Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Πολυεθνικό πικ νικ

Είχαμε κανονίσει να κάνουμε ένα πικ νικ στο πεδίο του Άρεως γι αυτή την Κυριακή, πριν πιάσουν οι ζέστες το είχαμε αποφασίσει, με όσους μαθητές ήθελαν απο το Ανοιχτό Σχολείο της Αγοράς της Κυψέλης. Τύπωσα τα λόγια κάμποσων τραγουδιών, κι είπα στους μαθητές ότι θα λέγαμε όλοι από ένα τραγούδι τουλάχιστον, χωρίς να το πολυπιστεύω. Ωστόσο ο Σεντάτ το πήρε σοβαρά, κι έφερε μαζί του ένα μπλοκάκι με τα λόγια τραγουδιών. Το πρώτο που είπε ήταν το "Πέντε χρόνια δικασμένος μέσα στο Γεντί- Κουλέ" στα ΄τούρκικα. Όταν το τέλειωσε είπαμε το ρεφρέν στα ελληνικά, γιατί το υπόλοιπο δεν το ξέραμε.
Τραγούδησαν όλοι απο κάτι,΄λιγότερο απ' όλους η Ντιάνα απο την Ουκρανία που είπε μόνο το ρεφρέν της Καλίνκας μαζί με την Αλεξάνδρα. Οι Ρουμάνες μας στην αρχή δεν ήθελαν, ύστερα πάλι δεν ήθελαν, τελικά όμως είπαν ένα τραγούδι, κι ύστερα άλλο ένα, κι ήταν πολύ ωραία, με ύφος πιο σλάβικο από ό,τι περίμενα, πιο βαλκανικό μάλλον. Κι ήταν και οι φωνές ωραίες, και σωστές.Ο Αλίου, ο μονος μαύρος που είχε έρθει στο πικνικ, δεν τραγούδησε. Απήγγειλε ένα ποίημα στη γλώσσα του, Μάλι, το οποίο είχε ρυθμό και επαναλήψεις και έμοιαζε με τραγούδι.
Τράβηξα μερικά βίντεο, αλλά με τη μηχανή που έχω ούτε η εικόνα είναι καθαρή, ούτε ο ήχος ακούγεται καλά. Σα σουβενίρ τα ανεβάζω μόνο, επειδή ήταν ένα είδος αυθόρμητου δρώμενου αυτά τα τραγούδια. Κάνοντας για λίγο ησυχία κι ακούγοντας τους ξενιτεμένους και ταλαιπωρημένους αυτούς ανθρώπους να τραγουδάνε με στίχους ακατανόητους για μας, τους αφήναμε να μιλήσουν για τη χώρα που μεγάλωσαν, να μας εμπιστευτούν σε μια κοινή γλώσσα, τη μουσική, τη μελωδία, την όποια μουσική και μελωδία, τον πόνο του αποχωρισμού και την προσδοκία της συνάντησης, την πίκρα της απογοήτευσης, τέλος τη δυνατότητα να μπαίνουν όλα αυτά σε νότες, να μπορούν να μας αγγίζουν, γιατί πάντα μιλάνε για πράγματα απλά, που τα αναγνωρίζεις εύκολα.


Αναρωτιέμαι αν οι περαστικοί απο το μέρος που είχαμε καθήσει, που δεν ήταν πολλοί, έκανε ζέστη μέσα στο μεσημέρι, αν αυτοί που πέρασαν και μας κοίταξαν, και λίγο μας άκουσαν, αν έκαναν αυτό το λίγο δρόμο που έχουμε το προνόμιο να κάνουμε εμείς με τους μαθητές μας. Βλέπεις αυτούς τους σκούρους, τους ξένους, και πόσο φαίνεται το ό,τι είναι ξένοι επάνω τους, έχουν στρώσει τα βλέμματα μας στα ρούχα τους μια μεβράνη απώθησης, πώς να το πώ.... αλλά αν μπορέσεις να ακούσεις λίγο το τραγούδι, αν τους δώσεις το δικαίωμα να σταθούν να στο πουν, αναγνωρίζεις την ανθρώπινη ιδιότητα εντός τους, σαν παλιό φίλο την αναγνωρίζεις, που σου ανοίγει την αγκαλιά του και κλαίει στη δική σου, επειδή τόσον καιρό σε έψαχνε και σε έχει πεθυμήσει.
Δεν μπορεί να βγει στο βίντεο αυτή η συγκίνηση που νοιώθαμε, αλλά δεν αντιστάθηκα στον πειρασμό να βιντεοσκοπήσω.
Δημοσίευση σχολίου

Η πόλη των χιλίων ποταμών

Αργήσαμε να πάρουμε μπρος, ομολογούσε στο ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος που ασχολούνταν με τις πλημμύρες. Λογικό, αφού υπήρχαν τόσα συγκλονισ...