Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Η φιλόσοφος και η πραγματικότητα


Είναι άραγε δουλειά των φιλοσόφων να ερμηνεύουν την πραγματικότητα; Παρακολουθώντας την ταινία της Φον Τρόττα που παίζεται τις μέρες αυτές στην Αθήνα, αναρωτιέται κανείς τι ώθησε την Χάνα Άρεντ να ζητήσει να γίνει ρεπόρτερ στη δίκη του Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ, Τι σαγήνη ασκεί η πραγματικότητα στους φιλοσόφους, σα να ήταν η δεκαετία του 1960 ίδια με τον αρχαίο κόσμο τον ανερμήνευτο, και θέλουν οπωσδήποτε να την καταλάβουν; Ήταν το κακό σαν έννοια και σαν πράξη που ήθελε να γνωρίσει, να αντικρίσει καταπρόσωπο, να καταλάβει, κάτι που ακόμα την άφηνε έκπληκτη με όλες τις γνώσεις και τις σκέψεις της, η ανάγκη να κυριαρχήσει με τη γνώση και την κατανόηση στην πηγή της συμφοράς; Να παρακολουθήσει το σφυγμό της διαδικασίας που ήθελε να απονείμει δικαιοσύνη;  Τι ώθησε την καθηγήτρια να γίνει ρεπόρτερ περιοδικού και να βρεθεί στην Ιερουσαλήμ, ανάμεσα σε παλιούς αγαπημένους φίλους και συγγενείς, στο πετσί ενός ρόλου που δεν καταδέχτηκε τελικά να παίξει έτσι όπως την περίμεναν ότι θα κάνει;
Προνόμιο για εκείνη και για μας το γεγονός ότι το περιστατικό αυτό έχει γίνει γνωστό τα τελευταία χρόνια. Δεν συνηθίζουμε πολλοί να διαβάζουμε φιλοσοφία, αλλά η ταινία μας κάνει φιλοσόφους καθώς παρακολουθούμε μαζί με την ηρωίδα την ίδια τη δίκη του Άιχμαν από ασπρόμαυρες ταινίες αρχείου. Βλέπουμε αυτό που έβλεπε εκείνη και μαζί της όλος ο κόσμος, ο οποίος περίμενε να εμφανιστεί στο γυάλινο κλουβί η ενσάρκωση του κακού. Κάποιο τέρας που κατά προτίμηση θα είχε κέρατα ή κάτι εμφανώς φριχτό επάνω του, θα διέθετε τουλάχιστον αποκρουστικό πρόσωπο, το κοσμομίσητο μουστάκι του Χίτλερ ή κάτι τέτοιο. Αντ' αυτού στο γυάλινο κλουβί εμφανίστηκε ένα ανθρωπάκι με όψη κουρασμένου λογιστή και χαρτούρα γεμάτη νούμερα. Τόσα βαγόνια, τόσοι φούρνοι, εισερχόμενα -εξερχόμενα, εγώ τη δουλειά μου έκανα, δεν ήμουν αρμόδιος. Ευθύνη ατομική; Συνείδηση; Τι είναι αυτά; Εντολές εκτελούσα. Ο Άιχμαν είχε συνάχι, η καθηγήτρια που έκανε τη ρεπόρτερ, αλλά δεν κατάφερνε να βολευτεί στις συνήθειες των δημοσιογράφων, κάπνιζε και σκεφτόταν ακατάπαυστα, βασανιστικά. Κι όταν πια έγραψε τις σκέψεις της, που δεν ήταν ρεπορτάζ, αλλά ήταν οι αληθινές, σπάνιες, πολύτιμες σκέψεις της- και ποια είναι η αλήθεια θα ρωτήσει κάποιος φιλόσοφος- της έκοψαν την καλημέρα οι μισοί από τους πιο καλούς φίλους της, γιατί δεν τα έλεγε όπως τα περίμεναν. Τόσες ζωές χαμένες κι είχαν ακόμα ανάγκη απο την ομοιομορφία στη σκιαγράφηση των θυμάτων. Το έργο τελειώνει με την πίκρα του αποχωρισμού της ηρωίδας απο τους φίλους της. Τα πράγματα που είχαν συμβεί τότε ήταν τραγικά, ασύλληπτα, δεν μπορούσες να μιλάς με κάποιον αν είχες σκεφτεί ότι μπορεί να πρόδωσε έστω και με τη σκέψη τους αγαπημένους που μαζί είχατε χάσει.
Τι γύρευες στην Ιερουσαλήμ εσύ μια φιλόσοφος να κάνεις τη ρεπόρτερ, σκεφτόμουν καθώς οι καπνιστές της παρέας άναβαν δυο- δυο τα τσιγάρα μετά απο δυο ώρες που την έβλεπαν στην οθόνη να καπνίζει αρειμανίως.

Δημοσίευση σχολίου

Μέγα κόστος

Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχει στον κόσμο αυτό έστω κι ένας άνθρωπος που αποφασίζει μια ωραία πρωία ...