Τρίτη, 25 Αυγούστου 2015

Στο πατάρι

Υιοθετούμε τους γονείς μας. Όταν διηγούνται τις περιπέτειες των παιδικών τους χρόνων σκάμε που δεν μπορούσαμε να βοηθήσουμε τότε που μας χρειάζονταν. Τους παίρνουμε από το χέρι, έτοιμοι να τους προστατεύσουμε από κάθε επίθεση, αδιαφορώντας για κάθε κριτική.
Ο πατέρας μου ήταν προσφυγάκι. Το είχα από πολύ μικρή υιοθετήσει. Μικρότερη απ' όσο ήταν ο ίδιος όταν ξεκίνησαν να φύγουν από τον τόπο τους, ήμουν εγώ όταν ένιωθα δυνατή κι έτοιμη να τον προστατέψω.
Δεν μελαγχολούσε όταν διηγόταν το ταξίδι από την πατρίδα του, τα Σπάρτα, μέχρι την Αττάλεια, απ' όπου τους παρέλαβαν πλοία για την Ελλάδα. Ήταν τότε ο άντρας της οικογένειας στο καραβάνι από γυναικόπαιδα, αφού ο μεγάλος αδερφός είχε ακολουθήσει τον μπαμπά τους στην εξορία. Θα πρέπει να καμάρωνε, μέσα στο φόβο και την έκπληξη για ό,τι ζούσε. Κάποια στιγμή μου τον περιέγραψαν οι μεγάλες αδερφές του να πιάνει μια βαριοπούλα, πριν φύγουν από το σπίτι, να γκρεμίζει αποφασιστικά έναν τοίχο όπου πίστευαν πως είχαν φυλαχτεί λίρες. Δεν θυμάμαι αν βρήκαν κάτι εκεί, δεν ζει κανείς πια για να ρωτήσω, αλλά σαν να τον βλέπω, μικρόν κι αποφασιστικό, να την πιάνει τη βαριοπούλα και αλύπητα να χτυπάει τον τοίχο του αγαπημένου -ωστόσο- σπιτιού.
Οκτώ μέρες περπατούσαν τη μέρα και τη νύχτα έστρωναν και κοιμούνταν. Όταν τα διηγόταν αυτά σε μας, πολλά- πολλά χρόνια αργότερα, είχε προπάντων αγωνία να είναι ακριβής, και γελούσε χαρούμενος όταν κατόρθωνε να θυμηθεί κάποια λεπτομέρεια.
Με έπνιγε η αδυναμία και ο θυμός, να μην είμαι τότε εκεί να τον βοηθήσω. Τι νόημα έχει να διαθέτεις σπίτι σταθερό και τόπο και πόλη, αν δεν είναι για να μπορείς να βοηθήσεις τον ασθενή και οδοιπόρο, που λεν κι οι χριστιανοί; Αυτό είναι το προνόμιο που σου δίνει. Έτσι σκεφτόμουν, με βαθιά σιγουριά.
Μια γυναίκα, στην Αθήνα πια, τον είχε προσβάλει φωνάζοντας στο γιο της, έξω στο δρόμο: “Φύγε από κει, μην παίζεις με τους πρόσφυγες”. Τι αξιολύπητη! Τη λυπόμουν, ένιωθα τη ντροπή του μικρού μου μπαμπά για λογαριασμό της. Μια μακρινή συγγενής τους είχε καλέσει κάποτε σε τραπέζι, αλλά είχε τσιγκουνευτεί το ρύζι στη σούπα, “ψάχναμε να ψαρέψουμε κανα σπυρί” διηγόταν γελώντας. Είχε χάσει την ευκαιρία να μείνει στη μνήμη του φτωχού αγοριού σερβίροντας πλούσια σούπα. Λες και την είχε κάθε μέρα.
Υπάρχει στην ιστορία και η Αλεξάνδρα, η ωραία και τολμηρή ξαδέρφη των παιδιών, παντρεμένη στην Αθήνα, που έμαθε για το καράβι από την Αττάλεια, πήρε ψωμιά, ανέβηκε στο κατάστρωμα και μοίραζε. Δεν άφηναν τους πρόσφυγες να βγουν στο λιμάνι, είχαν ήδη πολλοί φτάσει στην Αθήνα, μόνο αν κάποιος βεβαίωνε ότι προσφέρει στέγη μπορούσαν να κατέβουν. Η Αλεξάνδρα τους είδε ανάμεσα στο πλήθος, δήλωσε ότι εκείνη θα τους φιλοξενούσε. Έτσι τους άφησαν να μείνουν στην πρωτεύουσα, όπως ήθελαν διακαώς, κι εκεί τους βρήκε ο πατέρας αργότερα με τον μεγάλο αδερφό. Ο τόπος φιλοξενίας ήταν το πατάρι ενός μαγαζιού. Διότι, τι νόημα έχει να διαθέτει πατάρι το μαγαζί σου, αν δεν μπορείς όταν χρειάζεται, κάποια στιγμή στη ζωή σου, σε μια φριχτή και σπάνια ευκαιρία, να φιλοξενήσεις μια οικογένεια προσφύγων;
Δημοσίευση σχολίου