Σάββατο 29 Νοεμβρίου 2025

Advent

Κάποτε σε ένα ευτυχισμένο ταξίδι στο Βέλγιο, είχαμε βρει ένα ξύλινο παιχνίδι, γερμανική σπεσιαλιτέ μάθαμε μετά. Φτιάχνουν τέτοια ανθρωπάκια ξύλινα τα Χριστούγεννα και αυτός ο πύργος σε σχήμα δέντρου είναι μια εκδοχή των αντικειμένων που βοηθούν να περάσουν οι μέρες και προπάντων οι νύχτες, περιμένοντας τα Χριστούγεννα. Είναι η περίοδος που λέγεται Advent, και γίνεται καλαντάρι, γίνεται σειρά από κεράκια, γίνεται κυρίως τραγούδι, όπως αυτό το μεσαιωνικό με τους λατινικούς στίχους που έχει επεξεργαστεί ο Kodaly και τραγουδάμε με τη Μικτή Χορωδία του Ωδείου Κόνταλυ κάθε χρόνο.

Γιατί τόση ανυπομονησία για τα Χριστούγεννα; Μα επειδή ακόμα οι μέρες μικραίνουν και οι νύχτες μεγαλώνουν, έτσι νιώθω εγώ και τη Μαύρη Παρασκευή και τις υπόλοιπες μαυρίλες, ο δε Χριστούλης πήρε τη θέση των θεών του φωτός, γεννιέται τη μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου και φέρνει τ' απάνω κάτω: η μέρα αρχίζει μετά να μεγαλώνει



Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2025

Επιγονατίδες

Να κάτι πολύ χρήσιμο για το περπάτημα στην Αθήνα, που απορώ πώς δεν το έχει ακόμα σκεφτεί κανένας σχεδιαστής μόδας. Επιγονατίδες που θα μπορούσαν να είναι από αφρολέξ σε διάφορα σχέδια, και να μας επιτρέπουν να πέφτουμε κομψά πάνω στα πεζοδρόμια, είτε σκοντάφτοντας είτε γλιστρώντας, είτε ξέρουμε μπαλέτο και σπαγγάτο είτε το μαθαίνουμε επί τόπου. Προσωπικά θα φορούσα ευχαρίστως και παντελόνι σε στυλ ανθρωπακιου Μισελεν, και γιατί όχι και μπλούζα; Με έχουν πείσει τα οδοστρώματα ότι έχω όχι μόνο μυτερά γόνατα αλλά και μυτερούς αγκώνες

Πήγα στην Πάρνηθα και ούτε που σκόνταψα, βρήκε το παπούτσι μου στη Βαλτετσιου ένα διαφανές καπάκι από τάπερ κι έγινε το γόνατο καινούργιο…



Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2025

Πάρνηθα

Πάρνηθα, το δικό μας μαγικό βουνό. Το αληθινό βουνό της Αττικής. Το σοβαρό βουνό. Με τα χιόνια του, το κρύο του, τα έλατα του. Το αγαπημένο βουνό, που καίγεται και ξανακαίγεται, και ξαναματακαίγεται, κι έχει αλλάξει τόσο πολύ μέσα στα χρόνια. Το δάσος που λαχτάριζες ώσπου να το περάσεις, πώς το λέει εκείνο το ποίημα; Δεν υπάρχει πια το δάσος που λαχτάριζες ώσπου να το περάσεις διαβάτη αλλοτινέ. Το μονοπάτι που διασχίζαμε για το Μπάφι με τα παιδιά μικρά, βαθύσκιωτο, σκεπασμένο από έλατα, το βλέπεις τώρα από μακριά, γυμνό, εκτεθειμένο, μια λευκή γραμμή ανάμεσα σε χορτάρι που έχει σκεπάσει της μεγάλης πυρκαγιάς την ολόμαυρη ράχη, δεκαοχτώ χρόνια μετά. Δεν μεγαλώνουν τα έλατα. Δεν καταλάβαμε καν αν έχουν πιάσει, έστω κάποια. Στον τόπο της τελευταίας πυρκαγιάς ίσως τα πεύκα να τα καταφέρουν καλύτερα.

Και για δες τι γίνεται γύρω από το Μπάφι. Χιλιόμετρα τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα, το καταφύγιο έχει επεκταθεί, έγινε καφετέρια, κόσμος πάει κι έρχεται. Τρίβουμε τα μάτια μας, δεν έχουμε ξαναδεί εκεί επάνω τόσο στρίμωγμα. Ανακάλυψαν λοιπόν οι Αθηναίοι την Πάρνηθα, έστω και για μια βόλτα για καφέ στο υψόμετρο, να δουν από ψηλά την πόλη, να τους φυσηξει αέρας κρύος, να επιβεβαιώσουν ότι τα έλατα είναι αληθινά δέντρα κι όχι χριστουγεννιάτικη επινόηση. Ίσως αν τόσοι πολλοί άνθρωποι την έχουν βάλει στη ζωή τους, να έχει καλύτερη μοίρα στο μέλλον, καλύτερη φύλαξη, φροντίδα και πυρόσβεση δηλαδή. 

Λίγο μόνο περπάτημα σ’ ένα μικρό μονοπάτι και βλέπεις τον κόσμο αλλιώς. Mount therapy, ας πούμε.


 

Τετάρτη 12 Νοεμβρίου 2025

Οπερα Μπούφα

 Πέτα- πέτα χρυσόφτερη σκέψη, να με πας στο μυαλό των σύγχρονων σκηνοθετών όπερας, άσε με να φανταστώ ένα διάλογο με το βοηθό τους, μπας και τους καταλάβω λίγο καλύτερα και δεν με ξαναπιάσουν τα γέλια σε τραγικές στιγμές του έργου. 

-Λοιπόν, η υπόθεση του έργου διαδραματίζεται στη Βενετία τον 19ο- ή 18ο αιώνα..

-Α, όχι, δεν θέλω τουριστικές καρτποστάλ με Βενετία. Θα βάλουμε μια σύγχρονη Βενετία με σκληρά χρώματα…

-Ναι, φυσικά, η Βενετία είναι υπερβολικά ωραία για να τη δείξουμε. Εννοείται. 

-Δυστυχώς στην όπερα είναι όλα δεδομένα, μουσική, λιμπρέτο. Λίγα πράγματα μπορεί να κάνει ο σκηνοθέτης. Με καταπιέζει αυτή η συνθήκη σαν ζουρλομανδύας. 

-Μιλώντας για ζουρλομανδύα, τι θα λέγατε για μερικούς νοσοκόμους και γιατρούς με τα σχετικά εργαλεία που εισβάλουν στη δράση. Το έχω δει σε πολλές όπερες τώρα τελευταία. 

-Ναι, οπωσδήποτε, εξάλλου έχουμε και τις σχετικές στολές, θα τους βγάλουμε αυτούς σε κάποια εισαγωγή, δεν μπορούμε να το παραλείψουμε, πρέπει να στείλουμε το μήνυμα... 

-Και στη μεγάλη εισαγωγή;

-Α ναι, η μεγάλη εισαγωγή της όπερας είναι η μόνη που μας αφήνει λίγη ελευθερία. Εκεί θα βάλουμε κάτι με σεξουαλικό υπονοούμενο σε συνδυασμό με οικογενειακό δράμα…

-Λοιπόν, η μητέρα είναι τυφλή και τριγυρίζει στις εκκλησίες με ένα ροζάριο…

-Ωραία, θα τη ντύσουμε με λαμέ ολόσωμο…

-Και η κόρη είναι τραγουδίστρια και τριγυρίζει διαρκώς εκεί που δεν τη σπέρνουν…

-Αυτή θα φοράει μαύρα και θα έχει και άσχημη κόμμωση, για να είναι όλα το αντίθετο από αυτό που περιμένει κανείς. Πρέπει να υπονομεύσουμε το κλασικό περιεχόμενο της όπερας. 

-Ναι, φυσικά, κι αυτοί οι μουσικοί είναι τόσο καλοί στην εποχή μας, οι τραγουδιστές τόσο καταπληκτικοί, είναι δύσκολο να τους υπονομεύεις. 

-Έχει γίνει πολύ σκληρή η δουλειά μας. Αλλά πρέπει να περάσουμε το μήνυμα! Εξάλλου γι αυτό είμαστε περιζήτητοι και ταξιδεύουμε στις πρωτεύουσες της μουσικής διδάσκοντας την τέχνη μας.

-Σωστά, απλώς καμιά φορά φοβάμαι μήπως κουράζουμε τους μουσικούς, τους σολίστ..

-Και τι είναι οι σολίστ; Απλοί εκτελεστές. Εγώ είμαι ο δημιουργός! Μωρέ θα τους βάλω να τρέχουν, να πέφτουν, να κυλιούνται, θα το υπονομεύσω το κλασικό μέχρις εξαντλήσεως. Πρέπει να περάσουμε το μήνυμα!

-Χωρίς να θέλω να φανώ αδιάκριτος, το  μήνυμα είναι κάτι διαφορετικό από την επιθυμία μας να υπονομεύσουμε το έργο; 

-Δεν ξέρεις ποιο είναι το μήνυμα; Απολύεσαι!

Κυριακή 2 Νοεμβρίου 2025

Ιθάκη και άλλες νήσοι

 Το βιβλίο του Τσίπρα δεν νομίζω να το διαβάσω, αλλά δεν παίρνω και όρκο, τόσα που διάβασα εδώ μέσα είναι σα να το ξέρω, τόσα που έζησα εδώ μέσα είναι σα να ξέρω και τι παραλείπει, δηλαδή τη στάση της αριστεράς γενικότερα. Και παλιότερα. 

Για μένα από τη στιγμή της κωλοτούμπας του Τσίπρα αρχίζει η θετική περίοδος. Αφού μας έβγαλε την ψυχή επί χρόνια, όχι μόνο μετά τα μνημόνια αλλά και πολύ νωρίτερα, με την πλήρη άρνηση να συμμετέχει σε κάθε προσπάθεια συνεργασίας με άγριο, άγαρμπο, άγονο και αδιέξοδο τρόπο, στο τέλος προσήλθε στο λεγόμενο σύστημα εξουσίας, έγινε κυβέρνηση, έδιωξε Βαρουφάκη- πήρε Τσακαλώτο, και μια χαρά τα πήγε, σεμνά και οργανωμένα. Έκανε και τη συμφωνία των Πρεσπών, πολύ σπουδαίο βήμα και τολμηρό για το πολιτικό μας τέλμα. Ομως αυτοκριτική δεν έκανε ακόμη για τη στάση της πριν κερδίσει την εξουσία, για όλα αυτά τα χρόνια που στα Πανεπιστήμια, στα σχολεία, στα συνδικάτα, αλλά και στους δρόμους, στα πρωτοσέλιδα, παντού όπου είχε δύναμη, διέλυε με το μηδενιστικό της λόγο κάθε αίσθηση κοινότητας, κάθε συλλογική αξία, πέρα από το να καταστρέφει βέβαια και υλική υποδομή δημόσια χωρίς καμία συνείδηση, σχολεία, πανεπιστήμια, μνημεία, κτίρια, μαγαζιά, τα πάντα. Ναι δεν ήταν τα κόμματα της αριστεράς που διέλυσαν την Αθήνα, αλλά θεωρούσαν πως οι καταστροφές ήταν δευτερεύον ζήτημα μπροστά στο κίνημα. 

Αυτή την αυτοκριτική ακόμα την περιμένουμε και μάλλον θα την περιμένουμε για πολύ καιρό ακόμα, όσοι έχουμε απομείνει να τη θεωρούμε σημαντική.

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025

Χαλογουίν ή το ένδοξο 28;

Το μωρό μας ευχαριστήθηκε πολύ το workshop της κολοκύθας. Μαζεύτηκε όλη η παρέα των παλιών συγκατοίκων, που τώρα είναι γονείς και πέρασαν θαυμάσια την Κυριακή τους. 

Αυτά στο Λονδίνο. Εδώ στην Ελλάδα τα παιδάκια κάνουν παρέλαση από τον παιδικό σταθμό. Θυμάμαι ακόμα το σοκ που είχα πάθει όταν ήρθαν τα δικά μου, ετών δυόμιση, τραγουδώντας την Ιταλία την πατρίδα του Ντούτσε τη γελοία και φωνάζοντας αέραααα. Το βρίσκω πιο τρομαχτικό από κάθε άγρια κολοκύθα να βάζεις νήπια να παπαγαλίζουν τέτοια πράγματα και να παρελαύνουν. Αν και γελούσαμε με το μικρό μου που έλεγε, γιορτάζουμε τώρα το ένδοξο 28! 

Αλλά η εποχή μου και οι αντιλήψεις μου έχουν παρέλθει. Στο facebook επικράτησε συγκίνηση με εικόνες νηπίων σε παρέλαση και έπεσε δάκρυ με τα παιδάκια στα μακρινά νησιά που είναι μόνα τους και παρελαύνουν με τη δασκάλα τους. 

Βρέθηκαν και οι διδακτικοί, αλίμονο δα. Μάθετε στα παιδιά σας το νόημα της 28ης κι αφήστε τα Χαλοουίν και τις αηδίες! Στην επόμενη φάση μπορούν να πηγαίνουν και οι μαμάδες με τα καρότσια στην παρέλαση, όπως αρχίζουν τώρα μερικοί να μαθαίνουν αρχαία από το Δημοτικό. 

Ζήτω το Χαλοουίν!


 

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2025

Ήλιος λοξός


 Φθινοπωριάζει κανονικά, σαν άλλοτε ή σαν τώρα, που ο βοριάς επεκτείνεται ως τα τέλη Σεπτεμβρίου ενώ όφειλε να αποσυρθεί ήδη από τα τέλη Αυγούστου. Ο ήλιος πήρε ήδη κλίση κούρασης, αστράφτει πάνω στη θάλασσα, κολυμπάω με σκουφάκι για να μην παγώνει το κεφάλι μου. Κολυμπάω εντατικά, κάθε μέρα μια ώρα τουλάχιστο και λιάζομαι όσο αντέχω, γιατί θα φύγω πάλι για Λονδίνο κι αισθάνομαι σαν αγγλίδα που δε χόρτασε διακοπές, χαχα. Μα πώς να χορτάσεις αυτή την ευτυχία;

Παρατηρώντας τον αποψιλωμένο βυθό σκέφτομαι τον αδερφό μου, συχνὰ μιλούσαμε για τη θάλασσα και τώρα πια δεν μπορεί να κολυμπήσει καθόλου. Μου κόπηκε η αναπνοή χτες που θυμήθηκα την κατάσταση του. Δεν έχει γιατρειά και ποτέ ξανά δεν θα πούμε τα τόσα που είχαμε να πούμε για το βυθό. 

Από τα τρία μου παιδιά το μεγάλο βγήκε μέγας εραστης της θάλασσας, γεννήθηκε ψάρι, λέει η γυναίκα του. Έπαθε σοκ που ο θείος του δεν κολυμπάει πια. Ας τον άφηναν να πλατσουρίζει στα ρηχά, είπε το παιδάκι μου, που πηγαίνει χαράματα να κολυμπήσει στο κρύο ρεζερβουάρ στο Λονδίνο και γυρίζει με τα δόντια να χτυπάνε από το κρύο. 

Γι αυτό κι εγώ δεν χάνω ούτε μια μέρα χωρίς κολύμπι 

Τρίτη 26 Αυγούστου 2025

Κολύμπι στα ρηχά

Κολυμπάω χρόνια τώρα στην ίδια παραλία της Αττικής, κοντά στο Σούνιο, και παρατηρώ τον ίδιο βυθό. Τον βλέπω να αλλάζει μέσα στις δεκαετίες και στις χρονιές, ακόμα και στους μήνες. Έχει αλλάξει η υφή, το χρώμα, η βλάστηση. Κάθε μέρα, όσο έχω την τύχη, το προνόμιο να βρίσκομαι εδώ, φοράω τη μάσκα μου και κολυμπάω εύκολα, πιο εύκολα βέβαια με τη μάσκα από ό,τι χωρίς τη μάσκα, οπότε καλύπτω κάμποση απόσταση ακολουθώντας την ακτογραμμή.

Φέτος παρατηρώ ότι έχουν σχεδόν εξαφανιστεί οι αχινοί. Είναι ζήτημα να είδα συνολικά πεντέξι σε μια περιοχή που έβλεπες αναρίθμητους, κι έπρεπε μάλιστα να προσέχεις μην τους πατήσεις. Οι λίγοι που είδα είναι αρσενικοί, κατάμαυροι, αυτοί που τους περιφρονούν όσοι μαζεύουν αχινούς, αφού δεν έχουν αυγά. Τα αυγά είναι που τρώγονται από τους αχινούς, οπότε μια αχινοσαλάτα, ας πούμε, περιέχει ολόκληρη μελλοντική αποικία αχινών μεγάλης έκτασης. Πάνε χρόνια που δεν μαζεύω και δεν τρώω αχινούς. Στην κοντινή μας ταβέρνα τρέμω να ρωτήσω αν έχουν την αχινοσαλάτα που φιγουράρει στο μενού.

Κολυμπώντας ακολουθώ καμιά φορά τα μικρά ψαράκια που επιβιώνουν ανάμεσα στους κολυμβητές, πετρόψαρα κυρίως, προσπαθώ μάταια να δω κανένα χταπόδι. Πάει καιρός που δεν βλέπω πια χταπόδια εδώ πέρα. Πριν καμιά δεκαετία είχα δει ένα μεγάλο χταπόδι,  μου φάνηκε ότι κάπως με κοίταξε, έπαθα σοκ κι έκτοτε σταμάτησα να παραγγέλνω χταπόδια στις ταβέρνες. Προσπαθώ να πείσω και τους άλλους, αλλά αν δεν τα καταφέρω και το παραγγείλουν το χταπόδι, παίρνω ένα κομματάκι. Μου αρέσουν τα θαλασσινά και τα ψάρια αλλά αγοράζω πια μόνο ιχθυοτροφείου. Ξέρω ότι πολλοί το θεωρούν αυτό κατάντια, τσιπούρα μόνο αλανιάρα, σου λένε, αλλά εγώ έχω συμβιβαστεί με την πραγματικότητα. Δεν θέλουν τα ιχθυοτροφεία, λες και οι θάλασσες είναι ακόμα γεμάτες ψάρια, όπως πριν μισό αιώνα. Λερώνουν τα ιχθυοτροφεία, σου λένε. Και πώς θα ταϊστεί η ανθρωπότητα, τα οχτώ δισεκατομμύρια; Αν συνεχίσουμε να αγνοούμε την καταστροφή που προκαλούμε, σε λίγα χρόνια θα έχουν εξαφανιστεί τα ψάρια κι όλη η θαλάσσια ζωή. Πρέπει να υπάρχουν ιχθυοτροφεία, και συμφωνώ να ελέγχονται, να λειτουργούν σωστά και με κανόνες υγιεινής, εννοείται. Αλλά να μην τα θέλεις καθόλου είναι η ίδια νοοτροπία που θεωρεί κακό πράγμα τις ανεμογεννήτριες, που θέλει να αγνοεί ότι χρειαζόμαστε συνεχώς όλο και περισσότερη ενέργεια και η χρήση του ανέμου και του ήλιου κάνει το λιγότερο δυνατό κακό στην παραγωγή της.

 Στο διαδίκτυο κυκλοφορεί κείμενο για συλλογή υπογραφών κατά της δημιουργίας φάρμας χταποδιών. Θα καταπιέζονται τα χταπόδια στη φάρμα. Ναι, θα ήταν καλό να σταματούσαμε όλοι μαζί, σε όλο τον πλανήτη, να τρώμε χταπόδια, αλλά αυτό αποκλείεται να συμβεί, οπότε το δίλημμα είναι, ή να αφήσουμε να εξαφανιστούν, ή να γίνουν φάρμες χταποδιών. Σκληρό, αλλά και τα αυγά και το γάλα και το κρέας από φάρμες το παίρνουμε. Να αλλάξουμε συμπεριφορά ως άνθρωποι απέναντι στα ζώα που τρώμε, αυτό είναι σωστό και δίκαιο αίτημα. Να γυρίσουμε στον παράδεισο της τροφοσυλλεκτικής περιόδου όμως δεν γίνεται, πώς να το κάνουμε.

Στις ταβέρνες παραγγέλνω σαρδέλα και γαύρο, αλλά κι αυτά φέτος με προβληματίζουν. Η σαρδέλα μικρότερη από το κανονικό. Μήπως κι αυτή έχει έλλειψη; Γκουγκλάρω και το επιβεβαιώνω, δεν υπάρχει είδος ψαριού που να μην υποφέρει από την υπεραλίευση. Και δυστυχώς δεν ξέρω να έχουν δημιουργηθεί ιχθυοτροφεία για σαρδέλες. Ελπίζω να γίνουν στο μέλλον.

Στο βυθό που χρόνια παρατηρώ η μεγαλύτερη αλλαγή είναι τα φύκια. Υπήρχαν κάποτε, αλλά πια δυσκολεύομαι να θυμηθώ πριν πόσα χρόνια, εκείνα τα λεπτά, σγουρά, ανοιχτοπράσινα προς πορτοκαλί φύκια που έκρυβαν κοχυλάκια στις τούφες τους, τα οποία έχουν πλέον εξαφανιστεί. Ούτε για δείγμα δεν βλέπω τέτοια. Κάποτε είχα διαβάσει ότι η βλάστηση του βυθού αλλάζει από τα πολλά αντηλιακά που διαλύονται στο νερό. Εδώ κολυμπά κόσμος πολύς, και μπορεί να είναι αυτή η απάντηση. Φροντίζω να βάζω αντηλιακό είκοσι λεπτά, τουλάχιστον, πριν μπω στη θάλασσα, έτσι είναι καλύτερα και για το δέρμα, αλλά η ιδέα δεν κυκλοφορεί γενικά.

Κολυμπώντας βέβαια ξεχνάω όλες αυτές τις θλιβερές αλήθειες και απολαμβάνω τις κινήσεις των λίγων ψαριών που βλέπω, τις αντανακλάσεις του ήλιου στην άμμο του βυθού, τον τρόπο που οι ποσειδωνίες ακολουθούν το κύμα, τη μαγεία των βράχων μέσα στο νερό. Ψάχνω μετά τα ονόματα των ψαριών και δεν βρίσκω όλα όσα θέλω, οι φωτογραφίες είναι από ψαράδικα, τα ψάρια νεκρά δεν μοιάζουν με τα ζωντανά, και κάμποσα είδη δεν μπορώ να τα ονομάσω. Οι πληροφορίες στοχεύουν στο πώς να τα ψαρεύεις και πώς να τα μαγειρεύεις, όχι πώς να τα ταυτοποιείς παρατηρώντας τα. Το σπορ fish watching δεν έχει ακόμα αξία.

Νομίζω ότι το ελεύθερο ψάρεμα, ακόμα κι από ερασιτέχνες, είναι πλέον ανεπίτρεπτη πολυτέλεια. Όταν βλέπω ψαροντουφεκάδες στην ακτή εύχομαι να μην καταφέρουν να πετύχουν τα θηράματα τους. Δεν πλησιάζω πια να θαυμάσω τα παιδιά που προσπαθούν με καλάμια να πιάσουν ψαράκια. Ο πατέρας που τις προάλλες μάλωνε το γιο του: «Άφησες το σαργό να φύγει, ολόκληρο σαργό!», με ξάφνιασε σα να έλεγε κάτι άσεμνο.

Και στον εγγονό σου δεν θα επιτρέψεις να ψαρέψει; θα μου πείτε ίσως. Το ψάρεμα είναι μεγάλη διασκέδαση για τα παιδιά, αλλά νομίζω ότι μπορείς να το συνοδεύεις με χρήσιμες πληροφορίες για το επιτρεπόμενο μέγεθος των ψαριών και την εποχή που ψαρεύεται το καθένα. Περισσοτερα θα μάθουν τα παιδιά παρά θα ψαρέψουν.  Η νέα γενιά θα αποκτήσει μεγαλύτερη οικολογική συνείδηση, θέλει δεν θέλει.




Σάββατο 23 Αυγούστου 2025

Νεαρή μαμά βγάζει από τα ρηχα τη σπασμένη απόχη του μικρού της γιου που ακολουθεί ενθουσιασμένος. 

-Ποιος την έσπασε; 

- Το κοριτσάκι που… αρχίζει να απαντάει ο μικρός.

-Γιατί της την έδωσες;

-Μου τη ζήτησε και…

-Να μη δίνεις ποτέ τα πράγματα σου! 

-Μα τη…

Η μαμά αρχίζει να αγριεύει.

- Ακούς τι σου λέω; Να μη δίνεις ποτέ σε κανέναν τίποτε! Ας ζητάνε! Να μάθεις να μην δίνεις ποτέ τίποτα σε κανέναν! 

-Μα, μαμά…. 

-Ποτέ, τίποτα σε κανέναν! Εσυ φταις που έσπασε η απόχη, εσυ φταις που την έδωσες! 

-Μαμά…

Ο μικρός είναι έτοιμος να κλάψει. Μαύρη ζωή τον περιμένει, μου έρχεται να της πω, αν στ αλήθεια μάθει να μη δίνει ποτέ τίποτα σε κανέναν. Αλλά απομακρύνομαι γρήγορα και δεν λέω τίποτα. Δεν μπορείς να γλιτώσεις τα παιδιά από τους γονείς τους. 



Τετάρτη 20 Αυγούστου 2025

  Μετράω τα χρόνια και βρίσκω πως είναι κιόλας 34 αφότου γνωριστήκαμε με τον κο Τάκη, το γείτονα μας στη Δράκεια. Το σπίτι του ήταν ακριβώς πριν από το δικό μας στον κεντρικό δρόμο, κι έπρεπε να περάσουμε δίπλα του για να βγουμε στο μονοπατάκι του κήπου μας. Καθόταν τα καλοκαίρια με τη γυναίκα του στην αυλή του σπιτιού τους, σε φερφορζέ καρέκλες, κι έπιναν τον καφέ τους, ή το τσίπουρο, αναλόγως, και πάντα μας καλούσαν για καφεδάκι ή μεζέ, και συχνά εγώ πήγαινα, σπανιότερα οι άλλοι της παρέας και της οικογένειας που είχαν τα προγράμματα τους για τις εκδρομές.

Κι έτσι άρχισα σιγά- σιγά να εκτιμώ το αφηγηματικό του ταλέντο, ξεκινώντας στην αρχή τυπικές κουβέντες στις οποίες απαντούσε χρησιμοποιώντας τη γοητευτική θεσσαλική ντοπιολιαλιά. Σταμάτησα να βιάζομαι, σταμάτησα να βαριέμαι, κι έκανα τη σκέψη ότι θα έπρεπε να καταγράψω το λόγο του, όταν άρχιζε ας πούμε να διηγείται το πώς ανέβαινε να δουλέψει στο Σανατόριο του Καραμάνη, μέσα από το μονοπάτι του βουνού, το ίδιο που κι εμείς προσπαθήσαμε να πάρουμε κάποτε, αλλά ποτέ δεν καταφέραμε να φτάσουμε ως εκεί. Έχει βέβαια χαθεί πια, αφότου άνοιξαν τόσοι δρόμοι που παλιότερα δεν υπήρχαν. 
Δούλευε από μικρό παιδί λοιπόν, και δούλευε εργάτης, είχε σύνταξη του ΙΚΑ, ένα είδος προνομίου για το χωριό όπου οι περισσότεροι έχουν σύνταξη του ΟΓΑ. Μετά το σανατόριο δούλεψε στα ψυγεία των μήλων, έφαγα τα πόδια μου στο παγωμένο νερό, έλεγε. Όταν τον γνωρίσαμε είχε πάρει σύνταξη, αλλά δεν σταματούσε να δουλεύει. Ξυπνούσε χαράματα και περιποιούνταν τον κήπο από όπου προμηθευόταν το ζεύγος όλα τα λαχανικά του, και τα φρούτα του. Επιπλέον είχαν κοτέτσι για τα αυγά τους και τα κοτόπουλα τους. 
Κάθε μεσημέρι, πριν τη μια η ώρα, ετοίμαζε η γυναίκα του η Βασιλική το τραπέζι με όλα τα απαραίτητα, τραπεζομάντιλο, μαχαιροπήρουνα, τα πάντα. Κάθε μεσημέρι τρώγανε μαζί και κάθε βράδυ κάθονταν οι δυο τους να δούνε τηλεόραση. Δεν του άρεσε του Τάκη να πηγαίνει στο καφενείο με τους άλλους άντρες του χωριού, προτιμούσε να μένει στο σπίτι. Ελάχιστες φορές τον είχαν πετύχει στην πλατεία, και τα τελευταία χρόνια τον παρακαλούσα καμιά φορά να έρθει μαζί με τη Βασιλική να καθίσουμε, αλλά δεν ήθελε. 

Για χρόνια περίμενα να εμφανιστούν φοιτητές Φιλολογίας, Γλωσσολογίας, ερευνητές, ήμουν σίγουρη ότι θα έρχονταν κάποια στιγμή, αφού εγώ δεν κατάφερνα να καταγράψω το λόγο του, γιατί όποτε έβλεπε μαγνητόφωνο έχανε τον οίστρο. Κι έτσι, χωρίς μαγνητόφωνο έμειναν οι περιγραφές για τις δουλειές που έκανε στα νιάτα του (ανέβαινα στην καστανιά και γκρέμιζα τα κάστανα), για τη συμφορά στο χωριό, όταν εκτέλεσαν οι Γερμανοί 120 άντρες (ήμαν τότε μικρός εγώ…) για το σεισμό του 55 και πώς γκρέμισαν το αρχοντικό στο οικόπεδο που χτίσαμε εμείς χρόνια αργότερα ένα σπιτάκι (σάρισαν το σπίτι δεμένο με κάτι συρματόσκοινα χοντρά, να σαν το μπράτσο μου!) κι ένα σωρό ακόμα ιστορίες που τις έλεγε με κείνη την υπέροχη θεσσαλική ντοπιολιαλιά και γνήσιο αφηγητικό ταλέντο. Ένας θησαυρός ήταν αυτός ο άνθρωπος, αλλά δεν τον ανακάλυψαν τελικά οι φοιτητές Φιλολογίας, Γλωσσολογίας, Ιστορίας, μόνο μια συνέντευξη για το Σανατόριο του πήραν κάποτε, σε έρευνα για τον συντοπίτη γιατρό Καραμάνη. Κρίμα, πολύ κρίμα.
Βάζω λίγες φωτογραφίες από όσες έχω, τόσα χρόνια στη Δράκεια έβγαλα βέβαια πολλές. Τα απογεύματα που κάθονταν με τη μαμά και τη θεία μου στην αυλή και κουβέντιαζαν, αυτή τη γαλήνη που νόμιζες ότι εξασφάλιζε διάρκεια αιώνια. Δεν τις βρήκα, έχω αυτήν εδώ με τη ρίγανη, που είχα γράψει κάτι τότε και στην εφημερίδα, την άλλη στην αυλή και μια από τις χειμωνιάτικες εκδρομές μας που πηγαίναμε μεγάλη παρέα στη Δράκεια.


Κυριακή 10 Αυγούστου 2025

Οι γυναίκες αλλάζουν τις πόλεις

 Σνομπάρισμα τέλος! Όπου και να πάω μου αρέσει! ανακοινώνει στην παρέα μας η άλλοτε δύσκολη ταξιδιώτισσα και μας αποκαλύπτει ότι απήλαυσε τη βόλτα στο Αιγάλεω, όπου είχε πάει γκρινιάζοντας και με μαύρα γυαλιά ηλίου για να μην τυχόν και πέσει πάνω σε γνωστούς. Γελάμε. Απέκτησε χιούμορ.

Αλλά ξέρω πως έχει δίκιο. Έχω πάει κι εγώ στο Αιγάλεω, βόλτα με το μετρό, καθώς και στον Κορυδαλλό και τη Νίκαια, μέρη που γνώριζα μόνο από απερίγραπτα παραπονιάρικα λαϊκά τραγούδια, και μου άρεσαν όλα, ζήλεψα την ησυχία, τα δέντρα, τους πεζόδρομους, τα μαγαζιά. Έβγαζα φωτογραφίες σαν ευτυχισμένη τουρίστρια, όπως και ήμουν, έστω για τη διάρκεια ενός απογεύματος.

Τα τραγούδια συχνά εστιάζουν στο παράπονο όταν κάνουν μια απλή βόλτα σε γειτονιές, κι όταν ταξιδεύουν σε επαρχιακές πόλεις έχουν στα μπαγκάζια τους μελαγχολία, από το Διδυμότειχο μπλουζ βορείως, μέσω Κατερίνης και του τραίνου που περιμένεις, Λαρίσης και Τρικάλων που επίσης περιμένουν κάποιον αρχάγγελο τις Κυριακές, κι έτσι ως την πρωτεύουσα όπου μπορείς επιτέλους να πάψεις να περιμένεις και να ριχτείς στη δράση. Θυμάμαι τη σιωπή και την πλήξη των επαρχιακών πόλεων σε περάσματα στις δεκαετίες του ’70 και του ’80, ειδικά το χειμώνα με την απόκοσμη ησυχία και την ακινησία των κλαδεμένων δέντρων στους έρημους δρόμους. Όταν έμενα λίγο παραπάνω κι έβρισκα μια ρουτίνα λίγων ημερών, είχα την εντύπωση ότι με κυνηγούσε διαρκώς ένα είδος ενοχής, μια άχαρη Ερινύα για σφάλματα απροσδιόριστα, μάλλον για το γεγονός ότι ερχόμουν από την πρωτεύουσα όπου η ζωή ήταν πιο ενδιαφέρουσα και την περνούσαμε στο κέντρο των πραγμάτων.

Κι ύστερα πόλεις και γειτονιές άρχισαν σιγά- σιγά να αλλάζουν. Δεν το καταλάβαμε αμέσως, ίσως ακόμα δυσκολευόμαστε να το ομολογήσουμε. Πόλεις και γειτονιές πέρασαν τη φάση της πληκτικής επαρχίας. Πέρασαν και τη φάση της αφόρητης και υποχρεωτικά ομοιόμορφης και μιμητικής ασχήμιας. Τώρα ζουν κάτι άλλο, διάγουν βίο νέο που δεν ξέρω πώς να τον ονομάσω ακριβώς, μην τον ματιάσουμε κιόλας. Τώρα συμβαίνει το εξής πολύ απλό, έχουν γίνει όλες όμορφες. Ακόμα και οι άσχημες πόλεις, οι διάσημες για την ασχήμια τους, έχουν γίνει ωραίες.

Πώς γίνεται αυτό; Δεν θα το πίστευα αν δεν τύχαινε να επισκεφτώ το Ηράκλειο, μια πόλη όπου είχα χαθεί πριν μερικές δεκαετίες ψάχνοντας να βρω το Μουσείο, προσπαθώντας να περάσω απέναντι, γυρίζοντας συνέχεια ζαλισμένη στα ίδια θορυβώδη στενά και μη κατορθώνοντας να φτάσω στο λιμάνι. Όταν ξαναπήγα, πολύ προκατειλημμένη, φοβισμένη από την πρώτη εμπειρία, ήταν σαν μαγικό χαλί, όλα σε έναν πεζόδρομο που σε οδηγεί από το κέντρο στο ενετικό φρούριο μέσω όλων των μνημείων, κι η θάλασσα είναι μπροστά σου διαρκώς και μπορείς να καθήσεις να ξεκουραστείς ανά πάσα στιγμή, και να θαυμάσεις σε βάθος το παρελθόν και τα απομεινάρια του. Δεν έχει βέβαια αλλάξει η πόλη γύρω γύρω, στενοί δρόμοι, πεζοδρόμια, τείχη από πολυκατοικίες, αλλά οι τουρίστες δεν χρειάζεται να το ζήσουν αυτό όπως παλιά, κι οι κάτοικοι έχουν μια διέξοδο για τη σχόλη τους, τις συναντήσεις και την αναψυχή τους.

Αυτή η πόλη ήταν για μένα αποκάλυψη, κι ύστερα ακολούθησαν κι άλλες. Ονόματα που άλλοτε προκαλούσαν ειρωνεία, έγιναν προορισμοί εκδρομών. Λίγοι πεζόδρομοι, λίγα διατηρημένα κτίρια, λίγα καφενεία, εστιατόρια, τραπεζάκια έξω. Όπου και να ταξιδέψεις έχεις κάτι να θαυμάσεις, να ανακαλύψεις, να απολαύσεις και να μάθεις, ακόμα και στο μικρότερο χωριόυπάρχει ένα είδος επανεκτίμησης του εαυτού του που κάπως το αναδεικνύει και σου προσφέρει τη βασική αξία κάθε δημόσιου χώρου: λίγο περίπατο, λίγη θέα, λίγη ιστορία, λίγη ξεκούραση. Τριγυρίζεις, κουράζεσαι, κάθεσαι στην πλατεία, έρχεται το νερό. Έρχεται ο κατάλογος. Και τις περισσότερες φορές γύρω σου σφύζουν από ζωή τα τραπέζια κι από νιάτα. Αγόρια και κορίτσια κάθονται μαζί και γελάνε, και πειράζονται, και φλερτάρουν, και ξαναγελάνε. Καμία σχέση με τις βόλτες στα καφενεία πριν από λίγες δεκαετίες, που ήταν γεμάτα βλοσυρούς άντρες, οι οποίοι σε έγδυναν με τα μάτια έτσι και τολμούσες να διαβείς το κατώφλι.

Χρειαζόταν κάποτε ηρωισμός για να βγουν οι γυναίκες σε καφενείο, μόνες ή με τις φίλες τους, να καθήσουν και να συζητήσουν άνετα γύρω από ένα τραπέζι. Θυμάμαι πόσο μας άρεσε το καφενείο Πικαντίλυ στην Πανεπιστημίου, ένας χώρος μοναδικά μεγάλος, που πια δεν βρίσκεις σε όλη την Αθήνα ανάλογο, αλλά μπαίναμε μέσα κρατημένες από το χέρι, για να δίνουμε κουράγιο η μία στην άλλη με τις φίλες μου, νιώθοντας πολύ τολμηρές και διεκδικητικές. Φυσικά ήταν αδύνατον να χαλαρώσουμε και να κάνουμε σαν να μη συμβαίνει τίποτα, τα σκανδαλισμένα βλέμματα μας τύλιγαν σα δίχτυ που σε ακινητοποιεί. Δύσκολο να φανταστεί κανείς σήμερα μια τέτοια κατάσταση. Η ζωή στις πόλεις έχει αλλάξει, ο ελεύθερος χρόνος έχει καταλάβει το χώρο του, οι γυναίκες είναι παντού, και πουθενά δεν τις στραβοκοιτάζουν.

Και καθώς οι πόλεις αποφάσισαν να περιποιηθούν έστω ένα μικρό κομμάτι η καθεμία για τη βόλτα, την ομορφιά, την Ιστορία και την απόλαυση, άλλαζαν οι συνήθειες των ανθρώπων, σα να έπρεπε να υποδεχτούν το νέο τους απόκτημα με άλλα μυαλά. Στα ανοίγματα τα κορίτσια απλώθηκαν, οι κυρίεςξαναγνωρίστηκαν, ξεκίνησε και κάτι σαν αντίστροφη πορεία, σα να λιγόστεψαν οι άντρες. Οι γυναίκες φτιάχνουν λέσχες ανάγνωσης, χορωδίες, ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες, παρακολουθούν διαλέξεις, γράφονται σε σεμινάρια πάσης φύσεως, κι όπου και να βρεθούν παρατηρούν ότι είναι οι περισσότερες. Στους ερασιτεχνικούς θιάσους ανεβάζουν συνεχώς το «Οκτώ γυναίκες κατηγορούνται» επειδή δεν έχουν άντρες, ή τη «Γυναικοκρατία», ψάχνουν έργα με όσο το δυνατόν λιγότερους αντρικούς ρόλους, έως καθόλου. Μια ιδέα θα ήταν να γράφαμε ένα δικό μας, άκουσα ένα απόγευμα να λέει μια κοπέλα στη μεγάλη κοριτσοπαρέα της, απλωμένη σε κεντρικό καφενείο της Λειβαδιάς. Ελπίζω να το κάνουν. Σαράντα κορίτσια αντί για σαράντα παλικάρια, σε αναίμακτες κατακτήσεις.


Κυριακή 3 Αυγούστου 2025

Στη θάλασσα, μαζί με τα άλλα τα παιδάκια

Πρώτα διάβασα τα σχόλια, η μάνα που πέταξε το παιδί στη θάλασσα. Διεστραμμένο τέρας. Χρειάζεται λυντσάρισμα. Είχε δυο ακόμα παιδιά μαζί. Κράτησε τ’αγόρια, πέταξε το κορίτσι. Μετανάστρια.

Το παιδί είχε πεθάνει. Φοβήθηκε.

Ας το πήγαινε σε νοσοκομείο. Κανένα νοσοκομείο δεν θα την έδιωχνε.

Πραγματικά. Κανένα νοσοκομείο δεν διώχνει άρρωστα παιδιά στην Ελλάδα, αλλά το ήξερε; Πώς μαθαίνουν να βρίσκουν βοήθεια για τα παιδιά οι μετανάστριες; Υπάρχει κάποιο γραφείο πληροφοριών; Μήπως το μόνο που μαθαίνουν με χίλιους τρόπους είναι ότι είναι ανεπιθύμητες, κι αυτές και τα παιδιά τους και κυρίως οι άντρες τους που καταφέρνουν να φτάσουν στις απέραντες ελληνικές ακτές; Απέραντες για τη Γεωγραφία, για μας πολύ στενές κι αυτοί δεν χωράνε. Τι για εισβολή μιλάμε, μόλις αποφευχθεί κανένα ναυάγιο με φτωχούς ανθρώπους που ελπίζουν να δουλέψουν σα σκλάβοι ερχόμενοι με κίνδυνο της ζωής τους στην Ευρώπη, τι για υβριδικό πόλεμο. Απίστευτες εξυπνάδες, και μετράνε μετά οι πολιτικοί τις μερίδες φαγητό που τους δίνουν, ευρωπαϊκά λεφτά ούτως ή άλλως, αφού τους κλείσουν κάπου συρματοπλεγμένους, αντί να τους αφήσουν να δουλέψουν τους ανθρώπους, το μόνο που θέλησαν. Αυτό είναι ο υβριδικός τους πόλεμος. Πόσες ψήφους πια θα μαστεύσουν από την καλλιέργεια του μίσους και του φόβου; Και πόση υποκρισία μπορούμε να αντέξουμε όταν βγαίνουν στο φως τέτοιες ιστορίες;

Στη θάλασσα το πέταξε το παιδάκι της η μετανάστρια, δεν μου φαίνεται εμένα και τόσο τερατώδες. Στη θάλασσα από όπου ίσως έφτασε κι αυτή με χίλιους κόπους. Στη θάλασσα με τα άλλα τα παιδάκια, ή θα μου πείτε ότι δεν ξέρουμε πως έχει η θάλασσα παιδάκια στο βυθό της, από τα ναυάγια με τους μετανάστες, από την Πύλο που τόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν, από τις προσπάθειες να περάσουν στα νησιά. Στη θάλασσα που λέγαμε ότι ενώνει, τι ρομαντικά πράγματα έχουμε πει… Γιατί όχι στη θάλασσα δηλαδή; Γιατί να το δώσει στη γη που δεν τη θέλει; Η θάλασσα δεν ρωτά, αγκαλιάζει χωρίς κόπο, σε παίρνει, σε νανουρίζει. Μπορεί και να σε χρησιμοποιεί, αν καταφέρεις να απομακρυνθείς από τις ακτές όπου θα σε βρουν, θα σε συλλάβουν, θα σε ανακρίνουν, θα σε φυλακίσουν, θα καταλήξεις σε κελί και θα ψάχνεις μετά τα παιδιά σου, που μπορεί να σε κρίνουν ανάξια να ξαναδείς, αυτοί  που δεν σε βοήθησαν, δεν σε καθοδήγησαν, λες και δεν ξέρουν πόσο δύσκολο είναι να μεγαλώνεις παιδιά, ακόμα και στη δική σου χώρα, στο ίδιο σου το σπίτι, με τις γιαγιάδες παραστάτες, λες και δεν μεγάλωσε κανένας τους παιδιά, λες και δεν είδαν ποτέ παιδί να μεγαλώνει. Αυτοί που δεν σε ήθελαν, που σε έδιωχναν με κάθε τρόπο. Αυτοί είναι οι κριτές σου.

 

 

Παρασκευή 1 Αυγούστου 2025

Λονδρέζικο καλοκαίρι


Σέρνω τη βαλιτσούλα μου στις βρεγμένες πλάκες του πεζοδρομίου κι αναρωτιέμαι γι άλλη μια φορά πού πήγε εκείνος ο έρωτας που είχα για την Αγγλία μέχρι πριν λίγα χρόνια. Όχι ότι την αγαπούσα περισσότερο από τη Γαλλία ή την Ιταλία, αλλά ας πούμε ότι την περιείχε η λατρεία μου για ολόκληρη την Ευρώπη, με την ιδιαιτερότητα του έρωτα για κάθε χώρα, όπως αγαπάς ξεχωριστά κάποιον για μερικά πράγματα και διαφορετικά για κάποια άλλα. Ξέρω βέβαια τι φταίει, ξέρω ότι μου έσπασε την καρδιά (broke my heart) με το Βrexit, αλλά δεν θέλω να το παραδεχτώ. Είναι δυνατόν να είμαι τόσο βαθιά εξαρτημένη από πολιτικά γεγονότα που δεν είναι παρά συγκυριακά, δεν δείχνουν παρά μια παράξενη, ιδιότυπη, αδικαιολόγητη, βλακώδη βεβαίως, αλλά ίσως ασήμαντη εν τέλει καμπή της Ιστορίας; Δεν μπορώ να το δεχτώ αυτό, θέλω να νιώσω την ίδια συγκίνηση με την καλοκαιρινή δροσιά του νησιού της Βρετανίας, να θαυμάσω ξανά τα πελώρια δέντρα στα πάρκα του Λονδίνου, να αλαφρώσει το μυαλό μου με τους ξαπλωμένους στο γρασίδι νεαρούς, να γελάσει το χειλάκι μου με τα χαζά ρητά έξω από τις παμπ, να χαμογελάσω στις κυρίες που μου χαμογελούν και να το γλεντήσω όπως το γλεντούσα κάποτε, αλλά όχι. Είναι αδύνατον.

Μπαίνω ωστόσο στο πάρκο να κόψω δρόμο για το σπίτι όπου θα είμαι για ένα μήνα με το εγγονάκι μου, εγγλεζάκι από τη γέννηση του, προσπαθώ να πάρω βαθιές ανάσες κάτω από τις πλούσιες φυλλωσιές των μεγάλων δέντρων, που τα έχω δει και χειμώνα και άνοιξη, έχω μάθει τα ονόματα τους, τα έχω αγαπήσει στη λογοτεχνία, στις σελίδες των σπουδαίων Βρετανίδων που από παιδάκι με σαγήνεψαν, προσπαθώ να ζωντανέψω ξανά ακριβώς τη δική τους ματιά, να ξανανιώσω τη συγκίνηση τους, και δεν πιάνει το παλιό ξόρκι. Ωραία η δροσιά και το πράσινο καλοκαίρι, τα σώματα που ξεγυμνώνονται, τα ποταμάκια που θυμίζουν εξοχή όπου θα μπορούσες λέει να ψαρεύεις και να ξαπλώνεις στα θερισμένα στάχυα αφού είχες πάει βόλτα με το ποδήλατο, αλλά είναι σα σκηνικό, δεν μπορώ πια να μπω μέσα στο έργο. Τώρα που τα παιδιά μου ζουν εδώ σαν πολίτες της χώρας, εγώ νιώθω πιο ξένη από την πρώτη φορά που είχα έρθει και δεν καταλάβαινα τίποτε όταν μου μιλούσαν. Ξένα μου φαίνονται τα ωραία σπιτάκια της γειτονιάς τους, με τις κολονίτσες τους που κάποτε ζήλευα και τους πίσω κήπους που θεωρούσα τόσο μεγάλο προνόμιο, ξένες και αδιάφορες οι περιποιημένες προσόψεις με τα λουλούδια, ορτανσίες, λυγαριές, τριανταφυλλιές και ρυγχόσπερμα, γιασεμιά και υβίσκους, τα μαγαζάκια με όλη τους τη φαντασία και τα ψαγμένα τους αντικείμενα.

Στο πάρκο αυτό θα περνάμε κάθε απόγευμα με το μικρούλι μου, ενίοτε και τα πρωινά. Κάθε μέρα πικνίκ και προσπάθειες κοινωνικοποίησης με τον πολύχρωμο πληθυσμό των οικογενειών, γονείς που μιλούν όλες τις γλώσσες, παιδάκια που μιλούν τα νέα αγγλικά, εντελώς ακατανόητα βέβαια πλέον για μένα. Τις βροχερές μέρες πηγαίνουμε στην κοντινή βιβλιοθήκη όπου τα παιδιά μπορούν να κυλιστούν στο χαλί -μοκέτα συνθετική είναι αλλά έχει επάνω σχέδια με πασχαλίτσες- ταλαιπωρώντας τα εκατοντάδες παιδικά βιβλία τριγύρω. Πιο πολύ  αρέσει στο μωρό μου να τρέχει στο γρασίδι και να μαζεύει τους πεσμένους από τα δέντρα καρπούς, άγρια κάστανα αγκαθωπά, κάτι μηλαράκια σε μέγεθος αμυγδάλου που προσπαθεί να φάει κρυφά από μένα, μούρα που του δίνω η ίδια όταν καταφέρνω να τα φτάσω, και διάφορα άλλα μυστήρια που μαζεύει περνώντας την τροφοσυλλεκτική περίοδο της ανθρωπότητας. Ξεκινάμε πάντα με κοντομάνικα, αλλά και ζακέτα μαζί μας, και ομπρέλα και καπέλο, δια παν ενδεχόμενο, και συνήθως όλα χρειάζονται. Δεν μένεις ποτέ χωρίς να απασχολείς τα χέρια σου όταν κάνεις βόλτα στο Λονδίνο, κάθε λεπτό η θερμοκρασία αλλάζει.

Προσπαθώ για λογαριασμό του εγγονού μου να εντάξω τις εμπειρίες μας στη μεγάλη ευρωπαϊκή αίσθηση, και μέσα μου εύχομαι να θελήσει γρήγορα να έρθει να περάσει καλοκαίρια στην Ελλάδα. Να σκάμε από τη ζέστη και να πηγαίνουμε στη θάλασσα, να κολυμπάει όπως ο μπαμπάς του, δελφινάκι από βρέφος, κι όταν γυρίζει πίσω στο Λονδίνο, ή όπου άλλού θα βρίσκεται, να θυμάται την αλμύρα και τη χαύνωση, τη σιέστα μετά το κολύμπι, να έχει το μυστικό μας αυτό, κρυμμένο στης καρδιάς τα βάθη.

Η άλλη ευχή είναι να ζήσω να δω τους Βρετανούς να παίρνουν πίσω το Brexit. Από περιέργεια, να δω, θα την  αγαπήσω αυτή τη χώρα ξανά;




Δευτέρα 21 Ιουλίου 2025

Παράδεισος

 Παράδεισος είναι απλώς η καλλιτεχνική απεικόνιση των περιβολιών ανά τους αιώνες.

Κλειστών περιβολιών. Ιδιωτικών. Κρυμμένων. Όπως στα μοναστήρια. Όπως στα χαρέμια. Όπως στο τραγούδι του Χατζιδάκι από τον Καπετάν Μιχάλη: 

«Νειρεύονταν η Κρασογιώργαινα

σεργιάνιζε, λέει με τον καλό της

σ’ ένα κλειστό περβόλι και χαμογελούσε.

Δεν ήταν ο Κρασογιώργης ο χοντρομπαλάς

μα ένα λυγερό παλικάρι

Στριμμένο αγκάθα το μουστάκι του

Μαλλιά μακριά, κορακάτα

Κι η ανάσα του μύριζε κανέλα

Ίδιος κι απαράλλαχτος ο Αθανάσιος Διάκος!

Κι εδώ βλέπετε ένα κλειστό περβόλι από αιγυπτιακή παράσταση που βρίσκεται στο Βρετανικό Μουσείο



Όλοι όμορφοι εκεί επάνω

Τα άλογα είναι τέλεια, γεμάτα ζωντάνια και κίνηση. Οι πτυχές δουλεμένες με φυσικότητα, η στάση των ανθρώπων περήφανη με τρόπο ανθρωπίνως κατανοητό, φορούν τα καλά τους, παρελαύνουν, είναι η μέρα της μεγάλης γιορτής, αλλά πώς γίνεται να είναι όλοι όμορφοι; Όλων τα χαρακτηριστικά άψογα, ήρεμα, κανονικά, λες και τους διάλεξες έναν- έναν και απέκλεισες από την πομπή όσους δεν είναι μανεκέν. Πώς αποφάσισες κάτι τέτοιο αγαπητέ Φειδία; Φανταστικές ερωτήσεις φανταστικών προσώπων (ίσως όμως και του ίδιου του Περικλή, ή της Ασπασίας, ή κάποιου που δεν φοβόταν το θυμό του καλλιτέχνη) στον γλύπτη της μεγάλης πομπής, η οποία, λένε τώρα νέες επιστημονικές έρευνες, μπορεί να μην είναι ακριβώς η πομπή των Παναθηναίων. Το αποφάσισα, θα μπορούσε να απαντήσει ο μεγάλος γλύπτης, επειδή μου αρέσει περισσότερο να δημιουργώ όμορφα αρμονικά πρόσωπα, παρά αληθινά, ρεαλιστικά. Άσε που ο ρεαλισμός είναι σχετική έννοια που ακόμα κανένας δεν διατύπωσε στον 5ο π.Χ. αιώνα. Ναι, καθώς σε κάθε ιππέα και σε μη ιππέα αναπαράγω τα ίδια τέλεια, κλασικά χαρακτηριστικά δεν νιώθω καθόλου να βαριέμαι, κάθε άλλο, με κάθε προφίλ μεγαλώνει η χαρά μου και προβλέπω ότι οι επισκέπτες που θα τα βλέπουν κάποτε σε μεγάλα μουσεία με συγκεντρωμένα έργα τέχνης από πολλούς πολιτισμούς, θα εκπλήσσονται κι αυτοί με κάθε πρόσωπο όλο και περισσότερο μέχρι το τέλος της πομπής. Των Παναθηναίων, ή όποιας άλλης. Ωραίοι όλοι, και πάλι ωραίοι, και ξανά ωραίοι, ατελείωτα.

Πέμπτη 26 Ιουνίου 2025

Πηγαίνοντας στο Ηρώδειο

Κατέβηκα από τον Ηλεκτρικό στο Θησείο για να πάω στο Ηρώδειο, κι όπως ανέβαινα την Αποστόλου Παύλου και μετά τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου απολάμβανα τα πλήθη του τουριστών. Με το συμπάθιο κιόλας, αλλά πόσο με πλημμύρισε χαρά αυτός ο σεβασμός που είχαν στο βλέμμα, το δέος με το οποίο κοιτούσαν γύρω τους, η συγκίνηση που δείχνανε στο τοπίο αυτό που για μας είναι συνηθισμένο, κι ας είναι το ωραιότερο που διαθέτουμε. Μου έφτιαξαν τη διάθεση, με γέμισαν αυτοπεποίθηση, πολύ απαραίτητη μετά τη διαδρομή με τον Ηλεκτρικό όπου είχα στριμωχτεί σα σαρδέλα.

Κυριακή 8 Ιουνίου 2025

Αμάν με τα ρομπότ!

Πόσες ώρες τρώμε με τα ρομπότ στο τηλέφωνο; Θα έπρεπε κάποιος να το υπολογίσει και να ξεκινήσει ομαδικές αγωγές κατά των εταιριών που μας βασανίζουν, έτσι για το γμτ. Περιμένοντας και περιμένοντας και ξαναπεριμένοντας να ακούσουμε όλη τη λιτανεία, όλα τα τροπάρια των κασετών, που λέει ο λόγος κασέτες, το ξέρω πως δεν είναι, δεν θα με τρομοκρατήσετε τώρα ως ανίδεη περί τα τεχνολογικά, δεν είμαι και τόσο, περιμένοντας ωστόσο γεράσαμε πρόωρα. Κι αυτό το απειλητικό, η συνομιλία μας καταγράφεται, σε στυλ, μη βρίσεις γιατί μπορεί να σου κάνουμε μήνυση, πωπω σκιάζομαι στ’ αλήθεια… Να φωνάζεις αμέσως μόλις αρχίσει το τροπάριο, με συμβουλεύουν οι φίλοι, να λες, θέλω εκπρόσωπο, θέλω εκπρόσωπο, μην κάθεσαι βουβή σα βλάκας να περιμένεις να τελειώσει! Μάλιστα, καταλαβαίνω το πνεύμα της συμβουλής, αλλά δεν είμαι άνθρωπος της ετοιμότητας, θέλω το χρόνο μου, μπορεί να ελπίζω στο βάθος ότι η φωνή θα ζωντανέψει, σαν ηθοποιός που μπαίνει στη σκηνή χωμένος σε ένα χαρτονένιο κουτί κι ύστερα το πετάει από πάνω του και μας χαμογελά! Ναι, τέτοιο αφελές νούμερο είμαι. Δεν πιστεύω όλη αυτή την κατάντια με τις μηχανικές φωνές, κι ακόμα αισιοδοξώ ότι κάποια στιγμή θα φτάσουν στο αμήν και οι ίδιες οι εταιρίες και θα ανακρούσουν πρύμνα. Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Και ναι, εντάξει, συναινώ, καταγράψτε με! Θα καταγράφω κι εγώ τι να σας πω σε κορακίστικα, σε αλαμπουρνέζικα, σε κάτι παράξενο και επινοημένο, να δούμε τι θα κάνετε, ίσως χρειαστείτε μεταφραστές και αναγκαστείτε να ζητήσετε κι εσείς βοήθεια. Τέλος πάντων, περιμένω και περιμένω, και κάποια στιγμή επιτέλους ακούγεται ανθρώπινη φωνή, κι είναι εννιά το πρωί, γιατί παίρνω νωρίς να τους πετύχω χωρίς συνωστισμό, είναι εννιά το πρωί, επαναλαμβάνω, και μου λέει, Καλησπέρα!

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2025

Πώς κλίνονται οι ξένες λέξεις

Αν είναι να ξεχνάω, θεουλη μου, σε παρακαλώ, μεγαλώνοντας, κάνε να ξεχάσω διάφορα επίμονα πράγματα που μας έμαθαν στο σχολείο και κόλλησαν επάνω μου. Ας πούμε, Γραμματική, Συντακτικό και τα συμπαρομαρτούντα, γιατί θεούλη μου τα θυμάμαι συνέχεια όταν διαβάζω εφημερίδες κι όταν ακούω διαλέξεις, και συζητήσεις και ραδιόφωνο, και συγχύζομαι; Δεν ήμουν καν καλή στη Γραμματική, έλα όμως που μου έχουν κολλήσει διάφορα αξιώματα τα οποία θα πρέπει κάτι να μου έκαναν, κάπως να με γοήτευσαν, να με παρέσυραν. Π.χ, θυμάμαι που μας έλεγαν ότι οι ξένες λέξεις δεν κλίνονται όταν μιλάμε ελληνικά, εκτός αν έχουν εξελληνιστεί. Είναι μερικές που αντιστέκονται, όπως το ασανσέρ, είναι άλλες που εξελληνίστηκαν αμέσως όπως το κονσέρτο. Αμ δε. Αν ακούς Τρίτο Πρόγραμμα θα μάθεις ότι το κονσέρτο είναι ακόμα ξένη λέξη, και στον πληθυντικό κάνει τα κονσέρτι, όπως το σόλο γίνεται τα σόλι, και ούτω καθεξής. Διότι στο Τρίτο πρόγραμμα ξέρουν ιταλικά, εξάλλου είναι η γλώσσα της μουσικής. Ξέχνα λίγο τον Τριανταφυλλίδη κι άνοιξε τ αυτιά σου σαν τριαντάφυλλο να μαθαίνεις ξένους πληθυντικούς. Και κάτι γυναικεία ονόματα που είναι και γερμανικά ή σουηδικά, όπως το δικό μου φερειπείν, η Άννα, η Σοφία, κλπ, ξαφνικά γίνονται άκλιτα επειδή μιλάμε για Γερμανίδες ή Σουηδέζες ή κάτι άλλο πολύ υψηλό που δεν μπορεί να κλίνει το γόνυ σε ελληνικές πτώσεις, πλέον τα συναντώ σε καινούργιες μεταφράσεις με τη σέσουλα. Μπορεί και να έχουν αλλάξει οι κανόνες επισήμως και δεν μας ενημέρωσαν εμάς τους μπούμερ. Να καθιερώθηκε να κλίνονται οι ξένες λέξεις στη γλώσσα από όπου προέρχονται, οπότε να μας περιμένουν πληθυντικοί στα τούρκικα ας πούμε. Λερ και λαρ. Για να δούμε.

Πέμπτη 29 Μαΐου 2025

Επί λέξει

Κι εγώ στο «Επί λέξει» το βιβλιοπωλείο που άνοιξε πριν 12 χρόνια στην Ακαδημίας και το θεωρουσα ακόμα καινούργιο, κι εγώ εκεί λοιπόν είχα παρουσιάσει το τελευταίο βιβλίο μου τον Νοέμβριο του 23 με την Κατερίνα Σχινά, γιατί μου άρεσε, συμπαθώ πολύ τη Μαρία από αιώνες, από το Θεμέλιο ακόμα, και περνάω και ψωνίζω συχνά. Και δε χορταίνω τα βιβλία και τα βιβλιοπωλεία, κι όταν κλείνουν μου λείπουν πάρα πολύ. Αυτό το μαγαζί ειδικά το χαιρόμουν περισσότερο από όλα, ένιωθα οικειότητα πολύτιμη για μένα, που δεν έχω στέκι κι ας τριγυρίζω με πάθος την Αθήνα μια ζωή. Θα πάω για ψώνια αυτούς τους δυο τελευταίους μήνες στο Επί λέξει. Είμαι και άνθρωπος που δεν έχω άλλο τρόπο να διαβάζω, θέλω να αγοράζω τα βιβλία. Άντε, δανείζομαι και μερικά από την κολλητή μου. Δεν έχω συνηθίσει τις βιβλιοθήκες. Κακώς, αλλά έτσι είναι. Κι έχω διαπιστώσει ότι στην Αθήνα, ακόμα και στο κέντρο, έχουμε πολύ λίγα βιβλιοπωλεία, μετρημένα.

Κυριακή 11 Μαΐου 2025

Γιορτές με τη μητέρα μου

Είχα την ιδέα τα τελευταία χρόνια της ζωής της μαμάς μου να αρχίσω να καλώ κόσμο στο σπίτι της, δικούς μου φίλους κυρίως, με κάθε ευκαιρία. Κάναμε πρόβες θεατρικού, συναντήσεις της χορωδίας, μαθήματα ελληνικών, όλες τις δραστηριότητες που είχα συν γενέθλια, γιορτές και τα σχετικά, μέχρι και θεατρικές ερασιτεχνικές παραστάσεις. Και η μαμά χαιρόταν την παρέα, έστω κι αν κουραζόταν ενίοτε. Και ζητούσαν όλοι πάντα να μας παίξει πιάνο, να τραγουδήσουμε τα αγαπημένα της ταγκό και βαλς. Ένα βράδυ που γνωρίστηκε με μια από τις γλυκές και τρυφερές φίλες μου, πέρασε τρεις ώρες να της μιλά, ήπιε λίγο κρασάκι, είχαν κοκκινίσει τα μάγουλα της και λάμπανε τα μάτια της, θα πρέπει να πέρασε μια από τις ωραιότερες βραδιές της. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, Μάρθα, την ευτυχία που της χάρισες. Γερατειά και άνοια δεν αφαιρούν τη χαρά μιας καινούργιας γνωριμίας, τη χαρά που βρίσκεις όταν ένας άνθρωπος σε κοιτάζει στα μάτια και ακούει την ιστορία σου.

Τετάρτη 30 Απριλίου 2025

Φύλακες των πυλών

Στέκεται στην πόρτα ακριβώς του λεωφορείου. Δεν έχει κανένα λόγο, το λεωφορείο δεν είναι γεμάτο, έχει χώρο να πάει λίγο πιο πίσω, κι ούτε θέλει να κατέβει. Περνάν οι στάσεις, δυσκολεύεται η πόρτα να ανοίξει, δυσκολεύεται ο κόσμος να κατέβει, κι εν συνεχεία να ανέβουν οι απέξω, καθώς είναι και σωματώδης, πιάνει εντελώς το μισό άνοιγμα. Αλλά δεν το κουνάει από εκεί, εμποδίζει τους πάντες αλλά κανείς δεν του λέει τίποτα. Θαυμάζω όπως πάντα αυτή την καταπληκτική αναισθησία που χαρακτηρίζει τόσους και τόσους συμπολίτες μας, πριν σκοντάψω κι εγώ επάνω του προσπαθώντας να κατέβω και βρεθώ σχεδόν στην αγκαλιά της γυναίκας που περιμένει να ανέβει. Κι αφού ζητήσουμε συγγνώμη η μία από την άλλη, βεβαιώνομαι ότι εκείνος παραμένει στη θέση του, κι οι υπόλοιποι κάνουν ουρά να ανέβουν και να κατεβούν εφ’ενος ζυγού, υποταγμένοι στη μοίρα.

Πέμπτη 17 Απριλίου 2025

Χώμα ελληνικό

Τώρα που θα φύγω και θα πάω στα ξένα και θα ζούμε μήνες, χρόνια χωρισμένοι, θα σας χαιρετήσω όλους έναν- ένα και δεν θέλω να είστε τόσο λυπημένοι. Στη γιαγιά ένα μπάι, στον παππού ένα τσαο και στο θείο Ντινο μια σφιχτή αγκαλιά, μα στο σκύλο ετούτο που εύκολα τον φτάνω, θα μου περισσέψουν καναδυό φιλιά.. Είναι απαλουλης, είναι τρυφερούλης, μούκανε παρέα εδώ στα χαμηλά, κάτω απ τα τραπέζια, πίσω απ τα ντουλάπια, κι έξω μες τον κήπο, πάνω στα βουνά. Έχει ωραία τρίχα, είναι μες στη σκόνη, σ όλο μας το πάρκο που τον κυνηγώ, κι έτσι εγώ θα πάρω φυλαχτό σπουδαίο, μόνο λίγο χώμα, χώμα ελληνικό

Κυριακή 30 Μαρτίου 2025

Οι τρομερές ιδέες της Πολεοδομίας

Βαριές εξυπνάδες της πολεοδομίας, νόμιμες και μελετημένες Δεν σηκώνουμε συχνά το κεφάλι να προσέξουμε τις λεπτομέρειες στο ομοιόμορφο περιβάλλον των πολυκατοικιών που μας ζώνουν. Θα έπρεπε. Αυτό που ζούμε στην Αθήνα με τα τραβηγμένα κτίρια είναι παράλογο και βάρβαρο. Κοιτάχτε αυτό το κτίριο που δήθεν τραβήχτηκε για να δώσει πεζοδρόμιο, σε ένα δρόμο χτισμένο ολόκληρο με πολυκατοικίες που σημαίνει ότι δεν θα κέρδιζε τίποτε το πεζοδρόμιο στο μήκος του. Αυτό είναι νόμος από τους τελευταίους της πολεοδομίας και θεωρείται μεγάλη εξυπνάδα. Πάνε τα κτίρια πίσω και έχουν δικαιώματα να χτίσουν μέχρι δέκα ορόφους. Δεν το έχτισε κάποιος διάσημος επιχειρηματίας για να ξεσηκωθούν οι πάντες, ένας εργολάβος εξ Αιγάλεω έκανε την τύχη του και ουδείς τον ενόχλησε. Τα τραβηγμένα κτίρια κλείνουν τον ακάλυπτο όλου του τετραγώνου, και φυσικά λίγο μετά, χτίζουν κάπως και το πεζοδρόμιο που δήθεν έδωσαν… Προσέξτε το στη σκοτεινή μεριά της φωτογραφίας. Πώς να μην είναι σκοτεινή με τόσο ψηλά κτίρια. Αυτό τώρα με τη βούλα της τρομερής ιδέας, της πρωτοπορίας, της προσπάθειας βελτίωσης των δημόσιων χώρων της Αθήνας. Χαχαχαχαχα Κλάψτε!

Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

Is it gothic? Yes a little

Αποφασισμένες να διαπιστώσουμε ιδίοις όμμασι τις γοτθικές επιρροές στα βυζαντινά μοναστήρια πέριξ του φραγκικού κάστρου, περπατήσαμε σήμερα εφτά χιλιόμετρα, μέσα από ελαιώνες, τι γαλήνη, τι χαρά, και πράγματι το βρήκαμε. Εκεί στο νάρθηκα δεξιά ένα κομμάτι με τα γνωστά γοτθικά τόξα και το περίφημο clef de la voute που στα ελληνικά δεν ξέρω πώς λέγεται, σίγουρα θα λέγεται κάπως.

Παρασκευή 21 Μαρτίου 2025

Μέρα της ποίησης

Η Ιλιάδα στο Τρίτο Πρόγραμμα για την ημέρα της ποίησης. Τη διαβάζουν φοιτητές σε μαραθώνιο ανάγνωσης, στη μετάφραση του Πολυλά. Είναι η μετάφραση που κάναμε κι εμείς στο σχολείο, στη Δευτέρα Γυμνασίου. Μας πήρε ένα σχολικό έτος εμάς να τη διαβάσουμε ολόκληρη, αλλά άξιζε τον κόπο. Ακόμα μπαίνω νοερά στις εικόνες που τότε έφτιαξε το μυαλό μου στο μάθημα των αρχαίων, διαβάζοντας το κείμενο αυτό πότε στο μάθημα κανονικά, πότε ξεφυλλίζοντας λίγο προς τα πίσω, πότε προς τα μπρος, εκείνη τη φρίκη του πολέμου, των σωμάτων που συγκρούονται και σκοτώνονται, εκείνη την ευγένεια των Τρώων, του Πριάμου, της Ανδρομάχης, του Έκτορα, εκείνο το αναπόδραστο της μοίρας που ξεχείλιζε από κάθε στίχο, μέσα στη θύελλα των αχαλίνωτων εγωισμών βεβαίως, την άμμο της παραλίας και τις φωτιές των θυσιών και των αποτεφρώσεων, τη λαιμαργία, τη λαχτάρα, την ομορφιά και την απελπισία. Δεν διάβασα ποτέ ξανά στη ζωή μου τέτοιο κείμενο, εκτός από την Οδύσσεια σε μετάφραση Σιδέρη που είχαμε κάνει ένα χρόνο πριν. Και με αυτά μάθαμε νέα ελληνικά και μαζί τι εστί έπος, και Μυθολογία, και άνθρωπος τελικά. Τι τυχεροί που υπήρξαμε να ζήσουμε αυτό το διάλειμμα της μεταρρύθμισης Παπανούτσου στην πληκτική και αποβλακωτική εκπαίδευση στα αρχαία ελληνικά. Άκουσα λίγο τους φοιτητές που διαβάζουν. Εντάξει, αλλά θα προτιμούσα να ακούω φωνές ηθοποιών που ξέρουν να αναπνέουν και να τονίζουν. Αλλά ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Η απαγγελία ως δεξιότητα έχει εντελώς υποτιμηθεί, εδώ το υπουργείο Παιδείας υποβάθμισε τα πτυχία των δραματικών σχολών, τι περιμένεις;

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2025

Φυσικοί ομιλητές αρχαίων

Τρεις διαφημίσεις για μαθήματα αρχαίων ελληνικών μου βγήκαν στο σημερινό σκρολάρισμα. To σκέφτομαι σοβαρά αφού με την αρχαιοπληξία κοντεύω να ξεχάσω τα νέα ελληνικά. Θα προτιμήσω αυτή που έχει για δασκάλους φυσικούς ομιλητές. Πάντα ήθελα να ακούσω την προφορά της αττικής διαλέκτου τον 5ο αιώνα π.Χ. Δεν ξέρω πώς κατάφεραν να τους βρουν, ίσως κάποιο κόλπο με τους αστροναύτες που γύρισαν στη γη να έγινε.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2025

Τις Κυριακές στα Τρίκαλα

Κρύωσε ο καιρός εδώ στο Λονδίνο και καθώς έβγαινα το πρωί και περπατούσα ανάμεσα στα χαμηλά σπιτάκια της γειτονιάς, μου κόλλησε ανεξήγητα στο μυαλό εκείνο το τραγούδι από το Χρονικό του Μαρκόπουλου σε στίχους Μύρη, που τραγουδούσε η Μαρία Δημητριάδη: ‘Τις Κυριακές στα Τρίκαλα, στη Λάρισα, στη Σπάρτη κάποιον κρυφό αρχάγγελο προσμένουν κάθε Μάρτη τα βράδια στον περίπατο κορίτσια και φαντάροι ανεβοκατεβαίνουνε με σκάλες στο φεγγάρι’ Και καθώς έχω πάει παλιότερα σε επαρχιακές πόλεις κυριακάτικα και έχω πάρει μέρος στον περίφημο περίπατο που τον έλεγαν ‘νυφοπάζαρο’ και γελούσαμε, σκέφτηκα πόσο πολύ έχουν αλλάξει όλες αυτές οι πόλεις, και οι υπόλοιπες που δεν είναι στο τραγούδι. Εκείνες οι παγωμένες έρημες Κυριακές, που σε έπιανε μελαγχολία στα πεζοδρόμια με τα κλαδεμένα δέντρα, στα σπίτια που έκλειναν με αμηχανία, δεν έχουν πια ύπαρξη παρά σε αυτό το παράξενο τραγούδι. Στις επαρχίες τα μεν χαμηλά σπίτια εξαφανίστηκαν, στριμώχτηκαν οι πολυκατοικίες στη θέση τους, όμως η ζωή χαμογέλασε, τα κορίτσια απολαμβάνουν μαζί με τα αγόρια στις καφετέριες τις παρέες τους, γελούν ελεύθερα και φλερτάρουν και απολαμβάνουν λιακάδες και παγωνιές, κι η καθημερινότητα δεν έχει καμία σχέση με τη μελαγχολία εκείνη που βασίλευε ως και το 90; Το 80; Δεν είμαι σίγουρη. Πάντως αυτή τη στιγμή μοιάζει πολύ πιο ευχάριστο να μένεις σε επαρχία παρά στην Αθήνα. Κάποιοι πεζόδρομοι αγκαλιάζουν τα λίγα μνημεία που γλίτωσαν από τη μανία κερδοσκοπίας με τις πολυκατοικίες, κι εκεί μπορεί κανείς να συναντήσει και την Ιστορία και το παρόν. Ναι, και η Σπάρτη αξιοποίησε τις πλατείες της, και η Κοζάνη, που είναι παρακάτω στο τραγούδι, αν και χτυπημένη βαριά από την οικιστική ομοιομορφία έχει δημόσιο χώρο για χαλάρωση και συναντήσεις, και βεβαίως η Λάρισα. Καλά, για τα Τρίκαλα δεν το συζητώ, μιλάμε για πρότυπο αξιοποίησης δημόσιων χώρων. Και πού άλλού πήγαμε τελευταία; Στην Τρίπολη, που έχουν και ωραίες πλατείες. Κόσμος και ζωντάνια να ζηλεύουμε οι Αθηναίοι. Στο Ηράκλειο, που ήταν κάποτε από τις πιο άσχημες πόλεις, καμία σχέση με το παρελθόν. Τι να πούμε για τα Χανιά και το Ναύπλιο, είναι και διατηρητέα- διατηρημένα, άλλο επίπεδο. Και η Ξάνθη, και η Κομοτινή. Αντίο μελαγχολία της επαρχίας.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Νοήματα

 Στο Μουσείο της Ακρόπολης πήγα στην έκθεση με τίτλο «Νοήματα» που έχει ωραία ευρήματα από όλη την Ελλάδα και την Ιταλία, τοιχογραφίες της Πομπήιας από το Μουσείο της Νάπολης μεταξύ άλλων. Οι αίθουσες ήταν γεμάτες κόσμο. Βγάζαμε  φωτογραφίες. Κάποια στιγμή μια φύλακας ρωτάει τη συνάδελφό της: Δεν επιτρέπεται να βγάζουν φωτογραφίες με τα εκθέματα, έτσι δεν είναι; Μπορούν να φωτογραφίζουν τα εκθέματα, αλλά όχι τον εαυτό τους μπροστά τους; 

Δεν ήταν σίγουρη. Είχε μόλις κάνει παρατήρηση σε έναν νεαρό, αλλά είχε τις αμφιβολίες της. Μου θύμισε ότι κάποτε στο Αρχαιολογικό Μουσείο μας είχαν μαλώσει που βγάζαμε φωτογραφία μαζί με τον Δία (ή Ποσειδώνα) του Αρτεμισίου, άρα φαίνεται ότι υπάρχει τέτοια απαγόρευση.  Τι λογική έχει δεν μπορώ να καταλάβω. Μη θίξει η θνητή ύπαρξη μας τα αθάνατα έργα; Τι θα πάθουν δηλαδή;

Κοντά στις κυλιόμενες σκάλες βλέπω δυο Ερμές. Τα κεφάλια είναι κολλημένα σε στήλες καινούργιες, άσπιλες, χωρίς εκείνο το παράξενο κι αστείο για μας πέος που συνήθιζαν στις αρχαίες στήλες. Πάει καιρός που ψάχνω κάποιες από εκείνες τις αρχαίες Ερμές οι οποίες εκτίθονταν παλιά στη στοά του Αττάλου. Θα τις μάζεψαν από σεμνοτυφία κι αυτές, γιατί δεν μπορώ πουθενά να τις εντοπίσω. Ποιος ευνούχισε άραγε τις Ερμές; Η απορία μου θυμίζει ότι κάποτε, δηλαδή πριν 25 αιώνες, η εκστρατεία στη Σικελία των Αθηναίων, είχε αναβληθεί γιατί βρέθηκαν κομμένες οι μύτες των Ερμών. Μήπως δεν ήταν οι μύτες αλλά τα πέη και μας τα μάθαιναν σεμνά και ταπεινά στο σχολείο; Πρέπει να διαβάσω ξανά Θουκυδίδη.

Ευτυχώς για τους τουρίστες που βγαίνουν από το μουσείο και χαζεύουν τα μαγαζάκια απέναντι, υπάρχει ποικιλία μπρελόκ, ανοιχτηριών και άλλων ειδών καθημερινής χρήσης σε σχήμα φαλλού και πλήθος αγαλματάκια Σατύρων σε στύση, οπότε no problem.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2025

Ινδικά

 Ti λύσσα σας έπιασε που το τραγούδι για τη Γιουροβίζιον θυμίζει Ινδία, δεν καταλαβαίνω. Τι κακό έχει η Ινδία δηλαδή; Όταν ήθελε ο Μεγαλέξανδρος να την κατακτήσει, σας άρεσε όμως. Τότε, αν ήσασταν στο στρατό του, δεν θα θέλατε να γυρίσετε back home, στις καλές σας Περσίδες και τη Βαβυλώνα με τα στρωμένα χαλιά, θα ήσασταν από αυτούς που θα φώναζαν, Μπροστά αφεντικό, κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο! 

Κι όταν ο Καζαντζίδης τα έκλεβε τα ινδικά αυτούσια και χωρίς κοπυράιτ, πάλι σας άρεζε. Και κλαίγατε με την καημένη καρδιά, πώς βαστά και δεν ραΐζει. Και πολύ σωστά. Αν δεν είναι η Ελλάδα πύλη της Ινδίας στην Ευρώπη, τότε ποιος είναι; 

Στον ψεύτη ντουνιά τόση απονιά που αντικρίζω, αναρωτιέμαι πώς δεν ραΐζω. Εδώ με την Ινδή μου φίλη, σας κοιτάμε απορημένες, αλλά και αποφασισμένες να μη ραΐσουμε.



Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Aφήνουν ακόμα οι γονείς πιο ελεύθερα τα αγόρια;

 Παιδικά κλάματα ακούγονται καθώς πλησιάζουμε το Σπήλαιο του Πανός. Ξέρετε, όχι το σπήλαιο του Πανός στην Πάρνηθα, που με πολλή δυσκολία μπορούν να το βρουν μόνο έμπειροι ορειβάτες, το άλλο, το μικρό, το ψεύτικο, τσιμεντένιο Σπήλαιο του Πανός στο πάρκο μας, που ακόμα θυμάμαι πόσο με είχε εντυπωσιάσει όταν το πρωτοείδα μικρή, κι ακόμα όταν περνάω από κει το χαζεύω καλά- καλά, μήπως ανακαλύψω κάποια καινούργια συναρπαστική λεπτομέρεια. Κάτι θα μου έχει ξεφύγει, είμαι σίγουρη, και φτάνει να παρατηρήσει κανείς τις μορφές που έχουν φτιάξει κάπως αόριστα από τσιμέντο γύρω από το σπήλαιο για να βρει την κρυμμένη, αυτή που θα δώσει νόημα στα πάντα, στην ύπαρξη του Σπηλαίου κυρίως.

Τι σπηλιά είσαι δηλαδή, αν δεν κρύβεις κάτι;

Τις μέρες αυτές τις ηλιόλουστες, που το πάρκο έχει γεμίσει παιδιά, τα βλέπεις να χώνονται μέσα στη σπηλιά, να σκαρφαλώνουν επάνω της, να χοροπηδούν εκεί δίπλα στον αγκαθωπό κάκτο που την κάνει πιο υποβλητική, να τσιρίζουν μαγεμένα από τον κίνδυνο και την τόλμη τους. Η μικρή που κλαίει βγαίνοντας μάλλον έφαγε τα μούτρα της στο ανώμαλο έδαφος, θέλει λίγη προσοχή. Η μαμά της τη βουτάει από το χέρι και την τραβάει θυμωμένη έτσι που το παιδάκι σηκώνεται λοξά προς την μεριά του μητρικού χεριού, «δεν σου είπα να μη μπεις; Δεν σου το είπα; Ακούς όμως; Όχι, δεν ακούς! Άλλη φορά να με ακούς!».

Καημένο παιδάκι, αντί να σταματήσει το κλάμα δυναμώνει βέβαια, κι ο θυμός της μαμάς επίσης. Φωνάζει πιο δυνατά καθώς απομακρύνονται, έτσι μου έρχεται να πάω να τις παρηγορήσω και τις δυο, καθώς φαίνεται πρώτη φορά να τους συμβαίνει κάτι τόσο φοβερό, να έπεσε το πιτσιρίκι και να κλαίει. Θα ήθελα να πω της μαμάς να είναι ψύχραιμη, δεν είναι τόσο φοβερό να πέφτουν και να χτυπάνε τα παιδιά, δεν χρειάζεται να το μαλώνει τόσο πολύ που δεν την άκουσε, είναι φυσικό να έχουν τα μικρά περιέργεια για μια σπηλιά, ας είναι και τσιμεντένια, κι είναι κρίμα να μην το παρηγορήσει το παιδάκι της, να μην αδράξει την ευκαιρία να το πάρει αγκαλιά και να το διαβεβαιώσει πως ό,τι κι αν έπαθε, μέχρι να παντρευτεί θα γιάνει, ότι είναι γενναίο παιδί που προχώρησε άφοβα στη σκοτεινή σπηλιά (όχι πως είναι και πολύ σκοτεινή, αλλά λίγο παραπάνω θάρρος τα μικρά παιδάκια το χρειάζονται), κι ότι με ένα φιλάκι της μαμάς το βαβά θα περάσει γρήγορα.

Όλες αυτές τις ανοησίες που είναι τόσο σοφές για την αντιμετώπιση αντιξοοτήτων, η μαμά θεωρώντας τις ξεπερασμένες τις πέταξε στα σκουπίδια, προφανώς, και περιορίζεται να εκδηλώνει τον προσωπικό της θυμό για την πρωτοβουλία της κόρης της καθώς προχωρά σε άλλα δρομάκια. Δεν σκέφτεται ότι με αυτό τον τρόπο κινδυνεύει να της καλλιεργήσει δειλία και έλλειψη αυτοπεποίθησης, ούτε καν ότι είναι σκληρό να την πληγώνει τραβολογώντας την έτσι μπροστά σε κόσμο.

Μου έρχεται να της μιλήσω, και κρατιέμαι με δυσκολία. Οι νέοι γονείς δεν δέχονται καθόλου ευχάριστα τις συμβουλές περαστικών σε κάποιο πάρκο, ούτε και πουθενά αλλού. Μπορεί να θυμώνουν, να φωνάζουν με τρόπο που νομίζεις ότι χρειάζονται να ακουστούν σε μεγάλη ακτίνα ακριβώς για να παρέμβει κάποιος τρίτος, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι. Αν παρασυρθείς από τη φωνή που νομίζεις ότι σε καλεί, ή από το κλάμα που νομίζεις ότι κι αυτό σε καλεί, ή απλώς από την ανάγκη να μεταδώσεις λίγη από τη σοφία σου, κινδυνεύεις να σε προσβάλουν που φύτρωσες εκεί που δεν σε σπέρνουν.

Μου τυχαίνει συχνά στο πάρκο να βλέπω γονείς που φέρονται προσβλητικά στα παιδιά τους και κάθε φορά πρέπει να παίρνω βαθιές ανάσες για να αντισταθώ στον πειρασμό να επέμβω. Μα ναι, έχουν δίκιο, τα σπήλαια, ακόμα και τα εντελώς ψεύτικα όπως αυτό του πάρκου, μπορεί να κρύβουν κινδύνους, όπως και το παιχνίδι, το τρέξιμο, το ποδήλατο, τα πάντα, αλλά πώς μαθαίνεις στα παιδιά να προσέχουν;

Ξαφνικά όλα τα δρομάκια γίνονται εχθρικά, κίνδυνοι μπορεί να παραμονεύουν σε κάθε βήμα, σε κάθε πυκνό θάμνο, κι έχει μπόλικους εδώ. Κι ο θεός Παν αυτοπροσώπως, μπορεί να μην εμφανίζεται ξεκάθαρος στις μορφές που έχει φτιάξει ο γλύπτης Βασσάλος με τσιμέντο στο σπήλαιο του Πανός, αλλά εκεί στα πυκνά αλσύλλια δεν αποκλείεται να δεις να βγαίνει το τραγοπόδαρο του από μιαν άκρη, και να διακρίνεις στη σκιά το επίσης τραγίσιο μούτρο του.

Τέτοιος τύπος ήταν ο Πάνας, κρυβόταν σε δάση και θάμνους για να πετάγεται απότομα και να τρομάζει τα κορίτσια με τα τραγίσια του πόδια και διάφορα άλλα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που μοιραζόταν με το ανδρικό φύλο.


Το θέμα είναι ότι δεν μπορείς να τον αποφύγεις, όσο κι αν ακούς τη μαμά.Ούτε τον Πάνα, ούτε τις πτώσεις, ακόμα κι αν δεν πηγαίνεις ποτέ να παίξεις σε παιδική χαρά. Κάποια στιγμή, κάπου, κάπως, κάποτε, θα σκοντάψεις και θα πέσεις, μα στο πεζοδρόμιο, στα λίγα βήματα που σε χωρίζουν από το αυτοκίνητο σου, μα στις σκάλες του σχολείου, δεν υπάρχει περίπτωση να το γλιτώσεις τελείως. Όσο για τον θεό Πάνα και τις ενσαρκώσεις του, άστο καλύτερο, είναι περίπλοκο, αλλά ούτε κι αυτόν μπορείς να τον αποκλείσεις εντελώς. Οπότε ψυχραιμία.

Καθώς απομακρύνονται μαμά και κοριτσάκι, και το κλάμα κι η φωνή ακόμα ακούγονται, άλλα παιδάκια, απτόητα, ορμούν στη σπηλιά με ύφος κομάντο που θα συλλάβουν επ αυτοφώρω το λήσταρχο Νταβέλη. Είναι αγόρια και ίσως έχουν μαμά πιο στοχαστική, που είναι σε θέση να καταλάβει ότι αν τα μαλώσει για την τόλμη και την περιέργεια τους, μάλλον θα κάνει κακό στη μελλοντική τους αυτοπεποίθηση.


Δεν θέλω να σκεφτώ ότι ακόμα οι γονείς των αγοριών τα αφήνουν πιο ελεύθερα από όσο τα κορίτσια, ότι ενθαρρύνουν τις πρωτοβουλίες τους για εξερεύνηση, ενώ των κοριτσιών τις αποθαρρύνουν. Όχι, θα είναι σύμπτωση. Ας δω κι ένα κοριτσάκι. ..

Μπαίνουν, βγαίνουν, γελούν τα αγοράκια. σκαρφαλώνουν επάνω με λίγη αναρρίχηση, προκαλούν και τον αγκαθωπό κάκτο, ξεκαρδίζονται στα γέλια καθώς πάνε να πέσουν και τα καταφέρνουν να σταθούν όρθια. Τίποτε δεν τα εξιτάρει περισσότερο από λίγη αίσθηση κινδύνου, λίγο άγνωστο, λίγο σκοτάδι, λίγο μυστήριο. Κι αυτό το Σπήλαιο είναι τέλειο στη δοσολογία που έχουν βάλει το μυστήριο και το σκοτάδι, την ατμόσφαιρα σπηλιάς, μέσα στο Πεδίο του Άρεως. Αν μάλιστα έχεις περιδιαβεί και την αλέα με τους ωραίους ανδριάντες των ηρώων του 21, σου έρχεται ακόμα καλύτερη η πρόκληση της σπηλιάς που θα μπορούσε να είναι πάνω σε κάποιο βουνό και να κρύβει αρματωλούς και κλέφτες. Από τύχη μάλλον είναι που δεν πέρασε άλλο κοριτσάκι.


Ακόμα και μεγάλοι εντυπωσιάζονται, πλησιάζουν, μερικοί μπαίνουν μέσα προσεχτικά, μην πατήσουν τη λάσπη που μαζεύεται και τα σκουπίδια που όλο και κάποιος θα βρεθεί να πετάξει. Όπως όλα τα άγρια μέρη, το επισκέπτονται αυτοί που θα φάνε οπωσδήποτε τα τσιπς τους στο σημείο της μεγαλύτερης έντασης, σα να βρίσκονται στο σινεμά, και θα πετάξουν την άδεια σακούλα μαζί με το χρησιμοποιημένο χαρτομάντιλο. Κανένα μυστήριο δεν αντιστέκεται στη μπαναλιτέ των σκουπιδιών. Ακόμα κι ο Πάνας τρομάζει.





Παρασκευή 7 Μαρτίου 2025

Στη θέση του χωριού, τι;

Περπατώ στο πάρκο μια μέρα με κρύο και μπροστά μου μια μητέραμαλώνει το αγοράκι της. Δεν το μαλώνει ακριβώς, είναι μια πολύ δραματική στιγμή, την έχει κουράσει, εκείνη φωνάζει, εκείνο κλαίει απελπισμένο με λυγμούς σπαρακτικούς. Οι λυγμοί ενστικτωδώς είναι δυνατοί, μπορεί στο βάθος να θέλει να ακουστούν σε όλο το πάρκο, να επέμβει κάποιος, να σταματήσει το δράμα.

Ποιος, όμως, να επέμβει; Εγώ που περνάω αυτή τη στιγμή δίπλα; Πώς να το κάνω; Πώς γίνεται να τραβήξεις για λίγο, για δευτερόλεπτα, τα παιδιά από την απόλυτη εξουσία και αρμοδιότητα του γονιού τους;

Το παιδάκι είναι πολύ μικρό, το πολύ τριών ετών, ίσως δυόμισι. Το θέμα σύγκρουσης είναι ο πατέρας του, η μάνα έξαλλη του λέει να τον πάρει τηλέφωνο, το παιδάκι να πάρει τον πατέρα, να του πει ότι δεν τη θέλει, ότι προτιμά να μείνει μαζί του. Το παιδάκι δεν αντέχει τέτοιο περίπλοκο εκβιασμό, κλαίει, ουρλιάζει, ρουφάει τη μύξα του με σπασμένη αναπνοή και ξανακλαίει. Η μάνα του απλώνει το τηλέφωνό της με το ένα χέρι, «Πάρ’ τον λοιπόν, πάρ’ τον!»,λέει και ξαναλέει, και αυτό όλο θρηνεί.

Είναι πολύ ενοχλητικό, είναι αβάσταχτο, θέλει κανείς να της αρπάξει το παιδί από τα χέρια και να το πάρει αγκαλιά, να του σκουπίσει τα δάκρυα, αλλά πώς; Από μακριά εύχομαι να ηρεμήσει ώσπου να πλησιάσω, αλλά δεν υπάρχει περίπτωση, οι φωνές και το κλάμα συνεχίζονται αδιάπτωτα μέχρι που φτάνω κοντά τους. Περνάω δίπλα τους με το στομάχι σφιγμένο, δεν ενοχλείται καθόλου ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, η έξαλλη μάνα δηλαδή, ενώ ήμουν τόσο κοντά δεν σταμάτησε, δεν γύρισε, δεν μου έδωσε καμία σημασία. Τους προσπερνάω γεμάτη ενοχές.

Πώς θα μπορούσα να επέμβω; Αν ήμουν άντρας, ας πούμε, θα ήταν πιο εύκολο; Τι φοβάμαι; Θα με έβριζε κι εμένα κατά πάσα πιθανότητα, δεν θα βοηθούσε η παρέμβασή μου, μπορεί να σταματούσε λίγο τις φωνές μέχρι να απομακρυνθώ, κι ύστερα να ξέσπαγε χειρότερα στο μικρό λέγοντάς του «Ορίστε τι έκανες, μας τη λένε τώρα και οι ξένες περαστικές!», κάτι τέτοιο. Χρόνια πριν, όταν ήμουν πιο νέα, πιο θαρραλέα και αυθόρμητη, είχα βάλει τις φωνές σε κάποιον που χτυπούσε το παιδί του στο δρόμο. Να μη σε νοιάζει εσένα, μου είχε απαντήσει άγρια, με νοιάζει γιατί παραβαίνεις το νόμο, είχα την (σπάνια για μένα) ετοιμότητα να αντιλέξω, απαγορεύεται να δέρνεις το παιδί σου! Φυσικά με είχε στολίσει με διάφορα επίθετα κατάλληλα για γυναίκες, αλλά κάπως είχε σταθεί, είχε πάρει ανάσα, κι είχε σταματήσει να το χτυπάει. Κι αν τότε η επόμενη στιγμή ήταν να πάει στο σπίτι με το παιδί κι εκεί αθέατος να το σπάσει στο ξύλο με την ησυχία του; Μπορούν να σταματήσουν να είναι βίαιοι οι γονείς που έχουν συνηθίσει τη βία στην καθημερινότητά τους; Αλλά μπορεί και να το σκέφτηκε λίγο, ήλπιζα, κι αφού ενημερώθηκε ότι ο νόμος απαγορεύει να χτυπά κανείς το ίδιο του το παιδί, να αποφάσισε να αλλάξει τακτική. Ποια εξέλιξη από τις δύο μοιάζει πιθανότερη;

Καθώς προχωράω λίγο ακόμα μπροστά από τη μάνα με το πιτσιρίκι που σπαράζει χωρίς εκείνη να χαμηλώνει ούτε τον τόνο της φωνής ούτε την επιθετική της διάθεση, ντρέπομαι πια πολύ. Δεν γίνεται να φύγω χωρίς να κάνω κάτι. Πρέπει να επεμβαίνετε, διάβασα συμβουλές ειδικών, ψυχολόγων, κοινωνιολόγων, δεν πρέπει να μένετε απαθείς όταν ένα παιδί υποφέρει από τους γονείς του, αν πέσει στην αντίληψή σας. Ναι, αλλά πώς; Πώς να το κάνουμε όταν ξέρουμε ότι τα παιδιά είναι απόλυτα εξαρτημένα από τους γονείς; Πώς να το κάνουμε έτσι που να βγει στ’ αλήθεια κάποιο θετικό αποτέλεσμα;

Εδώ μπροστά μου, και πλέον πίσω μου, γιατί έχω προσπεράσει, βλέπω καθαρά άσκηση σαδισμού από τη μάνα, που ποιος ξέρει τι ζόρια τραβάει από τον πατέρα του παιδιού της ή από τη ζωή της, πάνω σε ένα ανυπεράσπιστο κι εντελώς εξαρτημένο από αυτήν νήπιο. Κάτι ξεθυμαίνει επάνω του κι είναι φανερό ότι το απολαμβάνει με κάποιο διεστραμμένο τρόπο, η σκέψη ότι εκτίθεται δημόσια δεν την απασχολεί. Πώς να φερθεί ο περαστικός; Δεν μιλάμε καν για ξύλο, δεν το χτυπάει το παιδί, η φράση όμως που σφυροκοπάει καθώς εκείνο σπαράζει στο κλάμα είναι τόσο απειλητική που ένας Θεός ξέρει τι τραύματα του δημιουργεί, τι χαρακτήρα του πλάθει.

Τι κάνει κανείς εδώ και τώρα; Δεν ζούμε πια στην εποχή που το παιδί χρειαζόταν ένα χωριό για να μεγαλώσει. Τώρα οι γονείς έχουν πάρει τη θέση του χωριού και δεν ανέχονται επισκέπτες. Τώρα ακόμα και να χαμογελάσεις σε ένα παιδάκι στο δρόμο μπορεί να τους ενοχλήσει, ακόμα κι αν πεις μια απόλυτα φιλική κουβέντα από τη χαρά σου που βλέπεις παιδιά. Για να τους πιάσεις κουβέντα πρέπει να είσαι πολύ προσεχτικός και οι γονείς να είναι δίπλα. Είναι τόσο σπάνια η παρουσία παιδιών στην πόλη μας, που δεν κρατιέμαι όταν τα βλέπω, θέλω να τους χαμογελάσω, να πω μια τρυφερή φράση, κι όποτε το κάνω πάντα οι γονείς στραβοκοιτάζουν ενοχλημένοι.


Πρέπει να περάσει πολλή ώρα για να χαλαρώσουν, να βεβαιωθούν ότι δεν κινδυνεύουν από σένα, ότι δεν έχεις κακές προθέσεις, ότι μπορεί και να ωφεληθεί το παιδί από κάτι που θα του πεις ή θα του δώσεις, και φυσικά στην καθημερινότητα της πόλης δεν υπάρχει χρόνος για τέτοια. Ετσι είναι πια ο τρόπος που ζούμε, τα παιδιά δεν έχουν χωριό. Τα συμπονώ πολύ, ούτε κι εγώ είχα χωριό, αλλά τουλάχιστον καμιά φορά με άφηνε η μάνα μου στη γειτόνισσα. Τώρα κάτι τέτοιο θέλει ανθρώπους ικανούς για μεγάλες υπερβάσεις.


Καθώς οι φωνές και το κλάμα συνεχίζονται και με τραβούν από το στομάχι δεν αντέχω να συνεχίσω να περπατώ σαν να είμαι τυφλή και κουφή, σταματώ και κάνω μεταβολή. Στέκομαι ακίνητη και την κοιτάζω τη μάνα, χωρίς να μιλάω, περιμένοντας. Αυτή συνεχίζει, αγνοεί την ύπαρξή μου, αλλά κι εγώ το αποφάσισα, δεν σαλεύω. Σταυρώνω και τα χέρια στο στήθος, σαν δασκάλα που περιμένει να της πει κάποιος το μάθημα είσαι, λέω στον εαυτό μου, αλλά μένω έτσι. Η μάνα απτόητη. Σιγά μη σκάσει που κάποια άγνωστη την παρατηρεί. Ωστόσο, σαν να κουράστηκε. Σαν να παίρνει ανάσα, σαν να θέλει να πιει νερό. Στέκεται λίγα δευτερόλεπτα σιωπηλή, κάτι ψάχνει στην τσάντα, βάζει το τηλέφωνο μέσα. Το μωρό κλαίει ακόμα. Εκείνο δεν κουράζεται. Τα βρέφη και τα νήπια έχουν διαφραγματική αναπνοή, μπορούν να φωνάζουν με τις ώρες. Δεν είναι βρέφος, ίσως σιγά-σιγά να τη χάνει τη διαφραγματική αναπνοή, πνίγεται από τους λυγμούς που έχουν γίνει μηχανική επανάληψη. Η μάνα τού λέει «Σκάσε πια!», αλλά εκείνο συνεχίζει. Είναι η πιο ήρεμη στιγμή του περιστατικού.


Σηκώνει στιγμιαία το κεφάλι και με κοιτάζει, αστραπιαία απομακρύνει το βλέμμα. Στέκομαι λίγο ακόμα, τη βλέπω να χαμηλώνει προς το πιτσιρίκι, δεν φωνάζει πια αλλά είναι γεμάτη νεύρα. Εκείνο κλαίει. Δεν αντέχω να μείνω άλλο, ξανά μεταβολή και φεύγω. Αν πήγαινα κοντά της και τη ρωτούσα «Μήπως χρειάζεστε κάτι;», άραγε θα ήταν καλύτερα; Ισως κι αυτή να ήθελε έναν άνθρωπο να πει τον πόνο της, αν και ήταν τόσο έξαλλη που μάλλον θα είχε διάθεση να με δαγκώσει.

Θα ήθελα πολύ να έχω οδηγίες χρήσεως για τέτοιες καταστάσεις. Ας μας έλεγε εκείνη η ειδικός που συμβουλεύει να επεμβαίνουμε, πώς μπορεί να γίνεται αυτό; Πώς να γλιτώνεις τα παιδιά από τη βαρβαρότητα των γονιών τους, ή καλύτερα ας μην είμαστε τόσο φιλόδοξοι, γιατί δεν μπορεί κανείς στην πραγματικότητα να ελέγξει τη γονεϊκή εξουσία, ας πούμε απλώς πώς να απαλύνεις λίγο, ελάχιστα, τη διάθεσή τους να τα βασανίσουν, να τα τραυματίσουν, να τα κακοποιήσουν; Πώς να επέμβει κανείς έτσι ώστε να μη δημιουργήσει χειρότερη κακοποίηση αλλά να κατευνάσει τη μανία; Υπάρχει τρόπος; Να βρούμε κάτι, να κάνουμε ένα κίνημα, να το ονομάσουμε Δημιουργία Αναγκαίου Χωριού, κάτι τέτοιο. Χρειάζεται ένα χωριό για να μεγαλώσει ένα παιδί. Στη θέση του χωριού τι να βάλουμε;


 

Τιμή σ’ εκείνους

 Κουράγιο σ εκείνους όπου στη ζωή των  Χρειάζεται να περπατούν σε τέτοια πεζοδρόμια  Ποτε από την Αθήνα μη κινούντες  Πίστεψαν ότι θα τους α...