Τρίτη, 3 Σεπτεμβρίου 2013

Επιστροφή στην πόλη

 
Αυτή τη φορά δεν άντεξα την πιθανότητα να μείνω μια ώρα στο σταθμο της Λάρισας να περιμένω το τρένο, πήρα ΚΤΕΛ απο το Βόλο για να γυρίσω στην Αθήνα. Το δρομολόγιο ήταν μέσω Αλμυρού κι έκανε τουλάχιστον μιάμιση ώρα παραπάνω, επιπλέον καθόμουν δίπλα σε μια πολύ χοντρή γυναίκα που με στρίμωχνε και δημιουργούσε κάτι σαν τείχος γύρω μου, αλλά σκεφτόμουν ότι τουλάχιστον δεν ήταν άντρας, που θα ήταν χειρότερο. Κατέβηκα στην στάση που έκανε στα Πατήσια, λίγο πριν το τέρμα, με πόση χαρά ξαναβρήκα τη χρήση των ποδιών μου δεν λέγεται. Τόσο που έκανα όλο το δρόμο με τα πόδια ως το σπίτι, δεν χόρταινα περπάτημα. 
Πρώτα πήρα την Αχαρνών, είχε δροσιά και κόσμο έξω, πολύ κόσμο. Νέους που γελούσαν, παρέες σε κάτι μαγαζιά με κήπους, κίνηση. Μου είχε λείψει η πόλη, το χάρηκα. Η Αχαρνών έχει φαρδιά πεζοδρόμια με δέντρα, μπορείς να κάνεις αληθινή βόλτα. Μαμάδες είχαν βγάλει τα παιδάκια τους με καροτσάκια, πανσπερμία χρωμάτων και γλωσσών. Μερικά μαγαζιά τα θυμόμουνα απο τις δεκαετίες 60 κι 70, έμοιαζε να περπατώ στο παρελθόν με κάτι από βόρειο Παρίσι. Συνταξιούχοι συναντιόνταν σε καφενεία και μιλούσαν για ποδόσφαιρο. Ζευγάρια ξανθών γυναικών με μαύρους ή μελαψούς άντρες μιλούσαν ελληνικά μεταξύ τους. H lingua Franca των ερώτων που γεννιούνται στο υπογάστριο της Ομόνοιας και ανθίζουν στα Πατήσια. Πόσοι Καπουλέτοι και Μοντέγοι καταπίνουν το θυμό τους ανά την υφήλιο κι αναγκάζονται να δεχτούν μικτούς γάμους και ζευγαρώματα δεν θα μάθουμε πούμε, διότι δεν μας απασχολεί, δεν βλέπουμε τίποτε απ' αυτά εμείς, δεν καταδεχόμαστε.
Ανεβαίνοντας τη Θήρας για Κυψέλη συνάντησα μια παλιά φίλη που είχα να τη δω χρόνια, σταθήκαμε στη γωνία και τα λέγαμε για κανα μισάωρο. Πιο πάνω, φτάνοντας πια, είδα και μια ακόμα φίλη που πήγαινε σινεμά. Έτρωγε παγωτό σοκολάτα, ζήλεψα και πήρα ίδιο, δεν με ενθουσίασε, έφτασα σπίτι και το έβαλα στην κατάψυξη. 
Ήταν ο καλύτερος τρόπος να γυρίσω στην Αθήνα τελικά. Αυτή η διάχυτη ανακούφιση των ανθρώπων για τη δροσιά που επιτέλους ήρθε, οι τυχαίες συναντήσεις στο δρόμο, η βραδινή χαλάρωση που με υποδέχτηκε ήταν ό,τι έπρεπε. Πόσο την αδικούν τη γειτονιά μας με τα τρομερά που γράφουν συνέχεια. Ζει μια κανονική ζωή απαρατήρητη, ίσως πιο νορμάλ κι απο τις κεντρικές και καθωσπρέπει συνοικίες, ή τα προάστεια που οι κάτοικοι εγκαταλείπουν για να διασκεδάσουν. Εδώ οι κάτοικοι βγαίνουν έξω για να πάρουν αέρα, τους βλέπεις να κυκλοφορούν οπουδήποτε υπάρχει χώρος. Αλλά αυτη την πραγματικότητα δεν την περιγράφουν, δεν την καταλαβαίνουν οι έχοντες λόγο και κατέχοντες εργαστήρια κλισέ. Το θέμα είναι, η περιφρόνηση των ιθαγενών που την εγκατέλειψαν πόσο την υποβαθμίζει ακόμα, η παραμορφωτική εικόνα που συνεχώς φιλοτεχνούν πόσο την παραμορφώνει.

Δημοσίευση σχολίου

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρ...