Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

'Ηθελα να γράψω για την άνοιξη

Ήθελα να γράψω για την άνοιξη σήμερα, καθότι δεν υπάρχει τίποτε πιο σημαντικό στο βάθος, και να ψάξω για το σκοπό αυτό ωραίες, ποιητικές φράσεις. Πλην όμως, έστω κι αν η άνοιξη επείγει, γιατί βιαστική χαμογελά κι ανθίζει και διαβαίνει, ενίοτε χρειάζεται να βάζουμε την ποίηση στην άκρη, όπως σας είχα ξαναπεί, γιατί σε μια κρίσιμη γωνιά της ύπαρξης μας οι λέξεις χάνουν το νόημα τους, κι απειλούνται στην ουσία τους. Πεζογραφία και πεζότητα, και κείμενα νομικά χρειάζονται, τα στοιχειώδη. Τα θεμέλια της συνεννόησης που μας επιτρέπουν να ζούμε σε πολυκατοικίες χωρίς να ορμάμε να ξεκοιλιάζουμε τον αντιπαθητικό γείτονα, έστω κι αν συχνά αισθανόμαστε την παρόρμηση.
Έχουμε στην Ελλάδα πόσους φοιτητές Νομικής κάθε χρόνο; Δεκάδες χιλιάδες, αφού στον καιρό μου ήμασταν 11.000 κι έχουν περάσει σαράντα χρόνια. Σκεφτείτε τους αποφοίτους μόνο, και μαζί τους καθηγητές, και τους μαθητές των σχολείων σε όλες τις βαθμίδες, την Πολιτική Αγωγή που διδάσκονται, συν την πολιτικοποίηση που κυριαρχεί στην ανήσυχη κι ωραία μας χώρα. Όλοι αυτοί θα έπρεπε να στριφογυρίζουμε στον ύπνο μας μετά την ανακοίνωση της αιτίας θανάτου ενός δολοφόνου στις φυλακές μας. Από ξυλοδαρμό, και βασανιστήρια, και ηλεκτροσόκ, στις φυλακές μέσα. Εκεί που το κράτος φυλάει, φυλακίζει, τιμωρεί και αναμορφώνει, διαλέχτε όποια έννοια θέλετε. Καμία δεν περιλαμβάνει την ποινή θανάτου. Την έχουμε καταργήσει, κι αυτό συνέβη με περίπλοκες και περισπούδαστες αποφάσεις, μετά από αιώνες που τα κράτη τη δοκίμαζαν και την ξαναδοκίμαζαν.
Αν για κάτι θα έπρεπε να πλημμυρίσουμε τους δρόμους σε πάνδημη διαμαρτυρία, είναι το γεγονός ότι συνέβη αυτός ο θάνατος έτσι όπως συνέβη. Γιατί η έννοια του νόμου, του κράτους, του κοινωνικού συμβολαίου, όλες αυτές οι έννοιες ποδοπατιούνται αν αδιαφορήσουμε. Θα έπρεπε να περνάνε τώρα ανάκριση όλοι οι υπάλληλοι των φυλακών. Ας έχουν όλα τα ελαφρυντικά του κόσμου, ας επικαλεστεί ο δικηγόρος τους βρασμό ψυχής, όποια δικαιολογία θέλει. Όμως να χρειαστούν δικηγόρο. Να περάσουν ανάκριση, δίκη, κάτι. Δεν γίνεται να το δεχόμαστε αυτό το πράγμα ως πολίτες χωρίς κιχ. Πληρώνουμε φόρους, συζητάμε, ψηφίζουμε, βγάζουμε νόμους, ζούμε με τους νόμους. Τι έννοια έχουν όλ' αυτά αν δεν ισχύει ο στοιχειώδης νόμος εκεί ακριβώς που τιμωρείται η παραβίαση του;
Δεν μπορούμε να δεχτούμε ως κοινωνία αυτή τη σιωπή. Αν δεχόμαστε να συμβιώνουμε με τους μισητούς γείτονες, είναι επειδή κάναμε αυτή τη ελάχιστη συμφωνία, να δεχόμαστε τους νόμους. Δεν είναι δυνατόν μέσα στη φυλακή, εκεί που έχει κράτος κι εξουσία το ίδιο το κράτος, να πεθαίνει από ξυλοδαρμό ένας κρατούμενος. Κατάπιαμε πολλά. Αν έχουν νόημα οι συμβιβασμοί με την ανάγκη για να υπάρξουμε και να συνυπάρξουμε, κάπου πρέπει να βρούμε το κατώφλι του ανεπίτρεπτου.

Δημοσίευση σχολίου