμε χρόνια αυτή τη βόλτα.  Σα να παρελαύνουν όλα για λίγες στιγμές, υπάκουα και πειθαρχημένα, η πρώτη σειρά πολυκατοικιών, φωτισμένα σπίτια με πολυελαίους σε μεγάλα σαλόνια, άλλα πιο ταπεινά με κουρτίνες που εκθέτουν το σχέδιο τους και το γούστο του ενοίκου, κι αμέσως δίνουν τη θέση τους στο επόμενο, δεντροστοιχίες στη νησίδα, φοίνικες με πράσινους προβολείς που τους κάνουν να μοιάζουν χάρτινο σκηνικό, η αίσθηση της θάλασσας που έχει εξημερωθεί από τα τσιμέντα. Θα μπορούσα να ταξιδεύω έτσι για ώρα, αλλά φτάσαμε γρήγορα, και τα κορίτσια μας άφησαν.
-Πώς να σας ευχαριστήσουμε;
-Τεσεκιούρ εντερίμ, λέγεται, είπε η οδηγός.
Δύσκολη λέξη.
Εκεί μπροστά στο Ασανσέρ έχουν βάλει  τις προτομές δυο τραγουδιστών που αγάπησαν τη γειτονιά, του Ντάριο Μορένο κι ενός άλλου. Κάτι σαν το Γούναρη θα ήταν. Το δρομάκι ανηφόριζε λιγάκι ως το Ασανσέρ, που το έχτισε στις αρχές του 20ου αιώνα ένας Εβραίος για να μην ξεπατώνονται οι ομόθρησκοι του. Ένας πέτρινος λόφος υψώνεται κάθετα, κι εκεί ήταν η γειτονιά των εβραίων. Η πόλη συνεχίζεται πίσω του, υπερυψωμένη. Ο πύργος, το φρεάτιο ας πούμε, είναι παράλληλα στο βράχο, επάνω ενώνεται μαζί του με μια φαρδιά ταράτσα που έχει γίνει εστιατόριο.
Ακολουθήσαμε μια νεαρή κοπέλα που μπήκε με άνεση και πάτησε το κουμπί. Περιμέναμε κάτι σαν εισιτήριο, αλλά δεν υπήρχε.
 Από πάνω η θέα ήταν εντυπωσιακή, η πόλη κάτω φωτισμένη, η θάλασσα, απέναντι τα Βουρλά. Και στον ουρανό το φεγγάρι. Κάναμε μια βόλτα στη γειτονιά κι ύστερα πήραμε πάλι το Ασανσέρ και κατεβήκαμε.
Δεν μας έκανε καρδιά να πάμε για ύπνο.  Ήταν τόσο ωραία η βραδιά, τόσο ανακουφιστική μετά τη ζεστή μέρα. Ο κόσμος είχε βγει έξω κι είχε πλησιάσει τη θάλασσα για παρηγοριά, στο γρασίδι είχαν στρώσει κουβέρτες κι έκαναν πικνίκ, άλλοι κάθονταν στα παγκάκια, άλλοι σεργιάνιζαν, άλλοι ψάρευαν, άλλοι πουλούσαν πετονιές και δολώματα, άλλοι καλαμπόκια, πασατέμπο, μύδια με λεμόνι, φραγκόσυκα, παιχνίδια, ό,τι ήθελες.
Έφαγα ένα φραγκόσυκο. Ήθελα να φάω και μύδια, αλλά δεν με άφησαν, είπαν σίγουρα θα πάθω δηλητηρίαση. Πρέπει να προσέχεις τι τρως στην Τουρκία, έλεγαν όλοι. Δεν πρόσεχα, αλλά δεν έπαθα τίποτα. Μου έμεινε ο καημός για τα μύδια.
Το φραγκόσυκο έκανε μια λίρα το ένα. ‘Ακριβό δεν είναι;’ είπα στον πωλητή, κυρίως για να χρησιμοποιήσω τη λέξη ‘ακριβό’ που μου ήρθε εκείνη τη στιγμή στο μυαλό. Μου έδειξε τα χέρια του, καταγρατζουνισμένα και γεμάτα αγκάθια. Κούνησα το κεφάλι, αλλά δεν θυμήθηκα την άλλη λέξη, ‘έχετε δίκιο’.
Με ένα μαχαιράκι καθάριζε το φραγκόσυκο, πρώτα έκοβε την άκρη, ύστερα το ξετύλιγε από το αγκαθωπό του κάλυμμα. Νόμιζες ότι ήξερε να το κάνει χωρίς δυσκολία, αλλά τα σημάδια στα χέρια τον διέψευδαν..
Με φεσάκι και γιλέκο, ντυμένος
Οθωμανός, πουλάει οθωμανικό μαντζούνι
Η νεαρή της παρέας μας πήρε ‘οθωμανικό μαντζούνι’ μια μαλακιά καραμέλα που την τύλιξε ο πωλητής σε ξυλάκι. Είχε μπροστά του ένα βαθύ δίσκο από γυαλισμένο μπακίρι, στρογγυλό μοιρασμένο στα τρία, και μέσα τρία διαφορετικά χρώματα. Έλεγες, τι μαγικό πράγμα θα ανασύρει τώρα από κει μέσα, ήταν πολύ εντυπωσιακό στην όψη. Αλλά στη γεύση  τίποτα ιδιαίτερο για τους συνηθισμένους σε χιλιάδες είδη καραμέλας σύγχρονους ανθρώπους.
Είχαν στήσει μπαλόνια στο νερό για να παίζεις σκοποβολή, στηριγμένα σε ένα ξύλο. Παίξαμε μια βολή και χάσαμε. Πιο κάτω είχε καφενεία με ναργιλέδες, τα τραπέζια στημένα δίπλα στη θάλασσα. Σε μια παρέα έπαιζαν βιολί και τραγουδούσαν. Καθίσαμε κοντά  τους. Ο βιολιστής κρατούσε το βιολί  κοντά στο αυτί του, σα να το αγκάλιαζε για  να του ψιθυρίζει μυστικά και τραγουδούσε με μια συγκινητική προσήλωση.

                        Λιμάνια χωρίς θάλασσα
Οι ωραίες βραδιές βιάζονται να παραδώσουν τη σκυτάλη στις λαχανιασμένες μέρες. έπρεπε την επόμενη να σηκωθούμε πουρνό- πουρνό να πάμε στην Έφεσο πριν πιάσει ζέστη.
Τρόπος του λέγειν, γιατί παρά την προσπάθεια, ο αρχαιολογικός χώρος φλεγόταν ήδη όταν φτάσαμε.. Στον πιο εντυπωσιακό χώρο, μπροστά στην πρόσοψη της βιβλιοθήκης του Κέλσου, δεν μπορούσες να σταθείς πια. Προχωρήσαμε στο θέατρο, ακούσαμε μια νεαρή που τραγουδούσε Τραβιάτα για να δημιουργήσει το εφέ της Επιδαύρου, κι ήταν όντως η ίδια ακουστική. Ύστερα ξεπνοημένοι αποσυρθήκαμε από τα υπόλοιπα, προσπερνώντας μια ομάδα που παρίστανε τους Ρωμαίους με περικεφαλαίες μέσα στη ντάλα. Δεν είδαμε το ναό της Άρτεμης, γιατί δεν φαίνεται τίποτε, όπως μας είπε η ξεναγός, χωρίς να διευκρινίσει ότι τον κατάστρεψε ο χριστιανικός όχλος οδηγημένος από τον Ιωάννη το Χρυσόστομο πριν μερικούς αιώνες, τότε που ενέπνεε τα πλήθη με το θρυλικό κήρυγμά του.
Εν συνεχεία ο καθένας πήγε εκεί που τον καλούσε η πίστη του, ας πούμε. Δηλαδή εμείς  πήγαμε στο Μουσείο και το υπόλοιπο γκρουπ  στην εκκλησία του Ιωάννη Θεολόγου, που μπορεί να ήταν και του άλλου, του Χρυσόστομου του κατεδαφιστή. Μας άφησε ο οδηγός απέξω, δεν χαλούσε τα χατίρια μας. Είχε δηλώσει θαυμαστής της νεαρής μας, την έλεγε «πρωινέ μου ήλιε» το πρωί και «απογευματινέ μου ήλιε» το βράδυ..

Άρτεμις στην Έφεσσο
Από μικρό παιδάκι είχα εντυπωσιαστεί με την Άρτεμη της Εφέσου. Τρομάζει κανείς  με όλα αυτά τα βυζιά που κρέμονται στο στήθος της, και τα τετράγωνα με τα κεφάλια ζώων στο φόρεμα και στο διάδημα της. Όλες οι εξηγήσεις και οι προσεγγίσεις δεν  μπορούν να παραβγούν την αληθινή αντιπαράθεση, σώμα με σώμα, βλέμμα με βλέμμα, με το άγαλμα αυτό. Με κάποιο τρόπο έπρεπε να δω την Άρτεμη, ήμουν αποφασισμένη. Κι όταν φτάσαμε επιτέλους στο μουσείο και το βλέμμα μου την αγκάλιασε για λίγα δευτερόλεπτα, ανακάλυψα μάλιστα ότι υπάρχουν τρία τουλάχιστον αγάλματα- παραλλαγή στο ίδιο θέμα, κατάφερα να αποκομίσω ένα απτικό αίσθημα, σα να την είχα αγγίξει με τα δάχτυλά μου, να την είχα κλείσει στην αγκαλιά μου. Δεν χρειάζεται να είσαι δωδεκαθεϊστής για να νιώσεις δέος μπροστά στα αρχαία αγάλματα, ειδικά όταν είναι τόσο μυστηριώδη και μεταφέρουν  τη λατρεία των δυνάμεων της φύσης, της γονιμότητας και των ζώων που κράτησαν τους ανθρώπους στην ανθρώπινη κατάσταση. Η γυαλιστερή τους επιφάνεια προδίδει το πόσο λατρεύτηκαν και με το βλέμμα τα χαϊδεύουμε προσθέτοντας τη δική μας σιωπηλή και σεμνή πλέον λατρεία, μαζί με τον καλλιτεχνικό θαυμασμό μας.
Κιρκιντζέ
Φύγαμε βιαστικά. Περίμενε ο οδηγός να πάρουμε τους άλλους, να πάμε στο πρώην ελληνικό χωριό Κιρκιντζέ. Το έχει κάνει διάσημο η Διδώ Σωτηρίου με τα Ματωμένα Χώματα, και δεν κατάλαβα αν μόνη της κατάφερε να το εντάξει στα τουριστικά προγράμματα της περιοχής, ή συνέδραμαν και άλλοι, πάντως τώρα το χωριό φαίνεται να ζει θαυμάσια αναπαράγοντας τον χωριάτικο εαυτό του. Είχε μια υπέροχη ταβέρνα για δοκιμή κρασιού και στα δρομάκια του κάθε σπίτι είχε γίνει μαγαζάκι. Αγόρασα μπαχαρικά, σαπουνάκια κι ένα ψωμί χωριάτικο από τη χαρά μου που κατάλαβα την επιγραφή «χωριάτικο ψωμί» σε ένα κομμάτι χαρτόνι που κρεμόταν έξω από μια πόρτα.
Μετά από αυτό το χωριό που «διατηρούσε αναλλοίωτο το ελληνικό του χρώμα» κατά το πρόγραμμα του γραφείου ταξιδίων (ομολογώ ότι αν δεν το έλεγε θα δυσκολευόμουν να καταλάβω τι  χρώμα διατηρεί) είχαμε να πάμε στο Κουσάντασι και στον Τσεσμέ, μόνο για να λέμε ότι πήγαμε, γιατί δεν προλάβαμε να δούμε τίποτε.
 Τουλάχιστον ήταν ωραία η φύση όπως τη βλέπαμε από το παράθυρο ταξιδεύοντας. Δεν ξέρω γιατί, περίμενα ξεραΐλα. Ίσως είχα την ιδέα ότι θα έμοιαζαν τα παράλια  με τα απέναντι νησιά. Στα χιλιόμετρα που διανύσαμε βλέπαμε ωραία πευκοδάση, καθαρά, χωρίς πευκοβελόνες κάτω και χωρίς κάμπιες στα πεύκα. Πολλούς ελαιώνες, χωράφια με διάφορες καλλιέργειες, και μεγάλες αναδασώσεις περιφραγμένες που μάλλον τις είχαν υιοθετήσει εταιρίες γιατί μερικές είχαν ταμπέλες με ονόματα εταιριών κι έγραφαν «αναδάσωση δημόσιας έκτασης». Φαινόταν δηλαδή η φύση πιο φροντισμένη από τη δική μας, το τοπίο ακόμα και έξω από τις πόλεις, λιγότερο τσαπατσούλικο, πράσινο αρκετά, με επιβλητικά βουνά κάθε τόσο και ποτάμια. Είδαμε το Μαίανδρο, πράσινο και πολύ ίσιο στο σημείο που τον περάσαμε. Φτάνοντας στο Κουσάντασι ακόμα ο ήλιος έκαιγε, αλλά προσπεράσαμε τη μικρή λαχταριστή παραλία και δεν προλαβαίναμε παρά μια βόλτα στην σκεπαστή αγορά. Χάζεψα κάτι παράξενα μάλλινα στολίδια του τοίχου πλεγμένα με κοχύλια. Δεν αγόρασα φυσικά. Σιγά να μην αγόραζα μάλλινα με τέτοια ζέστη. Πήρα ένα ζωγραφισμένο πιατάκι μόνο, και ζήτησα απόδειξη. Δεν μου είχαν δώσει καμία μέχρι εκείνη τη στιγμή.
-Στην Τουρκία φορολογείστε; με ρώτησε αναιδώς η πωλήτρια.
Κούνησα το κεφάλι αόριστα και πήρα την απόδειξη χαμογελώντας. Ήρθαμε να επιβάλουμε την τάξη κι εδώ, ίσως έπρεπε να της έλεγα.
Στο Κουσάντασι όλα ήταν στριμωγμένα. Δεν είχε αρκετά πάρκινγκ και καλή χωροταξία, είχε πολλά αυτοκίνητα. Ο Τσεσμές, που πήγαμε μετά, ήταν κάπως καλύτερος, έπεφτε κι ο ήλιος επιτέλους, ηρεμούσε το καμίνι. Κάναμε μια βόλτα στον κεντρικό πεζόδρομο, μπήκαμε σε μια μεγάλη πρώην εκκλησία που είναι τώρα γκαλερί. Μια γυναίκα του γκρουπ έκανε σα να προσκυνάει, μάλλον προσκυνούσε δηλαδή, και σκέφτηκα ένα μουσουλμάνο να προσκυνάει στο μουσείο Κεραμικών πρώην τζαμί της Αθήνας. Άραγε θα έχει γίνει ποτέ;
Έφαγα άλλο ένα φραγκόσυκο στο δρόμο, ανεβήκαμε στο γενοβέζικο κάστρο και βγάλαμε φωτογραφία έναν άγριο ναύαρχο με τουρμπάνι που είχαν απαθανατίσει σε χρυσαφί άγαλμα με το πετ του: ένα λιοντάρι.
-Τι τον βγάζετε αυτό τον αρκουδιάρη; είπε ένας από το γκρουπ πολύ επιθετικά.
-Μας αρέσουν οι αρκουδιάρηδες, απάντησα.
Στον Τσεσμέ, ο ναύαρχος με το πετ του
Ο τύπος που παριστάνει το άγαλμα σίγουρα θα υπήρξε πολύ χειρότερος από αρκουδιάρης. Ναύαρχος, άρα πολέμαρχος, άρα μάλλον για νίκες εναντίον των Ελλήνων θα ήταν εκεί απαθανατισμένος. Μπορεί και για ήττες, υπάρχει και αυτό, οι ένδοξες ήττες. Αλλά δεν ήταν παρά ένα άγαλμα τώρα πια, γραφικό και κάπως κιτς, με το χρυσαφί του χρώμα και το περήφανο ύφος του. Άσε μας λοιπόν ρε φίλε να βγάλουμε τη φωτογραφιούλα, εμάς τους τυχερούς κατοίκους αυτής της ηπείρου στον 21ο αιώνα, που δεν γνωρίσαμε πόλεμο και σφαγές, άσε να χαρούμε την προνομιακή μας ύπαρξη, εμείς που έχουμε κάνει πετ τον ίδιο το ναύαρχο με το πετ, τον έχουμε καταστήσει αβλαβές μνημείο, εμείς οι παντοδύναμοι καταναλωτές, οι τουρίστες με το συνάλλαγμα που ανοίγει τις πόρτες και  κλείνει τις πληγές, θεραπεύει τα πάθη κι ηρεμεί τα λυσσασμένα κύματα της ιστορίας…
Έβγαλα τη φωτογραφία και συνεχίσαμε την τουριστική τρεχάλα.
Ευτυχώς το βράδυ μπορέσαμε να πάμε στη Σμύρνη, ξανά βόλτα στην παραλία. Περπατήσαμε πάλι πολλή ώρα στην προκυμαία, χαζεύοντας παρέες νεαρών, ζευγάρια κι ολόκληρες οικογένειες που είχαν βγει να δροσιστούν δίπλα στη θάλασσα, εκτείνοντας νοερά το χρόνο σε προηγούμενες και επόμενες φανταστικές βόλτες εκεί, προσπαθώντας να στήσουμε νοερά μια παράλληλη ζωή, όπως οι πανηγυρτζήδες έστηναν εκείνα τα μπαλόνια στην επιφάνεια της θάλασσας. Στο γυρισμό καθίσαμε λίγο σε ένα μαγαζί και παραγγείλαμε ένα μπουκάλι κρασί. Με ένα ποτήρι μόνο φτιάξαμε κεφάλι.
Μίλητος
Την επόμενη μέρα το βασανιστήριο των επισκέψεων σε αρχαιολογικούς χώρους συνεχίστηκε με την Πριήνη, τη Μίλητο και τα Δίδυμα. Στην Πριήνη ανεβήκαμε λίγη ανηφόρα, υπήρχε  ένας απότομος βράχος πάνω από τα κεφάλια μας, δεν τον ανεβήκαμε, τον φωτογραφίσαμε απλώς. Είχε ίδιο χρώμα με τις κολώνες, οι περισσότερες κοίτονταν κομμάτια στο έδαφος, υπήρχε μόνο μια σειρά όρθιες. Φωτογράφισα μερικά ανθέμια και ρόδακες, συγκινητικά στη φθορά τους, ή  στην αφθαρσία τους. Το καλύτερο απ’ όλα  ήταν τα πεύκα, δεν είχε ξεραΐλα σαν την Έφεσο, μπορούσες να καθίσεις λίγο στη σκιά τους, να σου στεγνώσει τον ιδρώτα το αεράκι.
-Πώς το λένε είπαμε εδώ; με ρώτησε μια κοπέλα που πριν λίγο φωτογραφιζόταν στις κολώνες σε πόζες ρομαντικές. Πρύμνη;
-Πριήνη, γιώτα- ήτα, της είπα. Λίγες ώρες αργότερα την είχα κι εγώ μπερδέψει με τη Μίλητο και τα επόμενα που είδαμε την προηγούμενη  μέρα, κι ύστερα τις επόμενες, όχι το όνομα, μόνο τη χάρη της.
Πώς να μην τα μπερδέψεις; Τι ήξερα για την Πριήνη; Μόνο ένα όνομα, Βίας ο Πριηνεύς. Τύραννος της πόλης, ένας από τους επτά σοφούς. Καμιά ιστορία, κάποια αναφορά. Το μόνο που την ξεχώρισε ήταν τα δέντρα. Κι όμως είχα διαβάσει προηγουμένως τον οδηγό, και το βιβλίο του Φρίλι, κι ύστερα άκουγα προσεχτικά τη Νεβζαντέ, την ξεναγό μας. Κολώνες κι άλλες κολώνες, σπασμένα κομμάτια και ήλιος βασανιστικός.
Ανεβαίνοντας τα σκαλιά του ιερού στα Δίδυμα (όπου δίδυμα ήταν η Άρτεμη κι ο Απόλλων) άκουγα έναν από το γκρουπ να περιγράφει μεγαλόφωνα- πολύ μεγαλόφωνα όμως- πόσο στεναχωριέται που βλέπει τι χάσαμε! Το είπε πολλές φορές, σα να ήθελε να σιγουρευτεί πως τον ακούσαμε.
Επιμένουμε να βλέπουμε με το πρίσμα του εθνικισμού πράγματα που προϋπήρξαν. Καταλαβαίνω να κλαις για το σπίτι του παππού σου, ειδικά αν τον γνώρισες κι άκουσες τον καημό του από πρώτο χέρι, αλλά για τις κολώνες της Μιλήτου και τα ρωμαϊκά λουτρά της Ιεράπολης; Στο κάτω- κάτω δίπλα είναι, πάρε το αεροπλάνο, έλα δες τα, μια χαρά τα συντηρούν, ειρήνη έχουμε, πάμφτηνα είναι, βίζα δεν χρειάζεσαι εσύ, ενώ οι Τούρκοι χρειάζονται για να έρθουν στην Ελλάδα. Και για να κάνουν αίτηση για βίζα θέλουν πρόσκληση από ευρωπαίο. Μεγάλη περιπέτεια για να περάσει στην Ευρώπη ο τούρκος, μη μολυνθεί η ήπειρος με ασιατικές σόλες. Κι όταν  αποκτήσουν βίζα με χίλια στανιά, και μπορέσουν να ταξιδέψουν, οι τιμές μας είναι εξοντωτικές.
Διαβάζοντας λεπτομέρειες από την ιστορία αυτών των πόλεων, βλέπεις ότι πριν τα πάρουν οι Τούρκοι τα είχαν πάρει άλλοι. Πρώτοι οι Πέρσες, ύστερα οι Αθηναίοι, γιατί, μας αρέσει ή όχι, πολλοί έβλεπαν την αθηναϊκή κυριαρχία επαχθέστατη και συμμαχούσαν εναντίον της, πότε με τους Πέρσες, πότε με τους Μακεδόνες. Τελικά τα πήρε όλα ο Αλέξανδρος, κι εν συνεχεία οι Ρωμαίοι, οπότε τα περισσότερα ερείπια που βλέπουμε είναι ρωμαϊκές επεμβάσεις σε ελληνιστικές πόλεις.
-Κοίτα, εδώ γράφει ‘Θησαυροί της Τουρκίας’ λέει λίγο αργότερα μια γυναίκα στην ομήγυρη, αγανακτισμένη.
-Στην Τουρκία δεν είμαστε; αναρωτιέται κι η ξαδέρφη μου.
Έτσι είναι τα μνημεία, δένονται με τους τόπους, σημασία έχει να συντηρούνται. Εδώ δεν είναι Ταλιμπάν, που ανατίναξαν εκείνους τους ελληνιστικούς Βούδες στο Αφγανιστάν. Εδώ τα προσέχουν, τα φροντίζουν και τα παρουσιάζουν στο ιστορικό τους πλαίσιο.  Μπορεί να θεμελίωσαν άποικοι από την Ελλάδα αυτές τις πόλεις, αλλά κι εκείνοι βρήκαν ντόπιο πληθυσμό εδώ και προφανώς τον υπέταξαν ως δυνατότεροι. Ύστερα άλλοι πιο δυνατοί τους υπέταξαν με τη σειρά τους, και πάει λέοντας. Ακόμα και στους πύργους της Αγγλίας δεν βρίσκεις εύκολα απευθείας απογόνους των πρώτων οικοδόμων να εισπράττουν τα εισιτήρια των επισκεπτών.
 Σαν συντηρητές και φύλακες οι Τούρκοι μου φάνηκαν ακομπλεξάριστοι, προσεκτικοί και συνεπέστατοι. Είχα ακούσει ότι κάποιοι υποστηρίζουν πως ο Όμηρος ήταν τούρκος, ότι διεκδικούν τα πάντα ως τουρκικά, όμως τίποτε τέτοιο δεν είδαμε όπου κι αν πήγαμε. Θα πρέπει να είναι διάφοροι ακραίοι εθνικιστές αυτοί που λένε τέτοια, κάτι  σαν τους δικούς μας που λένε ότι ο Ναπολέων ήταν Έλληνας, ο Κολόμβος επίσης, κλπ. Σε όλους τους οδηγούς που είδαμε, τις ταμπέλες, τα βιβλία, σε όλα τα μνημεία, ακόμα και τα νεώτερα οι πληροφορίες ήταν  εμπεριστατωμένες ιστορικά, σωστές και σοβαρές. Οι χώροι προσεγμένοι. Τα μουσεία με προδιαγραφές. Όλα διεθνούς επιπέδου και το προσωπικό φιλικό. Και συνέχεια μας χαμογελούσαν, μας έλεγαν komsu, komsu, γείτονες!

Το πιο εντυπωσιακό με τις πόλεις αυτές είναι πως ήταν κάποτε λιμάνια. Όμως οι προσχώσεις του Μαιάνδρου τις απομάκρυναν από τη θάλασσα, κι έτσι σώθηκαν πιθανότατα, με την εγκατάλειψη, γιατί αν συνέχιζαν να είναι λιμάνια η ανοικοδόμηση μάλλον θα είχε εξαφανίσει όλα αυτά τα ωραία συντρίμμια. Χαίρε λοιπόν Μαίανδρε, πράκτορα του αρχαιολόγων, που θα έπρεπε ακόμα να σε προσκυνούν και να σου φέρνουν προσφορές κάθε μήνα για τις δουλειές που τους έχεις ανοίξει αχρηστεύοντας για πάντα τα αρχαία λιμάνια.

                                                         Κάστρο του βαμβακιού
Πριν φτάσουμε στην Ισπάρτα περάσαμε από το Παμούκαλε, την αρχαία Ιεράπολη, μια τοποθεσία όπου τα φυσικά φαινόμενα δημιούργησαν ένα απόκοσμο τοπίο. Θερμές πηγές με μεταλλικά άλατα έχουν βάψει άσπρο, σα χιονισμένο, ένα μεγάλο κοίλο κομμάτι του βουνού, στο επάνω μέρος του οποίου βρίσκονται τα ερείπια αρχαίων λουτροπόλεων. Πριν λίγα χρόνια υπήρχε εκεί και σύγχρονη λουτρόπολη, αλλά με τον πολύ κόσμο χαλούσε το τοπίο, άρχισαν να κιτρινίζουν τα άσπρα βράχια, και πήραν παραπέρα τα ξενοδοχεία..
Λευκοί λόφοι στο Παμούκαλε
Σε ένα από αυτά τα απομακρυσμένα πάμε κι εμείς, ένα χλιδάτο κάμποσων αστέρων, με μεγάλη πισίνα στη μέση, και μια μικρότερη ιαματική στην άκρη. Η ιαματική έχει ζεστά νερά και προτιμούμε την κανονική, έχουμε σκάσει από τη ζέστη όλη τη μέρα.
Το φαγητό είναι πολύ ωραίο στο ξενοδοχείο αυτό, ο μπουφές πλουσιότατος και τρώμε εκεί πριν βγούμε βόλτα στο χωριό. Το οποίο χωριό είναι δυο δρόμοι –δυο αγορές, με πάμφθηνα βαμβακερά κάθε είδους,  εκεί κοντά υπάρχει παραγωγή και βιομηχανία βαμβακερών. Πιο ωραία είναι κάτι αποξηραμένα λαχανικά, αδειασμένες μελιτζάνες ας πούμε που κρέμονται σε πλεξίδες, και μπάμιες, φασολάκια, διάφορα. Τα μαγειρεύεις με νερό για να ξαναγίνουν φαγώσιμα. Τη μελιτζάνα τη γεμίζεις με ρύζι ή ό,τι άλλο θέλεις. Μας λένε συνταγές οι γυναίκες που τα πουλάνε, εξηγούνε και λιγώνονται σε γέλια, γελάμε κι εμείς μαζί τους, ναι είναι μεγάλη ευτυχία να μπορείς να λες δυο λέξεις με τόσο παράξενους ανθρώπους. Κι εμείς ξελιγωνόμαστε να ανταλλάσσουμε συνταγές με τις χωριάτισσες της περιοχής, που φοράνε μαντίλες με τόση τέχνη και σαλβάρια με τόση άνεση. Και μοιάζουν τόσο χαλαρές και ξένοιαστες που μας περνάει η υποψία μήπως εμείς οι χειραφετημένες έχουμε χάσει κάτι που εκείνες ακόμα το κρατούν;
Παμούκ θα πει βαμβάκι, κι έχει κάτι απαλό το τοπίο, ή μου φαίνεται επειδή πλησιάζω στην πατρίδα; Μήπως είναι η φτήνια των υφασμάτων, μήπως οι χαλαρές στάσεις, αυτές οι κινήσεις των γυναικών που ανήκουν σε κώδικα σωματικό ξεχασμένο από μας; Μοιάζει μαγικός ο τόπος,  οι απαλοί λόφοι, τα λευκά βράχια, τα ζεστά νερά.  Σα να ακολουθώ τις αγαπημένες φωνές των δικών μου, να με περιμένουν γεμάτοι στοργή, να με ξανακάνουν παιδί, να μου υποσχεθούν όλες τις ευκολίες του κόσμου.
Την άλλη μέρα πήγαμε στην Ιεράπολη και περπατήσαμε ξυπόλητες στα άσπρα βράχια. Μόνο χωρίς παπούτσια επιτρέπεται να περπατήσεις. Ο ήλιος έκαιγε καθώς αντανακλώνταν στη λευκή επιφάνεια και νόμιζες ότι θα ψηθείς επιτόπου. Δεν αντέξαμε να μείνουμε πολλή ώρα, εν αντιθέσει με άλλους ευρωπαίους τουρίστες που αν και αμάθητοι στον ήλιο επέμεναν να πλατσουρίζουν στο λιγοστό νερό. Πήγαμε στην πισίνα με τα ιαματικά νερά όπου έπρεπε να δώσεις 25 λίρες για να κολυμπήσεις, ενώ στο ξενοδοχείο ήταν τσάμπα. Εδώ όμως δεν είχε άλλη, κι έτσι έσκασα τα λεφτά και πλατσούρισα κάμποση ώρα σε ζεστά νερά πάνω από πεσμένες ρωμαϊκές κολώνες και ανάμεσα σε δεκάδες Ρώσους.
Το Παμούκαλε ήταν η τελευταία στάση πριν την Ισπάρτα. Τέλος, μεσημέρι πια, και χωρίς να έχει γίνει αισθητό πως ανεβήκαμε στα 1000 μέτρα, φτάσαμε στην πόλη των προγόνων μας. Στην είσοδο έχει ένα τεράστιο τριαντάφυλλο σχεδιασμένο μέσα σε ένα παρτέρι, να σε προδιαθέτει για την επαρχιακή της αισθητική.
 Πάντως είναι δροσερή. Προχωρά το πούλμαν στο κέντρο, περνάμε από δρόμους με διαφημίσεις μαγαζιών πολύ κραυγαλέες, φτηνές και κακόγουστες. Πολλά κορίτσια φοράνε μαντίλα και καμπαρτίνες. Άλλα είναι σαν τη νεαρή της δικής μας παρέας, ώμοι έξω, κοντά παντελόνια. Έχει ανοίξει Πανεπιστήμιο εδώ, μας λέει η Νεβζαντέ, το λένε Σουλειμάν Ντεμιρέλ, τι άλλο, κι έχει γίνει πιο μοντέρνα η πόλη. Σκέψου δηλαδή πώς ήταν πριν.
Ο Ντεμιρέλ μας καλωσορίζει ως χοντροφτιαγμένο άγαλμα στην πλατεία, απλώνοντας το χέρι του που κρατάει ένα καπέλο. Το ξενοδοχείο είναι ακριβώς πίσω του. Επαρχιακού αδιάφορου ρυθμού, διαθέτει μόνο δυο ασανσέρ τριών ατόμων έκαστο, κάνουμε μισή ώρα να φτάσουμε στα δωμάτια.
Οι πολυκατοικίες είναι στο ίδιο στυλ, πανταχόθεν ελεύθερες, όπως στη Σμύρνη.. Δεν έχουν υποκύψει στη συνήθεια των μικρούτσικων οικοπέδων που δυναστεύουν την Αθήνα.  Έχουν χώρο γύρω, αναπνέουν. Επιπλέον έχουν όλες στέγες με κεραμίδια, απαραίτητα για το χειμώνα με το χιόνι. Μόνο ένα τζαμί στην πλατεία ξεχωρίζει, η ομοιομορφία είναι καταθλιπτική. Αναρωτιέμαι τι σόι σπίτια των προγόνων μας θα βρούμε εδώ. Σαν αυτό του Κανάρη στην Κυψέλη ας πούμε, μια τεράστια πολυκατοικία που έχει μια ταμπέλα έξω, πως εδώ έζησε ο Κανάρης; Και δεν θα έχουν ταμπέλες βέβαια εδώ.
Δίπλα στο ξενοδοχείο ανακαλύπτουμε λαϊκή αγορά με φρούτα. Πουλάνε τεράστια ηλιοτρόπια με όλα τα σπόρια τους, μπορείς να κρατάς το λουλούδι αγκαλιά και να μασουλάς σπόρια. Αγοράζουμε ροδάκινα και ωραία, μεγάλα βατόμουρα σαν εκείνα που βρίσκεις μόνο στο Κολωνάκι με 8 ευρώ. Κοστίζουν τέσσερις λίρες, δηλαδή δυο ευρώ το διπλάσιο κουτάκι. Μαζί με το ψωμί τώρα έχουμε γεμίσει προμήθειες.
Το πρόγραμμα προβλέπει επίσκεψη στα πατρογονικά την επόμενη μέρα με το πούλμαν. Όμως θέλω να περπατήσω την πόλη, έτσι τις γνωρίζω όλες. Αφήνουμε λοιπόν το γκρουπ στο φαγητό του και με τη νεαρότερη της παρέας, οι δυο μας, πάμε στην πλατεία, φάτσα στο Ντεμιρέλ, να ρωτήσουμε κάτι γέρους σε παγκάκια για το πού θα βρούμε βιβλιοπωλείο. Έχω την ιδέα να αγοράσω ένα χάρτη.  Ξέρω ότι υπάρχουν ελληνικές εκκλησίες, γύρω τους είναι η γειτονιά, θα τη βρω με το σχεδιάγραμμα του Νουρί που μας μοίρασαν πριν φύγουμε.
Αυτός ο Νουρί είναι ο γιος ενός ανθρώπου που είχε φτιάξει το αρχείο με τα σπίτια, τα ονόματα, όλα τα στοιχεία που είχε όταν έφυγαν οι Έλληνες από κεί. Η γυναίκα του είχε φυλάξει στο σπίτι της το κάλυμμα του Επιταφίου, και κάποια στιγμή το έστειλε στην Ένωση Σπάρτης, στη Νέα Ιωνία. Τώρα μένει στη Σμύρνη, θα έρθει αύριο, ειδικά για το γκρουπ.

Η παλιά εκκλησία
Τις πρώτες ώρες στα καινούργια μέρη δεν βλέπεις μπροστά σου. Βιβλιοπωλείο ήταν δίπλα μας, αλλά δεν το είδαμε. Δεν ήξερα καν τη λέξη, είπα ‘βιβλιοπώλη’ . Ο γέρος άρχισε να με ρωτάει από πού είμαι, και καθώς έλεγα ‘Ελληνίδα’, μου φάνηκε παράξενο. Θυμήθηκα ότι επί δεκαετίες έλεγα πως ήμουν από το μέρος αυτό. Αυτό στο οποίο βρίσκομαι αυτή τη στιγμή, πρώτη φορά, στα πενήντα εφτά μου χρόνια. Με πλημμυρίζει η ανάμνηση σαν απότομη γλυκιά βροχή,  λέω στους ανθρώπους, με τις λίγες λέξεις που έχω μάθει, ότι ο μπαμπάς μου και η γιαγιά μου και οι θείοι μου ήταν από κει. Τις ξέρω τις λέξεις αυτές, και καθώς τα λέω αυτό, με πιάνουν απρόσμενοι λυγμοί. Δεν μπορώ να μιλήσω. Ντρέπομαι, πάω να φύγω.  Στο μεταξύ ο άνθρωπος μου έλεγε ότι υπάρχουν ακόμα σπίτια των ελλήνων, με φώναζε να μου δείξει..
Βιβλιοπωλείο δεν βρήκαμε εκείνη τη μέρα. Μόλις καταλάβαμε πόσο ευγενικοί ήταν οι άνθρωποι, αρχίσαμε να ρωτάμε πού ήταν τα ελληνικά σπίτια. Μας οδήγησαν προς το ποτάμι, το ποταμάκι, το χείμαρρο, το Γκιοκτσάι. Μια σταλιά είναι, αλλά περιποιημένος, με στρωμένη κοίτη, όχι τσιμέντο, μεγάλα βότσαλα με δίχρωμα σχέδια, και δίπλα σε όλο το μήκος που περνάει την πόλη, παρτέρι και ποδηλατόδρομος και κιόσκια, μέχρι και όργανα γυμναστικής. Μπράβο Ισπάρτα!
Γκιοκτσάι θα πει ποτάμι του ουρανού. Ίσως φέρνει κρύο νερό το χειμώνα από το βουνό, ή γίνεται γαλάζιο. Το βρήκαμε σχεδόν ξερό. Αλλά δεν βρίσκαμε τις εκκλησίες. Κι όποιον ρωτούσαμε, εγώ άρχιζα ξανά να κλαίω. Αδύνατον να συνεννοηθώ.
Μια γριά με πήγε λίγο να μου δείξει, και μου χάιδευε την πλάτη. Uzulme, μου έλεγε. Μη στεναχωριέσαι. Ήταν τόσο τρυφερή, είχε εκείνη τη χαλαρότητα στο ντύσιμο, στο σαλβάρι, στο μαντίλι, άφησα κι εγώ τα δάκρυα να τρέχουν. Ε, κλαίω, τι πειράζει. Κλαίω που μεγάλωσα τόσο ξαφνικά, μέσα σε μια ώρα.
 Uzulmuyorum, της είπα. Δεν στεναχωριέμαι. Cok mutluyum,  είμαι πολύ ευτυχισμένη. Δεν ήξερα τι άλλο να πω, έλεγα συνέχεια αυτές τις λίγες λέξεις. Φορούσε τσεμπέρι η γριά, κι εδώ που τα λέμε δεν ήταν γριά. Μπορεί και να ήταν νεώτερη από μένα. Ήταν πληθωρική, το τσεμπέρι δεν έσφιγγε τα μαλλιά, τα πλαισίωνε, κατά κάποιο τρόπο. Δεν καταλαβαίνω πώς το στήριζαν το μαντίλι αυτές που το φορούσαν έτσι. Η μπλούζα και το σαλβάρι της είχαν το ίδιο στυλ, άνετα, φαρδιά αλλά όχι πολύ, να μη σφίγγουν, και να μην παχαίνουν. Με πήρε από το χέρι και με πήγε κάμποσε τετράγωνα. Όταν μας άφησε, και πάλι δεν βρίσκαμε τίποτε, μια άλλη γυναίκα με παρέδωσε την εγγονή της να με πάει στην εκκλησία.Kilise nerede, όλο αυτό ρωτούσα. Καθώς προχωρούσαμε με το παιδί, μας φώναξε κάποιος να μας δείξει ελληνικά σπίτια. Μας πήγε σε ένα δρομάκι με παλιά σπιτάκια σαν της Θεσσαλονίκης στην Άνω Πόλη. Τα φωτογραφίσαμε, βγήκε κόσμος έξω, μας ρωτούσαν, μας πήγαν συνοδεία ως την περίφημη εκκλησία.
Το κατώφλι στο σπίτι του παπού
Είναι πολύ ωραία η εκκλησία αυτή, με πρωτότυπο σχέδιο, κι έχει μια ταμπέλα απέξω, αγγλικά και τούρκικα, με όλες τις ιστορικές και αρχιτεκτονικές πληροφορίες. Κοιτάξαμε λίγο από τα παράθυρα, στις κόγχες υπήρχε μια ανάγλυφη φυτική διακόσμηση, πολύ ξεχωριστή. Οι επιγραφές, πληροφορούσε η ταμπέλα, είναι στα τουρκικά με ελληνικούς χαρακτήρες. Καραμανλίδικα.
Στο μεταξύ μαζεύτηκε κόσμος, ένας άντρας άρχισε να λέει ότι καταγόταν από την Ελλάδα, ο παππούς του είχε έρθει από τη Θεσσαλονίκη. Τσάτρα –πάτρα προσπαθούσαμε να πούμε τις ιστορίες μας, στα τουρκικά βέβαια. Και πάνω εκεί εμφανίστηκε ένας γέρος, ένα αδύνατο ανθρωπάκι με τραγιάσκα και ρουφηγμένα μάγουλα, κι άρχισε να μιλάει ελληνικά με έναν παράξενο τρόπο.
-Τι κάνετε εσείς επαέ; Είστε καλά; Εμείς καλά είμαστε επαέ…
Μείναμε να τον κοιτάμε ξερές. Τι ήταν πάλι ετούτο; Είχα ακούσει για ανθρώπους που μιλούσαν ελληνικά στα παράλια, για τουρκοκρητικούς, αλλά εδώ πέρα μέσα δεν φανταζόμουν να το δω κι αυτό.
-Μιλάτε ελληνικά;
Κούνησε το κεφάλι ο γέρος. Η νεαρή μου φίλη, που τόση ώρα δεν καταλάβαινε τίποτε, έπιασε να τον ρωτάει διάφορα, εγώ έπιασα πάλι να κλαίω τώρα που είχα πάρει το κολάι, καθώς με περιτριγύρισαν όλοι και μιλούσαν μαζί και δεν καταλάβαινα πια τίποτε. Σα να έκανα ένα ωραίο λουτρό δακρύων ακουμπισμένη στο κάγκελο της εκκλησίας, ένα ντους για την ακρίβεια, προς τιμήν της γιαγιάς και του παππού που δεν γνώρισα, των κήπων που δεν έπαιξα, του μπαμπά μου που ποτέ δεν κατάφερνε να τελειώσει το σχεδιάγραμμα εκείνου του σπιτιού «που ήταν ανάκτορο» και που δεν θα το έβλεπα ποτέ.
Πάνω εκεί, κι ενώ ήμασταν βουτηγμένες στη συγκίνηση, σταματάει μια Range Rover μπροστά μας, βγαίνουν οι ξαδέρφες μου και μας φωνάζουν. Ήταν με τον Νουρί, τις είχε πάει στο σπίτι του παππού τους, ήθελαν να μου δείξει κι εμένα το οικόπεδο του δικού μου παππού, το σπίτι δεν υπήρχε πια, είχε καεί. Βιαζόταν, έπρεπε να βρει και τους άλλους. Ρούφηξα τα δάκρυα, αποχαιρέτισα με κάμποση ντροπή γι αυτή την πολυτελή αναχώρηση, όλον εκείνο τον κόσμο που είχε μαζευτεί, και ξεκολλημό δεν είχε. Κοντέψαμε να τους κόψουμε τα χέρια με τις πόρτες του αυτοκινήτου, έτσι που με αγκάλιαζαν όλοι μαζί να με παρηγορήσουν, να με αποχαιρετήσουν.
Με πήγε ο Νουρί σε ένα άχτιστο οικόπεδο. Εδώ ήταν το σπίτι του ντοκτόρ Ελεημόν, μου λέει. Του περίφημου, του δημοφιλούς παππού μου. Το κοιτάζω κι εγώ, ένα οικόπεδο με αγριόχορτα, μεσαίου μεγέθους. Μια δεντρομολόχα διπλωμένη στα δυο ήταν η πιο ζωηρή παρουσία με τα μωβ λουλούδια της. Δεν θα είχε και πολύ μεγάλο σπίτι ο ντοκτόρ Ελεημόν. Μπαμπά, τι μας έλεγες, ότι ήταν ανάκτορο το σπίτι σου;
-Ευχαριστώ πολύ, λέω.
Πιάνουν οι ξαδέρφες μου να λένε για του δικού τους παππού το σπίτι, ότι δεν τους είχαν ανοίξει, ήταν κάποιος άρρωστος μέσα, πήγαν τριγύρω και είδαν ένα παιδί να τους κοιτάζει από το παράθυρο με παράξενο βλέμμα.
Πολύ μυστήριο. Συμφωνήσαμε να μου το δείξουν το επόμενο πρωί. Τώρα ο Νουρί πρέπει να φύγει, κι εμείς πάμε βόλτα στην πόλη, όπου ακούγεται ο Χότζας να αναγγέλλει το τέλος της νηστείας του Ραμαζανιού, διότι ο ήλιος έδυσε. Βαράνε τύμπανα από τη χαρά τους, και κανονιές. Μπορούν επιτέλους να φάνε και να πιουν, διότι εδώ είναι επαρχία συντηρητική και το κρατάνε το Ραμαζάνι, δεν αστειεύονται.
Κοντά στο ξενοδοχείο έχει μια πλατεία κι έχουν στήσει παράγκες με πλανόδιους πωλητές και εξέδρα για μουσική. Πουλάνε κοκορέτσι, ψιλοκομμένο αντεράκι. ντολμαδάκια, πίτες, μαλλί της γριάς, λουκούμια, διάφορα. Δεν μπορούμε να φάμε ξανά, φάγαμε πριν λίγο μια εξαιρετική πίτα με ταχίνι πολύ λιγωτική. Καθόμαστε να πούμε μια μπύρα.
Μπύρα; Πού νομίζετε ότι βρίσκεστε; Δεν έχει μπύρες εδώ. Δεν σερβίρουν αλκοόλ, ποιος ξέρει αν πουλάνε και στα μαγαζιά. Καλά, δεν πειράζει, παίρνω αϊράν, αλλά δεν αρέσει σε καμία άλλη και φεύγουμε μάλλον δυσαρεστημένες. Κρίμα, το αϊράν είναι καλό, πότε θα δοκιμάσουν;
Είναι όλες κουρασμένες, πάνε για ύπνο. Εγώ θέλω λίγο ακόμα βόλτα. Στρίβω πίσω από το ξενοδοχείο να ξαναπάω στο πανηγύρι, βλέπω ένα παλιό σπίτι πολύ ωραίο, ανακαινισμένο μάλιστα, πάω προς τα κει. Πλησιάζοντας βλέπω κι άλλα, ένα δρόμο ολόκληρο με παλιά ωραία σπίτια, ανακαινισμένα, όχι κραυγαλέα σαν τούρτες, πιο σεμνά. Νάτη η παλιά πόλη. Μερικά έχουν έρκερ, άλλα ένα μεγάλο κούφωμα στην είσοδο. Μια ολόκληρη γειτονιά πανέμορφη κρύβεται πίσω από τις απρόσωπες πολυκατοικίες. Ανακαλύπτω γωνιές και δρόμους παλιούς, αλλά φροντισμένους. Σε ένα σπίτι γράφει «γραφείο τουρισμού». Εδώ λοιπόν θα έρθω αύριο να βρω χάρτη.
Την άλλη μέρα  φέρνω και τις άλλες να δουν την παλιά γειτονιά. Το τουριστικό γραφείο είναι ανοιχτό, μας δίνουν χάρτες κι έναν τουριστικό οδηγό στα αγγλικά, επιτέλους. Μας στέλνουν απέναντι να δούμε ένα παλιό σπίτι που ανήκει στο Πανεπιστήμιο και μπορείς να το επισκέπτεσαι. Χτυπάμε, μας ανοίγει ένα γαλονάτος, μπαίνουμε σε όλα τα δωμάτια και βγάζουμε φωτογραφίες. Έχει και μια έκθεση, αλλά μας ενδιαφέρει πρωτίστως το ίδιο το σπίτι. Έτσι θα ήταν αυτό που χρειάστηκε να αφήσει η γιαγιά;
Εν συνεχεία πάμε στο μουσείο με τα πόδια, περνώντας από συμπαθητικές μεσαίας τάξης γειτονιές. Έχει δεντροστοιχίες στους δρόμους, πλατιά πεζοδρόμια, είναι ευχάριστη πόλη, χαμηλών τόνων. Στο μουσείο υπάρχουν  όλων των εποχών ευρήματα, από ελληνιστικά ανάγλυφα μέχρι τσαντίρια γιουρούκων, περνώντας από ρωμαϊκές σαρκοφάγους και βυζαντινές εικόνες. Τα τσαντίρια των γιουρούκων είναι τα ωραιότερα. Δυστυχώς δεν έχουν μαγαζάκι με αντίγραφα, ούτε καν κατάλογο ή φυλλάδιο για το μουσείο.

                                                    Το σπίτι του παππού
Σπίτι παλιό στην Ισπάρτα (ή στα Σπάρτα)
Επιστρέφουμε με ταξί και ξεκινάμε την επιχείρηση ‘εύρεση σπιτιού παππού Χρηστίδη’ Δεν είναι και τόσο απλό. Ο Νουρί τις είχε πάει με αυτοκίνητο χτες τις ξαδέρφες μου, τώρα δεν το βρίσκουν. Γυρίζουμε περπατώντας γύρω- γύρω στα στενά, δεν ξέρουμε τι να ρωτήσουμε. Τελικά κάποια στιγμή φωνάζουν, νάτο!
Και είναι όντως αυτό, χωμένο σε ένα αδιέξοδο, με μια μεγάλη κερασιά δίπλα στην πόρτα. Και το δικό μας (μας;) είχε κερασιά. Ο μπαμπάς μου διηγόταν ότι όταν το είχαν επιτάξει, στον πόλεμο, είχε πάει να κόψει ένα κεράσι και τον είχε διώξει ένας φαντάρος από κει, από τον ίδιο του τον κήπο. Πόσο πόνο είχα νιώσει για κείνο το κεράσι του παιδιού-μπαμπά μου που δεν πρόλαβε να κοπεί..
Κερασιά λοιπόν κι εδώ. Μπαίνουμε στις μύτες. Παραμέσα μια φουντωμένη μουσμουλιά κρύβει την πρόσοψη. Έχει λίγα σκαλιά στην είσοδο, και πλαϊνό κήπο. Εκεί υπάρχει κάτι σαν πέτρινη δεξαμενή στο χώμα, τη φωτογραφίζω, κοιτάζω τα παράθυρα, τίποτα δεν φαίνεται, πάμε,  λέω ψιθυριστά.  Εκείνη τη στιγμή ανοίγει η πόρτα του σπιτιού κι απομακρυνόμαστε εξ ενστίκτου. Ωστόσο πρέπει να δικαιολογηθούμε. Βγαίνει έξω μια νεαρή γυναίκα, χαμογελάει, λέει: μπούγιουρουν. Μήπως δεν άκουσα καλά; Όχι, μπούγιουρουν είπε. Την κοιτάζω ερωτηματικά, δείχνει την ανοιχτή πόρτα, να περάσουμε μέσα. Μόνο να βγάλουμε τα παπούτσια μας.
-Άντε κορίτσια, πάμε, μας καλεί στο σπίτι η γυναίκα!
Είναι μια νεαρή και νόστιμη γυναίκα, μελαχρινή με άσπρο δέρμα και κάπως λοξά μάτια που μας χαμογελούν. Ανεβαίνουμε τα σκαλιά, αφήνουμε στο χωλάκι τα παπούτσια, μπαίνουμε με λαχτάρα μέσα. Λες και περιμένουμε ότι θα βγει να μας υποδεχτεί η Αφρώ η μάνα τους, με τη μορφή μικρού κοριτσιού, θα τρέξει με τις κοτσίδες να πετάνε.
 Έχει ένα μεγάλο διάδρομο, δωμάτιο μάλλον, με πόρτες άλλων δωματίων που ανοίγουν γύρω –γύρω. Μας τα δείχνει. Από δω η κουζίνα, από κει τα παιδικό, από δω το σαλόνι. Ελάτε, μπείτε μέσα. Μπούγιουρουν. Και οτουρούν! Καθίστε καλέ! Καθίστε, ναι, καθίστε. Θέλετε νερό; Καφέ; Τι θα πάρετε;
Οι ξαδέρφες μου δεν θέλουν τίποτε, φοβούνται να πιουν νερό της βρύσης. Εγώ θα πάρω νερό. Δεν φοβάμαι. Θα πιω και καφέ. Σεκερλή τον πίνω. Δεν κάνει να προσβάλουμε αυτούς τους καλούς ανθρώπους. Και δεν πιστεύω ότι μπορεί να πάθουμε κάτι κακό από το νερό και τον καφέ που οι ίδιοι πίνουν. Δεν βρισκόμαστε σε καμιά σκηνή Γιουρούκων, στο κάτω- κάτω.
Κάνω και το διερμηνέα, όσο μπορώ τουλάχιστον. Ο άντρας της, ένα σβησμένος, αδύνατος τριανταπεντάρης, μιλάει αρκετά αργά.
Καθόμαστε στους καναπέδες. Κάτι φτηνοί, τεράστιοι καναπέδες, από αυτούς που πετιούνται στα πεζοδρόμια της Κυψέλης αφότου υπάρχει το ΙΚΕΑ. Στα χρόνια των παππούδων μας δεν θα είχε καναπέ, είχαν χαλιά και χαμηλά σκαμνάκια, στρωσίδια, σοφράδες. Κάθονταν σταυροπόδι, έχω δει φωτογραφίες. Τώρα όλα άλλαξαν, όλοι ζούμε ευρωπαϊκά, κατά κάποιον τρόπο. Το σπίτι είναι φροντισμένο, όχι καμιά φοβερή ανακαίνιση, αλλά εντάξει. Είναι φωτεινό, τα παράθυρα βλέπουν στον κήπο. Είναι πολύ ευχάριστο, αλλά, βρε μπαμπά μου και γιαγιά μου, ΔΕΝ είναι ανάκτορο! Είναι ένα άνετο σπίτι, χτισμένο με τη ντόπια πέτρα, μονόροφο με υπόγειο, ένα αστικό σπίτι, αλλά αρχοντικό δεν είναι, πώς να το κάνουμε; Και μιλάμε για το σπίτι ενός από τους πρώτους προύχοντες των χριστιανών εκεί, πρώτο όνομα. Δεν μας απογοητεύει ακριβώς, αλλά όσο να ‘ναι, μας προσγειώνει.
Καλύτερα έτσι. Να ηρεμήσουμε λίγο κι εμείς, και οι άλλοι.
Οι ξαδέρφες μου θέλουν να μάθουν για το υπόγειο, αν υπάρχει, αν βρήκανε τίποτε μέσα, αν έχουν σουβενίρ, αν είχε έπιπλα. Όχι, δεν βρήκαν τίποτε, δεν είχε έπιπλα, εξάλλου δεν ήταν αυτοί που κατοίκησαν πρώτοι. Ο πατέρας του άντρα έμενε εκεί κι εκείνος ακολούθησε κάποιον άλλον. Θέλουν να το φτιάξουν αλλά δεν έχουν λεφτά, ο άντρας είναι άρρωστος, δεν έχει δουλειά. Κουνάμε τα κεφάλια. Μας δείχνουν τις φωτογραφίες των θυγατέρων τους, δυο δροσερά κοριτσάκια. Πού είναι το παράξενο πλάσμα που είδαν χτες στο παράθυρο; Θα παραμείνει μυστήριο.
Παλιό σπίτι στην Ισπάρτα
Τηλεφωνάνε σε κάποιον θείο. Έρχεται κι αρχίζει την πάρλα, δεν τον καταλαβαίνω. Κάποια στιγμή προτείνει να αγοράσουμε ένα σπίτι! Όχι ευχαριστούμε, τόση τρέλα δεν την έχουμε.
Ανταλλάσσουμε μέιλ και διευθύνσεις, χαιρετάμε, φεύγουμε.
-Θα σας περιμένουμε πάντα, λέει η γυναίκα. Φόρεσε ένα μαντιλάκι που το έδεσε πίσω μόλις εμφανίστηκε η θείος. Πάντα. Όποτε θέλετε να έρθετε.
Τη φιλάμε και την αγκαλιάζουμε. Μας πηγαίνει ως τη γωνία, να βρούμε το μαγαζί με τα καρπούζια που έχουμε ραντεβού με το πούλμαν,  να πάμε στο Εγιρδίρ.
Ανηφορίζουμε στο Σιτιρέ, στο βουνό του Ταύρου, το μέρος που πηγαίνανε εκδρομή οι δικοί μας πριν 90 χρόνια. Και τότε αναψυχή ζητούσαν οι άνθρωποι. Η πόλη φαίνεται όμορφη από ψηλά, τώρα που τη γνωρίσαμε τη συμπαθήσαμε. Δεν είναι απρόσωπη, δεν είναι απολύτως καινούργια. Έχει τις παλιές της γειτονιές, συντηρεί τις μνήμες της, συντηρεί ακόμα και τις δικές μας μνήμες. Δεν είναι μικρό πράγμα, να βρίσκεις το σπίτι του παππού σου. Σε πόσες ελληνικές πόλεις μπορεί να σου συμβεί αυτό; Και φροντίζει τη φύση της, τους δημόσιους χώρους που διαθέτει.
Τρώμε σε ένα εστιατόριο με θέα τις σκεπές της Ισπάρτας, βιαστικά ως συνήθως, ύστερα φεύγουμε για Εγιρδίρ. Λίμνη και ομώνυμη πόλη.

Και τις εκδρομές στο Εγιρδίρ τις είχα ακούσει. Είναι πανέμορφη η λίμνη αυτή, τα γαλήνια νερά και το πράσινο γύρω της, αλλά περνάμε και διάφορα στρατόπεδα. Η περιοχή έβγαλε πολύ γενναίους αγωνιστές στον πόλεμο της ανεξαρτησίας, εναντίον των Ελλήνων δηλαδή. Γιατί να μην καταλάβουν ότι απλώς οι έλληνες τηρούσαν την τάξη;
Πάμε στο νησί που το έλεγαν Νις κι είχε μόνο ελληνικό πληθυσμό. Το γκρουπ κατευθύνεται να βρει κλειδί της εκκλησίας, εμείς τρώμε απλώς ένα παγωτό δίπλα στο νερό. Είναι λίγο θολό όταν το κοιτάς από κοντά. Θα ήθελα λίγο να βουτήξω, ή έστω να φάω ένα ψάρι, αλλά περιορίζομαι σε ένα ντοντουρμά ξυλάκι Algida. Η ζωή μας είναι γεμάτη συμβιβασμούς.
Ύστερα πάμε στην πόλη Εγιρδίρ, όπου μένουμε δυο ώρες, αν και μερικοί παραξενεύονται. Τι θα κάνουμε εδώ δυο ώρες, αναρωτιούνται. Συνήθισαν να μένουν παντού μόνο είκοσι λεπτά.
Η δική μας παρέα, είμαστε τύποι που πάντα βρίσκουμε τι να κάνουμε.  Μπαίνουμε στο μπεζεστένι που έχει κοινή αυλή με το τζαμί και ο μιναρές του τζαμιού υψώνεται πάνω από την κοινή πύλη –μοναδική αρχιτεκτονική περίπτωση, λέει η Νεβζαντέ- ύστερα αγοράζουμε μια πίτα με ταχίνι και ανεβαίνουμε στο κάστρο. Στο δρόμο ανακαλύπτουμε ένα παλιό σπιτάκι που το έχουν συντηρήσει για μουσείο και, μπούγιουρουν, η είσοδος είναι ελεύθερη. Είναι όλο επενδυμένο με ξύλο και στο σαλονάκι που έχει τζαμαρία κάθονται κάτι νεαροί με τις κιθάρες τους. Ένα παιδί και πολλά κορίτσια, που θα έλεγε κι ο Σαλονικιός από τα Σπάρτα.
-Θα τραγουδήσετε, τους ρωτάω, από τη χαρά μου που θυμήθηκα πώς λέγεται κι αυτή η φράση.
Κοιτάζονται και γελάνε ντροπαλά. Ξανακοιτάζονται και το αποφασίζουν. Παίζει την κιθάρα το παιδί και τραγουδάνε τα κορίτσια, κι είναι τόσο ωραία να ακούς για λίγο αυτές τις νεανικές φωνές.
Τους χειροκροτάμε όταν τελειώνουν.
-Πείτε άλλο ένα, λέω, αλλά δεν πείθονται.
Εγιρδίρ
Τους αποχαιρετάμε και η κοπέλα που μας υποδέχτηκε ανοίγει τώρα ένα πορτάκι στο φράχτη και μας δείχνει ένα δρομάκι που πάει απευθείας στο κάστρο. Είναι πολύ κοντά, και δεν έχει παρά έναν τοίχο κι αυτό, μισογκρεμισμένο. Στεκόμαστε και κοιτάζουμε τη θέα, τη λίμνη που έχει ένα διάφανο γαλάζιο χρώμα, κάπως αλλιώτικο από τη θάλασσα, και που δεν θα γευτώ το νερό της, ούτε τα ψάρια της, τις όχθες όπου κάποτε ο μπαμπάς μου ως αγόρι θα έτρεξε, θα βράχηκε, θα χτύπησε, θα κουράστηκε.
Στο γυρισμό περάσαμε από παραλίμνιους κήπους, κόβοντας στο δρόμο λίγα σύκα. Έχει σύκα παντού. Τα λένε ιντζίρ.
Γυρίσαμε στην Ισπάρτα. Το απόγευμα ήταν ελεύθερο, περιπλανηθήκαμε στην πόλη. Πήγαμε πρώτα στο τζαμί του Σινάν, μπήκαμε μια- μια φορώντας ένα μπουφάν με κουκούλα. Όμορφο ήταν, απλό και επιβλητικό. Το τζαμί, όχι το μπουφάν.
Έπρεπε τώρα να αγοράσουμε κάτι σε τριαντάφυλλο, το προϊόν της περιοχής. Πάντα μιλούσε για τριαντάφυλλα ο πατέρας μου, αλλά τριανταφυλλώνες δεν είδαμε. Είναι έξω από την πόλη. Να τους είχε δει ποτέ στ’ αλήθεια, ή μιλούσε θεωρητικά, δεν θα το μάθω πλέον. Πάντως έχει μαγαζιά που πουλάνε ότι τριανταφυλλένιο βάλει ο νους του ανθρώπου, από σαπούνι μέχρι ροδόνερο, κομπολόγια και κρέμες. Μπήκαμε σε ένα, κι όπως κάθε φορά που μπαίναμε σε μαγαζί δώσαμε ραπόρτο της επιχείρησης ‘επιστροφή στις ρίζες’, επειδή παντού μας ρωτούσαν. Μας κέρασαν κουλουράκια και νερό, ψωνίσαμε διάφορα, καλλιεργώντας την αυταπάτη ότι μπορείς κάτι να πάρεις από τα μέρη που επισκέπτεσαι, για να τα κρατήσεις κοντά σου.
Βγαίνοντας έξω είδαμε δίπλα ένα άλλο μαγαζί μα τριανταφυλλοπράγματα, κυριλέ αυτό και ακριβούτσικο, ευρωπαϊκού τύπου. Οι πωλήτριες δεν φορούσαν μαντίλες, είχαν ύφος αυστηρό, δεν χαμογελούσαν. Φαίνονταν ανυπόμονες χωρίς λόγο,  δεν υπήρχε ψυχή μέσα, και ήταν εντελώς τυπικές, αλαζονικές σα να ήσουν σε μπουτίκ κολωνακιώτικη. Καμία σχέση με τις ζεστές, χαμογελαστές κι ανοιχτόκαρδες μαντιλοφορούσες. Οι τιμές ήταν τσιμπημένες, οι συσκευασίες πιο ευρωπαϊκές. Μπορεί αυτή η ψυχρή αυστηρότητα να είναι το μέλλον του τουρκικού εξευρωπαϊσμού. Ίσα που προλάβαμε δηλαδή να χαρούμε λίγο τον αυθορμητισμό και την παραδοσιακή ευγένεια.
Φάγαμε κάτι στα όρθια δίπλα στο τζαμί. ‘Ρε σεις, είμαστε γαϊδούρες, οι άνθρωποι νηστεύουν κι εμείς τρώμε δημοσίως’ σκεφτόμαστε ξαφνικά.  Αλλά δεν μας κοίταζε κανείς επιτιμητικά, οπότε συνεχίσαμε να τρώμε με κέφι και αρκετό θόρυβο.
Παντοδύναμος ο τουρισμός, και τον Αλλάχ έχει νικήσει…
Σουρούπωνε και πρότεινα να επισκεφτούμε ένα μαγαζί με χαλιά που είχα δει βολτάροντας. Φτάσαμε ως το Γκιοκτσάι χωρίς να το βρούμε. Είδαμε όμως το φεγγάρι που έβγαινε. Πανσέληνος. Τα κανόνια σήμαναν το τέλος της νηστείας, κι επιπλέον άρχισαν να βαράνε τύμπανα. Άναψαν τα φώτα της γιορτής, άρχισε το πανηγύρι. Πόσο επαρχία ήταν η καημένη η Ισπάρτα. Ο πατέρας μου, υπήρχε περίπτωση να είχε μείνει εδώ; Θα είχε φύγει κάποια στιγμή ούτως ή άλλως; Πού θα τον έβγαζαν τα βήματά του άραγε, αν δεν γινόταν πρόσφυγας στα δέκα του χρόνια;
 Καθίσαμε λίγο κοντά στο χείμαρρο κι ύστερα γυρίσαμε από το δρόμο που έβγαζε στο ξενοδοχείο. Βρήκα το μαγαζί με τα χαλιά εκεί που πια δεν το περίμενα.
Δεν ήθελα στ’ αλήθεια να αγοράσω χαλί.  Στο σπίτι μας έχουμε υπερβολικό αριθμό χαλιών, λόγω καταγωγής, αγορασμένα από σπαρταλήδες που άνοιξαν στην Αθήνα υφαντουργεία. Αλλά βρήκα ένα κομμάτι με λεπτή ύφανση που γίνεται μαξιλάρι και αγόρασα για 20 ευρώ. Φυσικά δώσαμε γνωριμία και είπαμε τα γνωστά.
 Οι ξαδέρφες μου γύρισαν στο ξενοδοχείο,  οι δυο ακούραστες πήγαμε πάλι βόλτα. Μας είχε μιλήσει ελληνικά ένας τσαγκάρης στο τζαμί απέξω, είχε προτείνει να κεράσει τσάι. Πήγαμε στο μαγαζάκι του, αν και σκεφτήκαμε ότι θα είχε φύγει. Το μαγαζί ήταν κλειστό, αλλά εκείνος καθισμένος σε ένα σκαμνί έπινε τσάι με ένα φίλο του στον πεζόδρομο και μας περίμενε.
Μόλις μας είδε παράγγειλε κι άλλα τσάγια. «Ξέρω όλα τα ρωμέικα εγώ», είπε, κι άρχισε να μιλάει κανονικά, να λέει σωστές φράσεις, χωρίς λάθη στα ρήματα. Όσο κι αν έχω ακούσει τέτοιες ιστορίες δεν πίστευα στ’ αυτιά μου, ήταν τόσο παράξενο.
Μας είπε ότι είναι παπουτσής, αλλά δεν έχει πια δουλειά, γιατί ‘δεν κάνουν πια παπούτσια’ Κι ότι ήξερε να φτιάχνει παπούτσια από την αρχή ως το τέλος, μπορούσε να φτιάξει ένα ολόκληρο ζευγάρι μόνος του. Ίσως δεν ήμασταν σε θέση να εκτιμήσουμε τι σήμαινε να κατέχεις τέτοια τέχνη, γι αυτό το είπε, το ξανάπε, μέχρι που αναγκάστηκα να το σκεφτώ. Πραγματικά, το παπούτσι δεν είναι εύκολη υπόθεση, από την αρχή ως το τέλος μάλιστα. Μέτρημα, κόψιμο, ράψιμο, ταλέντο ακρίβεια. Κι είχαμε μπροστά μας σίγουρα έναν άνθρωπο ταλαντούχο, για σκέψου να μιλάει ελληνικά σε μια πόλη που δεν του χρησιμεύουν σε τίποτα…
Ήταν ένας όμορφος άντρας, πενήντα χρονών μας είπε, αλλά φαινόταν μεγαλύτερος. Ήταν πολύ χλωμός, κι είχε επάνω του κάτι παλιοκαιρίσιο, ήταν τα ρούχα εργατικά, ήταν τα ελληνικά του παράξενα, ελληνικά σταματημένα στο 1922.  Έλεγε ας πούμε ‘μένω αλάργα, στο ποτάμι’ ή, ‘έχω δυο παιδιά κι ένα κορίτσι’ τέτοια. Κι αυτός από τη Θεσσαλονίκη, η γιαγιά του δηλαδή. Κουνούσε το κεφάλι και ίδρωνε, είχε τόσο σοβαρέψει κι ήταν σα να είχε ζήσει ο ίδιος την ανταλλαγή πληθυσμών το 22. Μας κέρασε ένα σωρό τσάγια, δεν αντέχαμε άλλο. Όταν σηκωθήκαμε να φύγουμε μας κράτησε αγκαλιά σφιχτά και δεν μας άφηνε. Σταθήκαμε κάμποση ώρα αγκαλιασμένοι, εκείνος  ο ντόπιος από τη μακρινή Θεσσαλονίκη, εγώ η ξένη από εκεί, ανακατεύτηκαν τα δάκρυά μας, τα λίγα μου τούρκικα και τα λίγα ελληνικά του, πιάσαμε μια ρίζα επί τόπου, εφηύραμε μια τελετή κάθαρσης και ανταρσίας, ανταρσίας στις επίσημες ιδεολογίες, τις πολιτικές, τις ανταλλαγές, τις ασκήσει επί χάρτου, τις μεγάλες ιδέες, τον κράτησα για όλα του τα γειτονόπουλα της Σαλονίκης, με κράτησε για όλες μου τις φιλενάδες στην Ισπάρτα, κι ύστερα έχε γεια. Αυτό ήταν.
Έκλαψα κάμποσο ακόμα στο δρόμο για το ξενοδοχείο. Μεγάλη εφεύρεση το κλάμα τελικά. Υποτιμημένη διαδικασία, που δεν έχει αναλυθεί επαρκώς, ίσως επειδή οι άντρες δεν κλαίνε. Ευτυχώς που κλαίνε οι γυναίκες. Έκλαψα πολύ για την τέχνη των παπουτσιών που χάνεται. Για τα ελληνικά που επέμενε να  μάθει τον τσαγκάρη η γιαγιά του, πριν γίνει τσαγκάρης. Για τη δική μου γιαγιά, τον καημό που δεν ξεπερνούσε με τίποτε, τα μεγαλεία που μου είχε διηγηθεί σαν παραμύθι, τα παραμύθια που δεν ήθελε να μου πει.
 Πήγαμε στο πάρκο Ατατούρκ να τσιμπήσουμε κάτι. Πώς αλλιώς θα το λέγανε το πάρκο… Μας πέτυχαν εκεί η Νεβζαντέ παρέα με τη νεαρή του τουριστικού γραφείου της πόλης που είχαμε συναντήσει το πρωί, κι ένα νεαρό που ήταν κι αυτός απόγονος ανταλλαχθέντων και θέλει να κάνει μια έρευνα. Με ρώτησε αν ξέρω κάποιον που να κράτησε στην Ελλάδα αρχείο για τους Τούρκους που έφυγαν από κει το ’23, όπως έκανε ο Νουρί εδώ. Του υποσχέθηκα να ψάξω, αλλά δεν είμαι  αισιόδοξη.

                                    Πόλη του Αττάλου και πύλη του Αδριανού
Η πύλη του Αδριανού στην πόλη του Αττάλου
Φύγαμε νωρίς το επόμενο πρωί για Αττάλεια. Κάναμε το δρόμο που έκαναν οι δικοί μας φεύγοντας από την Ισπάρτα με τα πόδια. Εκείνοι περπάτησαν οκτώ μέρες, εμείς ταξιδέψαμε δυο ώρες με διάλειμμα για πίττες δίπλα σε μια λίμνη με διβάρια.
Στην Αττάλεια είχε 42ο Κελσίου. Το ξενοδοχείο ήταν έξω από την παλιά πόλη, ίσως και κάπως έξω από την καινούργια, η οποία απλώνεται με πανταχόθεν ελεύθερες πολυκατοικίες μανιωδώς προς κάθε κατεύθυνση. Αν και χλιδάτο είχε μόνο δυο ασανσέρ και πάλι κάναμε μισή ώρα να ανεβούμε. Βουτήξαμε αμέσως στην πισίνα, κι ύστερα μαζευτήκαμε πάλι στο πούλμαν για να πάμε στην παλιά πόλη, αλλά πρώτα θα πηγαίναμε σε κάτι καταρράχτες κι ύστερα ο οδηγός μας χάθηκε. Δεν μπόρεσε να στρίψει στο σωστό σημείο, δεν είχε ταμπέλα, και το αποτέλεσμα ήταν να μείνουμε δυο ώρες μέσα στο πούλμαν και να γυρίζουμε γύρω- γύρω. Μπουχτίσαμε να βλέπουμε νεόκτιστα πανταχόθεν ελεύθερα μπλοκ διαμερισμάτων, ζωσμένα ακόμα με τα οικοδομικά υλικά..
Οι άλλοι γύρισαν στο ξενοδοχείο κατευθείαν, αλλά τον «απογευματινό του ήλιο» κι εμένα μας άφησε ο οδηγός μπροστά στην πύλη του Αδριανού που οδηγεί στην παλιά πόλη. Έκανε ζέστη, αλλά ήταν νύχτα πια και αντεχόταν. Περπατήσαμε στα σοκάκια ανάμεσα σε ανοιχτές πόρτες σπιτιών και παλιές ισόγειες αποθήκες που είχαν γίνει μαγαζιά. Πουλούσαν κεντήματα, χαλιά, κιλίμια, κοσμήματα, ρούχα, μπαχαρικά. Παζάρεψα ένα ωραίο παλιό κέντημα που δεν ήξερα τι θα μπορούσα να το κάνω, αλλά με είχε πιάσει μανία να το αποκτήσω. Όπου μπαίναμε μας υποδέχονταν με ενθουσιασμό, ως komsu, γείτονες. ‘Εδώ ήταν ελληνικό σπίτι’, μας είπαν καναδυο. Σε κάποιο απ’ αυτά θα είχε μείνει η οικογένεια του πατέρα μου, περιμένοντας το πλοίο που θα τους πήγαινε στην Ελλάδα.
Ύστερα καθίσαμε σε ένα ταβερνάκι για φαΐ και χαζεύαμε το γκαρσόνι, έναν πανέμορφο νεαρό, σαν τον Τέρενς Σταμπ στα νιάτα του.
Δεν είχε τουρίστες, αυτά τα εκατομμύρια που υποτίθεται ότι επισκέπτονται την Αττάλεια κάθε χρόνο είχαν καθίσει φαίνεται όλοι στα ξενοδοχεία τους, να μη χάσουν το δείπνο, να μην εκτίθενται σε κινδύνους.
Κατεβήκαμε προς το μικρό κλειστό λιμάνι, που ήταν γεμάτο παλαιού τύπου καραβάκια αναψυχής τα οποία διαφήμιζαν κρουαζιέρες στις ακτές. Όπου στεκόμασταν κι όπου καθόμασταν η νεαρά μας είχε καμιά δεκαριά προτάσεις γάμου. Μέχρι κι ένας γερμανός μας έπιασε κουβέντα. Μας είπε ότι είχε κολυμπήσει στην παρακείμενη πλαζ. Πήγαμε να δούμε την πλαζ,  ήταν ένα κομματάκι αμμουδιά που το σκέπαζαν τελείως καμιά εικοσαριά ξαπλώστρες, έπρεπε να πλατσουρίσεις στη θάλασσα για να τις φτάσεις.
Κατόπιν αυτού διαφημίσαμε αυθορμήτως στο γερμανό τουρίστα τις ελληνικές παραλίες.
Το ταξί ήταν φτηνό και μας πήγε σε τρία λεπτά στο ξενοδοχείο.
Την άλλη μέρα το πρόγραμμα είχε Αλάνια και καταρράχτες, αλλά εγώ δεν ξανάμπαινα σε πούλμαν. Την πέρασα σα γερμανός τουρίστας, ξάπλα, πισίνα, μάσα, θάλασσα, ύπνο, καφέ. Δεν ήταν καθόλου άσχημα. Κατεβήκαμε σε μια εξέδρα που είχαν φτιάξει πάνω από τη θάλασσα. Φαινόταν ακύμαντη από ψηλά. Από την εξέδρα κατέβαινες ως το νερό με ανεμόσκαλα. Στην Ελλάδα δεν ξέρουμε τι θησαυρός είναι οι παραλίες. Παιδευτήκαμε, αλλά το αίσθημα του θαλασσινού νερού που μας τύλιξε ως Μεσόγειος πλέον,  μας αντάμειψε δεόντως.
Το απόγευμα ξεκινήσαμε πάλι για την πόλη. Συναντήσαμε το γκρουπ καθώς επέστρεφε, τους είχαν πάει για μισή ώρα στην πόλη μετά τη Σίδη και την Αλάνια, αλλά έτρεχαν να προλάβουν το φαγητό στο ξενοδοχείο, το οποίο εμείς για άλλη μια φορά είχαμε ηρωικά απαρνηθεί. Αντί γι αυτό, ήπιαμε τσάγια που μας κερνούσαν στα μαγαζιά, κι αφού αναζήτησα με τη γνωστή μου τουριστική συνέπεια όλα τα μνημεία ένα- ένα, αλλά ο αυλακωτός μιναρές μας προέκυψε ντυμένος με σκαλωσιές για ανακαίνιση, ανακαλύψαμε ένα ταβερνάκι σε μια μικρή ήσυχη πλατεία,  και καθίσαμε. Μας έβαλαν ελληνικά τραγούδια επειδή κατάλαβαν ότι είμαστε ελληνίδες. Τα έβρισκαν στο You tube. Βρήκαμε κι εμείς το τραγούδι της Ρεμπούτσικα από την Πολίτικη Κουζίνα και η ταβερνιάρισσα ενθουσιάστηκε.
Βγήκε το φεγγάρι μεγάλο, κι είδαμε επιτέλους λίγους ακόμα τουρίστες να κυκλοφορούν: οικογένειες γάλλων που έμεναν σε πανσιόν της παλιάς πόλης. Πιο κουλτουριάρηδες οι γάλλοι πάντα, αναζητούν το κατιτίς στα ταξίδια τους. Όμως δεν κάθισαν στα τραπεζάκια της ωραίας και πάμφθηνης ταβερνίτσας μας, αν και πολλοί τα κοίταξαν και το σκέφτηκαν. Μόνο εμείς, με τους Τούρκους.
Στο γυρισμό συναντήσαμε μια γυναίκα του γκρουπ που κουβαλούσε ήδη τη βαλίτσα της κάτω.
-Το εγερτήριο είναι στις 3 το πρωί, μας ανήγγειλε.
-Μα γιατί, αφού θα ξεκινήσουμε στις 5 για το αεροδρόμιο;
- Θα πάρουμε πρωινό στις 4. Το κανονίσαμε!
Στο θέμα του φαγητού ήταν ακαταμάχητοι οι Σπαρταλήδες. Τα καημένα τα γκαρσόνια θα έπρεπε να ξενυχτίσουν για να ικανοποιήσουν την ακατασίγαστη όρεξη μας.
Καλό θα μας έκανε να στερηθούμε το πρωινό μια φορά. Ήταν όμως ωραία στις 4 το πρωί δίπλα στην πισίνα. Η νύχτα ήταν ζεστή, αλλά η ζέστη εκείνη την ώρα δεν ήταν αφόρητη,  το φεγγάρι φώτιζε περίλαμπρο. Ευτυχώς δεν είχαν ανάψει φώτα. Αποχαιρετήσαμε την Αττάλεια εκείνη τη ρομαντική στιγμή, τριγυρίζοντας με  καφέδες σαν απαιτητικά φαντάσματα ανάμεσα στις σκιές των τραπεζιών.
Κοιμόμουνα συνέχεια, στο πούλμαν, στα αεροδρόμια, στα αεροπλάνα,  έτσι δεν θυμήθηκα να φοβηθώ με τις δυο πτήσεις. Από Αττάλεια Σμύρνη, κι από Σμύρνη Αθήνα, φτάσαμε μεσημέρι πια. Με παρέλαβαν τα παιδιά μου στο αεροδρόμιο. Πολύ στοργικό εκ μέρους τους, σα να επέστρεφα από κάποιο είδος θεραπείας, πήγαμε σπίτι όλοι μαζί. Κι ήταν κάπως έτσι, εδώ που τα λέμε.
Τους μίλησα για την ευγένεια των ανθρώπων, για τις πίτες με ταχίνι, για τα μικρά ελληνικά σπιτάκια στα Σπάρτα που ο παππούς τους τα περιέγραφε ως ανάκτορα, για τις γλυκές γυναίκες με τα μαντίλια, για τα βατόμουρα και το κοκορέτσι στο δρόμο, για τις αναδασώσεις και για ένα σωρό άλλα που έλπιζα να χτίσουν μια σχέση με τη γείτονα, για τη λέξη komsu. Nα τους αφήσω κάτι κι εγώ από τους παλιούς καημούς που είχαν γίνει νέες ανακαλύψεις. Αραιωμένο συναίσθημα και πυκνότερες δυνατότητες επαφών, ελπίζω.

Ισπάρτα, ο χείμμαρος Γκιοκτσάι στρωμένος με βότσαλο










Αττάλεια, οι καταρράκτες
Δημοσίευση σχολίου

Μέγα κόστος

Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχει στον κόσμο αυτό έστω κι ένας άνθρωπος που αποφασίζει μια ωραία πρωία ...