Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Πώς τον λεν, πώς τον λεν τον ποταμό;

Ήθελε, λέτε, να προκαλέσει το ελληνικό κράτος και την ελληνική κυβέρνηση, και τέλος πάντων κάθε τι ελληνικό του λαού συμπεριλαμβανομένου, ο διευθυντής του Βρετανικού μουσείου, και γι αυτό δάνεισε το άγαλμα του Ιλισσού στο Ερμιτάζ; Εγώ δεν το πιστεύω. Μπορεί να έχουν σπάσει τα νεύρα του από τις συνεχείς οχλήσεις περί των γλυπτών του Παρθενώνα, αλλά όταν ισχυρίζεται ότι έκανε τη χειρονομία αυτή προσπαθώντας να συσφίξει τις σχέσεις των δύο μεγάλων μουσείων, του Ερμιτάζ δηλαδή και του Βρετανικού, και των δυο μεγάλων χωρών αντιστοίχως, προσωπικά τον πιστεύω. Έστω κι αν προδίδει έτσι την προσβλητική του πρόθεση, οι δυο μεγάλες χώρες που αγνοούν τη μικρή ανάμεσά τους, δεν πληγώνομαι γιατί κάποιος που νιώθει την ανάγκη να μιλήσει έτσι ήδη νιώθει το μεγαλείο του εύθραυστο. Απέδειξε βέβαια μ' αυτόν τον τρόπο ότι τα γλυπτά τελικά μπορούν να μετακινηθούν χωρίς να κινδυνεύουν.
Εκείνο που με εμπνέει στην όλη ιστορία, και νιώθω να μας αφορά βαθύτερα απ' όλα, είναι το τι παριστάνει ο γερμένος αντρικός κορμός του αγάλματος που δανείστηκε το Ερμιτάζ. Είναι ο ποταμός Ιλισσός αυτοπροσώπως. Στην αρχαιότητα τον θεωρούσαν θεό, όπως και διάφορους άλλους ποταμούς, και σας αφήνω να φανταστείτε το αργό πέρασμα από την ευγνωμοσύνη στα νερά ενός ποταμού μέχρι την προσωποποίηση του σε άνδρα που παρίσταται στο διαγωνισμό Αθηνάς και Ποσειδώνα για το ποιος θα αναλάβει την Αθήνα. Αυτό παριστάνει το δυτικό αέτωμα. Στέκεται εκεί πολύ νωχελικός, όπως κι ο Κηφισός απέναντι, πλαγιασμένοι κι οι δυο σαν ποτάμια που ήταν, ό,τι πρέπει για τα σημεία που στενεύουν οι πλευρές του αετώματος. Κι ομολογώ ότι τόσες φορές που έχω δει το γλυπτό αυτό, και στο Βρετανικό μουσείο, και σε φωτογραφίες, και σε αντίγραφα, πρώτη φορά συνειδητοποίησα ότι παριστάνει τον Ιλισσό.
Και να που φτάνουμε σήμερα να διαμαρτύρεται επισήμως η Ελλάδα γι αυτή τη μετακίνηση, ενός γλυπτού που παριστάνει έναν ποταμό σκεπασμένο και φτιαγμένο υπόνομο εδώ και χρόνια. Μα πώς το πάθαμε αυτό, θα άξιζε να μαθαίνουμε, να εντρυφούμε, να ψυχαναλυόμαστε σαν αθηναίοι και απόγονοι ενδόξων και ευλαβών προγόνων. Και το τραγούδι του Χατζιδάκη πότε γράφτηκε, πριν ή μετά που σκέπασαν τον ποταμό; Κι αν σκεπάζεις ένα ποτάμι τραγουδισμένο, που ήταν και θεός και τον είχαν απαθανατίσει και στο αέτωμα του Παρθενώνα, είναι άραγε εξίσου άνετη δουλειά με το να σκεπάζεις ένα ποτάμι ατραγούδιστο;
Η ιστορία είναι βέβαια απλή, όπως και με τον Κηφισό: έγιναν πρώτα τα ποτάμια της Αθήνας ανοιχτοί υπόνομοι, έπνιγε η μπόχα τον κόσμο κι η πρόοδος ήρθε με το να τα σκεπάσουν. Σ' όλη την ασκέπαστη φάση τους δεν βρέθηκε κανείς να υπερασπιστεί πολιτικά την ανάγκη της πόλης για ποτάμια ανοιχτά και κάπως καθαρά, υπήρξαν όμως πολλές πολιτικές πιέσεις για εκμετάλλευση οικοπέδων στις όχθες και πρέπει να θεωρούμε νίκη της προόδου που έγιναν δρόμοι τελικά οι δυο μεγάλοι ποταμοί, κι όχι οικόπεδα. Ως εκεί τους προστάτεψε η θεοσύνη τους.
Και τώρα δεν ξέρω τι θα γίνει με τον Ιλισσό στο Ερμιτάζ, αλλά θα ήθελα να παρασύρει στην επικαιρότητα κάτι προτάσεις μηχανικών και πολεοδόμων περί αναβίωσης του ποταμού Ιλισσού, του αληθινού, αυτού που περνάει κάτω από τη Μιχαλακοπούλου και Καλλιρόης. Αυτό μάλιστα, θα ήταν πρωτότυπο κίνημα.

Δημοσίευση σχολίου