Δευτέρα, 23 Μαΐου 2016

Θέλω να αξίζει κάτι η ζωή μου

Περπατώντας στην Πανεπιστημίου είδα την πρώτη φράση από αυτό το πρότζεκτ που δεν ήξερα ότι ήταν πρότζεκτ, σε μια στάση τρόλεϊ, βαλμένη μέσα από το τζάμι, σαν διαφήμιση. Έγραφε “Θα πρέπει να αφήσουμε πίσω μας τον καπιταλισμό”, με μαύρα γράμματα σε λευκό φόντο, και σκέφτηκα, ωχ, τι είναι αυτό τώρα, τι εννοεί, ότι θα αραιώσουν κι άλλο τα τρόλεϊ; Κυβερνητική προπαγάνδα αλά Βενεζουέλα;
Ναι, το ομολογώ, δεν πήγε αλλού ο νους μου, κι ύστερα είδα κι άλλα τέτοια γράμματα σε λευκό φόντο: “Θα ήθελα να έχω έναν τεράστιο φούρνο και να μοιράζω ψωμί κάθε μέρα”, και παρακάτω “Θέλω να αξίζει κάτι η ζωή μου” φράσεις που μου φάνηκαν πολύ αφελείς και καθώς δεν καταλάβαινα τι λόγο ύπαρξης είχαν, εκνευρίστηκα και ετοιμάστηκα να γκρινιάξω για το χάλι της Αθήνας που μόνο αυτές οι απλοϊκές κοινοτοπίες της έλειπαν στις αφίσες, που δεν ήξερα περί τίνος επρόκειτο. Αλλά πολύ γρήγορα διάβασα τι ήταν, κι αμέσως ντράπηκα για όσα είχα σκεφτεί και νιώσει. Και δεν θα το παραδεχόμουν ποτέ ότι είχα σκεφτεί έτσι, πόσο μάλλον δεν θα το έγραφα, αν δεν διάβαζα και δεν άκουγα αυτές τις σκέψεις, για τις οποίες πλέον ντρέπομαι, από ανθρώπους που εκτιμώ και παρακολουθώ. Μήπως είχα ντραπεί λάθος; Μήπως έπρεπε να επιμείνω στην αρχική μου ενόχληση κι εγώ;
Είναι λοιπόν αυτές οι φράσεις ένα πρότζεκτ καλλιτεχνικό, αλλά χωρίς καλλιτέχνες. Μάλλον, οι καλλιτέχνες, η ομάδα ενός Άγγλου ονόματι Τιμ Έτσελς είχαν την ιδέα να ρωτήσουν μετανάστες και πρόσφυγες στην Αθήνα για τις επιθυμίες τους και να φτιάξουν αυτές τις αφίσες, να τις κολλήσουν στο κέντρο της πόλης. Αναζήτησαν οι ξένοι από την Αγγλία, οι συνεργάτες του πρότζεκτ, τους ανεπιθύμητους ξένους από τις φτωχές χώρες και τους ρώτησαν τι θα ήθελαν να αλλάξει στη ζωή τους, τι νομίζουν ότι μπορεί να φέρει αυτή την αλλαγή.
Πράγματι λοιπόν, οι φράσεις αυτές δεν είναι ιδιοφυείς, δεν είναι όλες πρωτότυπες, είναι ίσως κοινότυπες και απλοϊκές. Τι να κάνουμε, το να μπορείς να εκφράζεσαι με ακρίβεια και πρωτοτυπία, να προκαλείς συγκίνηση, δεν χαρίστηκε στον καθένα, είναι τέχνη που θέλει καλλιέργεια, και δεν είναι προφανώς αυτό που διακρίνει τους μετανάστες και τους πρόσφυγες. Κοινότοπες επιθυμίες έχουν οι περισσότεροι άνθρωποι εξάλλου, ειδικά αυτοί που αγωνίζονται για τα βασικά. Αν και δεν ξέρεις ποτέ, κάποιος που σήμερα τραυλίζει μπορεί αύριο να γράφει έπη, το βέβαιο είναι ότι υλικό μαζεύουν στην περιπέτειά τους όλοι. Κι ίσως αυτή η συνάντηση, οι καλλιτέχνες διψασμένοι για τις φράσεις που θα μεταφέρουν την εμπειρία, το βάθος της ψυχής ανθρώπων που δοκιμάζονται, κι οι ανεπιθύμητοι ξένοι που συναντούν από την αρχή της φυγής τους την ίδια δυσαρέσκεια όπου βρεθούν κι όπου σταθούν, την ίδια επιβεβαίωση για το πόσο ανεπιθύμητοι και περιττοί είναι, ίσως αυτή η παράξενη ιδέα των άγγλων καλλιτεχνών να είναι που θα αλλάξει τα πράγματα. Έστω και για έναν, ποιος ξέρει; Και μόνο η προσπάθεια των καταγραφέων, το ότι ξεκίνησαν και πήγαν σε κάποιο υπερπλήρες διαμέρισμα, ή σε καταυλισμό, ή σε πρόχειρη εγκατάσταση, βρήκαν στο πλήθος που κοιμάται σε στρώματα στη σειρά και τρώει σε συσσίτια εκείνους που τους μίλησαν, έμειναν για λίγο μαζί τους, περίμεναν, άκουσαν, κατέγραψαν, δεν αξίζει τουλάχιστον όσο το τραπέζι που τους κάνουν οι οργανώσεις αλληλεγγύης, το δωμάτιο που κοιμούνται; Να δίνεις λόγο σε κάποιον που δεν φαντάζεται ότι θα ήθελες να τον ακούσεις, να γράφεις αυτά που σου λέει, να του προσφέρεις ένα κομμάτι από τη μελλοντική του αξιοπρέπεια, αυτήν που ονειρεύεται, αυτήν που πρέπει να πιστεύει για να την κατακτήσει, αυτή που χρειάζεται ενίοτε να θυμάται πως υπάρχει, δεν είναι πιο αναγκαίο κι από την τροφή και τη στέγη;
Νομίζω τελικά ότι σωστά ντράπηκα που είχα ενοχληθεί στην αρχή, όταν ανακάλυψα περί τίνος επρόκειτο. Μάλιστα σκέφτομαι ότι από την πολλή γκρίνια που έχει γίνει η κυρίαρχη συμπεριφορά μου, ειδικά στο κέντρο της πόλης όταν είμαι, κοντεύω να μην προλαβαίνω πια να σκεφτώ άλλα πράγματα, να μη μπορώ να αντικρίσω κάτι καινούργιο και πρωτότυπο, να έχω απέναντι σε όλα το αμυντικό στραβομουτσούνιασμα της επαρχιώτισας που άλλο δεν ξέρει από την ξινίλα και δεν μπορεί τίποτε να την αγγίξει. Κάνω την αυτοκριτική μου.
Δημοσίευση σχολίου

Του 60 η Ομόνοια

Δεν ξέρω πώς ξεκίνησε η συζήτηση για τη δεκαετία του 60, αλλά πολύ μου αρέσει. Ήμουν τότε παιδίσκη, καταλαβαίνετε. Στην Αθήνα, στο κέντρ...