Πέμπτη, 4 Μαΐου 2017

Τι τους πείραζε το περίπτερο;



-Eίμαστε σαν πριγκίπισσες εδώ, λέω στη μητέρα μου για να την πείσω να βγούμε να περπατήσει στο πάρκο, στο Πεδίο του Άρεως, όπως τη συμβουλεύουν οι γιατροί,  όποτε θέλουμε φοράμε τα παπούτσια μας, σε τρία τετράγωνα μπαίνουμε στο πράσινο, τι πολυτέλεια, τι προνόμιο! Και τώρα το καθαρίζουν κιόλας, ποιος τη χάρη μας!
Εκείνη όμως δεν αρκείται σε απλή καθαριότητα. Θέλει το περίπτερο, γύρω από το οποίο μεγάλωσαν τα παιδιά μου, χαζεύοντας τα παιχνιδάκια, αγοράζοντας παγωτά και σαχλαμαρίτσες, γλιστρώντας κατοστάρικα στη σχισμή πλαστικών ελεφάντων και γουρουνιών που μπορούσες να τα καβαλικέψεις και να σε κουνάνε πάνω- κάτω για ένα ολόκληρο λεπτό, τέτοια αγαθά. Εμείς οι μαμάδες τότε προσπαθούσαμε να τα τραβήξουμε σε πιο πράσινα σημεία, στα πλατάνια, στο θεατράκι, στο ηρώο, να τους δείξουμε λουλούδια και δέντρα,  εκείνα όμως εκεί, προσηλωμένα στην κατανάλωση, κι αν ήθελες ισορροπία έπρεπε να παζαρέψεις, να δεχτείς τουλάχιστον ένα πέρασμα από τα περίπτερα, μια μικρή αγορά, ύστερα φυσιολατρία.
Φαίνεται πως  παρόμοιες εξορμήσεις με τη γιαγιά δεν είχαν παζάρια, έμεναν όλη την ώρα γύρω από το περίπτερο, καταναλώνοντας τσίχλες και πλαστικά δεινοσαυράκια, κι ύστερα τσιπς και γαριδάκια, κι όλα τα καλά, ενώ εκείνες κάθονταν για συζήτηση στο παγκάκι. Αλλιώς δεν εξηγείται αυτή η μανία της γιαγιάς με τα περίπτερα, τώρα που τα παιδιά έχουν μεγαλώσει και ζουν σε χώρα αρκούντως μακρινή, τα δε περίπτερα έχουν κλείσει προ πολλού κι αυτά, με την ανάπλαση που την καθυστερούσαν τα κινήματα, την αλλαγή ονομάτων στην Υπερνομαρχία που έγινε Περιφέρεια, κλπ, κλπ. Μεγάλες αναστατώσεις που δεν κατάφερε να παρακολουθήσει το μικρεμπόριο.
Με τραβάει πάντα προς το μεγάλο άνοιγμα, που το λέγαμε κάποτε έτσι, ‘τα περίπτερα’ και καθώς πλησιάζουμε, στέκεται κι αναστενάζει.
-Αχ, να μην υπάρχουν πια αυτά τα περίπτερα… να πάρουμε ένα μπουκαλάκι νερό, να ξεδιψάσω…
-Έχω μαζί μου μπουκαλάκι, ορίστε!
-Όχι, δεν θέλω τώρα! Γενικά το λέω. Τι ωραία που ήταν με τα περίπτερα. Μπορούσες να καθήσεις στα παγκάκια.
-Εκεί είναι τα παγκάκια. Πάμε να καθήσουμε.
-Έχει ερημιά, δεν μ’ αρέσει. Με τα περίπτερα είχε κόσμο. Είχε ζωή, πουλούσαν κι εκείνα τα μπαλόνια με αέριο που πετάνε μόνα τους.
-Μα κάποτε είχα αγοράσει ένα τέτοιο στα παιδιά, και είπες ότι ξοδεύω λεφτά σε σαχλαμάρες!
-Ποιος, εγώ; Είχα πει τέτοιο πράγμα; Αποκλείεται! Μα δεν καταλαβαίνω τι τους πείραζαν τα περίπτερα; Ποιον ενοχλούσαν;
-Πού να σου εξηγώ; Έγινε ολόκληρο κίνημα κατά της εμπορευματοποίησης…
- Τι πράμα; Ρευματοπάθεια; Σαν τη δική μου; Μπορείς να την απαγορεύσεις;
Μερικά πράγματα αρνείται να τα καταλάβει, αρνείται καν να προσπαθήσει, όπως ας πούμε τα κομπιούτερ. Ή το κίνημα κατά της εμπορευματοποίησης. Αγνοεί μάλιστα πλήρως το εμπόριο ναρκωτικών που λαμβάνει χώρα στο κάτω μέρος του πάρκου μέρα- νύχτα, γιατί δεν κατεβαίνουμε ως εκεί. Ίσως όμως αυτό δεν είναι ακριβώς εμπορευματοποίηση. Δεν ξέρω. Μερικά πράγματα αρνούμαι κι εγώ να τα καταλάβω.  
-Έβαλαν μια καινούργια ταμπέλα εκεί, για δες. Τι γράφει, μήπως λέει τίποτε για καφενείο; Στο Άλσος δεν θ’ ανοίξει καφενείο;
Η ταμπέλα είναι ένα κατεβατό με απαγορεύσεις, απαγορεύεται  η κολύμβηση το ψάρεμα, το κυνήγι, η ξύλευση, η είσοδος σκύλων σε παιδικές χαρές κλπ. ( Όχι πάντως η πώληση και κατανάλωση ηρωίνης).
-Δεν γράφει ότι απαγορεύονται τα καφενεία και τα περίπτερα, άρα;
-Άρα μπορούμε να ελπίζουμε! Όσο ζει κανείς, ελπίζει. 

Δημοσίευση σχολίου

Η πόλη των χιλίων ποταμών

Αργήσαμε να πάρουμε μπρος, ομολογούσε στο ραδιόφωνο ο δημοσιογράφος που ασχολούνταν με τις πλημμύρες. Λογικό, αφού υπήρχαν τόσα συγκλονιστ...