Πέμπτη, 19 Ιουνίου 2014

Γειτονιά ταξιδιωτών

Αυτή η γειτονιά είναι πέρασμα, οι άνθρωποι μένουν λίγο καιρό κι ύστερα σηκώνονται και φεύγουν. Φτιάχνουν μια ιδέα εγκατάστασης σε διαμερίσματα, στολίζουν ράφια, μαζεύουν πράγματα, κι ύστερα όλα τα πράγματα που μάζεψαν είναι ανεπιθύμητο βάρος και δεν ξέρουν πώς να το ξεφορτωθούν. Δεν τους κρατάει τίποτε εδώ, τους διώχνουν οι σειρές των μπαλκονιών σαν κελιά στους ακάλυπτους, η προσπάθεια να κρατήσουν ανθρώπινο το κουρασμένο τσιμέντο, και τα μούτρα των περαστικών γεμάτα κατηγόρια, με τα φρύδια σουφρωμένα.
Πάντα ήταν έτσι. Τα παιδιά παίζουν ωστόσο στην πλατεία τα βράδια, σ' αυτή τη μικρή πλατεία που κάπως μπέρδεψε τους γεωμέτρες τότε που μοίραζαν τα οικόπεδα στενά- στενά, μην πάει χαμένη ούτε σταγόνα γης για πούλημα. Παιδιά που ίσως μείνουν, κι άλλα που ετοιμάζονται να φύγουν χωρίς να το έχουν καν πληροφορηθεί. Μπορεί να κρυφακούν τα βράδια τη μητρική τους γλώσσα και να το υποπτεύονται. Οι αποφάσεις παίρνονται για το συμφέρον τους, είναι η πρώτη προτεραιότητα, αλλά δεν τα ρωτάνε. Μπορεί μερικά να έχουν φίλους που θα στεναχωρηθούν να χάσουν. Μπορεί να κακοπερνάνε τόσο πολύ που ανυπομονούν ν' αλλάξουν πόλη, χώρα, με την ελπίδα ότι θα κάνουν καλύτερη αρχή, αλλά ούτε αυτό το λένε στους γονείς, για να μην ανησυχήσουν ότι δεν τα βγάζουν πέρα, μην τα υποτιμήσουν. Μπορεί να είναι κι έτσι.
Μια μέρα ένα πολύ παιχνιδιάρικο κοριτσάκι μου είπε: “Στην τάξη σήμερα ένα ελληνικό παιδί φώναζε να μην κάνουμε την άσκηση, γιατί μόνο τα ελληνικά παιδιά πρέπει να κάνουν τις ασκήσεις!” Τι να της έλεγα, ότι είναι κι αυτή ελληνικό παιδί; Αφού δεν είναι, δεν έχει ελληνική ιθαγένεια, κι ας γεννήθηκε στην Ελλάδα. Ότι τα παιδιά δεν είναι ελληνικά ή γαλλικά, ή κάτι άλλο, αυτά τα επίθετα δεν συντάσσονται έτσι; Ότι το παιδί έκανε λάθος; Δεν θυμάμαι τι είχα πει, αλλά δεν ξεχνάω την ψύχραιμη αυτή αναφορά, το πως έθεσε το θέμα της ταυτότητας που ταλανίζει το σύγχρονο κόσμο εξ απαλών ονύχων. Τώρα ετοιμάζεται κι αυτή να φύγει. Ο πατέρας της δουλεύει κιόλας στην Ιταλία, η μητέρα της περνάει μήνες να τρέχει από γραφείο σε γραφείο να πάρει άδεια για να πάει να τον βρει με την κόρη τους. Πέρασμα και γι αυτές η γειτονιά μας, όπως και για τόσους άλλους. Παίξαμε μερικές φορές στην παιδική χαρά της Φωκίωνος, πήγαμε βόλτα στο Πεδίο του Άρεως, φάγαμε στο φαστφουντάδικο της Πατησίων, κι αναρωτιέμαι αν θα θυμάται τίποτε απ' όλ' αυτά όταν μεγαλώσει, κάπου μακριά από δω, στην ωραία Ιταλία της εύχομαι να είναι. Αλλά ποτέ δεν ξέρεις.
Έχω αποχαιρετήσει ήδη αρκετές τέτοιες μικρές φίλες που για λίγο περνάνε απο τη γειτονιά με την οικογένεια τους, προσπαθούν να μάθουν οι γονείς τους ελληνικά με όλους τους κανόνες στην ομάδα μας στην Αγορά, ελπίζουν για λίγο να ριζώσουν, ή και για πολύ, όπως οι γονείς της μικρής που λέγαμε. Προσπαθούν για καιρό, δείχνουν απίστευτη υπομονή, και κάποια στιγμή τους τελειώνει και φεύγουν. Τι μένει από τα ελληνικά που έμαθαν οι μεγάλοι; Τι μένει από τα ελληνικά, τα πολύ καλύτερα, που έμαθαν οι μικροί; Τι γίνονται όλ' αυτά τα ελληνικά που διασπείρονται στον ασταμάτητα κινούμενο κόσμο;
Πιο πολύ με νοιάζει βέβαια αν θα με θυμούνται καμιά φορά οι μικρές μου φίλες όταν μεγαλώσουν, και τι θα λένε; Ήταν μια καλή κυρία εκεί, θα ήθελα να την ξαναδώ κάποτε; Ή, σ' αυτή τη χώρα τη σκληρή υπήρχαν μερικοί που παρίσταναν τους καλούς για άλλοθι; Ή, παρασυρθήκαμε από κάτι καλές κυρίες και μείναμε παραπάνω απ' όσο θα έπρεπε; Ή, τι καλά που ήταν εκείνη τη φορά που μας είχε μάθει η δασκάλα να τραγουδάμε ένα ελληνικό τραγουδάκι, κι ύστερα είχαμε πάει για σουβλάκια στην πλατεία; Ή, πριν φύγω μου είχε δώσει τα λόγια ενός ιταλικού τραγουδιού, γιατί εκεί στην Ιταλία τραγουδάνε πολύ, μου είχε πει, και να είμαι προετοιμασμένη; Και είχε δίκιο;

Δημοσίευση σχολίου

Αλλο είναι το έπιπλο

Με ξάφνιασε το πάθος της αντίδρασης στο άρθρο του Καλύβα, περισσότερο από τις ίδιες τις απόψεις του, οι οποίες δεν θα φανταζόμουν, ε...