Δευτέρα, 3 Αυγούστου 2015

Καθαρίζοντας κρεμμύδια

Πολλά κρεµµύδια καθαρίζω φέτος. Δεν είµαι η µόνη, υπάρχει µια γενικότερη τάση επιστροφής στις οικογενειακές εστίες, στο σπιτικό φαγητό, τα δε καλοκαιρινά φαγητά έχουν όλα µπόλικο κρεµµύδι. Στο πρώτο κρεµµύδι τα µάτια τσούζουν, στο δεύτερο δακρύζουν, από το τρίτο και µετά ορισµένες ποικιλίες φέρνουν κανονικά δάκρυα στα µάτια, άλλες απλώς τα υγραίνουν. Εκεί απαρεγκλίτως εµφανίζεται στο µυαλό µου ο στίχος του Καρυωτάκη, «θάνατος οι γυναίκες που αγαπιούνται καθώς να καθαρίζουνε κρεµµύδια» κι αρχίζω µε τον ποιητή ένα νοερό διάλογο, ενώ τα δάκρυα τρέχουν.

Αραγε καθάρισες ποτέ σου κρεµµύδια, ρωτάω. Μάλλον όχι, θα ήξερες ότι ο τρόπος που σε κάνουνε τα άτιµα να κλαις δεν διαφέρει πολύ από τον έρωτα. Υπουλα, µε κάποια αόρατη ουσία σου επιτίθενται, ενώ εσύ προσπαθείς να τα χρησιµοποιήσεις σε υποχρεώνουν να αρχίσεις τους σπασµούς σε όλο το πρόσωπο, φτάνεις ενίοτε σε λυγµούς, επειδή θέλησες να νοστιµίσεις το φαγητό σου. Ζήτησες την απόλαυση και σε τιµωρούν, ζήτησες το κάτι παραπάνω στην καθηµερινότητά σου και βρίσκεσαι να κλαις. Δουλεύεις για όλους, για παιδιά που απολαµβάνουν το καλοκαίρι, για µεγάλους που θα σε επαινέσουν ίσως, αλλά δεν µοιράζονται το κλάµα, και κλαις επιπλέον πάνω από τον νεροχύτη, λες και χρειάζεσαι παραπάνω αλάτι. Μυστικό κλάµα. Θα ήθελα κάτι άλλο να έχεις πει για τις γυναίκες, ποιητή µου, για την αγάπη και τα κρεµµύδια. Αυτός ο στίχος είναι σαν να αρνήθηκες να δοκιµάσεις, όχι µόνο το φαγητό τους, αλλά και τη γεύση των δακρύων τους. Δεν τις κατάλαβες, δεν τις εκτίµησες, τις περιφρόνησες και άδειασε η ζωή σου.

Καµιά φορά απαγγέλλω ολόκληρο το ποίηµα σαν ξόρκι, και το καθάρισµα τελειώνει. Δεν είναι συνταγή. Ο σαρκασµός του Καρυωτάκη δεν αρταίνει σωστά την καλοκαιρινή κουζίνα. Ο διάλογος µένει πάντα ηµιτελής.
(Aπό ΤΑ ΝΕΑ, στις 3 Αυγούστου του 2010)
Δημοσίευση σχολίου

Μέγα κόστος

Φωτογραφία: Βασίλης Μαθιουδάκης Δεν μπορώ να πιστέψω ότι υπάρχει στον κόσμο αυτό έστω κι ένας άνθρωπος που αποφασίζει μια ωραία πρωία ...