Παρασκευή, 21 Ιουνίου 2013

Οι μαντήλες των προσφύγων


Σήμερα είναι η Παγκόσμια ημέρα των προσφύγων, αφιερωμένη απο μένα σπέσιαλ στη Λεϊλά απο το Αφγανιστάν που κατάφερε να φύγει για τη Σουηδία. Για λίγους μήνες προσπαθούσε να μάθει ελληνικά, κι εγώ της έκανα μάθημα με βιβλίο Ινστιτούτου που προοριζόταν για αμερικάνους φοιτητές. "Θα πάρουμε ταξί για το Κολωνάκι" έλεγε το βιβλίο, κι εγώ ρωτούσα, "ξέρεις πού είναι το Κολωνάκι;" Είχαμε πλάκα. Ανοίγαμε ένα χάρτη στο τραπέζι και σκύβαμε επάνω, εκείνη και τα παιδάκια της, έχει και τρεις κόρες. Η πιο μικρή είναι πέντε, φέτος έξι, οι μεγαλύτερες, δίδυμες, εννιά, φέτος δέκα. Κοίταζα τα κεφαλάκια τους, τα μικρούτσικα χρωματιστά κοκκαλάκια που βάζαν στα μαλλιά τους, κι αναρωτιόμουν πόσο καιρό ακόμα θα τα είχαν έτσι εκτεθειμένα, πότε θα φορούσαν τη μαντήλα όπως η μαμά τους, και μήπως υπήρχε περίπτωση να μην τη φορέσουν καθόλου; Αντιπαθώ τη μαντήλα όσο δεν παίρνει, και προσπαθώ σκληρά για να μην το δείχνω.
Σκύβαμε λοιπόν στο χάρτη και τους έδειχνα πού είναι η Ομόνοια, όπου έμεναν, πού η Ακρόπολη, πού το Κολωνάκι. Στο χάρτη δεν υπάρχουν διαφορές, κι είναι καλό να μαθαίνει κανείς να διαβάζει χάρτες. Κατά τα άλλα γέμιζαν κι οι τέσσερις τους τετράδια επί τετραδίων με φρασούλες και λεξούλες, φιλότιμα, προσεχτικά, με όμορφα στρογγυλά γραμματάκια. Αναρωτιέμαι στην καινούργια τους ζωή, εκεί στη Σουηδία, αν θα θυμούνται ποτέ καμιά ελληνική λέξη.
Το μάθημα γινόταν στο σπίτι μου. Τις πρώτες φορές η μαντήλα δεν ξεσφίχτηκε, δεν μετακινήθηκε. Ύστερα, καθώς ζέσταινε ο καιρός, η Λεϊλά άρχισε να τη βγάζει, και τη φορούσε μόνο όταν έμπαινε άντρας στο δωμάτιο, της δικής μου οικογένειας άντρας δηλαδή. Κι ύστερα στο τέλος, όταν πια είχε καλοκαιριάσει, η μαντήλα δεν ξανάμπαινε στο κεφάλι μέχρι να φύγουν για το σπίτι, κι ας μπαινόβγαιναν τα αγόρια μου. Την πρώτη φορά έκανε μια κίνηση να σκεπάσει το κεφάλι της, ύστερα σα να το ξανασκέφτηκε, το άφησε ασκέπαστο. Το είδα σαν σεβασμό στη δική μας ιδιαιτερότητα κυρίως, των ανθρώπων που δεν καλύπτουν πια τα μαλλιά τους, γιατί κάποτε, οι γιαγιάδες μας, οι προγιαγιάδες μας σίγουρα τα κάλυπταν. Υπήρξαν παντού βαρύ σύμβολο θηλυκότητας τα μαλλιά των γυναικών, θηλυκότητας που εκτίθεται, που προστατεύεται, που ανήκει, και που κάποια στιγμή, στις δικές μας κοινωνίες, απελευθερώνεται και επιδεικνύεται δημοσίως. Εκείνη τη στιγμή που μετά από ένα δισταγμό άφησε ακάλυπτα τα μαλλιά της, κατάλαβα την αιδώ και την εξέλιξη της, την απόφασή της να στερηθεί αυτή την προστασία, να αλλάξει συνήθεια για το χατήρι μας, αλλά και για το πείραμα: θα ένιωθε κι αυτή κάτι σαν συγκίνηση ελευθερίας; Θα το χαιρόταν; Το ξεσκέπασμα των μαλλιών ήταν ένα βήμα αποφασιστικό προς το μέρος μας, μια μικρή δοκιμή, μια φιλική χειρονομία με δυο αποδέκτες, εμάς κι εκείνη την ίδια.
Δεν ξέρω βέβαια τι ένιωσε, δεν μπορούσαμε να συζητήσουμε πολλά πράγματα με τα φτωχά ελληνικά της. Καλή της ώρα εκεί που βρίσκεται. Στη Σουηδία υπάρχει μεγαλύτερη φροντίδα για τους πρόσφυγες.  Και περισσότερη ανοχή για τις μαντήλες, αν κι εγώ ελπίζω ότι θα αφήσει τα κορίτσια της ξεμαντήλωτα όταν μεγαλώσουν.
Το φετινό σχολικό έτος οι μαθήτριες μου, δυο έφηβες απο το Αφγανιστάν με παρόμοια πορεία, δεν έβγαλαν ποτέ τη μαντήλα τους. Αυτές τις συναντούσα σε χώρο δημόσιο, αλλά αμφιβάλλω αν θα την παραμέριζαν  έστω κι αν μέναμε ολομόναχες. Αδερφές, δεκαπέντε και δεκάξι χρόνων, μαθήτριες στο Διαπολισμικό σχολείο της γειτονιάς τους. Της Ομόνοιας βέβαια. Αυτή είναι η γειτονιά τους, ο φόβος και ο τρόμος των Ελλήνων, η αντιπάθεια μας.  Κι όμως εκεί μένουν παιδιά και έφηβοι, νέες και νέοι που πασχίζουν, ίσως μάταια, με το μολύβι και το τετράδιο, με τα βιβλία και τους δασκάλους, να μάθουν να γράφουν τη δύσκολη γλώσσα μας, μεταξύ άλλων που πασχίζουν. Πιασμένες αγκαζέ πήγαιναν κι έρχονταν οι δυο τους, κουβαλώντας κι αυτές τετράδια γεμάτα με τα στρογγυλά γραμματάκια που κάναμε  στο Δημοτικό, κάποτε παλιά. Φοράνε τη μαντήλα με μια κορδέλα που τη σφίγγει στο μέτωπο και δεν ξεφεύγει τρίχα.
Μεγάλωσαν κι αυτές σαν πρόσφυγες στο Ιράν. Δεν θυμούνται το χωριό τους, που το εγκατέλειψαν όταν έκαψαν οι Ταλιμπάν το σπίτι των παπούδων.  Είναι δεκαεννιά μήνες στην  Ελλάδα και περιμένουν πρόσκληση απο τον αδερφό τους, ο οποίος έχει πάει στη Γερμανία. Θα τα καταφέρουν πιστεύω, αλλά στο μεταξύ οι συνθήκες ζωής τους δυσκόλεψαν, μένουν με άλλες τρεις οικογένειες σε ένα διαμέρισμα. Δεν παραπονιούνται ποτέ, αλλά καταλαβαίνω ότι δυσκολεύονται πολύ. Ουσιαστικά θα πρέπει να ζουν απο τη βοήθεια διαφόρων οργανώσεων.  Έχουν κινητό, αλλά ποτέ μονάδες να μιλήσουν. Έχουν και προφίλ στο Facebook, αλλά μόνο μια φορά τη βδομάδα επισκέπτονται έναν φίλο με κομπιούτερ και Ίντερνετ. Στο προφίλ τους βάλανε μια φωτογραφία φανταστική, ένα κορίτσι διαστημικό με αστέρια γύρω απο τα μάτια και μεταλλικά μαλλιά. Με κάτι τέτοια θυμάμαι πως είναι παιδιά, κι ας φορούν αυτή τη φριχτή μαντήλα, ας έχουν αυτό το σοβαρό ύφος προσπαθώντας να διατηρήσουν την αξιοπρέπεια τους στο σκληρό αθηναϊκό περιβάλλον.
Μια μέρα με τη ζέστη φορούσαν μαντήλες μάλλινες, ίδρωνα μόνο να τις βλέπω. Την επόμενη φορά τους πήγα μερικά δικά μου ελαφρά, βαμβακερά και δροσερά μαντήλια. Ελπίζω να τους αρέσουν, να προτιμήσουν αυτά τα υφάσματα, τουλάχιστον το καλοκαίρι. Γι αυτές είναι η μόνη άμυνα τελικά, ένα είδος προστασίας. Ευχήθηκα να επιτρέψουν στο εαυτό τους να δροσιστεί λιγάκι.
Δημοσίευση σχολίου

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρ...