Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

Get the most out of public transports



Το πολυαγαπημένο λεωφορείο 224
Πήρα ένα εμπιθρί.  Έτσι το άκουγα, έτσι το ζήτησα, κι έτσι το πήρα. Είναι το κουτάκι με τις μουσικές, αλλά μπορείς να βάζεις ό,τι θέλεις, το Θέατρο της Δευτέρας ας πούμε, μαθήματα ξένων γλωσσών ή τη Λιλιπούπολη. Επίσης ραδιόφωνο. Είναι πολύ φτηνά τα εμπιθρί, γιατί τώρα όλοι έχουν στα κινητά τους μουσική, αλλά το δικό μου ακόμα δεν χωράει. Βουλώνω τ’ αυτιά μου πλέον όταν μπαίνω σε τρόλεϊ. Δεν αντέχω άλλο ν’ ακούω τη μίρλα των συνεπιβατών, τα τρελά ξεσπάσματα τους, τις δήθεν φιλικές συζητήσεις που ξεκινάνε ρίχνοντας ρατσιστικά δολώματα.
Η αλήθεια είναι ότι τα ρατσιστικά έχουν αραιώσει τελευταία. Ή συνήθισαν τους ξένους, ή φοβούνται. Στη γραμμή μου, Κυψέλη- Παγκράτι, οι περισσότεροι είναι ξένοι, οπότε δεν τους παίρνει τους δικούς ν’ αρχίσουν τις εχθρικές παρατηρήσεις.
Το άλλο καλό με τους ξένους είναι ότι σε γενικές γραμμές δεν χρειάζεσαι καν εμπιθρί. Έτσι κι αλλιώς δεν καταλαβαίνεις τίποτε από ό,τι λένε, οπότε δεν ενοχλείσαι. Αν και κάποιος γέρος μια μέρα έβαλε τις φωνές σε δυο αφρικανούς που μιλούσαν μεταξύ τους μια άγνωστη γλώσσα: «Σταματήστε πια, τους είπε, μου πήρατε το κεφάλι με τη φλυαρία σας!» Θα ήθελε να καταλαβαίνει τι έλεγαν προφανώς, και η σκέτη μουσική της ομιλίας του έσπασε τα νεύρα. Το άλλο του πρόβλημα ήταν πως νόμιζε ότι είχε δικαίωμα να μιλάει στους ξένους ανθρώπους σα να τους ήξερε από μικρά παιδιά και να τους έριχνε σφαλιάρες. Ή λες και μεγάλωσε σε αγρόκτημα του αμερικανικού Νότου στις αρχές του 19ου αιώνα κι είχε σκλάβους στην υπηρεσία του. Πώς την έχουν δει έτσι μερικοί, υποτίθεται ότι δεν είχαμε παράδοση στη δουλεία, στο απαρτχάιντ, στο ρατσισμό. Πώς προσαρμόζονται στις χειρότερες δυνατές συμπεριφορές οι ελληνάρες, πώς τις επινοούν και τις λανσάρουν, πάντα θα απορώ.
Χτες στο 022 έπεσα σε μια απαίσια γριά που μιλούσε με έναν ανεκδιήγητο λούμπεν τύπο κι ο καθένας έλεγε τα δικά του. Έλεγε ο τύπος: «Μαντάμ έχω ένα θείο 78 χρονών και να σας πω…» με μια μάγκικη βαριά φωνή, αλλά εκείνη δεν τον άφηνε να τελειώσει, άρχιζε τα δικά της: «Ο άγιος Παπαδόπουλος, ο άγιος, ο άγιος… ένα κακό έκανε, δεν έκανε εκλογές…» Αμάν, πόσο να αντέξει κανείς αυτές τις κουβέντες;
Εν των μεταξύ η γριά δεν βολευόταν, είχε κι ένα μπαστούνι και χτυπούσε στα πόδια τους επιβάτες που ήταν όρθιοι, για να αλλάζει θέση. Καθόταν σε μια θέση μονή, από την έξω πλευρά, αλλά δεν τη χωρούσε ο τόπος, σηκώθηκε, αφού χτύπησε κάμποσα πόδια, και πήγε σε μια θέση ημίδιπλη, να χωράει άνετα. Αφού απλώθηκε και ηρέμησε το μπαστούνι, μπαίνει μέσα μια χοντρή και κάθεται δίπλα της. Έβαλα τα γέλια από την άκρη του διαδρόμου όπου είχα καταφύγει. Της έφυγε η μαγκιά, κατέβηκε κι ο μάγκας, έμεινε στριμωγμένη δίπλα στον τεράστιο κώλο της άλλης που ήταν μια δυναμικιά, ορθόστητη, νεαρότερη, αγριοκοίταξε τη γριά κι εκείνη δεν τόλμησε να βγάλει κιχ.
Σήμερα έβαλα το εμπιθρί μου και πήρα το τρόλεϊ. Μια χαρά. Ας λένε ό,τι θέλουν. Ας βρίζουν, ας υμνούν τον Παπαδόπουλο, εγώ μαθαίνω ξένες γλώσσες.
Δημοσίευση σχολίου

Πώς μένουν λεπτές οι Γαλλίδες;

Βλέποντας την Μπριζίτ Μακρόν στην Αθήνα αναρωτήθηκα γι άλλη μια φορά, όπως νομίζω, πολλές και πολλοί, ποιο να είναι το μυστικό της και μ...